ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ν. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Αρ. Υποθέσεως: 19390/2015, 2/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B163 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 19390/2015 Μεταξύ: XXXXX ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Παραπονούμενος -ν- ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ XXXXX Κατηγορούμενης Ημερομηνία: 2.10.2020 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ρ. Μάρκου Για την Κατηγορούμενη: κ. Α. Πισιάρας Κατηγορούμενη: Παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει την κατηγορία της χωρίς εύλογη αιτία ανάκλησης της πληρωμής μιας επιταγής η οποία στηρίζεται στο άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι στις 17.4.2010 στη Λευκωσία εξέδωσε και υπέγραψε προς όφελος του παραπονούμενου την επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με αριθμό XXXXX2068 για το ποσό των €2.000 και ότι χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε τη μη εξόφλησή της. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσής της κάλεσε 2 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κλήθηκε ο παραπονούμενος κ. XXXXX Γρηγορίου ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη του ζήτησε να της δώσει το ποσό των €2.000 και εκείνη του εξέδωσε την επίδικη επιταγή. Ισχυρίστηκε πως στις 13.10.2010 όταν παρουσίασε την εν λόγω επιταγή στην τράπεζα για πληρωμή αυτή δεν τιμήθηκε. Κατέθεσε τέλος ως τεκμήριο 1 την επιταγή με αριθμό XXXXX2068 της Ελληνικής Τράπεζας για το ποσό των €2.
- Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι την ημέρα που έδωσε στην κατηγορούμενη το ποσό των €2.000 σε μετρητά εκείνη του παρέδωσε την επίδικη επιταγή η οποία εξακολουθεί έως σήμερα να μην έχει εξοφληθεί. Αρνήθηκε υποβολές του δικηγόρου της κατηγορούμενης ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε ως εγγύηση ενός δανείου που ο παραπονούμενος έδωσε προς τον γιο της κατηγορούμενης, ότι η επιταγή εξοφλήθηκε και ότι κανένα αντάλλαγμα δεν δόθηκε προς την κατηγορούμενη για την εν λόγω επιταγή. Προτού δώσει μαρτυρία η Μ.Κ.2 οι δικηγόροι των διαδίκων δήλωσαν ως παραδεκτό γεγονός ότι εναντίον της κατηγορούμενης είχε καταχωρηθεί η ποινική υπόθεση με αριθμό XXXXX/2012 η οποία αποσύρθηκε στις 21.1.2013 λόγω μη επίδοσης. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε η κα XXXXX Γεωργιάδη η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην Ελληνική Τράπεζα. Ισχυρίστηκε η μάρτυρας ότι η κατηγορούμενη διατηρούσε στην εν λόγω τράπεζα τρεχούμενο λογαριασμό στον οποίο υπήρχε και βιβλιάριο επιταγών και πως η κατηγορούμενη ήταν το πρόσωπο το οποίο είχε αποκλειστικό δικαίωμα υπογραφής. Κατέθεσε ως τεκμήριο 2 κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού για την περίοδο από την 1.4.2010 έως τις 15.5.2013 και ως τεκμήριο 3 την εντολή για άνοιγμα και λειτουργία προσωπικού τρεχούμενου λογαριασμού. Ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω επιταγή παρουσιάστηκε στις 13.10.2010 και στις 15.10.2010 για εξαργύρωση αλλά δεν τιμήθηκε επειδή η πληρωμή της είχε ανακληθεί από την εκδότριά της. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 4 τη γραπτή εντολή ημερομηνίας 22.4.2010 για τη μη πληρωμή της επιταγής. Ισχυρίστηκε ότι η εντολή μη πληρωμής δόθηκε από την κα Αλεξάνδρου Θεολόγου XXXXX η οποία δεν καθόρισε οποιοδήποτε λόγο για την ανάκληση της πληρωμής παρόλο που στο σχετικό έντυπο της τράπεζας υπάρχουν προκαθορισμένοι 4 λόγοι και επιπλέον κενός χώρος για συμπλήρωση σε περίπτωση που τυγχάνει εφαρμογής κάποιος άλλος λόγος πέραν των 4 προκαθορισμένων. Η Μ.Κ.2 κατά τη σύντομη αντεξέτασή της ισχυρίστηκε ότι το σχετικό έντυπο το οποίο χρησιμοποιείται από τον πελάτη της τράπεζας για να δώσει εντολή ανάκλησης της πληρωμής μιας επιταγής δεν είναι υποχρεωτικό να το συμπληρώσει ο πελάτης. Μετά που το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης και την κάλεσε να παρουσιάσει την υπεράσπισή της η κατηγορούμενη επέλεξε να δώσει μαρτυρία ως εξεταζόμενη μάρτυρας και κάλεσε και 1 μάρτυρα. Η κατηγορούμενη κατά την κυρίως εξέτασή της κατέθεσε γραπτή της δήλωση ως Έγγραφο Α. Ισχυρίστηκε ότι ο γιος της περί το έτος 2010 διατηρούσε μάντρα αυτοκινήτων και συνεργαζόταν με τον παραπονούμενο. Επειδή ο γιος της είχε δανειστεί από τον παραπονούμενο €20.000 έβαλε ως εγγύηση για το εν λόγω δάνειο τους τίτλους ιδιοκτησίας 9 αυτοκινήτων του και τη δική της επιταγή ύψους €2.
