← Κύπρος

Λεμής ν. Ten Group Services Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2365/19, 27/10/2020

Λεμής ν. Ten Group Services Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2365/19, 27/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B179 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2365/19 Μεταξύ: XXXXX Λεμής Παραπονούμενος -v-

  1. Ten Group Services Ltd
  2. XXXXX Γ. Παρασκευαΐδου
  3. XXXXX Παρασκευαΐδης
  4. XXXXX Παρασκευαΐδου Μαυρονικόλα
  5. XXXXX Κυριακίδης Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 27.10.2020 Για τον Παραπονούμενο: κ. Α. Ηροδότου για κ. Χρ. Μ. Τριανταφυλλίδη Για τους Κατηγορούμενους 1 και 3: κ. Χ. Χριστοδούλου για κ.κ. Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Κατηγορούμενη 2: Καμία Εμφάνιση Για την Κατηγορούμενη 4: κ. Μ. Ξ. Ιωάννου μαζί με κ. Χρ. Χριστοδούλου για κ.κ. Μ. Ξ. Ιωάννου & Συνεργάτες Για τον Κατηγορούμενο 5: κ. Χρ. Χριστοφή για κ.κ. Χριστοφή και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση ο παραπονούμενος κατηγορεί τους κατηγορούμενους για παραβίαση των προνοιών του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου 35(Ι)/
  6. Σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας η κατηγορούμενη 2 αμφισβήτησε το νομότυπο της προς αυτή επίδοσης του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης και το Δικαστήριο κατόπιν ακρόασης εξέδωσε στις 5.10.2020 σχετική ενδιάμεση απόφαση με την οποία κρίθηκε ότι η εν λόγω επίδοση δεν ήταν νομότυπη. Στη συνέχεια και προτού οποιοσδήποτε από τους κατηγορούμενους απαντήσει στις εναντίον του κατηγορίες, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των κατηγορουμένων 1, 3, 4 και 5 υπέβαλαν αίτημα να διαταχθεί ο παραπονούμενος από το Δικαστήριο να τους παραδώσει το μαρτυρικό υλικό που θα παρουσιάσει στην παρούσα υπόθεση. Παρενθετικά αναφέρω ότι εναντίον των ως άνω κατηγορουμένων εκκρεμούν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και οι υποθέσεις 2366/19, 2367/19, 2368/19, 2369/19, 2370/19, 2371/19, 2372/19, 2373/19, 2375/19, 4444/19, 4445/19, 4446/19, 4447/19, 4448/19, 4449/19, 4450/19, 4451/19, 4452/19, 4453/19, 4511/19, 4512/19, 4513/19, 4514/19, 4515/19, 4517/19, 4524/19, οι οποίες καταχωρήθηκαν από άλλους παραπονούμενους. Για την ακρόαση του ως άνω θέματος οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των κατηγορουμένων 1, 3, 4 και 5 ετοίμασαν γραπτό κείμενο με τις θέσεις και εισηγήσεις τους το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Ο κ. Χριστοδούλου εκ μέρους των κατηγορουμένων 1 και 3 με την εμπεριστατωμένη αγόρευσή του αναφέρθηκε σε διάφορα θέματα τα οποία περιληπτικά είναι τα ακόλουθα: αποτελεί υποχρέωση του παραπονούμενου και συνάμα δικαίωμα του κατηγορούμενου να έχει πρόσβαση στα έγγραφα και γενικότερα στο μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης προκειμένου να διαμορφώσει την υπεράσπισή του, οι υποχρεώσεις ενός ιδιώτη κατήγορου δεν διαφέρουν από τις υποχρεώσεις του δημόσιου κατήγορου και οι πρόνοιες του άρθρου 7 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 θα πρέπει να εφαρμόζονται κατ' αναλογία και σε περίπτωση ιδιωτικής ποινικής δίωξης διότι μόνο έτσι διασφαλίζεται το δικαίωμα της δίκαιης δίκης για τον κατηγορούμενο και δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας. Επίσης έκανε αναφορά σε αγγλική νομολογία στην οποία εισηγήθηκε ότι αποφασίστηκε πως ένας ιδιώτης κατήγορος έχει τις ίδιες ακριβώς υποχρεώσεις να προσκομίσει το μαρτυρικό υλικό όπως και ο δημόσιος κατήγορος. Εισηγήθηκε τέλος ότι το ζήτημα χορήγησης του μαρτυρικού υλικού σε ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις δεν έχει εξεταστεί μέχρι σήμερα από το Ανώτατο Δικαστήριο παρά μόνο κατά την πρωτοβάθμια δικαιοδοσία του για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων στην Πολιτική ECLI:CY:AD:2019:D416, Αίτηση Αρ. 171/2019 ημερομηνίας 9.10.
