← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ κ.α., Αρ. υπόθεσης: 19170/2016, 9/9/2020

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ κ.α., Αρ. υπόθεσης: 19170/2016, 9/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B156 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 19170/2016 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν

  1. ΧΧΧΧ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ
  2. ΧΧΧΧΧ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ Κατηγορούμενοι 9 Σεπτεμβρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα Ναθαναήλ Για κατηγορούμενο 1: κ. Μιχαήλ Κατηγορούμενος 1 παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο περιλάμβανε αρχικά πέντε κατηγορίες. Σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώθηκαν και απαλλάχθηκαν στην 2η και 4η κατηγορία (απειλή, άρθρο 91Α, Κεφ 154 και είσοδος σε ξένη περιουσία με σκοπό την ενόχληση, άρθρο 280 Κεφ. 154, αντίστοιχα) ενώ αναστάληκε η ποινική δίωξη στην 3η και 5η κατηγορία (δημόσια εξύβριση, άρθρο 99 Κεφ. 154 και ανησυχία, άρθρο 95 Κεφ. 154, αντίστοιχα). Μετά από αυτές τις εξελίξεις ολοκληρώθηκε η διαδικασία αναφορικά με τον κατηγορούμενο
  3. Παραμένει η 1η κατηγορία στην οποία ο κατηγορούμενος 1 κατηγορείται ότι διέπραξε το αδίκημα της απειλής του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  4. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, κατηγορείται ότι «στις 15 Αυγούστου 2014 τον Πεδουλά της Επαρχίας Λ/σιας προκάλεσε τρόμο στην [παραπονούμενη], με παράνομη πράξη, δηλαδή την απείλησε με τη φράση 'να πεθάνεις, να πεθάνεις να σε θάψουν νάρτω στον τάφο σου να σιέσω πάνω'». Προς απόδειξη της κατηγορίας, η πλευρά της κατηγορούσας αρχής είχε παρουσιάσει στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες. Παραθέτω συνοπτικά το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Επικεντρώνομαι στα σημεία που αφορούν ειδικά το αδίκημα της 1ης κατηγορίας καθώς και στα σημεία που έκρινα σημαντικά για σκοπούς αξιολόγησης. Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Αστ. XXXXX Α. Αναστασίου (ΜΚ1). Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι στις 15.8.2016 έλαβε ανακριτική κατάθεση σε σχέση με την υπόθεση από τους κατηγορούμενους 1 και 2 (Τεκμήρια 2 και 4) και την ίδια μέρα τους κατηγόρησε γραπτώς (Τεκμήρια 3 και 5). Εξήγησε ότι είχε λάβει τις καταθέσεις δύο χρόνια μετά τα γεγονότα γιατί τότε του δόθηκαν οδηγίες από τους ανωτέρους του να προχωρήσει στη διερεύνηση της υπόθεσης. Η δεύτερη μάρτυρας που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή ήταν η παραπονούμενη ΧΧΧΧΧ Μαχλουζαρίδου (ΜΚ2). Στα πλαίσια της μαρτυρίας της ανέφερε ότι είχε κληρονομήσει κατοικία στον Πεδουλά το 2007, την οποία η ίδια και η οικογένεια της χρησιμοποιούσαν ως εξοχική κατοικία. Σύμφωνα με την εκδοχή της, ο κατηγορούμενος 1 και ο πρώην κατηγορούμενος 2 είναι αδέρφια, και ο πατέρας τους ήταν ιδιοκτήτης όμορου ακινήτου το οποίο χρησιμοποιούσε η οικογένεια. Ανέφερε ότι η οικογένεια τους δραστηριοποιείται στον κατασκευαστικό κλάδο και παραπονέθηκε ότι χρησιμοποιούσαν την αυλή της δικής της κατοικίας σαν αποθηκευτικό χώρο για εξοπλισμό και εργαλεία τους. Είχε διάφορες προστριβές με τον πατέρα τους αναφορικά με αυτό το ζήτημα ενώ στην πορεία ακολούθησαν δύο διαδικασίες μέσω Κτηματολογίου για επίλυση συνοριακών διαφορών για μέρος του κοινού συνόρου που διεκδικούσαν και τα δύο ακίνητα (σχετικό το Τεκμήριο 9). Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε η παραπονούμενη στις καταθέσεις της (Τεκμήρια 6, 7 και 8) και στη δια ζώσης μαρτυρία της, την επίδικη ημέρα η ίδια με το σύζυγο και τα παιδιά της εξήλθαν από την οικία τους και προχωρούσαν πεζοί προς την εκκλησία του χωριού. Τότε ο πρώην κατηγορούμενος 2 άκουσε συνομιλία της παραπονούμενης με άλλο συγχωριανό την οποία εκείνος εξέλαβε ως προσβλητική για τον ίδιο και την οικογένεια του. Ειδικότερα, η παραπονούμενη είχε αναφερθεί σε «κλέφτες» που επεμβαίνουν και προκαλούν ζημιές στην περιουσία της. Ακολούθησε μεταξύ τους λεκτική αντιπαράθεση. Όταν ο κατηγορούμενος 1 που εκείνη την ώρα επέστρεφε από την εκκλησία, αντιλήφθηκε το γεγονός αυτό τους προσέγγισε και άρχισε επίσης να φωνάζει και να συμπεριφέρεται με απειλητικό τρόπο προς την ίδια, τον σύζυγο της ΧΧΧΧΧ Shalit και τα παιδιά τους. Η παραπονούμενη ανέφερε ότι δεν γνώριζε ονομαστικά και προσωπικά τους κατηγορούμενος κατά τον χρόνο εκείνο όμως αντιλήφθηκε ότι ήταν οι γιοί του γείτονα της. Συνέχισε λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν τόσο απειλητικός και επιθετικός, ώστε ο πρώην κατηγορούμενος 2 και άλλοι συγχωριανοί προσπαθούσαν να τον συγκρατήσουν. Στα πλαίσια του περιστατικού ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 εκστόμισε τη φράση του κατηγορητηρίου και άλλες φράσεις και χαρακτηρισμούς που ήταν υβριστικοί και προσβλητικοί για εκείνη και τον σύζυγο της. Περιέγραψε ότι το περιστατικό είχε διάρκεια αρκετών λεπτών. Αναφέρθηκε σε φωτογραφίες που είχε λάβει ο σύζυγος της κατά την εξέλιξη του περιστατικού οι οποίες αποτυπώνουν, κατά τη θέση της τις παράνομες ενέργειες εις βάρος τους. Οι φωτογραφίες αυτές δεν κατατέθηκαν ως τεκμήρια στο Δικαστήριο. Αυτή είναι συνοπτικά, η μαρτυρία κατηγορίας που έχει παρουσιαστεί. Όταν ο κατηγορούμενος 1 κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που είχε δώσει στην αστυνομία (Τεκμήριο 2). Περιληπτικά, σε αυτήν αναφέρει ότι τη συγκεκριμένη μέρα ήταν στην εκκλησία μαζί με τα παιδιά του και τη νύφη του. Βγαίνοντας αντίκρισε την παραπονούμενη και το σύζυγο της τους οποίους δεν γνώριζε προσωπικά. Αντιλήφθηκε το σύζυγο της παραπονούμενης να βγάζει φωτογραφίες εκείνους και τα παιδία ενώ βρίσκονταν στον δρόμο δίπλα από την εκκλησία. Αντιλήφθηκε επίσης τον αδερφό του, πρώην κατηγορούμενο 2, να παροτρύνει τα παιδιά και τη σύζυγο του να μην περάσουν από το σημείο όπου εξελισσόταν το περιστατικό. Προσέγγισε την παραπονούμενη και την ρώτησε ποιο είναι το πρόβλημα. Η ίδια στην αρχή δεν του απαντούσε και αργότερα του ανέφερε «το ίδιο κεφάλι με τον πατέρα σου έχεις». Ο κατηγορούμενος 1 πρόσθεσε ότι ο πατέρας του είχε αποβιώσει πρόσφατα και η αναφορά της παραπονούμενης τον ενόχλησε. Ακολούθησε έντονη συζήτηση όμως, αναφέρει, «σε καμία περίπτωση ούτε ύβρισα ούτε απείλησα αυτήν ή τον σύζυγο της». Στα πλαίσια της δια ζώσης μαρτυρίας του, εξηγώντας τον τρόπο που είχαν εξελιχθεί τα γεγονότα, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι «.βγαίνοντας από την εκκλησία αντίκρισα να γίνεται μια αναταραχή στην γειτονιά τζιαχαμέ. Εγώ κρατούσα το αντίδωρο που μετάλαβα. Στη συνέχεια είδα μια κυρία στη μέση του δρόμου στεκόταν και έβλεπε προς το σπίτι μας, ένας κύριος κρατούσε ένα τηλέφωνο τζιαι έβγαζε φωτογραφίες, video, δεν γνωρίζω ακριβώς τι έκαμνε ο κύριος. Λέω κάτι συμβαίνει λέω. Τότε αντιλήφθηκα ότι πρέπει να είναι η κυρία Μαχλουζαρίδου, ο αδερφός μου φώναξε της νύφης μου που κρατούσε το τετράμηνο βρέφος να μην περάσει από το σημείο. και εγώ ήμουν με τα άλλα μωρά πίσω. Ποιο είναι το πρόβλημα σου της λέω; Έλα πες μας να το λύσουμε άνθρωποι είμαστε για όνομα του Θεού! Δεν ανταποκρίθηκε καθόλου ενώ ο κύριος της με έβγαζε συνέχεια video. Ξανακάνω ακόμα μια προσπάθεια, γιατί ήμουν σε πολλά χαλαρή κατάσταση, δεν είχα ούτε νεύρα, σημειώστε ότι εγώ την προκειμένη ημέρα ήταν Παρασκευή, ημέρα 15 Αυγούστου, πρώτη φορά στα 34 μου χρόνια νήστευα εξομολογήθηκα και επήγα και μετάλαβα, επειδή αναστήλωσα μια εκκλησία στη μνήμη του παπά μου, της Παναγίας στην Τερσεφάνου. Κρατούσα τα αντίδωρα της λέω ξανά να κάμουμε μια προσπάθεια να τα έβρουν, ο παπάς μου που είχαν τα προβλήματα πέθανε. Για εμένα ήταν μεγάλο πλήγμα ο θάνατος του παπά μου. Ήδη ήμουν ενάμιση χρόνο που τον είχα χάσει, ήμουν και ακούρευτος και αξύριστος και με τα μαύρα. Έκαμα 7 χρόνια να τα βγάλω. Εις τη συνέχεια λαλώ, αφού δεν με ακούει θα πάω και εγώ σπίτι μου. Γύρισα να φύγω να πάω