- Ο γιος της και ο παραπονούμενος συμφώνησαν να μην κατατεθεί η εν λόγω επιταγή εκτός εάν εντός ευλόγου χρόνου το ποσό των €20.000 εξοφλείτο από τον γιο της. Ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε έλαβε χρήματα από τον παραπονούμενο ούτε και είχε οποιαδήποτε συνεργασία μαζί του. Ισχυρίστηκε ότι ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής επειδή δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό από τον παραπονούμενο και γιατί η εν λόγω επιταγή εξοφλήθηκε μέσω τρίτου προσώπου του κ. XXXXX Νικολάου ο οποίος έδωσε τις €20.000 προς τον παραπονούμενο. Κατά την αντεξέτασή της η κατηγορούμενη ισχυρίστηκε ότι εξέδωσε την επίδικη επιταγή τεκμήριο 1 για να δοθεί ως εγγύηση προς τον παραπονούμενο επειδή ο γιος της δεν είχε για να χρησιμοποιήσει προσωπικό βιβλιάριο επιταγών. Ισχυρίστηκε επίσης ότι έδωσε εντολή να μην πληρωθεί η εν λόγω επιταγή επειδή είχε δοθεί ως εγγύηση και η συμφωνία του γιου της με τον παραπονούμενο προέβλεπε ότι δεν θα εξαργυρωνόταν. Ως Μ.Υ.2 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Νικολάου ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε πως γνώριζε τον παραπονούμενο και τον γιο της κατηγορούμενης καθώς επίσης ότι η επίδικη επιταγή δόθηκε ως εγγύηση από τον γιο της προς τον παραπονούμενο. Ισχυρίστηκε ότι ο γιος της χρωστούσε στον παραπονούμενο το ποσό των €2.000 καθώς επίσης και άλλες €20.000 και ότι ο ίδιος πλήρωσε τις €20.000 σε μετρητά προς τον παραπονούμενο. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι χρωστούσε στον γιο της κατηγορούμενης €20.000 και ότι στην παρουσία και άλλων προσώπων ο ίδιος έδωσε το εν λόγω ποσό στον παραπονούμενο για λογαριασμό του γιου της κατηγορούμενης και προς εξόφληση του χρέους που εκείνος είχε προς τον παραπονούμενο. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο παραπονούμενος μετά που έλαβε τις €20.000 από τον ίδιο του επέστρεψε τους 9 τίτλους ιδιοκτησίας οχημάτων τα οποία στη συνέχεια παρέδωσε στον γιο της κατηγορούμενης. Μετά που ολοκληρώθηκε η προσκόμιση μαρτυρίας η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Η δικηγόρος του παραπονούμενου ετοίμασε γραπτό κείμενο με τις εισηγήσεις της το οποίο παρέδωσε στο Δικαστήριο. Η κα Μάρκου εισηγήθηκε ότι μετά την απόδειξη των συστατικών στοιχείων του επίδικου αδικήματος το αποδεικτικό βάρος μετατέθηκε στην κατηγορούμενη για να προσφέρει μαρτυρία προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι είχε εύλογη αιτία να προχωρήσει στην ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής. Εισηγήθηκε ότι η κατηγορούμενη απέτυχε να το αποσείσει αφού στη γραπτή εντολή που έδωσε στην τράπεζα δεν παρέθεσε οποιοδήποτε συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο προχώρησε να δώσει την εν λόγω εντολή με αποτέλεσμα να μην είναι πειστικός ο ισχυρισμός της που προέβαλε κατά το στάδιο που έδιδε προφορική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και κατά συνέπεια να μην μπορεί να γίνει αποδεκτός. Ο κ. Πισιάρας από την άλλη αγορεύοντας σχετικά εισηγήθηκε ότι η υπεράσπιση της κατηγορούμενης ήταν ότι ουδέποτε ο παραπονούμενος της έδωσε το ποσό των €2.000 και αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο προχώρησε στην ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής. Εισηγήθηκε επίσης ότι υπάρχει παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος της κατηγορούμενης να διαγνωστεί η ποινική της ευθύνη εντός ευλόγου χρόνου αφού η επιταγή εκδόθηκε το έτος 2010 και η υπόθεση εκδικάστηκε το έτος 2020 και ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει την κατηγορούμενη και για αυτόν τον λόγο. Έχω μελετήσει με προσοχή τις θέσεις και εισηγήσεις των δικηγόρων των διαδίκων και θα κάνω αναφορά σε αυτές στη συνέχεια όταν θα είναι αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σχετικό με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης είναι το άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της». Σχετικό είναι επίσης και το εδάφιο 3 του ίδιου άρθρου το οποίο έχει ως εξής: «