  7. Η εν λόγω απόφαση, εισηγήθηκε ο κ. Χριστοδούλου, δεν είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο και δεν αποτελεί δεσμευτικό δικαστικό προηγούμενο καθώς είναι πρωτόδικη. Ο κ. Ιωάννου εκ μέρους της κατηγορούμενης 4 στην επίσης εμπεριστατωμένη αγόρευσή του αναφέρθηκε στο άρθρο 12 του Συντάγματος και συγκεκριμένα στο δικαίωμα ενός κατηγορούμενου να πληροφορηθεί σε καταληπτή υπ' αυτού γλώσσα αμέσως και λεπτομερώς τη φύση και τους λόγους της εις αυτόν αποδιδόμενης κατηγορίας και στο δικαίωμα το οποίο διασφαλίζεται από το άρθρο 30.3(α) του Συντάγματος για να πληροφορηθεί τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Έκανε επίσης αναφορά στο άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. το οποίο διασφαλίζει το δικαίωμα της δίκαιης δίκης και στο άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου περί Αστικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων το οποίο κυρώθηκε με τον Νόμο 14/1969 και συγκεκριμένα στο άρθρο 14 αυτού. Ο κ. Ιωάννου αναφέρθηκε τέλος στην οδηγία 2012/13/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ημερομηνίας 22.5.2012 σχετικά με το δικαίωμα του κατηγορούμενου να ενημερωθεί σχετικά με την ποινική κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει και στο άρθρο 7 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  8. Τέλος ο δικηγόρος του κατηγορούμενου 5 με την εμπεριστατωμένη αγόρευσή του αναφέρθηκε στην υποχρέωση του Δικαστηρίου να διασφαλίζει την ισότητα των όπλων μεταξύ των διαδίκων σε ποινικές υποθέσεις και στο άρθρο 7

(2)και
(3)του Κεφ. 155 και στην Οδηγία 212/13/EE. Ο κ. Χριστοφή έκανε επίσης αναφορά στην υπόθεση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου C ‑ 612/2015 Nikolay Kolev ημερομηνίας 5.6.2018, στην οποία ερμηνεύτηκε η ως άνω οδηγία και στους σκοπούς της που είναι να θεσπίσει κοινούς ελάχιστους κανόνες για την ενημέρωση των υπόπτων και των κατηγορουμένων. Εισηγήθηκε ότι οι πιο πάνω υποχρεώσεις ισχύουν σε όλες τις ποινικές διώξεις και δεν δύναται να υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ κατηγορουμένων σε ιδιωτική ποινική υπόθεση οι οποίοι θα αντιμετωπίζονται διαφορετικά και δυσμενέστερα από ένα κατηγορούμενο σε κανονική ποινική υπόθεση. Εισηγήθηκε επίσης ότι όσα αποφασίστηκαν στην Πολιτική ECLI:CY:AD:2019:D416, Αίτηση Αρ. 171/2019 ημερομηνίας 9.10.2019 δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση επειδή το Ανώτατο Δικαστήριο στην ως άνω υπόθεση δεν ασχολήθηκε με το θέμα της προφανούς δυσμενούς διάκρισης στη μεταχείριση κατηγορουμένου σε ιδιωτική ποινική υπόθεση, δεν τέθηκε και δεν σχολιάστηκε η επί του θέματος αγγλική νομολογία ούτε και η νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι τυχόν διαφοροποίηση δίδει αθέμιτο προβάδισμα στον ιδιώτη κατήγορο, καταργεί τις διασφαλίσεις που παρέχονται σε ένα κατηγορούμενο από το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. και ότι το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο με την υποχρέωση να διασφαλίσει τη δίκαιη δίκη. Εισηγήθηκε τέλος ότι πρέπει η Κατηγορούσα Αρχή στην παρούσα υπόθεση να προμηθεύσει την υπεράσπιση με όλο το διαθέσιμο υλικό και μαρτυρία που προτίθεται να χρησιμοποιήσει κατά τη δίκη. Στη συνέχεια τον λόγο έλαβε ο κ. Ηροδότου, ο οποίος εισηγήθηκε ότι το άρθρο 7 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου δεν εφαρμόζεται σε ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις όπως η παρούσα και συνεπώς δεν υπάρχει υποχρέωση του ιδιώτη κατήγορου να παραδώσει το μαρτυρικό υλικό. Εισηγήθηκε ότι σχετική με το θέμα είναι η απόφαση η οποία εκδόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολιτική ECLI:CY:AD:2019:D416, Αίτηση Αρ. 171/2019, ημερομηνίας 9.10.2019 από την έντιμη δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου κα Πούγιουρου. Αναφορικά με την εισήγηση των κατηγορουμένων ότι θα επηρεαστεί το δικαίωμά τους σε δίκαιη δίκη σε περίπτωση που δεν εγκριθεί το αίτημά τους να τους παρασχεθεί το μαρτυρικό υλικό, εισηγήθηκε ότι το θέμα του κατά πόσο η δίκη που διεξήχθη ήταν δίκαιη, εξετάζεται στο τέλος της υπόθεσης και όχι στο πρώιμο αυτό στάδιο που οι κατηγορούμενοι ακόμη δεν απάντησαν στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Έχω μελετήσει με πολύ προσοχή και έχω λάβει υπόψη μου όσα οι διάδικες πλευρές έχουν εισηγηθεί. Να σημειωθεί ότι οι κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση πέραν των υποθέσεων που αντιμετωπίζουν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αντιμετωπίζουν και άλλες υποθέσεις με παρόμοια αδικήματα όπως τα επίδικα στην παρούσα υπόθεση με διαφορετικούς όμως παραπονούμενους ενώπιον άλλου αδελφού δικαστή. Το ίδιο θέμα με το επίδικο στην παρούσα υπόθεση τέθηκε και ενώπιον του αδελφού δικαστή κ. Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ., στην υπόθεση με αριθμό 4469/2019 και η σχετική απόφασή του, την οποία είχα την ευκαιρία να μελετήσω, δόθηκε στις 5.6.