να ταράξω τα ττέλια να περάσει η νύμφη μου. Την ώρα που γύρισα πίσω μπορεί να μην γνώριζε ότι είχα χάσει τον πατέρα μου, γιατί δεν με ξαναείδε, Δεν ήξερε ποιος ήμουν. Και λέει μου: 'το ίδιο κεφάλι με τον πατέρα σου έχεις.' Συγνώμη αλλά εκείνη την ώρα εμένα μου έμπηξε το μαχαίρι στην καρδιά, εγύρισε το θέμας, πόνεσα πολλά, ταράχτηκα, θύμωσα, μπορεί να έβρισα. Δεν θυμούμαι ακριβώς αλλά σε καμία περίπτωση δεν την απείλησα. Κρατούσα το αντίδωρο εις το χέρι μου για όνομα του Θεού! Δεν την απείλησα, ούτε γύρισα προς το μέρος της οτιδήποτε. Έβρισα, ήρθε ο αδερφός μου έλα να πάμε σπίτι μας τζιαι κανεί. Τζιαι επήγαμε σπίτι μας.» Στα πλαίσια της αντεξέτασης του ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι η παραπονούμενη είχε συνοριακές διαφορές με τον πατέρα του για τις οποίες έγινα δύο διαδικασίες στο Κτηματολόγιο. Το σπίτι του πατέρα του χρησιμοποιείτο ως εξοχική κατοικία και ο ίδιος δεν είχε γνωρίσει προσωπικά προηγουμένως την παραπονούμενη. Αντεξεταζόμενος αναφορικά με την εξέλιξη του περιστατικού, ο κατηγορούμενος 1 αρνήθηκε ότι φώναξε ή ότι απείλησε την παραπονούμενη και αρνήθηκε συγκεκριμένα ότι ανέφερε τη φράση που καταγράφεται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας. Όταν η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής επέμενε, ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι η παραπονούμενη επινόησε τη συγκεκριμένη φράση. Επέμενε ότι «επήγα κοντά της, αλλά όχι δεν της φώναξα. εγώ την προσέγγισα με τον καλύτερο μου τρόπο. Δεν της φώναζα. Δεν της έχω φωνάξει». Αυτή είναι συνοπτικά η μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Μετά το πέρας της παρουσίασης της μαρτυρίας, συνήγοροι της κάθε πλευράς εξήγησαν και υποστήριξαν τις θέσεις τους. Η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής υποστήριξε ότι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί όπως τα κατέθεσε η παραπονούμενη καθώς και ότι η φράση που αποδίδεται στον κατηγορούμενο συνιστά απειλή για τους σκοπούς του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα. Η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ήταν διαφορετική. Υποστήριξε ότι η παραπονούμενη δεν κατέθεσε την αλήθεια στη μαρτυρία της και ότι τα γεγονότα έγιναν ως τα κατέθεσε ο κατηγορούμενος
  5. Συνεπώς, εισηγήθηκε, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της απειλής. Ακόμα όμως, εισηγήθηκε, και αν αποδεχθεί το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος 1 εκστόμισε τη φράση του κατηγορητηρίου, αυτή η φράση δεν έχει εκφοβιστικό χαρακτήρα. Προχωρώ επομένως στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Η αλήθεια της μαρτυρίας του ΜΚ1 δεν αμφισβητήθηκε. Είχε εξ άλλου, μάλλον, τυπικό χαρακτήρα και δεν αφορούσε άμεσα τα επίδικα γεγονότα. Ο ΜΚ1 δεν ήταν παρών κατά την εξέλιξη του περιστατικού, ήταν πρόσωπο χωρίς συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης και με πολύ περιορισμένη εμπλοκή, όπως ο ίδιος την εξήγησε. Θεωρώ ότι ήταν πρόσωπο αξιόπιστο. Συνεπώς αποδέχομαι την αλήθεια της μαρτυρίας του αν και η χρησιμότητα της είναι περιορισμένη. Εστιάζεται κυρίως στη λήψη καταθέσεων των εμπλεκομένων. Προχωρώντας, σημειώνω ότι το γεγονός ότι στις 15.8.2014 έλαβε χώρα ένα περιστατικό στον Πεδουλά μεταξύ του κατηγορούμενου 1 και της παραπονούμενης είναι κοινώς αποδεκτό και από τις δύο πλευρές. Αυτό στην παρουσία του πρώην κατηγορούμενου 2 και άλλων χωριανών, κοντά στην εκκλησία του χωριού. Κοινώς αποδεκτό είναι επίσης ότι το περιστατικό συνέβη πλησίον των όμορων ακινήτων της παραπονούμενης και του πατέρα του κατηγορούμενου 1 καθώς και ότι οι μεταξύ τους προηγούμενες διαφορές προέκυπταν από και αφορούσαν διαφωνίες σε σχέση με το κοινό σύνορο των ακινήτων τους. Επί των γεγονότων, διαφωνία υπάρχει αναφορικά με το τι λέχθηκε και έγινε εκατέρωθεν κατά την εξέλιξη του περιστατικού. Πριν προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου, σημειώνω το εξής. Σε κάθε ποινική υπόθεση