← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σέλλας κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9900/2016, 27/10/2020

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σέλλας κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9900/2016, 27/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B178 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9900/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή v.

  1. XXXXX Ιωσήφ Σελλας
  2. XXXXX Σέλλας
  3. ΜΙ.ΠΑ Μεταφορες Λτδ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 27 Οκτωβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Θεοδότου Για Κατηγορούμενο 1: κ. Μ. Σταματάρης Κατηγορούμενος 1 παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Δεν αμφισβητείται ότι στις 6.11.2014 και περί ώρα 20:00 έγινε τροχαίο δυστύχημα στην οδό Ιδαλίου στο Γέρι της Επαρχίας Λευκωσίας. Σε αυτό εμπλεκόταν ο 1ος Κατηγορούμενος που οδηγούσε το όχημα αποκομιδής σκυβάλων με αριθμούς εγγραφής XXXXX55 (στο εξής αναφερόμενο ως «σκυβαλοφόρο») και ο εργάτης συλλογής σκυβάλων XXXXX Dikov (στο εξής «το θύμα»). Είναι κοινό έδαφος ότι το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια νύχτας, ότι ο καιρός ήταν αίθριος και ότι η οδός Ιδαλίου φωτίζεται ικανοποιητικά με λαμπτήρες υψηλής τάσης. Η εν λόγω οδός είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης, με μια λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Η περιοχή είναι κατοικημένη με ανώτατο όριο ταχύτητας τα 50ΧΑΩ. Το θύμα εργαζόταν για την αποκομιδή σκυβάλων και λίγο πριν το δυστύχημα, στεκόταν στο αριστερό πισινό πατίδι του σκυβαλοφόρου. Υπό τις συνθήκες που διερευνήθηκαν στην παρούσα υπόθεση, το θύμα βρέθηκε στην άσφαλτο, κτυπημένος από το σκυβαλοφόρο. Την ίδια ημέρα, διαπιστώθηκε ο θάνατος του. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο 1ος Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε, μεταξύ άλλων, για αμελή οδήγηση κατά παράβαση του άρθρου 8 του ν.86/72 (1η κατηγορία). Αρνήθηκε ενοχή και ακολούθησε ακροαματική διαδικασία, κατά την οποία κατέθεσαν 10 μάρτυρες εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής. Αφού κλήθηκε σε απολογία, ο 1ος Κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως. Επισημαίνω ότι κάποιοι εκ των μαρτύρων που κάλεσε η Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσαν για ζητήματα που σχετίζονται με άλλες κατηγορίες και/ή κατηγορούμενους για τους οποίους η υπόθεση έχει ολοκληρωθεί. Έτσι, η μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας 4 και 6 αφορούσε κατηγορίες άσχετες με την κατηγορία αμελούς οδήγησης. Συνεπώς, οιαδήποτε αναφορά σε αυτή την μαρτυρία κρίνεται αχρείαστη για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Πιο κάτω, παραθέτω συνοπτικά την μαρτυρία που σχετίζεται με την 1η κατηγορία. Λοχ.XXXXX XXXXX Σωκράτους (ΜΚ1) Ο ΜΚ1 επισκέφθηκε περί τις 20:50 την σκηνή του δυστυχήματος και έδωσε οδηγίες στον ΜΚ2 να ετοιμάσει σχέδιο της σκηνής (βλ. Τεκμήριο 5). Εξήγησε ότι το σημείο πτώσης του θύματος στην άσφαλτο καθώς και το σημείο επαφής των ελαστικών του σκυβαλοφόρου με το θύμα καθορίστηκαν με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης, το μεταξόνιο του σκυβαλοφόρου και τα ίχνη τριβής από το σώμα του θύματος. Με βάση έλεγχο που έκανε ο ΜΚ1, ο οδηγός του σκυβαλοφόρου μπορούσε να ελέγξει από τους εξωτερικούς καθρέφτες σε απόσταση 20 μέτρων προς τα πίσω, αλλά δεν μπορούσε να δει το θύμα την ώρα που αυτός στεκόταν στο αριστερό πισινό πατίδι. Θα μπορούσε να δει στο εν λόγω σημείο μόνο από κάμερα που βρίσκεται τοποθετημένη στο πίσω μέρος του σκυβαλοφόρου. Με την ίδια κάμερα, ο οδηγός του οχήματος είχε ορατότητα σε ακτίνα 4 μέτρων προς τα πίσω και ταυτόχρονα, έλεγχε τον κάδο σκυβάλων. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 είπε ότι για να κινηθεί κάποιος με ασφάλεια προς τα πίσω, πρέπει να ελέγξει τόσο την κάμερα όσο και τους εξωτερικούς καθρέφτες και να βεβαιωθεί για την ασφάλεια προσώπων που έχει στα πατίδια. Συμφώνησε όμως ότι δεν θα μπορούσε ο οδηγός να βλέπει ταυτόχρονα και στα 2 σημεία. Υποστήριξε τέλος ότι αν λειτουργούσαν καλύτερα τα φρένα του σκυβαλοφόρου, ίσως να αποφευγόταν το μοιραίο. Α/Αστ.XXXXX XXXXX Σιαλής (ΜΚ2) Ο ΜΚ2 επισκέφτηκε περί τις 20:50 την σκηνή του δυστυχήματος, όπου ετοίμασε σχέδιο της σκηνής. Σε αυτό σημείωσε, μεταξύ άλλων, την πορεία του σκυβαλοφόρου κατά την είσοδο στην οδό Ιδαλίου, την πορεία του με πισινή ταχύτητα, την θέση που βρισκόταν πριν κινηθεί με πισινή, τα ίχνη τροχοπέδησης, κηλίδα αίματος και εμετού, την περιοχή πτώσης του θύματος από το σκυβαλοφόρο και την περιοχή επαφής του σκυβαλοφόρου με το θύμα. Ο ΜΚ2 επεξήγησε το σχέδιο στον 1ο Κατηγορούμενο, ο οποίος συμφώνησε με αυτό και το υπέγραψε. Σύμφωνα με τον ΜΚ2, ο οδηγός του σκυβαλοφόρου μπορούσε να ελέγξει τον δρόμο προς τα πίσω με τα καθρεφτάκια, ενώ για να ελέγχει τους εργάτες που στέκονταν στα πατίδια, μπορούσε να χρησιμοποιεί κάμερα που είναι εγκατεστημένη στο όχημα. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ2 είπε ότι η θέση που ήταν το όχημά πριν ξεκινήσει να κινείται με πισινή ταχύτητα υποδείχθηκε από τον 1ο Κατηγορούμενο, που δεν έδωσε την εντύπωση ότι δεν είχε αντίληψη των υποδείξεων στις οποίες προέβαινε. Σε σχέση με την κάμερα που βρισκόταν στο πίσω μέρος του οχήματος, ο ΜΚ2 είπε ότι αυτή έχει μόνο μια χρήση, ήτοι να βλέπει ο οδηγός τους εργάτες που στέκονται στο πατίδι. Όταν όμως ο οδηγός κινείται προς τα πίσω πρέπει να χρησιμοποιήσει τους καθρέφτες. XXXXX Πηλλάτσης (ΜΚ3) Ο ΜΚ3 είπε ότι ενώ περπατούσε στην οδό Ιδαλίου είδε κάποιον να περπατά προς το μέρος του, μαζεύοντας σκύβαλα. Είδε επίσης, σε απόσταση 10-15 μέτρων, το πισινό μέρος ενός σκυβαλοφόρου να κινείται με πολύ χαμηλή ταχύτητα προς τα πίσω. Ταυτόχρονα, είδε έναν άνθρωπο, να στέκεται στην αριστερή πισινή πλευρά του σκυβαλοφόρου και αντιλήφθηκε ότι αυτός γλίστρησε και έπεσε στην άσφαλτο, περίπου ένα μέτρο πίσω από τον αριστερό πισινό τροχό. Αν και το πρόσωπο που έπεσε χάμω είχε χρόνο λίγων δευτερολέπτων να αντιδράσει, εντούτοις δεν έκανε προσπάθεια να σηκωθεί, ή να μετακινηθεί. Μόλις είδε το εν λόγω συμβάν, ο ΜΚ3 φώναξε 5‑6 φορές «σταμάτα». Ο οδηγός του σκυβαλοφόρου δεν άκουσε και συνέχισε να κινείται προς τα πίσω. Έτσι, ο αριστερός πισινός τροχός κτύπησε στην περιοχή της κοιλιάς τον άνθρωπο που ήταν χάμω και τον έσπρωξε τρίβοντάς τον στην άσφαλτο για 1-2 μέτρα. Δεν γνωρίζει κατά πόσο ο οδηγός του σκυβαλοφόρου πάτησε φρένα. Μετά που κτύπησε το θύμα, μετακίνησε το σκυβαλοφόρο λίγο πιο μπροστά. XXXXX Αργυρού (ΜΚ5) Ο ΜΚ5 είπε ότι είναι τεχνικός-μηχανικός στο Τμήμα Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών. Στις 7.11.2014 και 10.11.2014, εξέτασε το σκυβαλοφόρο για να γνωματεύσει ως προς τα αίτια πρόκλησης του δυστυχήματος. Κατά την 1η εξέταση διαπίστωσε ότι δεν εργαζόταν το ηχητικό σήμα και το φως της πισινής, τα πισίνα ελαστικά είχαν διαφορά μεταξύ τους, ο μοχλός ταχυτήτων είχε λάσκα και τα πισίνα φρένα ήταν αδύνατα. Κατά τον έλεγχο που έγινε αργότερα στο ΚΕΜΟ από επιθεωρητή του ΤΟΜ, διαπιστώθηκε μεταξύ άλλων, ότι τα πισινά φρένα δεν σταματούσαν με ευκολία το όχημα. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ5 είπε ότι η διαφορά που εντοπίστηκε στα ελαστικά δεν επηρεάζει οτιδήποτε σε μικρές ταχύτητες. Αναφορικά με τα φρένα, ο ΜΚ5 είπε ότι έγινε πραγματική δοκιμή και διαπιστώθηκε οπτικά και εμπειρικά ότι το όχημα δεν σταματούσε εύκολα. Αυτό επιβεβαιώθηκε αργότερα από τον έλεγχο που έγινε στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Ο μάρτυρας συμφώνησε ότι το όχημα μπορούσε να οδηγηθεί χωρίς απαραίτητα να σημαίνει ότι τα φρένα δεν θα το σταματούσαν. Ίσως να μην σταματούσαν το όχημα όσο σύντομα θα αναμενόταν. Αστ.XXXXX XXXXX Ναθαναήλ (ΜΚ7) Ο ΜΚ7 επισκέφθηκε στις 20:30 τη σκηνή του δυστυχήματος, την οποία διαφύλαξε μέχρι την άφιξη του Λοχ.XXXXX τον οποίο και ενημέρωσε για τα ευρήματα του. XXXXX Ξήχειλος (ΜΚ8) Ο ΜΚ8 εργάζεται ως τεχνικός στο ΚΕΜΟ Λευκωσίας. Στις 10.11.2014 επιθεώρησε το σκυβαλοφόρο και διαπίστωσε, μεταξύ άλλων ότι τα φρένα δεν σταματούσαν, τα ελαστικά του πίσω άξονα είχαν διαφορετικές διαστάσεις κ.α. Δεν ήταν όμως σε θέση να γνωρίζει αν το δυστύχημα έγινε λόγω των προβλημάτων αυτών. Εξέφρασε βέβαια τη γνώμη ότι όλες οι παρατηρήσεις του δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην πρόκληση του δυστυχήματος αν το όχημα κινείτο με πολύ χαμηλή ταχύτητα. XXXXX Αντωνίου (ΜΚ9) Η ΜΚ9 είναι η ιατροδικαστής που διενήργησε την μεταθανάτια εξέταση στην σορό του θύματος. Με βάση την ΜΚ9, ο θάνατος προκλήθηκε από πολυτραυματισμό συνεπεία καταπλάκωσης από σκυβαλοφόρο. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ9 είπε ότι ένας άνθρωπος μπορεί να υποστεί ένα λιποθυμικό επεισόδιο από έντονες οσμές. Ο λόγος για τον οποίο λήφθηκαν βιολογικά δείγματα από την σορό του θανόντος ήταν για να διαπιστωθεί κατά πόσον αυτός είχε κάνει χρήση αλκοόλης ή τοξικών ουσιών. Δεν εντοπίστηκε κάτι τέτοιο. XXXXX Zaharie Danila (ΜΚ10) O MK10 εργαζόταν στην 3η Κατηγορούμενη, με καθήκοντα την συγκομιδή σκουπιδιών από το δρόμο. Είπε ότι στα σκυβαλοφόρα υπάρχει κάμερα, μέσω της οποίας ο οδηγός βλέπει τους εργάτες που βρίσκονται στο πίσω μέρος. Δεν υπάρχει κάποιο ηλεκτρονικό μέσο για να επικοινωνήσουν με τον οδηγό και προς τούτο χρησιμοποιούσαν σήματα με τα χέρια ή φώναζαν. Στις 6.11.2014, ο ΜΚ10 πήγε για εργασία στην περιοχή Γερίου με οδηγό τον 1ο Κατηγορούμενο και εργάτη τον Slavi, με τον οποίο πρώτη φορά συνεργαζόταν. Περί τις 20:00 έφτασαν στην συμβολή της οδού Αλέξανδρου Παναγούλη με την οδό Ιδαλίου. Εκεί το σκυβαλοφόρο σταμάτησε και ο ΜΚ10 κατέβηκε και προχώρησε περίπου 30 μέτρα στα δεξιά του για να μαζέψει σκουπίδια από την οδό Ιδαλίου. Την ίδια στιγμή, το σκυβαλοφόρο κινήθηκε από το Αλτ με αντίθετη πορεία. Ο ΜΚ10 πήγε στο σημείο όπου βρίσκονταν τα σκουπίδια, πήρε τα σακούλια και περίμενε το σκυβαλοφόρο να έρθει με πισινή ταχύτητα να φορτώσει. Γυρίζοντας το κεφάλι του προς το σκυβαλοφόρο, είδε ότι ο Slavi βρισκόταν κάτω από τους πισινούς αριστερούς τροχούς του σκυβαλοφόρου. Τότε, ο ΜΚ10 φώναξε " XXXXX τι κάνεις;". Ακολούθως, ο 1ος Κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο και ζήτησε από τον ΜΚ10 να καλέσει αστυνομία και ασθενοφόρο. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ10 είπε ότι όταν οι εργάτες στέκονται πάνω στο πατίδι, με το ένα χέρι κρατούν σε μεταλλική μπάρα και με το άλλο χέρι κρατούν στην κάσα του φορτηγού. Αν κάποιος είναι προσεκτικός, τότε μπορεί να νιώθει ασφαλισμένος. Είναι δε σύνηθες για τα σκυβαλοφόρα να κάνουν πισινή, όποτε αυτό χρειάζεται για να φορτωθούν σκουπίδια. Εκείνη τη μέρα, ο Slavi είχε βρει κάποια μπουκάλια με αρώματα σε μια σακούλα και άρχισε να τα σπάζει για να μυρίζει ευχάριστα και όχι σκουπίδια. Με το ένα χέρι κρατούσε την μπάρα και με το άλλο έσπαζε αρώματα. Όντως τα αρώματα μύριζαν αλλά όχι αρκετά ώστε να καλυφθεί η μυρωδιά των σκουπιδιών. Ο ΜΚ10 είπε τέλος ότι δεν γνωρίζει τί έκανε ο Slavi κατά τον χρόνο που ο ίδιος κατέβηκε για να μαζέψει σκουπίδια από την οδό Ιδαλίου, καθότι είχε προσηλωθεί στην εργασία του. 1ος Κατηγορούμενος Κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο, ο 1ος Κατηγορούμενος υιοθέτησε την κατάθεση που είχε δώσει στην αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 7). Σε αυτή είχε πει ότι κατά την επίδικη μέρα, ξεκίνησε να εργάζεται περί τις 17:30 ως οδηγός σκυβαλοφόρου. Μαζί του εργαζόταν το θύμα και ο ΜΚ