  1. Με την εν λόγω απόφαση το αίτημα των κατηγορουμένων να διαταχθεί ο παραπονούμενος σε εκείνη την υπόθεση να τους παραδώσει το μαρτυρικό υλικό απορρίφθηκε. Συμφωνώ με την εν λόγω απόφαση την οποία υιοθετώ για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Ως γνωστό μια ιδιωτική ποινική υπόθεση καταχωρείται χωρίς την εμπλοκή των διωκτικών αρχών της Δημοκρατίας αφού το έργο του κατήγορου επιλέγει να φέρει εις πέρας είτε ο παραπονούμενος μόνος του είτε με τη συνδρομή δικηγόρου. Το θέμα του κατά πόσο το άρθρο 7 του Κεφ.155 τυγχάνει εφαρμογής και σε ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις απασχόλησε πρόσφατα το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολιτική Αίτηση Αρ. 171/2019, Ostia Developers Ltd κ.ά., ημερομηνίας 9.10.
  2. Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτυλίχθηκαν στο πρωτόδικο Δικαστήριο, ήταν ότι οι κατηγορούμενοι υπέβαλαν προφορικό αίτημα όπως το Δικαστήριο εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η κατηγορούσα αρχή να τους παραδώσει το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης. Το αίτημα αυτό προσέκρουσε στην ένσταση της κατηγορούσας αρχής και το πρωτόδικο Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφασή του το απέρριψε. Ακολούθως οι κατηγορούμενοι, αιτητές στην πιο πάνω Πολιτική Αίτηση, επεδίωξαν άδεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου για την έκδοση προνομιακού εντάλματος τύπου Certiorari με σκοπό την ακύρωση της ενδιάμεσης απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Περαιτέρω ζητήθηκε μεταξύ άλλων και η έκδοση προνομιακών ενταλμάτων της φύσης Mandamus το οποίο να διατάσσει το Ε.Δ. Λευκωσίας να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να υποχρεώνεται η Κατηγορούσα Αρχή να χορηγήσει το σύνολο του μαρτυρικού υλικού στους κατηγορούμενους. To Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για την έκδοση προνομιακών ενταλμάτων καταλήγοντας ουσιαστικά στο συμπέρασμα ότι επειδή δεν υπάρχει ανάκριση, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κεφ.155, ο ιδιώτης κατήγορος δεν έχει τη νομική υποχρέωση και το νομικό καθήκον να παραδώσει στην υπεράσπιση αντίγραφα του μαρτυρικού υλικού που θα παρουσιάσει κατά τη δίκη και ότι περαιτέρω το άρθρο 7 του Κεφ. 155 δεν τυγχάνει εφαρμογής σε ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις. Το άρθρο 7 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου έχει ως ακολούθως: «7
(1).........
(2)Όταν κλήση ή ένταλμα που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 44 του παρόντος Νόμου επιδοθεί στον κατηγορούμενο, αυτός δικαιούται με γραπτό αίτημα του προς την Κατηγορούσα αρχή να έχει δωρεάν πρόσβαση στις καταθέσεις και τα έγγραφα που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης αναφορικά με το υπό εκδίκαση ποινικό αδίκημα, προκειμένου να διασφαλιστεί ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας και η προετοιμασία της υπεράσπισης του κατηγορουμένου: Νοείται ότι, εφόσον, περιέλθει στην κατοχή της κατηγορούσας αρχής νέο υλικό, το οποίο αυτή προτίθεται να χρησιμοποιήσει στη διαδικασία παραχωρείται στον κατηγορούμενο περαιτέρω πρόσβαση στο υλικό αυτό.»
(3).....................................................................................
(4)Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του εδαφίου
(2), εφόσον δεν θίγεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, δεν επιτρέπεται η πρόσβαση σε τμήμα των καταθέσεων και των εγγράφων που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, αν αυτή ενδέχεται να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο τη ζωή ή τα θεμελιώδη δικαιώματα άλλου προσώπου, ή στην περίπτωση που τέτοια άρνηση θεωρείται απολύτως απαραίτητη για την προστασία σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, ή που η πρόσβαση ενδέχεται να διακυβεύσει τη διεξαγωγή έρευνας ή να βλάψει σοβαρά την εθνική ασφάλεια της Δημοκρατίας.