το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων της κατηγορίας που προσάπτεται στον κατηγορούμενο, είναι και παραμένει στους ώμους της κατηγορούσας αρχής, η οποία οφείλει να το αποσείσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Για να αποφασιστεί εάν η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου 1 στον απαιτούμενο βαθμό πρέπει να προηγηθεί η αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το μέρος της μαρτυρίας που θα γίνει αποδεκτό, ως αξιόπιστο, θα οδηγήσει σε συγκεκριμένα ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα. Εάν τα ευρήματα αυτά κρίνονται επαρκή ώστε, με ασφάλεια και πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας, να στοιχειοθετούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος τότε η κατηγορούσα αρχή έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης της ενοχής του κατηγορούμενου
  6. Διαφορετικά ο κατηγορούμενος 1 πρέπει να αθωωθεί. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου
  7. Να σημειώσω ότι έχω δώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στην εσωτερική συνοχή, συνέπεια και πειστικότητα της μαρτυρίας τους, στην ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων, στη ιδιοσυγκρασία των μαρτύρων όπως διαφάνηκε στη διάρκεια της μαρτυρίας τους, στον τρόπο που απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν καθώς και τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Ξεκινώντας από τη παραπονούμενη, ΜΚ2, η γενική εικόνα που αναδύθηκε από τη μαρτυρία της είναι ότι είχε έντονα αρνητικά συναισθήματα προς τον πατέρα ειδικότερα και την οικογένεια γενικότερα του κατηγορούμενου
  8. Για την οικογένεια του κατηγορούμενου διαφάνηκε ότι οι διαφωνίες ξεκίνησαν από τις συνοριακές διαφορές τους. Αναφέρθηκε σε «πάρα πολλές καταγγελίες εκ μέρους μας, στην Αστυνομία, διότι από το 2007 μέχρι το 2014 που επήραν τόσο πολύ θάρρος να κάνουν την επίθεση σε εμάς, είχαν προηγηθεί πολλές περιπτώσεις, όπου οι άνθρωποι αυτοί μας απειλούσαν φυσικά με τις γροθιές τους και με εργαλεία». Σε άλλο σημείο της μαρτυρία της ανέφερε ότι «τους γνωρίζαμε εξ όψεως ότι ήταν οι άνθρωποι οι οποίοι χρησιμοποιούσαν, κατακρατούσαν το περιβόλι μας και μας απειλούσαν φυσικά και με δημόσιες εξυβρίσεις και κατάρες, γυναίκες και άντρες, από το 2007». Παράλληλα, είχε επίσης παράπονα από την αστυνομία για την οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων ότι «υπήρχαν μεγάλες δυσκολίες με τους αστυνομικούς οι οποίοι πάντοτε έδειχναν αδιαφορία να εκτελέσουν το καθήκον τους και να σημειώσουν τα γεγονότα.» Ισχυρίστηκε είχε γίνει προσπάθεια παραπλάνησης της από την αστυνομία ώστε να δηλώσει στην κατάθεση της, Τεκμήριο 8, ότι επιθυμούσε μόνο την αρχειοθέτηση της υπόθεσης. Όταν της ζητήθηκε να εξηγήσει γιατί η αστυνομία δεν διερευνούσε τις καταγγελίες της με τη δέουσα προσοχή, η μάρτυρας απάντησε «μπορεί να είναι η ανικανότητα τεμπελιό ή διαφθορά ή όλα μαζί, δεν έπρατταν το καθήκον τους.» Αναλογιζόμενη τη συνολική εικόνα της μαρτυρίας της, διακρίνω τάση για υπερβολές, θυματοποίηση του εαυτού της και της οικογένειας της, προσπάθεια μεγέθυνσης ή παρουσίασης γεγονότων με τον πιο επιβαρυντικό τρόπο για ολόκληρη την οικογένεια του κατηγορούμενου
  9. Υπήρχε διάχυτη μια επίμονη προσπάθεια να παρουσιάσει τη δική της οικογένεια ως αθώα θύματα υπέρμετρης βαρβαρότητας που υφίσταντο για χρόνια από την οικογένεια του κατηγορούμενου 1, με την ανοχή μάλιστα της αστυνομίας η οποία αρνείτο να τη βοηθήσει. Ενδεικτική η αναφορά της ότι «εδώ μιλούμε για hate crime. Είναι περίπτωση μίσους. Το τι μας συγκλόνισε τον Δεκαπενταύγουστο, τη θυγατέρα μου, που για έναν χρόνο είχε εφιάλτες και έκλαιγε και μας ρωτούσε how can people be so savages. Το τι μας συγκλόνισε ήταν το μίσος και το μίσος είχε και ρατσισμό, διότι φώναζαν γιατί να πηγαίνουμε εκκλησία, ο σύζυγος μου είναι Εβραίος, γιατί να πάμε εκκλησία. Έλεγε ο XXXXX μετάλαβα αλλά ο διάβολος είναι μπροστά μου.» Σε