  4. Περί τις 20:00, ο 1ος Κατηγορούμενος, οδηγώντας το σκυβαλοφόρο, έφτασε στο Αλτ της οδού Αλέξανδρου Παναγούλη, όπου σταμάτησε ώστε οι εργάτες να μαζέψουν σκουπίδια. Αφού ο Slavi ανέβηκε στο αριστερό πατίδι και ο ΜΚ10 περπάτησε δεξιά για να μαζέψει σκουπίδια από την οδό Ιδαλίου, ο 1ος Κατηγορούμενος οδήγησε με κλίση αριστερά και εισήλθε στην οδό Ιδαλίου. Όπως έκανε κάθε φορά, ευθυγράμμισε το όχημα του στην οδό Ιδαλίου, σταμάτησε και έβαλε πισινή με πρόθεση να κινηθεί προς τα πίσω για περίπου 20 μέτρα. Πριν ξεκινήσει να κινείται προς τα πίσω, είδε από το αριστερό καθρεφτάκι, αλλά και από την κάμερα ότι ο Slavi βρισκόταν στο πατίδι. Έτσι, εκκίνησε και αφού διένυσε περί τα 3 μέτρα, ένοιωσε ότι το όχημα του συνάντησε κάποια αντίσταση. Αμέσως, πάτησε φρένα και είδε από το αριστερό καθρεφτάκι ότι ο Slavi ήταν πεσμένος στην άσφαλτο, πίσω από τους αριστερούς τροχούς. Τότε, έβαλε μπροστινή ταχύτητα και προχώρησε περίπου 2 μέτρα, κατέβηκε και έτρεξε κοντά στον Slavi, ο οποίος ανάπνεε, αλλά δεν είχε τις αισθήσεις του. Ήταν πεσμένος μπρούμυτα με τα πόδια να εξέχουν από το αριστερό πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Απαντώντας σε επιπρόσθετες ερωτήσεις του δικηγόρου του, ο Κατηγορούμενος είπε ότι δούλευε με το θύμα σχεδόν καθημερινά για περίπου 7 μήνες πριν το δυστύχημα και πάντα έκαναν το ίδιο δρομολόγιο. Η πρακτική του να στέκονται οι εργάτες στο πατίδι ήταν κάτι σύνηθες. Όταν χρειαζόταν να μαζέψουν σκουπίδια, κατέβαιναν από το πατίδι. Την μέρα του δυστυχήματος, ο 1ος Κατηγορούμενος έκανε ακριβώς τους ίδιους χειρισμούς που έκανε πάντοτε. Αφού έλεγξε την κάμερα και είδε ότι το θύμα ήταν στο πατίδι, άρχισε να ελέγχει τα καθρεφτάκια του αριστερά και δεξιά. Στην δεξιά πλευρά υπήρχε τοίχος και έτσι έστρεψε περισσότερο την προσοχή του προς εκείνο το σημείο. Κινήθηκε πολύ αργά προς τα πίσω για κάποια δευτερόλεπτα, ελέγχοντας τα καθρεφτάκια του. Αφού ένοιωσε αντίσταση, είδε από τα καθρεφτάκια του να εξέχει κάτι δίπλα από τους τροχούς, το οποίο αργότερα διαπίστωσε ήταν τα πόδια του θύματος. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης την μαρτυρία τους και να αξιολογήσω την εμφάνιση και την συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους, όπως η πηγή γνώσης, η μνήμη, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελ. 251). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία, είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή απορρίπτεται με βάση μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου

(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, θεωρώ ότι τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ2 προσήλθαν στο Δικαστήριο για να πουν την αλήθεια σε σχέση με τις ενέργειες, στις οποίες προέβησαν για τη διερεύνηση του δυστυχήματος και αποδέχομαι την μαρτυρία τους σε σχέση με όσα εντόπισαν στην σκηνή. Ειδικότερα, αποδέχομαι τις αναφορές τους σε σχέση με τη περιοχή πτώσης του θύματος στην άσφαλτο καθώς και το σημείο επαφής των ελαστικών του σκυβαλοφόρου με το θύμα. Εξάλλου, τα εν λόγω ευρήματα αποτυπώθηκαν στο σχέδιο που ετοίμασε ο ΜΚ2 το οποίο προσυπέγραψε ο 1ος Κατηγορούμενος. Είναι νομολογημένο ότι τα σχέδια αποτελούν στοιχείο κρίσης αξιοπιστίας και ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελούν περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1Α ΑΑΔ 267). Σε σχέση με την μαρτυρία του ΜΚ1 σημειώνω μόνο ότι η θέση του ότι ίσως να μη συνέβαινε το δυστύχημα αν τα φρένα λειτουργούσαν σε καλύτερο βαθμό, δεν υποστηρίζεται από επιστημονική μαρτυρία, ούτε και είναι συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από τα λοιπά γεγονότα της