(5)Σε περίπτωση κατά την οποία δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(4)η κατηγορούσα αρχή δεν παρέχει στον κατηγορούμενο πρόσβαση σε τμήμα των καταθέσεων και των έγγραφων που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, αυτός δύναται κατά την πρώτη δικάσιμο της υπόθεσής του να ζητήσει από το εκδικάζον δικαστήριο να εξετάσει τους λόγους της άρνησης αυτής και να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα ήθελε υπό τις περιστάσεις κρίνει πρέπον. Ο τροποποιητικός Νόμος 186(Ι)/2014 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 θεσπίστηκε για σκοπούς εναρμόνισης με την Οδηγία 2012/13/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22.5.2012, σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης ενός κατηγορουμένου στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών. Το άρθρο 7
(3)(γ) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προνοεί ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να διαθέτει τον χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες για προετοιμασία της υπεράσπισης του. Το Άρθρο 2 της Οδηγίας 2012/13/ΕΕ καθορίζει το Πεδίο Εφαρμογής της Οδηγίας και είναι το εξής: «1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται από τη στιγμή που ένα πρόσωπο ενημερώνεται από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους, ότι θεωρείται ύποπτο ή κατηγορείται για την τέλεση αξιόποινης πράξης μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας, ήτοι τον τελικό προσδιορισμό του εάν ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την αξιόποινη πράξη, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της επιμέτρησης της ποινής και της εκδίκασης τυχόν προσφυγής.» Στην Πολιτική Αίτηση Αρ. 171/2019 (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου καθιστά σαφές ότι η Οδηγία εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου ένα πρόσωπο κατηγορείται για την τέλεση αξιόποινης πράξης από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους. Το ίδιο βεβαιώνει και αριθμός Αιτιολογημένων Σκέψεων του Προοιμίου της Οδηγίας που καθορίζουν ότι την υποχρέωση για ενημέρωση του κατηγορούμενου και την πρόσβαση του στο μαρτυρικό υλικό που λήφθηκε κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, αναφορικά με αδικήματα που αφορούν σε κατηγορητήριο υπέχουν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους. Παραθέτω ορισμένες από τις Σκέψεις του Προοιμίου που είναι ενδεικτικές της υποχρέωσης αυτής των αρμοδίων αρχών του κράτους μέλους. Η Σκέψη 19 προνοεί ότι «οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ενημερώνουν άμεσα τον ύποπτο ή κατηγορούμενο σχετικά με τα δικαιώματα τα οποία είναι ουσιώδη για τη διασφάλιση του δίκαιου χαρακτήρα της διαδικασίας όπως αυτά ισχύουν σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ........». Η Σκέψη 26 αναφέρει ότι «Κατά την ενημέρωση του υπόπτου ή κατηγορουμένου σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερη προσοχή τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ύποπτος ή κατηγορούμενος αδυνατεί να κατανοήσει το περιεχόμενο ή το νόημα της ενημέρωσης......». Η Σκέψη 27 προβλέπει για το δικαίωμα του κατηγορούμενου «να λαμβάνει όλες τις πληροφορίες σχετικά με την ποινική κατηγορία προκειμένου να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπιση του και να διασφαλίζεται ο δίκαιος χαρακτήρας των διαδικασιών». Η Σκέψη 28 προνοεί ότι «η ενημέρωση του υπόπτου ή κατηγορούμενου για την αξιόποινη πράξη για την οποία φέρεται ως ύποπτος ή κατηγορείται ότι έχει διαπράξει, θα πρέπει να παρέχεται άμεσα και το αργότερο πριν από την πρώτη επίσημη ανάκριση του από την αστυνομία ή άλλη αρμόδια αρχή, και χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η διενέργεια των ερευνών». Η Σκέψη 31 αναφέρεται σε πρόσβαση στο αποδεικτικό υλικό που βρίσκεται στην κατοχή των αρμόδιων αρχών σε συγκεκριμένη ποινική υπόθεση. Η Σκέψη 32 προνοεί και για την άρνηση πρόσβασης στο αποδεικτικό υλικό που έχουν στην κατοχή τους οι αρμόδιες αρχές αν μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή ή τα θεμελιώδη δικαιώματα άλλου προσώπου. Εκτός από τις πιο πάνω Αιτιολογικές Σκέψεις στο Προοίμιο της Οδηγίας, εντοπίζεται και το Άρθρο 7.2 και 7.3 της Οδηγίας 2012/13/ΕΕ, κάτω από τον τίτλο «Δικαίωμα πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας» το οποίο παραπέμπει σε χορήγηση πρόσβασης αποδεικτικού υλικού από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους. Παραθέτω αυτούσιο το Άρθρο 7
(2)και
(3): «
  1. 1...................................................................... «
  2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές χορηγούν πρόσβαση τουλάχιστον στο σύνολο του αποδεικτικού υλικού που κατέχουν υπέρ ή κατά του υπόπτου ή του κατηγορουμένου στο εν λόγω άτομο ή στον συνήγορό του για τη διασφάλιση του δίκαιου χαρακτήρα της διαδικασίας και την προετοιμασία της υπεράσπισής του.