(3). Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους .». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305Α
(2)όπως αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29 και TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου, Ποινική Έφεση Αρ. 96, ημερ. 15.4.2016 είναι τα ακόλουθα: (α) η έκδοση της επιταγής και (β) η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος τότε το βάρος μετατίθεται στον κατηγορούμενο να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση της επιταγής. Αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο το ότι η ανάκληση της επιταγής έγινε στη βάση εύλογης αιτίας (G.P. Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομία
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763). Το τι συνιστά σε αυτό το πλαίσιο «εύλογη αιτία» ερμηνεύθηκε στην υπόθεση N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω) στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην υπόθεση Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374, όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Έγινε συναφώς αναφορά στην αγγλική νομολογία σύμφωνα με την οποία η καλή πίστη (bona fide) συναρτάται με την έννοια της δίκαιης αιτίας και η έννοιά της θεωρείται ταυτόσημη με τη λέξη ειλικρινής (honestly). Ακολουθώντας αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστηρίου αναφορικά με την υπό συζήτηση υπεράσπιση ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος θα πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι επιπρόσθετα αυτό ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογο (αντικειμενικό κριτήριο) ήταν ορθή. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε επίσης ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει η επιφύλαξη του εδαφίου
(2)και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια για επίκληση της υπεράσπισης την οποία η εν λόγω επιφύλαξη προσφέρει. Στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου, Ποινική Έφεση αρ. 18/2012, ημερ. 16.4.2014 αναφέρθηκε το τι συνιστά εύλογη αιτία: «Εύλογη αιτία, με την έννοια της οποίας επίσης λανθασμένα δεν ασχολήθηκε το Δικαστήριο, αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 καιR. v. Hall 7 Q.B.D. 575». Το βάρος απόδειξης της «εύλογης αιτίας» από τον κατηγορούμενο είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην υπόθεση (TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου (πιο πάνω), λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο εκδότης της επιταγής κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησής της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά ή περί την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή ο εκδότης της παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα τον λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύθηκε (βλ. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ. 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής». Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Ο παραπονούμενος (Μ.