υπόθεσης. Αντιθέτως, ο τεχνικός του ΚΕΜΟ (ΜΚ8) είπε ότι οι παρατηρήσεις του, μεταξύ των οποίων και η λειτουργία των φρένων, δεν μπορούσαν να επηρεάσουν την πρόκληση του δυστυχήματος αν το σκυβαλοφόρο κινείτο με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Όσον αφορά αυτή την πτυχή λοιπόν, η μαρτυρία του ΜΚ1 κρίνεται ατεκμηρίωτη και συνεπώς απορρίπτεται. Οι ΜΚ 3 και 10 ήταν τα δύο πρόσωπα που βρίσκονταν στην σκηνή κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο μεν πρώτος είδε την πτώση του θύματος από το σκυβαλοφόρο, ενώ ο δεύτερος αναφέρθηκε σε περιβάλλουσες περιστάσεις που θα μπορούσαν ίσως να βοηθήσουν στην διερεύνηση του δυστυχήματος. Θεωρώ ότι και τα δύο αυτά πρόσωπα κατέθεσαν με φυσικότητα και αυθεντικότητα. Κρίνω ότι προσπάθησαν να μεταφέρουν με ειλικρίνεια όσα βίωσαν και όσα γνώριζαν σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις και η αξιοπιστία τους δεν κλονίστηκε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης. Εξάλλου, δεν υπήρξε έντονη προσπάθεια κλονισμού της αξιοπιστίας τους. Έγιναν απλά κάποιες διευκρινιστικές ερωτήσεις, στις οποίες οι εν λόγω μάρτυρες απάντησαν στο μέτρο των γνώσεων τους. Η μαρτυρία των ΜΚ 5, 7, 8 και 9 δεν αμφισβητήθηκε καθόλου από την υπεράσπιση. Η μαρτυρία του ΜΚ7 μπορεί να χαρακτηριστεί και ως τυπική. Σε κάθε περίπτωση θεωρώ ότι οι εν λόγω μάρτυρες ήταν μάρτυρες της αλήθειας και παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο με πρόθεση να βοηθήσουν. Η παρουσία τους στο εδώλιο χαρακτηρίζεται από φυσικότητα. Απαντούσαν δε με αμεσότητα στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν. Έχω πειστεί για την αντικειμενικότητα και αμεροληψία τους. Αξιολογώντας την συνολική τους παρουσία και έχοντας κατά νου το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, κρίνω ότι είναι αξιόπιστοι μάρτυρες. Όσον αφορά τον 1ο Κατηγορούμενο, θεωρώ ότι αυτός κατέθεσε επίσης με ειλικρίνεια και με πρόθεση να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Δεν διαπίστωσα οιαδήποτε προσπάθεια να παραποιήσει γεγονότα ή να αποκρύψει οτιδήποτε το οποίο ενδεχομένως να απέβαινε εις βάρος του. Επανέλαβε στο Δικαστήριο, χωρίς αντιφάσεις, όσα είχε πει στην κατάθεση του στην αστυνομία. Πολλά από όσα ανέφερε επιβεβαιώνονται εξάλλου από την μαρτυρία που προσκόμισε η ίδια η Κατηγορούσα Αρχή. Έτσι, η πολύ χαμηλή ταχύτητα κατά την πισινή κίνηση, το ότι το θύμα στεκόταν στο πατίδι όταν το όχημα ξεκίνησε να κινείται προς τα πίσω και ότι το θύμα έπεσε ενώ το όχημα κινείτο, είναι γεγονότα που επιβεβαιώνονται και από τις αναφορές του ΜΚ
  1. Κατά την αντεξέταση του, ο Κατηγορούμενος επέμεινε στις αρχικές του θέσεις και δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις. Επανέλαβε ότι κατά την κίνηση του σκυβαλοφόρου προς τα πίσω η προσοχή του ήταν στραμμένη μέσω του δεξιού καθρέφτη στον τοίχο που ήταν στην δεξιά πλευρά. Κάποια ανακρίβεια σχέση με το ότι στην κατάθεση του είχε πει ότι είχε δει από τα καθρεφτάκια ότι το θύμα ήταν κάτω από το σκυβαλοφόρο, ενώ στο Δικαστήριο είπε ότι κατέβηκε από το αυτοκίνητο για να καταλάβει ότι επρόκειτο για το θύμα, δεν είναι τέτοια που μπορεί να κλονίσει την συνολική θετική εικόνα. Εξήγησε εξάλλου ότι από τα καθρεφτάκια κατάλαβε ότι επρόκειτο για πόδια και αφού πήγε πίσω διαπίστωσε ότι επρόκειτο για τα πόδια του θύματος. Έχω την άποψη ότι η αξιοπιστία του Κατηγορουμένου δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Έχοντας κατά νου την συνολική του παρουσία και τις αντιδράσεις του στο εδώλιο, τον κρίνω αξιόπιστο μάρτυρα. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας κατά νου την πιο πάνω αξιολόγηση μαρτύρων, την γραπτή και πραγματική μαρτυρία καθώς και τις αρχές που διέπουν θέματα αξιολόγησης πραγματικής μαρτυρίας και καταθέσεων κατηγορουμένου, πέρα από όσα κατέγραψα στην αρχή της παρούσας απόφασης, καταλήγω περαιτέρω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο 1ος Κατηγορούμενος δούλευε με το θύμα σχεδόν καθημερινά για περίπου 7 μήνες πριν το επίδικο δυστύχημα. Μαζί έκαναν πάντα το ίδιο δρομολόγιο για την συλλογή σκυβάλων στην περιοχή Γερίου. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο 1ος Κατηγορούμενος ακολουθούσε το εν λόγω δρομολόγιο και μαζί του εργάζονταν τόσο το θύμα όσο και ο ΜΚ10 ως οι εργάτες για την αποκομιδή των σκυβάλων. Ήταν συνήθης πρακτική οι εργάτες να στέκονται σε πατίδια που βρίσκονται στο πίσω μέρος του σκυβαλοφόρου, όπου υπάρχουν και χειρολαβές από τις οποίες κρατούσαν. Όταν χρειαζόταν να μαζέψουν σκουπίδια, κατέβαιναν από το πατίδι. Δεν υπήρχε κάποιο ηλεκτρονικό μέσο, ώστε οι εργάτες να επικοινωνούν με τον οδηγό του σκυβαλοφόρου. Για επικοινωνία των εργατών με τον οδηγό, οι πρώτοι χρησιμοποιούσαν σήματα με τα χέρια ή φώναζαν. Είναι δε σύνηθες για τα σκυβαλοφόρα να κάνουν πισινή, όποτε αυτό χρειάζεται για να φορτωθούν σκουπίδια. Περί τις 20:00 εκείνης της μέρας, ο 1ος Κατηγορούμενος, οδηγώντας το σκυβαλοφόρο, έφτασε στο Αλτ της οδού Αλέξανδρου Παναγούλη, όπου σταμάτησε ώστε οι εργάτες να μαζέψουν σκουπίδια. Αφού μάζεψαν κάποια σκουπίδια, το θύμα ανέβηκε στο αριστερό πατίδι του σκυβαλοφόρου, ενώ ο ΜΚ10 περπάτησε δεξιά για να μαζέψει άλλα σκουπίδια από την οδό Ιδαλίου. Τότε, ο 1ος Κατηγορούμενος εκκίνησε και εισήλθε με κλίση αριστερά στην οδό Ιδαλίου. Όπως έκανε κάθε φορά, ευθυγράμμισε το σκυβαλοφόρο στην οδό Ιδαλίου, σταμάτησε και έβαλε πισινή ταχύτητα με πρόθεση να κινηθεί προς τα πίσω για περίπου 20 μέτρα, ώστε να φορτωθούν τα σκουπίδια τα οποία είχε πάει να μαζέψει ο ΜΚ
  2. Πριν ξεκινήσει να κινείται προς τα πίσω, ο 1ος Κατηγορούμενος έλεγξε μέσα από την ειδική κάμερα, από την οποία μπορούσε να βλέπει τους εργάτες που στέκονταν στα πατίδια και διαπίστωσε ότι όντως το θύμα στεκόταν στο πατίδι. Ακολούθως, ο 1ος Κατηγορούμενος έστρεψε την προσοχή του στους εξωτερικούς καθρέφτες του οχήματος του προκειμένου να κινηθεί προς τα πίσω. Από τους εν λόγω καθρέφτες μπορούσε να ελέγξει σε απόσταση 20 μέτρων προς τα πίσω, αλλά δεν θα μπορούσε από αυτούς να δει το θύμα την ώρα που στεκόταν στο πατίδι. Στη δεξιά του πλευρά υπήρχε τοίχος και έτσι ο 1ος Κατηγορούμενος έστρεψε την προσοχή του σε αυτόν, ώστε να κινηθεί με ασφάλεια προς τα πίσω. Δεν υπήρχε η δυνατότητα να βλέπει ταυτόχρονα τόσο την κάμερα όσο και τους καθρέφτες. Ούτε υπήρχε η δυνατότητα να βλέπει ταυτόχρονα τον δεξιό και τον αριστερό καθρέφτη του οχήματος. Με αυτά ως δεδομένα, ο 1ος Κατηγορούμενος οδήγησε το σκυβαλοφόρο προς τα πίσω με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Κατά την εκκίνηση του σκυβαλοφόρου, το θύμα εξακολουθούσε να στέκεται στο αριστερό πατίδι. Μετά από λίγο όμως, για άγνωστο λόγο, το θύμα έπεσε από το πατίδι και κατέληξε στην άσφαλτο, πολύ κοντά στον αριστερό πισινό τροχό του σκυβαλοφόρου. Το θύμα δεν έκανε καμία προσπάθεια να σηκωθεί, ή να μετακινηθεί από το σημείο που έπεσε. Αμέσως, ο ΜΚ3 που περπατούσε σε απόσταση περίπου 40 μέτρων από το συμβάν, φώναξε 5‑6 φορές «σταμάτα», αλλά ο 1ος Κατηγορούμενος δεν άκουσε και συνέχισε να κινείται. Έτσι, ο αριστερός πισινός τροχός του σκυβαλοφόρου κτύπησε το θύμα στην περιοχή της κοιλιάς και τον έσπρωξε τρίβοντάς τον στην άσφαλτο για 1-2 μέτρα. Μόλις ο 1ος Κατηγορούμενος ένοιωσε αντίσταση στους τροχούς χρησιμοποίησε τα φρένα για να σταματήσει το όχημα. Τότε είδε από τον αριστερό καθρέφτη, ότι τα πόδια του θύματος εξείχαν πίσω από τους αριστερούς τροχούς του σκυβαλοφόρου. Αμέσως, κινήθηκε με μπροστινή ταχύτητα για περίπου δύο μέτρα και αφού σταμάτησε, κατέβηκε και έτρεξε κοντά στο θύμα, ο οποίος ανάπνεε, αλλά δεν είχε τις αισθήσεις του. Κλήθηκε αστυνομία και ασθενοφόρο. Δυστυχώς, το θύμα υπέκυψε στα τραύματα του. Ο θάνατος του οφείλεται σε πολυτραυματισμό συνεπεία καταπλάκωσης από σκυβαλοφόρο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ο 1ος Κατηγορούμενος κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου ν.86/72, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 A.A.