  3. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, η πρόσβαση στο υλικό σύμφωνα με την παράγραφο 2 παραχωρείται εγκαίρως ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης και το αργότερο έως την υποβολή των στοιχείων της κατηγορίας στην κρίση του δικαστηρίου. Εφόσον νέο αποδεικτικό υλικό περιέλθει στην κατοχή των αρμόδιων αρχών, παραχωρείται πρόσβαση σε αυτό το υλικό εγκαίρως ώστε να εξετασθεί δεόντως». Ο δικηγόρος των Αιτητών έδωσε έμφαση στην αγόρευση του στην πρόσφατη υπόθεση Kolev κ.λ.π. C-612/15 ημερ. 5/6/2018 του ΔΕΕ που αφορούσε, μεταξύ άλλων, σε ερμηνεία της Οδηγίας 2012/13/ΕΕ σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο, στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας και διαδικασίας εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, καθώς και με το δικαίωμα ενημέρωσης τρίτου προσώπου και επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα του κατηγορούμενου κατά τη διάρκεια στέρησης της ελευθερίας του. Συγκεκριμένα το ΔΕΕ κλήθηκε να απαντήσει επί του εξής ερωτήματος: «
  4. Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής έχει την έννοια ότι το προβλεπόμενο σε αυτό δικαίωμα πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας διασφαλίζεται εφόσον οι αρμόδιες αρχές έχουν παράσχει στην υπεράσπιση τη δυνατότητα να λάβει γνώση του υλικού της δικογραφίας κατά το προκαταρκτικό στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και αν η υπεράσπιση δεν μπόρεσε να αξιοποιήσει τη δυνατότητα αυτή. Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης, διερωτάται αν το δικαίωμα αυτό γίνεται σεβαστό σε περίπτωση που παρέχεται στην υπεράσπιση εκ νέου δυνατότητα να λάβει γνώση του υλικού της δικογραφίας αφού υποβληθεί ενώπιον του δικαστή το κατηγορητήριο που σηματοδοτεί την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας, πριν όμως ο δικαστής αυτός αρχίσει να εξετάζει επί της ουσίας την κατηγορία και πριν πραγματοποιηθεί η συζήτηση ενώπιόν του.» Στην απόφαση του το ΔΕΕ τονίζει ότι ο σκοπός της Οδηγίας 2012/13/ΕΕ είναι να ενισχύσει την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών για τα αντίστοιχα συστήματα απονομής ποινικής δικαιοσύνης, μέσω της θέσπισης ελάχιστων κοινών κανόνων στον τομέα της ενημέρωσης στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση: «
  5. Έτσι, όπως αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις 27 και 28 καθώς και στα άρθρα 6 και 7 της εν λόγω οδηγίας, σκοπός των άρθρων αυτών είναι ακριβώς να διασφαλίσουν την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης καθώς και τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας (βλ. υπ΄ αυτή την έννοια, όσον αφορά το εν λόγω άρθρο 6, απόφαση της 22ας Μαρτίου 2017, Tranca κ.λ.π., C-124/16, C-188/16 και C-213/16, EU:C:2017:228, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Ο σκοπός αυτός επιτάσσει να λαμβάνει ο κατηγορούμενος λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με την κατηγορία και να του δίνεται η δυνατότητα να λαμβάνει γνώση του υλικού της δικογραφίας εγκαίρως, σε χρόνο που του επιτρέπει να προετοιμάσει αποτελεσματικά την υπεράσπισή του, όπως προβλέπεται άλλωστε στο άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2012/13 σχετικά με την πρόσβαση στη δικογραφία, διευκρινιζομένου ότι η διαβίβαση ελλιπών πληροφοριών και η μερική πρόσβαση στη δικογραφία θεωρούνται ανεπαρκείς στο πλαίσιο αυτό.» Είναι φανερό ότι στην πιο πάνω υπόθεση το ερώτημα που κλήθηκε να απαντήσει το ΔΕΕ, δεν αφορούσε στο πρόσωπο ή την αρχή που είχε την υποχρέωση ενημέρωσης του κατηγορουμένου στη βάση της Οδηγίας, αν ήταν δηλ. οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους ή ιδιώτης, ως η παρούσα περίπτωση. Μάλιστα στην υπόθεση αυτή Κατηγορούσα Αρχή ήταν η Εισαγγελία της Βουλγαρίας, ως η αρμόδια αρχή σύμφωνα με τις πρόνοιες της Οδηγίας. Εξέτασα με μεγάλη προσοχή όλες τις εισηγήσεις από πλευράς Αιτητών. Δεν τέθηκε κανένα ικανοποιητικό στοιχείο από πλευράς τους ότι το άρθρο 7 του ΚΕΦ. 155, που θεσπίστηκε ακριβώς για σκοπούς εναρμόνισης με την πιο πάνω Οδηγία και βρίσκεται κάτω από την ενότητα με τον τίτλο «ΑΝΑΚΡΙΣΗ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΩΞΗ» και αναφέρεται σε μαρτυρικό υλικό που λήφθηκε κατά τη διερεύνηση του αδικήματος, εφαρμόζεται και στην περίπτωση που κατήγορος είναι ιδιώτης. Κρίνω ότι η ερμηνεία του άρθρου 7 συνάδει με την Οδηγία (βλ. Sigma Radio T.V. Public Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, Α/Ε 56/2010, ημερ. 3/4/2015). Είναι κατάληξή μου ότι δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπόθεσης, στη βάση των γεγονότων και των λόγων για τους οποίους οι αιτητές ζητούν τις πιο πάνω θεραπείες με την υπό κρίση αίτηση. Τα δεδομένα που έλαβα υπόψη μου