Κ.1) κρίνω ότι υπήρξε μάρτυρας της αλήθειας αφού οι ισχυρισμοί του ότι η κατηγορούμενη υπέγραψε και του παρέδωσε την επίδικη επιταγή επιβεβαιώθηκαν και από την ίδια την κατηγορούμενη. Το γεγονός ότι η κατηγορούμενη ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω επιταγή δόθηκε ως εγγύηση του χρέους του γιου της προς τον παραπονούμενο δεν αναιρεί το πιο πάνω συμπέρασμα ότι εκείνη εξέδωσε και παρέδωσε την επίδικη επιταγή προς τον παραπονούμενο. Αναφορικά με την παρουσίαση της επίδικης επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε για πληρωμή και η μη τίμησή της λόγω του γεγονότος ότι η πληρωμή της είχε ανακληθεί από τον εκδότη της δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του παραπονούμενου και επιβεβαιώνονται επίσης και από τη σχετική σφραγίδα που τοποθετήθηκε στην επίδικη επιταγή και στη σχετική γραπτή εντολή μη πληρωμής της επίδικης επιταγής που δεν αμφισβητήθηκαν. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η μαρτυρία του είναι αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Η Μ.Κ.2 κρίνω ότι ήταν ανεξάρτητη μάρτυρας η οποία δεν είχε οποιοδήποτε λόγο να ευνοήσει οποιοδήποτε με τη μαρτυρία της. Όσα ισχυρίστηκε σχετικά με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης προκύπτουν αφενός από τα σχετικά έγγραφα τα οποία κατέθεσε ως τεκμήρια και τα οποία τηρούσε υπό τη φύλαξή της στα πλαίσια των καθηκόντων της και αφετέρου από όσα περιήλθαν σε γνώση της ως τραπεζικής υπαλλήλου στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε η επίδικη επιταγή. Κρίνω ότι η μαρτυρία της αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο να στηριχθώ σε αυτή. Σε σχέση με την κατηγορούμενη κρίνω ότι η μαρτυρία της δεν είναι λογική και συνεπώς ούτε πειστική και λόγω τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ο ισχυρισμός της ότι το ποσό της επιταγής εξοφλήθηκε από τρίτο πρόσωπο δεν είναι πειστικός γιατί σε περίπτωση που αυτό είχε συμβεί δεν θα προχωρούσε να δώσει γραπτή εντολή μη πληρωμής της επίδικης επιταγής μόλις 5 ημέρες μετά την έκδοση της επίδικης επιταγής παραλείποντας μάλιστα να αναγράψει ως σχετικό λόγο στο εν λόγω έντυπο την κατά τον ισχυρισμό της εξόφληση της επιταγής. Είναι λογικό πως, σε περίπτωση που αυτό πράγματι είχε συμβεί, θα παρέθετε τον λόγο στο σχετικό έντυπο. Σε σχέση με τον Μ.Υ.2 κρίνω ότι ο ισχυρισμός του ότι εξόφλησε ο ίδιος το ποσό της επίδικης επιταγής δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός επειδή αποτελεί επανάληψη του ισχυρισμού τον οποίο προέβαλε η κατηγορούμενη και ο οποίος για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω δεν έγινε αποδεκτός από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά και μέσα από όσα οι δικηγόροι των διαδίκων δήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα τα πιο κάτω αποτελούν τα ευρήματά μου σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: η κατηγορούμενη υπέγραψε την επίδικη επιταγή η οποία ήταν πληρωτέα στις 17.4.2010 για το ποσό των €2.000 και την παρέδωσε στον παραπονούμενο. Στις 22.4.2010 η κατηγορούμενη έδωσε γραπτή εντολή προς την Ελληνική Τράπεζα την οποία η ίδια υπέγραψε με την οποία ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής. Στην εν λόγω γραπτή εντολή υπήρχαν 4 προκαθορισμένοι λόγοι τους οποίους η κατηγορούμενη μπορούσε να επιλέξει για να σημειώσει καθώς επίσης και 5η επιλογή στην οποία μπορούσε να παρέθετε οποιοδήποτε άλλο λόγο εκείνη θεωρούσε ότι ήταν κατάλληλος για την περίπτωσή της. Η κατηγορούμενη δεν επικαλέστηκε στο σχετικό έντυπο κανένα από τους 4 προκαθορισμένους λόγους ούτε συμπλήρωσε οποιοδήποτε άλλο λόγο. Στις 13.10.2010 η εν λόγω επιταγή παρουσιάστηκε στην τράπεζα για πληρωμή αλλά δεν τιμήθηκε επειδή η κατηγορούμενη είχε από τις 22.4.2010 δώσει έγγραφη εντολή προς την τράπεζα για να μην την τιμήσει. Προκύπτει επίσης ότι η επίδικη επιταγή σφραγίστηκε με την σφραγίδα «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ». Εναντίον της κατηγορούμενης είχε καταχωρηθεί η ποινική υπόθεση με αριθμό 9631/2012 η οποία αποσύρθηκε στις 21.1.2013 λόγω μη επίδοσης. Λόγω της σπουδαιότητας που ενέχει ενδεχόμενη διαπίστωση ότι παραβιάστηκε το θεμελιώδες δικαίωμα της κατηγορούμενης να διαγνωστεί η ποινική της ευθύνη εντός ευλόγου χρόνου προχωρώ να εξετάσω πρώτα κατά πόσο η ως άνω εισήγηση του δικηγόρου της μπορεί να γίνει αποδεκτή. Το άρθρο 30.2 του Συντάγματος που είναι παρόμοιο με το άρθρο 6.1 της Ε.