άλλο σημείο ανέφερε ότι «ήταν γείτονες αυτοί για τους οποίους θεωρούσαμε ότι συμπεριφέρονταν παράνομα, άνομα και ανήθικα, ρατσιστικά, σεξιστικά. Ήταν γεμάτοι μίσος, άλλα προσωπικές επαφές δεν είχαμε ποτέ. Από το 2007 και οι άντρες και οι γυναίκες μας απειλούσαν με τις γροθιές. Ένας εξ αυτών κρατούσε σβανά μέσα στο σπίτι μας και έρχονταν και οι γυναίκες τους δημοσίως μας εξύβριζαν ότι πηγαίνουμε εκκλησία, ότι ήντα σόι γυναίκα είμαι εγώ, ημέρα Δεκαπενταύγουστου κλπ. Άρα μόνο εξ όψεως γνωρίζαμε και εκ πείρας ότι αυτοί οι άνθρωποι διακατέχονται από μίσος, το μίσος ήταν ρατσιστικό, σεξιστικό και ταξικό, τωρά για ποιόν λόγο έχουν το μίσος. δεν είμαι εγώ που θα το αναγνωρίσω, αλλά ένα κράτος δικαίου πρέπει να προστατεύσει τους πολίτες του από επιθέσεις μίσους, για να μπορώ να μένω στην οικία μου με ασφάλεια και ησυχία, σε δημόσιους δρόμους με ασφάλεια και ησυχία και να είναι σεβαστό το δικαίωμα της περιουσίας.» Για τον κατηγορούμενο1 ειδικά, ανέφερε ότι για 10 περίπου λεπτά έβριζε την ίδια, τον σύζυγο και τη θυγατέρα τους και ότι «ήταν όντως πιο απειλητικός και ήρθε προς το μέρος μου εμένα και της κόρης μου ότι θα πρέπει να πεθάνουμε, με το χέρι του έτσι γροθιά και γι΄αυτό ήρθε ο αδερφός του ο Χαράλαμπος να τον συγκρατήσει. Και δύο άλλοι Πεδουλιώτες.» Πρόσθεσε επίσης ότι «η απειλητική διάθεση ήταν φανερή, οι άνθρωποι αυτοί με ανασηκωμένους ώμους, με γροθιές, με αγριότητα στο πρόσωπο. Δεν είναι δυνατό να το καταλάβεις. Βρίζοντας τον [σύζυγο μου] 'πεζεβέγκη', 'are you gay ρε', 'εν να σου ανοίξω την κκελλέ'. Είναι αδύνατο να μην τρομοκρατηθείς. Η θυγατέρα μου 21 χρονών, εγώ και ο σύζυγος μου και το τι μας τρομοκράτησε ήταν το μίσος. Αυτή ήταν επίθεση μίσους, δεν ήταν τα 5 εκατοστά του οικοπέδου ή τα 15 εκατοστά. Είναι μίσος και ρατσιστικό και σεξιστικό και ταξικό. Και υπήρχαν και βρισιές.» Περιγράφει το περιστατικό με τέτοιο τρόπο ώστε ξενίζει ότι σε κανένα σημείο της εξέλιξης του δεν αναφέρθηκε σε προσπάθεια της να απομακρυνθεί από το σημείο για να αποφύγει τον κατηγορούμενο 1 και να δώσει τέλος στον διαπληκτισμό. Αυτό, κρίνω, θα ήταν η λογική αντίδραση κάποιου ατόμου που ήταν τρομοκρατημένο από βάναυση και απρόκλητη επίθεση και απειλές που δέχεται. Δεν έπεισε όταν προσπάθησε να υποστηρίξει ότι η ίδια δεν είχε τσακωθεί ποτέ με την οικογένεια του κατηγορούμενου 1 και ότι καμία συμμετοχή είχε στην πρόκληση και εξέλιξη του επεισοδίου. Παραδέχεται ότι είχε προηγηθεί σχόλιο της ότι «κλέφτες» επενέβηκαν στην περιουσία της όμως επέμενε ότι επειδή δεν είχε αναφερθεί ονομαστικά στην οικογένεια των κατηγορούμενων, δεν μπορεί να το εξέλαβαν ως υβριστικό, προσβλητικό ή προκλητικό. Στα πλαίσια της αντεξέτασης της φάνηκε ότι μια εκ των αποφάσεων του Κτηματολογίου στις διαδικασίες που είχαν γίνει για επίλυση των συνοριακών τους διαφορών δεν ήταν της αρεσκείας της και αυτό ήταν κάτι που επέτεινε την αντιπάθεια της προς την οικογένεια και τις αντιπαραθέσεις της με αυτήν. Το συνδυασμένο αποτέλεσμα των πιο πάνω, δεν δείχνει ένα άτομο, αθώο θύμα της αγριότητας και απειλών του κατηγορούμενου
  10. Συνθέτει ένα πλέγμα αντιπαραθέσεων μεταξύ των δύο οικογενειών που προϋπήρχε, ευαισθησίες αναφορικά με τα όρια του κοινού συνόρου αφού και οι δύο πλευρές ήταν δυσαρεστημένες και ανικανοποίητες με τις αποφάσεις του Κτηματολογίου, σχολίων εκατέρωθεν και κακής πίστης και κλίματος μεταξύ τους. Ακόμα και αν η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος 1 δεν γνωρίζονταν προσωπικά, ωστόσο αναγνώρισαν ο ένας τον άλλο από τις περιστάσεις και η αντιπάθεια ήταν εμφανής. Το τελικό συμπέρασμα αναφορικά με την αξιοπιστία της μαρτυρίας της παραπονούμενης είναι ότι πείθει ότι έγινε το επίδικο περιστατικό, το οποίο είχε διάρκεια κάποιων λεπτών, στην παρουσία και άλλων συγχωριανών. Κατά τη διάρκεια του περιστατικού υπήρξαν εντάσεις, φωνές και προκλήσεις εκατέρωθεν, όπως και θυμός και αγανάκτηση. Στα πλαίσια του διαπλικτισμού η παραπονούμενη αναφέρθηκε σε «κλέφτες» που επεμβαίνουν στην περιουσία της και αυτό αποτέλεσε την έναρξη έντονης συζήτησης, αρχικά με τον πρώην κατηγορούμενο 2 και στη συνέχεια με τον κατηγορούμενο