ότι δεν στοιχειοθετούν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση είναι ότι το άρθρο 7 του ΚΕΦ. 155 εφαρμόζεται στην περίπτωση που έγινε διερεύνηση της υπόθεσης σε σχέση με ποινικά αδικήματα από την Αστυνομία, ως η αρμόδια αρχή του κράτους. Ούτε επίσης τίθεται θέμα παραβίασης της Οδηγίας που, όπως ανέφερα ανωτέρω, οι πρόνοιες της παραπέμπουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους οι οποίες έχουν την υποχρέωση σεβασμού του δικαιώματος κατηγορούμενου πρόσβασης σε έγγραφα της υπόθεσης του. Συμφωνώ με την εισήγηση του δικηγόρου των Αιτητών ότι και η ιδιωτική ποινική υπόθεση είναι ποινική και η μόνη της διαφορά με τη δημόσια είναι ως προς το πρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, και ότι στην ιδιωτική ποινική υπόθεση σε περίπτωση καταδίκης υπάρχει το ενδεχόμενο επιβολής είτε ποινής φυλάκισης είτε και προστίμου, όπως κάθε ποινική υπόθεση. Όμως δεν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη στην περίπτωση Ιδιωτικής Ποινικής Υπόθεσης ως προς το δικαίωμα πρόσβασης του κατηγορουμένου στο μαρτυρικό υλικό που κατέχει ο ιδιώτης κατήγορος. Ενόψει όλων των πιο πάνω δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε έκδηλη παραβίαση του άρθρου 7 του ΚΕΦ. 155 ή της Οδηγίας 2012/13/ΕΕ ή ΄Άρθρων του Συντάγματος ή τέλος ότι η έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου τελούσε υπό καθεστώς πλάνης, ως η εισήγηση των Αιτητών.» Ο κ. Χριστοδούλου εκ μέρους των κατηγορουμένων 1 και 3 και ο κ. Χριστοφή εκ μέρους του κατηγορούμενου 5, έχοντας υπόψη τους την πιο πάνω απόφαση στην Πολιτική Αίτηση Αρ. 171/2019, εισηγήθηκαν πως λόγω του γεγονότος ότι αποτελεί απόφαση η οποία εκδόθηκε κατά την πρωτοβάθμια δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στα πλαίσια έκδοσης προνομιακού εντάλματος δεν είναι δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο το οποίο δεν είναι δεσμευμένο να ακολουθήσει τον δικαστικό της λόγο. Αναφορικά με το ζήτημα του δεσμευτικού δικαστικού προηγούμενου σχετικά είναι τα ακόλουθα που αναφέρθηκαν στην υπόθεση Ρωσική Ομοσπονδία (Αρ.1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 20: «Η αυστηρή προσήλωση στη νομολογία, stare decisis, συνιστά καθιερωμένη αρχή δικαίου θεμελιωμένη στο δόγμα της δεσμευτικότητας της νομολογίας (δεσμευτικό δικαστικό προηγούμενο) ως μέσου διασφάλισης της βεβαιότητας του δικαίου. Στην Κύπρο, το δικαστικό προηγούμενο λειτουργεί στη βάση αρχών που διέπλασε η νομολογία, σύνοψη των οποίων γίνεται στη συνέχεια, (α) οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως Εφετείου, είναι δεσμευτικές για τα Επαρχιακά Δικαστήρια, τα Κακουργιοδικεία και όλα τα άλλα πρωτοβάθμια δικαστήρια των ειδικών δικαιοδοσιών. Οι αποφάσεις του Εφετείου είναι επίσης δεσμευτικές για το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας του. (β) Οι αποφάσεις πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχουν μόνο πειστική αξία για τα Επαρχιακά Δικαστήρια. Πειστική μόνο είναι και η αξία των αποφάσεων των Επαρχιακών Δικαστηρίων σε σχέση προς άλλα Δικαστήρια. Μετά την ανεξαρτησία της Κύπρου, η αξία των αγγλικών αποφάσεων είναι μόνο πειστική και όχι δεσμευτική, γεγονός το οποίο ενίοτε παραγνωρίζεται ή δεν εκτιμάται σωστά ώστε να αποδίδεται και η δέουσα σημασία. (γ) Στο Εφετείο παρέχεται η δυνατότητα απόκλισης από προηγούμενη απόφασή του για λόγους ανάλογους με εκείνους για τους οποίους η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην Αγγλία μπορεί να αποκλίνει από προηγούμενες αποφάσεις της. Βλ. Practice Note [1966] 3 All E.R. 77. Η δυνατότητα αυτή αναγνωρίστηκε, μεταξύ άλλων, στις Republic (Minister of Finance a.o.) v. Demetriades
(1977)3 C.L.R. 213, Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 2)
(1995)1 Α.Α.Δ. και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γ. & Κ. Βιονευρολογική Λτδ κ.ά.
(2011)1 A.Α.Δ. 234» Προκύπτει συνεπώς από τα πιο πάνω ότι η απόφαση στην Πολιτική Αίτηση Αρ. 171/2019 (ανωτέρω) έχει πειστική αξία για το παρόν Δικαστήριο. Έχοντας μελετήσει την πιο πάνω απόφαση συμφωνώ απόλυτα με όσα αποφασίστηκαν εκεί και την υιοθετώ πλήρως για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Έχοντας υπόψη μου όσα αναφέρθηκαν στην ως άνω υπόθεση (Πολιτική Αίτηση Αρ. 171/2019) καθώς επίσης και το λεκτικό του άρθρου 7 του Κεφ.155 κρίνω ότι αυτό εφαρμόζεται μόνο σε ποινικές υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους. Καταλήγω στο ίδιο συμπέρασμα και από το γεγονός ότι το ως άνω άρθρο εντάσσεται στο Μέρος II του Κεφ.155 κάτω από τον τίτλο «Ανάκριση Ποινικών Αδικημάτων και Διαδικασία πριν την δίωξη» το οποίο ρυθμίζει την ανακριτική διαδικασία από τους ανακριτές, ως αυτοί ορίζονται στον εν λόγω νόμο, καθώς και τις εξουσίες τους. Ουδόλως παραγνωρίζω το περιεχόμενο της Οδηγίας η οποία ερμηνεύθηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση C-612/15 Nicolay Kolev κ.ά, ημερομηνίας 5.6.2018 όπου το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ανάφερε ότι: «Article 7