Σ.Δ.Α. προνοεί τα ακόλουθα: «Έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ' αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρεάστου, δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου διά νόμου». Στην υπόθεση Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294 καθορίστηκε ότι παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος καθιστά τη διαδικασία άκυρη στην ολότητά της. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τόσο η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όσο και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου θεωρεί το δικαίωμα για δίκη εντός ευλόγου χρόνου ως εξαιρετικής σημασίας για την ορθή, αποτελεσματική και αξιόπιστη απονομή της Δικαιοσύνης. Ευθύνη προς τούτο φέρει το κράτος που είναι υπεύθυνο για την καλή οργάνωση του δικαστικού συστήματος ούτως ώστε να επιτυγχάνεται η εκδίκαση τόσο των πολιτικών υποθέσεων και ιδιαίτερα των ποινικών υποθέσεων μέσα σε εύλογο χρόνο. (Βλέπε: König v. Germany
(1978)2 E.H.R.R. 170 και Sussman v. Germany [1998] 25 E.H.R.R. 64). Εξάλλου με το Άρθρο 35 του Κυπριακού Συντάγματος επιβάλλεται υποχρέωση σε κάθε μια από τις τρεις εξουσίες, τη νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική όπως διασφαλίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του μέρους ΙΙ «Περί των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών». Στην υπόθεση Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, ο Δικαστής Πικής ως ήταν τότε, μετέπειτα Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, συνοψίζοντας τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου στη σελ. 222 ανέφερε τα εξής: «Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υποστηρίζει, όπως υποδεικνύεται, ότι στον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, με αφετηρία την ημέρα σύλληψης του κατηγορουμένου, λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των ανακριτικών και δικαστικών Αρχών, καθώς και εκείνη του κατηγορουμένου. Οι ίδιες αρχές υποστηρίζονται και από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής του αγγλικού Ανακτοβουλίου (P.C.) στην υπόθεση Bell v. DPP of Jamaica [1985] 2 All E.R. 585, στην οποία ερμηνεύθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 20
(1)του Συντάγματος της Ιαμαϊκής που αντιστοιχούν σε μεγάλο βαθμό με εκείνες που κατοχυρώνονται από το άρθρο 30.2 του Κυπριακού Συντάγματος. Άξιες μνείας είναι επίσης οι παρατηρήσεις του Δικαστηρίου στην υπόθεση εκείνη ότι και σύμφωνα με τις αρχές του κοινού Δικαίου τα δικαστήρια έχουν συμφυή δικαιοδοσία να παρεμποδίσουν καθυστερήσεις στην εκδίκαση υποθέσεων που οδηγούν σε καταπιεστική (oppressive) μεταχείριση του κατηγορουμένου». Στην υπόθεση Procurator Fiscal v. Watson