  11. Κατά τη συζήτηση με τον κατηγορούμενο 1 έγινε αναφορά από την παραπονούμενη στον πατέρα του κατηγορούμενου που είχε αποβιώσει. Δυστυχώς όμως, ήταν τόσο διάχυτη η προσπάθεια μεγαλοποίησης των ενεργειών του κατηγορούμενου 1, του αδερφού του και της υπόλοιπης οικογένειας τους από τη μια και θυματοποίησης της ιδίας και της δικής της οικογένειας, που δεν είναι δυνατό να καθορίσω το ακριβές σημείο που σταματούσαν τα γεγονότα και ξεκινούσε η υπερβολή. Συνεπώς, παρά το ότι η παραπονούμενη ως μάρτυρας, κρίνεται γενικά ως αξιόπιστη, δεν μπορώ να δεχτώ το σύνολο της μαρτυρίας της και ειδικότερα δεν μπορώ να αποδεχτώ με ασφάλεια τους χαρακτηρισμούς και ενέργειες που αποδίδει στον κατηγορούμενο
  12. Η έντονη αντιπάθεια και αντιπαράθεση με την οικογένεια, που χρονολογείτο από το 2007 και η ένταση του διαπληκτισμού και επεισοδίου εκείνης της ημέρας - στο οποίο ήταν συμμέτοχη - επηρέασαν, θεωρώ, την αντικειμενικότητα και αντίληψη της. Δέχομαι μόνο τα σημεία που περιγράφω πιο πάνω στο τελικό μου συμπέρασμα της αξιολόγησης καθώς και πιο αναλυτικά στα ευρήματα που διατυπώνω στην πορεία. Αναφορικά με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου 1, φάνηκε από το σύνολο της μαρτυρίας του ότι εξερχόμενος από την εκκλησία και επιστρέφοντας στο σπίτι του, βρέθηκε αντιμέτωπος με τη σκηνή διαπληκτισμού μεταξύ του αδερφού του και της παραπονούμενης. Θεώρησε ότι η παραπονούμενη προσέβαλε τον ίδιο και την οικογένεια του και ο θυμός και αγανάκτηση του αυξήθηκε γιατί ήταν ακόμα πληγωμένος από τον πρόσφατο θάνατο του πατέρα του. Αισθάνθηκε ότι προκλήθηκε και προσβλήθηκε χωρίς να έχει δώσει δικαίωμα. Πιστεύω, και αυτή είναι η εντύπωση που δημιούργησε παρακολουθώντας τη μαρτυρία του, ότι η αναστάτωση, αγανάκτηση και θυμός που αισθάνθηκε τον οδήγησαν στο να υψώσει τον τόνο της φωνής του και, ενδεχομένως στα πλαίσια της έντονης συζήτησης, να χρησιμοποίησε φράσεις, λέξεις ή χαρακτηρισμούς που να προκάλεσαν ή να προσέβαλαν την παραπονούμενη ή το σύζυγο της. Υπήρχαν ασυνέπειες στη μαρτυρία του επί ουσιαστικού σημείου. Συγκεκριμένα, ενώ σε κάποιες απαντήσεις του παραδέχτηκε και δήλωσε ότι υψώθηκαν οι τόνοι και μπορεί να φώναξε και να ύβρισε, σε άλλα σημεία υποστήριξε ότι δεν είχε φωνάξει στην παραπονούμενη. Καταληκτικά, παρά το ότι αξιολογώ γενικά τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη δεν μπορώ να την αποδεχτώ στην ολότητα της. Ειδικότερα δεν μπορώ να δεχτώ το προαναφερόμενο μέρος της μαρτυρίας στο οποίο δεν ήταν συνεπής και σταθερός στις θέσεις και αναφορές του. Η κατάληξη επί της αξιολόγησης της μαρτυρίας της παραπονούμενης αλλά και του κατηγορούμενου 1 περιορίζει εκ των πραγμάτων τα γεγονότα επί των οποίων μπορώ να προβώ σε θετικά ευρήματα. Ειδικότερα παρά το ότι προκύπτει ότι υπήρξε έντονη συζήτηση και λογομαχία, δεν είμαι σε θέση να διατυπώσω συγκεκριμένα ευρήματα για λέξεις και φράσεις του κατηγορούμενου 1 ή συγκεκριμένες του ενέργειες. Αυτά τα κενά είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα των αδυναμιών που εντόπισα στην προσαχθείσα μαρτυρία. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης, πέραν των γεγονότων που είναι κοινώς αποδεκτά όπως τα σημειώνω στην αρχή της απόφασης μου, προκύπτουν και τα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα: (α) Την επίδικη ημέρα περί ώρα 1000 στον Πεδουλά, η παραπονούμενη με το σύζυγο και τη θυγατέρα τους εξήλθαν από την κατοικία τους και κατευθυνόταν προς την εκκλησία του χωρίου. (β) Συναντήθηκαν με κάποιο χωριανό στον οποίο εξέφρασαν αγανάκτηση για ζημιές που είχαν διαπιστώσει στην περίφραξη του ακινήτου τους. Η παραπονούμενη αναφέρθηκε σε «κλέφτες» που προκαλούν ζημιές στην περιουσία της. (γ) Το ακίνητο τους γειτνίαζε με ακίνητο που ανήκε στον πατέρα του κατηγορούμενου 