(3)of that directive must be interpreted as meaning that it is for the national court to be satisfied that the defence has been granted a genuine opportunity to have access to the case materials, such access being possible, in some cases, after the lodging before the court of the indictment that initiates the trial stage of the proceedings, but before that court begins to examine the merits of the charges and before the commencement of any hearing of argument by that court, and after the commencement of that hearing but before the stage of deliberation where new evidence is placed in the file in the course of proceedings, provided that all necessary measures are taken by the court in order to ensure respect for the rights of the defence and the fairness of the proceedings.» Περαιτέρω λέχθηκε ότι: «In particular, as regards the conduct of criminal proceedings, in the first place, it is the duty of the referring court to take the measures necessary to ensure respect for the rights of the defence, guaranteed by Article 48
(2)of the Charter, in particular the right of an individual to be informed of the charges against him and to have access to the case materials. Since those rights are more specifically the subject matter of the second set of questions submitted by the referring court, reference is made to paragraphs 78 to 100 of the present judgment.» Ούτε παραγνωρίζω την οποιαδήποτε αντίθετη άποψη με το σκεπτικό της απόφασης στην Πολική Αίτηση Αρ. 171/2019 που φέρεται να ακολούθησαν τα Αγγλικά Δικαστήρια τα οποία ανάφεραν ότι οι υποχρεώσεις ενός ιδιώτη κατήγορου δεν διαφέρουν από τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του δημοσίου κατήγορου και ότι στα πλαίσια αυτά ο ιδιώτης κατήγορος θα πρέπει να διασφαλίζει ότι ο κατηγορούμενος λαμβάνει το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης (Dacre v. City of Westminster Magistrates Court [2009] 1 All ER 639). Πέραν του γεγονότος ότι και οι Αγγλικές αποφάσεις έχουν πειστική αξία για τα Κυπριακά Δικαστήρια ως λέχθηκε στην υπόθεση Ρωσική Ομοσπονδία (ανωτέρω) πιθανόν στην Αγγλία να θεσπίστηκαν ειδικές νομοθετικές διατάξεις και κανονισμοί για τη ρύθμιση του εν λόγω ζητήματος διαφορετικές από ό,τι στην Κύπρο (Κορέλλης v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1998)1 Α.Α.Δ. 1718). Περαιτέρω στην εν λόγω Αγγλική υπόθεση δεν εκδόθηκαν οποιαδήποτε διατάγματα για παράδοση του μαρτυρικού υλικού από τον ιδιώτη κατήγορο στον κατηγορούμενο καθώς επίσης και τα επίδικα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης δεν προσομοιάζουν με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αντίθετα συμβαίνει με τα γεγονότα της απόφασης στην Πολιτική Αίτηση Αρ. 171/2019. Ό,τι λέχθηκε στην εν λόγω Αγγλική υπόθεση φέρεται να λέχθηκε υπό τύπο obiter dicta εφόσον άλλα ήταν τα επίδικα θέματά της. Όπως έχει νομολογηθεί λέξεις ή εκφράσεις που εκφέρονται ως obiter dicta θεωρούνται ως πειστικές (persuasive) για τα κατώτερα δικαστήρια όταν εξετάζουν ένα παρόμοιο γεγονός (Sat Vision Ltd v. Interamerican Property and Casualty Ins. Co
(1999)1 Α.Α.Δ. 1811). Κάτω από τις περιστάσεις αυτές, ως πρωτόδικο Δικαστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας έχω πειστεί από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Δημοκρατίας που εκδόθηκε στην Πολιτική Αίτηση Αρ. 171/2019 και θα την υιοθετήσω. Σε σχέση με την εισήγηση των ευπαίδευτων δικηγόρων των κατηγορουμένων ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα θα παραβιαστούν τα συνταγματικά τους δικαιώματα καθώς επίσης ότι θα υπάρχει παραβίαση του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. σημειώνω ότι το δικαίωμα των κατηγορουμένων για δίκαιη δίκη είναι δεδομένο και προστατεύεται τόσο από το Σύνταγμα (άρθρα 12 και 30) όσο και από την Ε.Σ.Δ.Α. Τα δε Δικαστήρια οφείλουν να διασφαλίζουν και να προστατεύουν την αποτελεσματική εφαρμογή των πιο πάνω δικαιωμάτων. Από την άλλη όμως δεν μπορεί η προστασία των εν λόγω ανθρώπινων δικαιωμάτων να οδηγήσει το Δικαστήριο στο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα από τη στιγμή που δεν του παρέχεται τέτοια εξουσία αφού κρίνω ότι ο περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 155 ο οποίος καθορίζει το σχετικό δικονομικό πλαίσιο για τη διεξαγωγή της δίκης και το δικαίωμα ενός κατηγορουμένου να έχει πρόσβαση στα έγγραφα της υπόθεσής του δεν δίδει τέτοια εξουσία στο Δικαστήριο στις υποθέσεις που τον ρόλο του κατήγορου επέλεξε να αναλάβει κάποιος ιδιώτης κατήγορος και όχι οι αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας που είναι επιφορτισμένες με την υποχρέωση για καταχώρηση και προώθηση ποινικών διώξεων. Σε κάθε όμως περίπτωση όπως έχει νομολογηθεί (Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1338, Δημοκρατίας v. Ford κ.ά. (Αρ.2)