(2002)4 All E.R. 1 (απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής του Ανακτοβουλίου) αναφέρθηκε ότι η προσέγγιση από το Δικαστήριο ενδεχόμενης παραβίασης του δικαιώματος για δίκη εντός εύλογου χρόνου θα πρέπει να αφορά τρεις παράγοντες και οι οποίοι θα πρέπει να εξετάζονται: (α) η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, (β) η συμπεριφορά του κατηγορουμένου και (γ) ο τρόπος χειρισμού της υπόθεσης υπό τις διοικητικές και δικαστικές αρχές. Στις ποινικές υποθέσεις η διασφάλιση του εύλογου χρόνου αρχίζει από την ημερομηνία της διατύπωσης της κατηγορίας μέχρι την ημερομηνία της τελικής εκδίκασης της, περιλαμβανομένης και της εξάντλησης της διαδικασίας της Εφέσεως (Eckle v. Federal Republic of Germany 5 E.H.R.D. 1). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κώστα Μέλιου Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται και στην πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Pedersen and Baadgaard v. Denmark (Application No. 49017/99), 19.6.2003. Στην πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου των Λόρδων: Attorney-General's Reference (No.2/2001), δημοσιευμένη στους Times Law Report, 11.12.2003, αποφασίστηκε πως ποινική διαδικασία δυνατό να ανασταλεί γιατί υπήρξε παραβίαση της αρχής πως η εκδίκαση της υπόθεσης θα έπρεπε να περατωθεί σε εύλογο χρονικό διάστημα σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά τούτο μπορεί να γίνει μόνο εφόσον δεν θα ήταν πλέον δυνατή η διεξαγωγή δίκαιης δίκης, ή για κάποιο πειστικό λόγο θα ήταν άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον του κατηγορουμένου. Να θυμίσουμε επίσης πως η διακοπή της δίκης δεν είναι η μόνη και αποκλειστική θεραπεία που παρέχει το Δικαστήριο, όταν αποφανθεί πως η δίκη δεν περατώθηκε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Ανάλογα με την περίπτωση, τέτοια διαπίστωση μπορεί να οδηγήσει και σε άλλου είδους θεραπεία π.χ. κατά την επιμέτρηση της ποινής σε ποινική δίκη στη μείωση της. Τέτοια θεραπεία, καθώς καταδεικνύει η νομολογία μας δόθηκε πολλές φορές». Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ηλία Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ. 376, τονίστηκε ότι η αργοπορία στην εκδίκαση, από μόνη της δεν οδηγεί αναπόφευκτα στην απαλλαγή ενός κατηγορουμένου. Η διαπίστωση της ενδεχόμενης παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορουμένου για δίκη εντός ευλόγου χρόνου δεν εξετάζεται in abstracto αλλά συνυπολογίζονται και οι υπόλοιπες παράμετροι που τείνουν να οδηγήσουν σε αναζήτηση του ενδεδειγμένου συμπεράσματος αν η δίκη ήταν μη δίκαιη. Στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης η οποία καταχωρήθηκε από ιδιώτη κατήγορο και όχι από την Αστυνομία αφετηρία για τον υπολογισμό του εύλογου χρόνου είναι η ημερομηνία 15.10.2010 όταν η επίδικη επιταγή ήταν πληρωτέα και δεν τιμήθηκε. Ο παραπονούμενος καταχώρησε το έτος 2012 εναντίον της κατηγορούμενης την υπόθεση 9631/2012 η οποία αποσύρθηκε στις 21.1.2013 λόγω μη επίδοσης και στη συνέχεια καταχώρησε την παρούσα στις 26.10.
- Κρίνω ότι η παρούσα υπόθεση δεν είναι δυνατό να ενταχθεί στην κατηγορία των πολύπλοκων υποθέσεων αφού αφορά μια κατηγορία η οποία δεν έχριζε οποιασδήποτε περαιτέρω διερεύνησης. Πρόκειται για μια απλή υπόθεση στην οποία δεν υπήρχε κάτι το ιδιαίτερο ή πολύπλοκο από απόψεως επίδικων θεμάτων και μαρτυρίας και ενώπιόν μου εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν μόνο 2 μάρτυρες. Από την ημερομηνία που διαπράχθηκε το επίδικο αδίκημα μέχρι την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης μεσολάβησαν 5 χρόνια και έκτοτε μέχρι σήμερα περίπου άλλα 5 χρόνια. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση Κάζανου ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, Ποινική Έφεση Αρ. 96/2019, ημερομηνίας 28.7.2020 το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Στην εν λόγω υπόθεση τα αδικήματα είχαν διαπραχθεί αρχές του έτους 2007 και το τρίτο κατά χρονολογική σειρά κατηγορητήριο εναντίον της εφεσείουσας σε εκείνη την υπόθεση είχε καταχωρηθεί στις 15.3.