1, ο οποίος είχε κατά τον επίδικο χρόνο είχε πεθάνει. Η κατοικία του χρησιμοποιείτο ως εξοχική κατοικία από τον κατηγορούμενο 1, τον αδερφού του, πρώην κατηγορούμενο 2, και τις οικογένειες τους. (δ) Το σχόλιο που είχε κάνει η παραπονούμενη αναφορικά με «κλέφτες» το άκουσε ο πρώην κατηγορούμενος 2 ο οποίος το εξέλαβε ως προσβλητικό για την οικογένεια του. Βρισκόταν τότε στη βεράντα της κατοικίας του πατέρα του και, όταν άκουσε το σχόλιο, πλησίασε την παραπονούμενη για να της ζητήσει το λόγο. Ακολούθησε διαπληκτισμός μεταξύ τους. (ε) Εκείνη την ώρα ο κατηγορούμενος 1 εξερχόταν της εκκλησίας. Μαζί του ήταν η νύφη του (σύζυγος του πρώην κατηγορούμενου 2) με το βρέφος της και τα άλλα παιδιά των δύο οικογενειών. Ο κατηγορούμενος 1 αντιλήφθηκε τη συζήτηση της παραπονούμενης με τον αδερφό του και τους πλησίασε. (στ) Ο σύζυγος της παραπονούμενης, χρησιμοποιώντας το κινητό του τηλέφωνο, φωτογράφιζε και βιντεογραφούσε το περιστατικό. (ζ) Ο κατηγορούμενος 1 άκουσε την παραπονούμενη να αναφέρεται στον αποβιώσαντα πατέρα του με τρόπο που εξέλαβε ως προσβλητικό και αναστατώθηκε με τις αναφορές αυτές. Ακολούθησε μεταξύ τους έντονη συζήτηση στην παρουσία μελών των οικογενειών τους και άλλων συγχωριανών, η οποία διήρκησε αρκετά λεπτά. Τελικά το περιστατικό έληξε με την αποχώρηση του κατηγορούμενου 1 από τη σκηνή. (η) Η παραπονούμενη δεν γνώριζε προσωπικά ή ονομαστικά τον κατηγορούμενο 1 και τον αδερφό του. Κατάλαβε όμως ότι επρόκειτο για τους υιούς του γείτονα της. Το ίδιο ίσχυε και αντίστροφα. (θ) Η παραπονούμενη προέβη σε καταγγελία την αστυνομία στις 19.8.2014 (Τεκμήριο 6). Έδωσε δεύτερη κατάθεση για το περιστατικό στις 25.8.2016 (Τεκμήριο 7) και Τρίτη κατάθεση στις 11.7.2016 (Τεκμήριο 8). Παραμένει να εξεταστεί εάν τα πιο πάνω ευρήματα στοιχειοθετούν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος
  13. Σύμφωνα με το άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το αδίκημα της απειλής συντελείται όταν πρόσωπο «προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη». Για να αποδειχθεί το εν λόγω αδίκημα θα πρέπει (α) να υπάρχει απειλή για βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, (β) η οποία να προκαλεί στον άλλον τρόμο ή ανησυχία. Το τι συνιστά «απειλή» είναι ζήτημα πραγματικό που αποφασίζεται σε συνάρτηση με τα γεγονότα και δεδομένα της κάθε υπόθεσης[1]. Η ΜΚ2 με τη μαρτυρία της αναφέρθηκε στις ενέργειες που αποδίδει στον κατηγορούμενο 1 προς την ίδια. Αναφέρθηκε σε φράσεις που κατ΄ ισχυρισμό εκφώνησε προς αυτήν και σε ισχυριζόμενες πράξεις και χειρονομίες του. Οι αναφορές αυτές της παραπονούμενης αμφισβητούνται από την πλευρά της υπεράσπισης. Έχω επίσης σημειώσει ότι στη μαρτυρία του ο κατηγορούμενος 1 αρνήθηκε ότι απείλησε την παραπονούμενη. Οι αδυναμίες στη μαρτυρία της παραπονούμενης που έχω σημειώσει πιο πάνω, δεν επέτρεψαν την εξαγωγή ευρημάτων σε σχέση με τις ακριβείς ενέργειες του κατηγορούμενου 1 και τις φράσεις που ενδεχομένως αυτός εκστόμισε. Εφαρμόζοντας κατ' αναλογία το σκεπτικό της Ντζιαν Νετζιηπ ν Αστυνομία

(1992)2 ΑΑΔ 1992, η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Στην προκειμένη περίπτωση δεν κατέστη δυνατή η διαμόρφωση ευρημάτων αναφορικά με συγκεκριμένες φράσεις που ενδεχομένως χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος 1 ή συγκεκριμένες ενέργειες του. Συνεπώς υπάρχει πραγματική αδυναμία να αξιολογηθεί κατά πόσο η συμπεριφορά του, αντικειμενικά κρινόμενη, θα μπορούσε να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι συνιστούσε απειλή. Επιπρόσθετα, ακόμα και αν ο κατηγορούμενος 1 είχε αναφέρει τη φράση που του αποδίδεται στο κατηγορητήριο, δεν έχει καταδειχθεί με ποιο τρόπο η φράση αυτή συνιστά απειλή για βία ή άλλη παράνομη πράξη. Η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Επί αυτού είναι σχετικό το σκεπτικό της DPP v Ramos [2000] Lexis Citation
  1. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε το αδίκημα Fear or Provocation of Violence, s.4, του Αγγλικού Public Order Act 1986 που είναι αντίστοιχο με το αδίκημα της απειλής του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα. Στην υπόθεση εκείνη τονίστηκε ότι αυτό που έχει καίρια σημασία είναι η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου, παρά η στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας σε σύντομο χρόνο. Επομένως, απειλή για βία ή τέλεση παράνομης πράξης από τον κατηγορούμενο προς τον απειλούμενο υπάρχει εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι στον απειλούμενο προκλήθηκε αίσθημα τρόμου ή ανησυχίας και ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση εκφοβισμού, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει την πράξη βίας ή την παράνομη πράξη. Το Δικαστήριο για να καταλήξει σε συμπεράσματα ύπαρξης πρόθεσης εκφοβισμού και πρόκλησης τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο θα πρέπει να εξετάσει όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν το συμβάν εκστόμισης ή διαβίβασης της απειλής, τη φύση της απειλής, τις περιστάσεις των εμπλεκομένων και τη συμπεριφορά τους πριν, κατά την εξέλιξη του συμβάντος αλλά και μετά. Επανερχόμενη στην υπό κρίση περίπτωση, από τα ευρήματα διαφαίνεται ότι υπήρξε λεκτική αντιπαράθεση μεταξύ του κατηγορούμενου 1 και της παραπονούμενης. Το περιστατικό δεν ήταν μια μονόπλευρή «επίθεση» του κατηγορούμενου 1 εις βάρος της παραπονούμενης. Το περιστατικό ξεκίνησε όταν η παραπονούμενη χρησιμοποίησε φράσεις και χαρακτηρισμούς που εκλήφθηκαν αρχικά από τον πρώην κατηγορούμενο 2 και στη συνέχεια από τον κατηγορούμενο 1 ως προσβλητικές για την οικογένεια τους. Παρά το ότι η παραπονούμενη δεν κατονόμασε τους «κλέφτες» στους οποίους αναφέρθηκε, ήταν φανερό από τη συζήτηση που ακολούθησε ότι εννοούσε την οικογένεια του κατηγορούμενου. Στην πορεία, η παραπονούμενη αναφέρθηκε στον αποβιώσαντα πατέρα του κατηγορούμενου 1, κάτι που τον αναστάτωσε περαιτέρω. Σύμφωνα με την παραπονούμενη, το περιστατικό είχε διάρκεια αρκετών λεπτών και στη εξέλιξη του υπήρχε έντονη συζήτηση, ο σύζυγος της φωτογράφιζε και βιντεογραφούσε ενώ ήταν παρόντες διάφοροι συγχωριανοί. Σε κανένα σημείο η παραπονούμενη ανέφερε ότι η ίδια προσπάθησε να αποχωρήσει από το χώρο ή να αποφύγει τον κατηγορούμενο
  2. Αυτό παρά την αναφορά της ότι είχε τρομοκρατηθεί από τις απειλές και ενέργειες του. Αυτά τα δεδομένα δείχνουν ότι και οι δύο πλευρές ήταν συμμέτοχες στα όσα συνέβησαν καθ΄ όλη τη διάρκεια του επεισοδίου. Ο κατηγορούμενος 1, όπως προκύπτει από τα ευρήματα, δεν είχε προσχεδιάσει τη συνάντηση του με την παραπονούμενη, η οποία ήταν μάλλον τυχαία αφού συνέβη όταν η παραπονούμενη συζητούσε με τον πρώην κατηγορούμενο 2 ενώ ταυτόχρονα ο κατηγορούμενος 1 εξήλθε της εκκλησίας και επέστρεφε σπίτι. Δεν είχε επιδιώξει το περιστατικό το οποίο ξεκίνησε από σχόλιο της παραπονούμενης. Και οι δύο πλευρές παρέμειναν και συζητούσαν έντονα. Το περιστατικό έληξε τελικά με την αποχώρηση του κατηγορούμενου
  3. Αυτά τα δεδομένα και γενικά οι συνθήκες υπό τις οποίες έγινε ο διαπληκτισμός, κρίνω ότι δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν πρόθεση του κατηγορούμενου 1, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας να χρησιμοποιήσει τη φράση του κατηγορητηρίου ως απειλή άσκησης βίας ή παράνομης πράξης προς την παραπονούμενη με σκοπό να της προκαλέσει τρόμο ή ανησυχία, στην έννοια του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα[2]. Καταληκτικά, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, καταλήγω ότι η μαρτυρία δεν στοιχειοθετεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη διάπραξη του αδικήματος από τον κατηγορούμενο
  4. Ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. ............ Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] H v. DPP [2002] 1 AC 285 HL [2] Κατ΄αναλογία Kallenos v Police
(1969)2 CLR 210 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.