(1995)2 Α.Α.Δ. 232) το κατά πόσο υπάρχει παραβίαση της δίκαιης δίκης είναι ζήτημα το οποίο δεν μπορεί να αποφασισθεί στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης αλλά είναι θέμα το οποίο θα εξεταστεί στο τέλος της δίκης εάν και εφόσον αυτό εγερθεί. Είναι μόνο σε αυτή την περίπτωση που θα διαφανεί κατά πόσο η μη παράδοση του μαρτυρικού υλικού στους κατηγορούμενους, παρά το αίτημά τους, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, τους επηρέασε ουσιωδώς να προβάλουν την υπεράσπιση τους και εάν επηρέασε δυσμενώς τα δικαιώματα τους σε βαθμό που η δίκη τους δεν ήταν δίκαιη. Εάν η υπεράσπιση πείσει το Δικαστήριο ότι πράγματι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα των κατηγορουμένων σε τέτοιο βαθμό που η δίκη η οποία διεξήχθη δεν ήταν δίκαιη το Δικαστήριο έχει την εξουσία να το λάβει υπόψη του και να ενεργήσει ανάλογα. Η τήρηση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης, γιατί μόνο σε εκείνο το πλαίσιο μπορεί να διαπιστωθεί κατά πόσο η δίκη υπήρξε δίκαιη ή όχι. Στην υπόθεση Ονουφρίου v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 505 τονίστηκε κατά τρόπο σαφή πως το θέμα της δίκαιης δίκης, αποτιμάται από το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης μετά τη θεώρηση της δίκης στο σύνολό της, με τον ισχυρισμό για παραβίαση του δικαιώματος για δίκαιη δίκη να μην εξετάζεται in abstracto, αλλά συγκεκριμένα και σε κάθε τέτοια περίπτωση, με τον κατηγορούμενο να έχει το βάρος να αποδείξει ότι επηρεάστηκε δυσμενώς η υπεράσπισή του. Εφαρμόζοντας το σκεπτικό των πιο πάνω υποθέσεων στην παρούσα περίπτωση καθίσταται σαφές ότι θέματα παραβίασης συνταγματικών και/ή ανθρώπινων δικαιωμάτων δεν εξετάζονται εκ προοιμίου και στο στάδιο αυτό όπου βρίσκεται η παρούσα υπόθεση όπου οι κατηγορούμενοι ακόμα δεν απάντησαν στις εναντίον τους κατηγορίες αλλά τυχόν παραβίασή τους διαφαίνεται μέσα από τη διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας με όλες τις συνεπαγόμενες από τη νομολογία συνέπειες σε τέτοια περίπτωση, πράγμα που σημαίνει ότι ενδεχομένως να αποτελέσει θέμα ενασχόλησης του Δικαστηρίου σε μεταγενέστερο στάδιο. Εάν διαπιστωθεί ότι με οποιοδήποτε τρόπο οι κατηγορούμενοι επηρεάστηκαν δυσμενώς στην προώθηση της υπεράσπισής τους τότε θα ληφθούν τα δέοντα μέτρα από το Δικαστήριο. Τούτων λεχθέντων δεν παραγνωρίζω το συνταγματικό δικαίωμα που έχει ένας κατηγορούμενος να έχει πρόσβαση στο μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης ώστε να τύχει μίας δίκαιης δίκης. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει και θα λάβει ασφαλώς υπόψη την άρνηση του ιδιώτη κατηγόρου να προμηθεύσει τους κατηγορούμενους με το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης. Σε περίπτωση που εγερθεί από τους κατηγορούμενους, στο κατάλληλο στάδιο, το ζήτημα ότι δεν έτυχαν δίκαιης δίκης και εφόσον διαπιστωθεί κάτι τέτοιο θα ληφθούν από το Δικαστήριο τα δέοντα μέτρα (ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΠΑΦΙΤΗΣ ΛΤΔ v. ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.184/2013 ημερομηνίας 24.5.2016). Στην υπόθεση Κορέλλης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (πιο πάνω) η οποία εκδόθηκε σε σχέση με το άρθρο 7 του Κεφ. 155 ως ίσχυε τότε, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως έχει ήδη υποδειχθεί, οι δικονομικοί κανόνες για την άσκηση των εξουσιών του Κακουργιοδικείου προδιαγράφονται από το Κεφ. 155. Η τήρηση τους ενέχει μεγάλη σημασία για την απρόσκοπτη απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Η σπουδαιότητα του θέματος - διασφάλιση του δικαιώματος του εφεσείοντα να τύχει δίκαιης δίκης - δεν μπορεί να μεταβάλει τους κανόνες της αντιδικίας. Η εξουσία του Κακουργιοδικείου να ρυθμίζει τη διαδικασία ενώπιον του πρέπει να ασκείται με βάση τους δικονομικούς κανόνες. Οι συμφυείς εξουσίες του - όπως και στην υπόθεση Μαυρογένη - δεν αποτελούν μέσο και δεν παρέχουν ευχέρεια απόκλισης ή παράκαμψης των δικονομικών κανόνων». Έχοντας υπόψη μου όσα αναφέρθηκαν στην πιο πάνω υπόθεση κρίνω ότι αυτά τυγχάνουν εφαρμογής και στην παρούσα υπόθεση. Κρίνω ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα εφόσον το άρθρο 7 του Κεφ. 155 αναφέρεται σε υποχρέωση των αρμόδιων αρχών για προώθηση ποινικών υποθέσεων της Δημοκρατίας και όχι του ιδιώτη κατηγόρου. Συνεπώς το αίτημα των κατηγορουμένων 1, 3, 4 και 5 απορρίπτεται. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.