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Όπως αναφέρεται στην Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Όπως προκύπτει από την σχετική νομολογία, ένας οδηγός έχει πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις, καθήκον τήρησης δέουσας παρατηρητικότητας (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Παράλειψη να δει κανείς ότι είναι ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαΐδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Επίσης, όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, η παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 378). Η μη αποφυγή σύγκρουσης δεν συνεπάγεται από μόνη της αμέλεια (βλ. Παππάς ν. Ναθαναήλ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 275). Έχοντας κατά νου τα ευρήματα του Δικαστηρίου καθώς και τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνω ότι εν προκειμένω, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που πίπτει στους ώμους της. Ειδικότερα, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχτεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο Κατηγορούμενος απέτυχε να εκπληρώσει τα καθήκοντα που του αναλογούσαν κατά το δεδομένο τόπο, χρόνο και περιστάσεις. Ξεκινώ με την επισήμανση ότι το να στέκονται οι εργάτες σε πατίδια στο πίσω μέρος του σκυβαλοφόρου ήταν μια συνήθης πρακτική. Ο ΜΚ10 είπε ότι αν κάποιος είναι προσεκτικός και κρατά από την χειρολαβή που υπάρχει στο ίδιο σημείο, τότε αισθάνεται ασφαλής. Αν και το να στέκονται άτομα εκτός των καθισμάτων ενός οχήματος, είναι, κατά την άποψη μου, μια επικίνδυνη πρακτική, εντούτοις δεν είναι από μόνη της ικανή να στοιχειοθετήσει το αδίκημα αμελούς οδήγησης εναντίον του εκάστοτε οδηγού. Η κάθε περίπτωση κρίνεται στη βάση των ιδιαίτερων της περιστατικών. Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Εκείνη την μέρα λοιπόν, ο 1ος Κατηγορούμενος ακολούθησε τους χειρισμούς που πάντοτε ακολουθούσε. Αφού σταμάτησε το σκυβαλοφόρο, έλεγξε ότι το θύμα στεκόταν στο πατίδι και μόνο αφότου βεβαιώθηκε ως προς τούτο, ξεκίνησε να κινείται προς τα πίσω. Και δεν το έπραξε βεβιασμένα ή αδιαφορώντας για την ασφάλεια του θύματος. Το έπραξε με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Ήταν εξάλλου συνήθης πρακτική για τα σκυβαλοφόρα να κινούνται με πισινή ταχύτητα, όποτε αυτό χρειαζόταν για να φορτωθούν σκουπίδια. Προκειμένου να κινηθεί με όπισθεν, ο Κατηγορούμενος έστρεψε πλέον την προσοχή του, όχι στην κάμερα από την οποία θα μπορούσε να δει αν το θύμα εξακολουθούσε να στέκεται στο πατίδι, αλλά στους εξωτερικούς καθρέφτες του οχήματος. Οι εν λόγω καθρέφτες ήταν το μόνο μέσο που μπορούσε αλλά και όφειλε να χρησιμοποιήσει ο 1ος Κατηγορούμενος για να διασφαλίσει ότι το σκυβαλοφόρο κινείτο προς τα πίσω με ασφάλεια για τυχόν πεζούς ή και άλλα εμπόδια. Μετά την εκκίνηση του σκυβαλοφόρου και προφανώς σε χρόνο που ο Κατηγορούμενος είχε στραμμένη την προσοχή στους εξωτερικούς καθρέφτες. το θύμα έπεσε από το πατίδι. Παρέμεινε δε άγνωστος ο ακριβής χρόνος και απόσταση που μεσολάβησε από την πτώση του θύματος στην άσφαλτο μέχρι το θανατηφόρο κτύπημα. Ο ΜΚ3 είπε ότι το θύμα έπεσε περίπου ένα μέτρο πίσω από τους αριστερούς πισινούς τροχούς. Αν γίνει δεκτό ότι αυτή ήταν περίπου η απόσταση που διένυσε το σκυβαλοφόρο από την πτώση του θύματος στην άσφαλτο μέχρι το θανατηφόρο κτύπημα, το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο σε αυτό το χρονικό διάστημα και/ή απόσταση, μπορούσε ή όφειλε ο 1ος Κατηγορούμενος, πρώτον να αντιληφθεί την πτώση του θύματος και δεύτερο, να λάβει μέτρα προκειμένου να αποφύγει την σύγκρουση. Μόνο αν η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα είναι θετική θα μπορούσε, θεωρώ, να υπάρξει και εύρημα ενοχής. Λαμβάνοντας υπόψη τα ενώπιον μου δεδομένα, καταλήγω στην άποψη ότι δεν υπάρχει ενώπιον μου μαρτυρία που να απαντά καταφατικά στα πιο πάνω ερωτήματα. Αντίθετα, θεωρώ ότι η μαρτυρία συνηγορεί στο ότι ο 1ος Κατηγορούμενος δεν μπορούσε, μέσω των καθρεφτών που χρησιμοποιούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο, να αντιληφθεί ότι το θύμα έπεσε. Περαιτέρω, με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία, δεν υπήρχε η δυνατότητα για τον 1ο Κατηγορούμενο να βλέπει ταυτόχρονα τόσο την κάμερα, όσο και τους καθρέφτες. Και όπως ήδη επισημάνθηκε, για να κινείται προς τα πίσω, ο 1ος Κατηγορούμενος έπρεπε να ελέγχει τους εξωτερικούς καθρέφτες και όχι την κάμερα. Με άλλα λόγια, η κάμερα δεν προορίζεται για την κίνηση του οχήματος προς τα πίσω. Υπό τα δεδομένα αυτά, κρίνω ότι θα ήταν ιδιαίτερα επαχθές να αναμένεται από τον 1ο Κατηγορούμενο να αντιληφθεί έγκαιρα την πτώση του θύματος, πόσο δε μάλλον να λάβει μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υποστήριξε ότι τα πόδια του θύματος φαίνονταν από τον αριστερό εξωτερικό καθρέφτη να εξέχουν από τους αριστερούς πισινούς τροχούς και συνεπώς, ο 1ος Κατηγορούμενος είχε δυνατότητα να δει ότι το θύμα έπεσε από το πατίδι στην άσφαλτο. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Κατ' αρχάς, είναι άγνωστος ο τρόπος με τον οποίο το σώμα του θύματος έπεσε στην άσφαλτο. Το γεγονός ότι τα πόδια του θύματος εξείχαν από τους αριστερούς πισινούς τροχούς, ανάγεται σε χρονικό σημείο, μετά που το σκυβαλοφόρο κτύπησε στο σώμα του θύματος και ίσως να το μετακίνησε. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι το σώμα ήταν εμφανές μέσω του αριστερού καθρέφτη, πριν το κτύπημα του σκυβαλοφόρου σε αυτό. Περαιτέρω, κατά το χρονικό σημείο της πτώσης, ο 1ος Κατηγορούμενος εύλογα είχε στραμμένη την προσοχή του στον δεξί καθρέφτη του οχήματος του, ώστε να μην συγκρουστεί με παρακείμενο τοίχο. Δεν είχε την δυνατότητα να βλέπει ταυτόχρονα τόσο στον αριστερό, όσο και στον δεξιό καθρέφτη. Είναι επίσης άγνωστος ο χρόνος που είχε στην διάθεση του ο Κατηγορούμενος για να στρέψει την προσοχή του στον αριστερό καθρέφτη. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος ήταν η ανεξήγητη πτώση του θύματος από το πισινό αριστερό πατίδι στην άσφαλτο. Δεν παραγνωρίζω ότι το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι το θύμα στεκόταν στο πατίδι, έπρεπε να τον οδηγήσει σε αυξημένο επίπεδο φροντίδας και επιμέλειας. Δεν έχει όμως δοθεί μαρτυρία ότι παρέλειψε να εκπληρώσει αυτό το καθήκον. Τουναντίον, η μαρτυρία που έχει δοθεί συνηγορεί στο ότι οδηγούσε με πολύ χαμηλή ταχύτητα, πριν ξεκινήσει είχε ελέγξει ότι το θύμα στεκόταν στο πατίδι και αφού έλεγξε κινήθηκε προς τα πίσω στρέφοντας πλέον την προσοχή του στους καθρέφτες, ως όφειλε για να κινηθεί με ασφάλεια. Όπως λέχθηκε και πιο πάνω, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια. Εν προκειμένω, τίποτε δεν προοιώνιζε ότι το θύμα θα έπεφτε από το πατίδι, ώστε ο 1ος Κατηγορούμενος να έχει συνεχώς στραμμένη την προσοχή του σε αυτόν. Εξάλλου, αν είχε συνεχώς στραμμένη την προσοχή του στο θύμα και όχι στον δρόμο όπου το σκυβαλοφόρο θα κινείτο, θα δημιουργούνταν άλλοι κίνδυνοι. Όπως έχει λεχθεί στην Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Κατόπιν των πιο πάνω, ο 1ος Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η κατηγορία. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.