- Μέχρι την καταδίκη της εφεσείουσας και την επιβολή ποινής σε αυτή στις 31.5.2019 και 21.6.2019 αντίστοιχα είχαν παρέλθει συνολικά σχεδόν 13 χρόνια. Μετά τη διαπίστωση ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος της εφεσείουσας για να διαγνωστεί η ποινική της ευθύνη εντός ευλόγου χρόνου το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την καταδίκη και την ποινή που της είχε επιβληθεί πρωτόδικα. Έχοντας υπόψη μου ότι ο παραπονούμενος, 2 χρόνια μετά που η επιταγή δεν πληρώθηκε, καταχώρησε την ως άνω υπόθεση 9631/2012 η οποία απορρίφθηκε λόγω μη επίδοσης και ότι στη συνέχεια 3 χρόνια υστερότερα καταχώρησε την παρούσα ποινική υπόθεση καθώς επίσης και το γεγονός ότι η κατηγορούμενη ευθύνεται και η ίδια για 3 αναβολές αφού απουσίαζε από το Δικαστήριο καθώς επίσης και το γεγονός ότι δεν τέθηκε ενώπιόν μου οποιοσδήποτε λόγος που να τείνει να δείξει ότι θα ήταν άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον της κατηγορούμενης κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος πειστικός λόγος ο οποίος να με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι παραβιάστηκε το ως άνω θεμελιώδες δικαίωμα της κατηγορούμενης. Συνεπώς η σχετική εισήγηση της κατηγορούμενης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Σε σχέση με το κατά πόσο πληρούται το 1ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αυτό της έκδοσης της επίδικης επιταγής προκύπτει από τη μαρτυρία ότι η επίδικη επιταγή είχε εκδοθεί από την κατηγορούμενη. Το ότι η επίδικη επιταγή είναι επιταγή εντός της έννοιας του νόμου προκύπτει από το ίδιο το τεκμήριο 1 στο οποίο υπάρχουν όλα τα αναγκαία στοιχεία για να διαπιστωθεί ότι αυτό είναι επιταγή. Λόγω των πιο πάνω καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της έκδοσης της επίδικης επιταγής από την κατηγορούμενη. Αναφορικά με το συστατικό στοιχείο της πρόκλησης της μη εξόφλησης της επίδικης επιταγής από την κατηγορούμενη πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα σημειώνω ότι αυτό προέκυψε ως γεγονός από τη μαρτυρία την οποία αποδέχθηκα και συγκεκριμένα από το τεκμήριο 4 αλλά και από τον σχετικό ισχυρισμό της ίδιας της κατηγορούμενης με τον οποίο επιβεβαίωσε ότι εκείνη έδωσε τις οδηγίες για να μην πληρωθεί η επίδικη επιταγή. Ενόψει των πιο πάνω απομένει να εξεταστεί κατά πόσο η κατηγορούμενη έχει αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είχε οποιαδήποτε «εύλογη αιτία» να ανακαλέσει την πληρωμή της επίδικης επιταγής. Η επίκληση της υπεράσπισης της ανάκλησης της επιταγής για εύλογη αιτία προϋποθέτει όπως ο εκδότης της πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή παρουσιάζεται για πληρωμή να έχει παραθέσει γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου αυτή εκδόθηκε τον λόγο της ανάκλησής της (TTOZIOS MANAGEMENT LTD κ.ά. ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ (πιο πάνω). Το κατά πόσο ένας κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία να ανακαλέσει την πληρωμή μιας επιταγής εξετάζεται άμεσα και αποκλειστικά στη βάση του ευλόγου ή μη του λόγου που επικαλέστηκε στις γραπτές εντολές που παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα για μη πληρωμή της επιταγής. Αποτυχία απόδειξης τούτου εκθεμελιώνει την οποιαδήποτε δυνατότητα επίκλησης της υπεράσπισης της ύπαρξης «εύλογης αιτίας» σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου 2 του Άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα. Στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούμενη δεν παρέθεσε οποιοδήποτε λόγο στο έντυπο της εντολής την οποία παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου ήταν πληρωτέα η επίδικη επιταγή γιατί προχώρησε να δώσει αυτή την εντολή. Η σχετική επί του θέματος νομολογία είχε ξεκάθαρη (TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου (πιο πάνω): «Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο εκδότης της επιταγής κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησής της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής». Στην απουσία του σχετικού λόγου κρίνω ότι η κατηγορούμενη δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης της ύπαρξης «εύλογης αιτίας» για την οποία είναι ο ισχυρισμός της ότι προχώρησε στην ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής. Κρίνω επομένως ότι η «εύλογη αιτία» που επικαλέστηκε η κατηγορούμενη για την ανάκληση της επίδικης επιταγής εξ αντικειμένου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού ελλείπουν εκείνα τα στοιχεία τα οποία θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να την αξιολογήσει. Επειδή η κατηγορούμενη δεν παρέθεσε κανένα λόγο όταν προχωρούσε να ανακαλέσει την πληρωμή της επίδικης επιταγής κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι αυτή είχε οποιαδήποτε εύλογη αιτία να πράξει τούτο. Συνεπώς η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο