← Κύπρος

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 239/20, 28/9/2020

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 239/20, 28/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2020:11 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Μ. Αμπίζας, Π.Ε.Δ. Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Α.Ε.Δ. Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 239/20 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α v. 1. XXXXX ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ 2. XXXXX DYDI Κατηγορουμένων. ------------------------- Ημερομηνία: 28 Σεπτεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Κουτσόφτας Για τον Κατηγορούμενο αρ. 1: κ. A. Πελεκάνος Για τον Κατηγορούμενο αρ. 2: κ. Α. Δημητρίου Κατηγορούμενοι 1, 2 παρόντες ------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Μειοψηφίας) Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν τέσσερεις συνολικά κατηγορίες που αφορούν συνωμοσία για φόνο, απόπειρα φόνου και κατοχή πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β και εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια κατοχής. Το τι αποδίδεται στους κατηγορούμενους αφορά την περίοδο Οκτωβρίου 2017 έως 20.11.2017 και το ότι μαζί με τρίτο κατονομαζόμενο πρόσωπο συνωμότησαν να φονεύσουν τον παραπονούμενο, ενώ την 20.11.2017 αποπειράθηκαν παράνομα να επιφέρουν το θάνατο του παραπονούμενου πυροβολώντας τον με πυροβόλο όπλο. Συναφώς, είχαν, στις 20.11.2017, στην κατοχή τους, χωρίς άδεια, ένα πιστόλι αγνώστων στοιχείων και πέντε φυσίγγια πιστολιού. Το κατηγορητήριο, στην παρούσα υπόθεση, καταχωρήθηκε στις 5.3.2020 και οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν ενοχή. Το Κακουργιοδικείο, υπό άλλη σύνθεση, όρισε την υπόθεση για ακρόαση στις 30.6.2020. Τέθηκε θέμα κράτησης των κατηγορούμενων, στο οποίο υπήρξε ένσταση, και το Κακουργιοδικείο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια αποφασίζοντας την κράτηση των κατηγορουμένων για τους λόγους που ανέλυσε στη σχετική απόφαση του, ημερ. 6.3.2020. Η εν λόγω απόφαση εφεσιβλήθηκε από τους κατηγορούμενους και επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. (Ποιν. Έφ. 31 και 32/20, ημερ. 29.6.20). Λόγω αδυναμίας έναρξης της ακρόασης, κατά την 30.6.2020, η υπόθεση ορίστηκε στις 25.9.2020 για ακρόαση. Τέθηκε αίτημα συνέχισης της κράτησης στο οποίο υπήρξε, και πάλι, ένσταση. Το Κακουργιοδικείο, (με την ίδια σύνθεση ως και προηγουμένως, στην απουσία, εκτάκτως όμως, ενός μέλους του), για τους λόγους που ανέλυσε στην ενδιάμεση απόφασή του, ημερομηνίας 30.6.2020, διέταξε και πάλι την κράτηση των κατηγορουμένων μέχρι τη δίκη τους. Το Ανώτατο Δικαστήριο, στις Ποινικές Εφέσεις 103 και 104/20, στις 3.9.2020, κατά πλειοψηφία επικύρωσε την απόφαση του Κακουργιοδικείου. Κατά την 25.9.2020, το Κακουργιοδικείο συνεδρίασε υπό την παρούσα σύνθεση. Η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε και στο πέρας της δικασίμου, μετά που προγραμματίστηκε η συνέχιση της ακρόασης, ζητήθηκε όπως οι κατηγορούμενοι παραμείνουν υπό κράτηση. Οι κατηγορούμενοι έφεραν ένσταση στο αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής. Προτού παραθέσω τα όσα αφορούν το υπό κρίση αίτημα, εφόσον πρόκειται για τρίτη φορά που εξετάζεται το θέμα, ορθό θα ήταν να συνοψιστεί το σχετικό οδοιπορικό για σκοπούς καλύτερης κατανόησης και εξέτασης της ουσίας του θέματος, χωρίς την αχρείαστη επανάληψη θέσεων και στοιχείων. Τέτοια σύνοψη παρατίθεται στην απόφαση πλειοψηφίας στις Ποιν. Εφ. 103 και 104/20, ως εξής: «Το Κακουργιοδικείο σε απόφαση του ημερ. 6.3.2020 έκρινε πως οι δύο εφεσείοντες θα έπρεπε να παραμείνουν υπό κράτηση μέχρι τη δίκη τους. Η απόφαση αυτή εφεσιβλήθηκε και το Εφετείο στις 29.6.2020 επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση1. Να σημειωθεί πως το Κακουργιοδικείο στην ως άνω απόφαση του είχε θεωρήσει την κράτηση αναγκαία σε δύο ξεχωριστούς πυλώνες, δηλαδή του κινδύνου φυγοδικίας αφενός και του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων, αφετέρου. Η εφετειακή επικύρωση κάλυψε μόνο τον κίνδυνο φυγοδικίας, αφού σύμφωνα με το Εφετείο, η διαπίστωση της ορθότητας της πρωτόδικης κρίσης με αναφορά στον κίνδυνο φυγοδικίας οδηγούσε εν πάση περιπτώσει στην απόρριψη των εφέσεων, οπότε το θέμα δεν εξετάστηκε περαιτέρω. Στις 30.6.2020 η υπόθεση, επανερχόμενη στο Κακουργιοδικείο για ακρόαση, δυστυχώς αναβλήθηκε λόγω έκτακτου σοβαρού κωλύματος μέλους του Κάκουργιοδικείου, ασθένειας της συνηγόρου της Δημοκρατίας και με την ταυτόχρονη επισήμανση του Κακουργιοδικείου πως προηγείτο συνεχιζόμενη ακρόαση. Προγραμματίστηκε η νέα ημερομηνία ακρόασης για τις 25.9.2020. Όταν ζητήθηκε εκ νέου η κράτηση των εφεσειόντων με επίκληση μόνο του κινδύνου φυγοδικίας, οι δικηγόροι υπεράσπισης έφεραν ένσταση, στη βάση του ότι, στο διαρρεύσαντα χρόνο, μαρτυρία-κατάθεση συγκεκριμένου μάρτυρα που ήταν επιβεβαιωτική της μαρτυρίας του παραπονούμενου είχε «αποσυρθεί». Πρόκειται για την κατάθεση του ΜΚ35 ο οποίος με ένορκη δήλωση του ημερ. 18.6.2020 απέσυρε την προηγούμενη του κατάθεση η οποία ήταν στηρικτική της εκδοχής του παραπονούμενου, επικαλούμενος ως αιτία αυτής, απειλές που δέχτηκε στον ουσιώδη χρόνο από τον τελευταίο. Η απόσυρση αυτή είχε, κατά τους ευπαίδευτους συνηγόρους, καταλυτική επίδραση επί της πιθανότητας καταδίκης αφού ενδυνάμωνε την πιθανότητα αθώωσης. Διαφορετική προσέγγιση, κατά την εισήγηση, θα έπληττε το τεκμήριο της αθωότητας. Βασικά τα πιο πάνω αποτελούν τον πυρήνα και την ουσία όλων των λόγων έφεσης, ομού με το θέμα της χρονικής παράτασης της κράτησης ενόψει της αναβολής μέχρι τη νέα ημερομηνία. Έσφαλε, κατά την άποψη τους, το Κακουργιοδικείο στην σύντομη και χωρίς επαρκή - πάντα κατά την θέση τους - απόφαση, όταν κατέληξε στα εξής: «Τώρα, όσον αφορά την ουσία του σημερινού αιτήματος και στο κατά πόσο έχουν διαφοροποιηθεί ουσιαστικά τα δεδομένα από την απόφαση μας ημερομηνίας 6.03.20 ώστε να μην δικαιολογείται η κράτηση, σημειώνουμε ότι σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση μας αλλά και αυτήν του Εφετείου που την επικύρωσε, είναι η κατάθεση του παραπονούμενου ημερομηνίας 27.01.20 που συνιστά την βασική μαρτυρία, στην οποία βασίζεται κατά κύριο λόγο η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής και είναι στη δύναμη αυτής που εξετάστηκε η πιθανότητα καταδίκης. Αυτό με τις αναγκαίες εξηγήσεις βέβαια από τον παραπονούμενο, γιατί δεν δόθηκε αρχικά το όνομα των κατηγορουμένων, αλλά και με την επισήμανση της αρχικής αναφοράς σε κομμώτρια, που σύμφωνα με μαρτυρίες τρίτων προσώπων, αναφέρεται στον κατηγορούμενο 1. Η πιο πάνω κύρια μαρτυρία του παραπονουμένου επιβεβαιώθηκε βέβαια και από τη μαρτυρία του ΜΚ35, όπως αναφέρεται στην απόφαση μας ημερομηνίας 6.03.20. Η επιβεβαίωση αυτή σήμερα έχει αποσυρθεί με αναφορές σε απειλές από τον παραπονούμενο για να δοθεί αυτού του είδους η μαρτυρία». Δόθηκε ιδιαίτερη σημασία από τους δικηγόρους στις τελευταίες παραγράφους της απόφασης του Κακουργιοδικείου: «Κατά την άποψη μας όμως η απόσυρση αυτής της κατάθεσης του ΜΚ35 δεν μειώνει σημαντικά την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, σε βαθμό που να αδυνατίζει την πιθανότητα καταδίκης. Η δύναμη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής σύμφωνα με την απόφαση μας αλλά και αυτή του Εφετείου, που δικαιολογεί την πιθανότητα καταδίκης, στηρίζεται κατά βάση στην κατάθεση του παραπονουμένου ημερομηνίας 27.01.20 και αυτό το στοιχείο δεν έχει αλλάξει. Η αλλαγή της κατάθεσης του ΜΚ35 κατά την κρίση μας δεν επηρεάζει σημαντικά την πιθανότητα καταδίκης. Έτσι παρά τη νέα κατάθεση/ένορκη δήλωση του ΜΚ35, κρίνουμε ότι από το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό, το οποίο εξετάζουμε αντικειμενικά και εξ όψεως, εξακολουθεί να προκύπτει η πιθανότητα καταδίκης και των δύο κατηγορουμένων. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την πιθανή αυστηρή ποινή που μπορεί να επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης, δικαιολογεί τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ο κίνδυνος φυγοδικίας». (Σημειώνεται ότι δυνάμει του άρθρου 214(
  2. a)του Π.Κ. η προνοούμενη ποινή για απόπειρα φόνου, είναι ισόβια).» Το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής βασίστηκε και πάλι στον κίνδυνο μη προσέλευσης των κατηγορούμενων στη δίκη, όμως προστέθηκε και εισήγηση για πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων. Ως προς την πρώτη βάση, ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή αναφέρθηκε στην επικύρωση της απόφασης του Κακουργιοδικείου στις δύο προαναφερόμενες εφέσεις και τη πιθανολόγηση που προκύπτει από τα στοιχεία στους φακέλους του Δικαστηρίου, τα οποία δεν έχουν αλλάξει. Υπέδειξε, ταυτόχρονα, το ότι η διαδικασία έχει ξεκινήσει. Περαιτέρω δε, βασίστηκε σε πληροφόρηση που φανερώνει πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων και στο ότι εκκρεμεί ένταλμα σύλληψης του αναφερόμενου στις κατηγορίες τρίτου προσώπου. Προς τούτο, κατατέθηκαν, ενώπιον του Κακουργιοδικείου, τα έγγραφα 1 και 2. Το έγγραφο 2 αφορά τον όρκο και ένταλμα σύλληψης του εν λόγω τρίτου προσώπου, ενώ το έγγραφο 1 αποτελεί έγγραφο, ημερ. 21.7.2020, το οποίο αναφέρει ότι είναι εμπιστευτικό. Σ' αυτό αναφέρεται ότι υπάρχει πληροφορία ότι ο λόγος που ο ΜΚ35 απέσυρε την κατάθεσή του είναι διότι πήρε το χρηματικό ποσό των €100.000. Αναφέρεται, περαιτέρω, ότι, σύμφωνα με την πληροφορία, τα μισά χρήματα δόθηκαν από συγκεκριμένο κατονομαζόμενο πρόσωπο, ενώ είναι άγνωστη η προέλευση του υπολοίπου χρηματικού ποσού. Τέλος, ο πληροφοριοδότης κρίνεται αξιόπιστος, αφού συνεργάστηκε ξανά με την Αστυνομία με θετικά αποτελέσματα. Από την πλευρά τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι για τους κατηγορούμενους 1 και 2, κατ' ουσίαν επανέλαβαν την προηγούμενη επιχειρηματολογία τους, με αναφορά στη νομολογία και το περιεχόμενο, ιδιαίτερα, της απόφασης της μειοψηφίας στις Ποιν. Εφ. 103 και 104/20. Περαιτέρω δε, βάσισαν την ένστασή τους στην εκ νέου αλλαγή των δεδομένων αφού πρόσωπο που αποτελεί μέρος των εξηγήσεων του παραπονούμενου για τη μη κατονομασία των κατηγορουμένων αρχικά και την κατ' ισχυρισμόν παραδοχή των αδικημάτων, με κατάθεσή του, δεν επιβεβαιώνει τον παραπονούμενο. Η εν λόγω ανακριτική κατάθεση του εν λόγω προσώπου κατατέθηκε ως έγγραφο 3. Είναι ουσιαστικά η θέση της υπεράσπισης ότι κατά τη διεργασία της εξέτασης του ζητήματος κράτησης, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει όλα τα στοιχεία μαρτυρίας, στην όψη τους, για να εξηγήσει πως αξιολογεί τη δύναμη της μαρτυρίας. Κι όλα αυτά, έχοντας ως βάση το τεκμήριο της αθωότητας. Με τα δεδομένα, ως εισηγήθηκαν, στην όψη τους, θα πρέπει να αποφασισθεί που γέρνει η ζυγαριά. Στην προκειμένη περίπτωση, και με τα νέα δεδομένα ως προκύπτουν, δεν δικαιολογείται η κράτηση. Δήλωσαν επίσης ετοιμότητα όπως οι κατηγορούμενοι τεθούν σε κατ' οίκον περιορισμό, ελεγχόμενο με βραχιολάκι. Στις πολυσέλιδες αγορεύσεις τους, οι συνήγοροι θέτουν σωρεία ερωτημάτων αλλά και στοιχείων που αντιστρατεύονται της μαρτυρίας και θέσεων που προωθεί η Κατηγορούσα Αρχή. Αναφορικά, τέλος, με την εισήγηση για ύπαρξη πιθανότητας επηρεασμού μαρτύρων, αμφισβητήθηκε η επάρκεια αυτού που τίθεται ως πληροφορία. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι για να διαταχθεί η κράτηση ενός κατηγορούμενου μέχρι τη δίκη, θα πρέπει να συντρέχει ένας, έστω, από τους ακόλουθους παράγοντες: (α) πιθανότητα μη προσέλευσης στη δίκη (β) πιθανότητα διάπραξης του ιδίου ή άλλου αδικήματος στο μεσοδιάστημα (γ) πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος (βλ. Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας

(1997)2 Α.Α.Δ. 109). Βασική αρχή παραμένει ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος εκτός αν καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο. Ο κανόνας είναι ότι ο κατηγορούμενος παραμένει ελεύθερος, με ανάλογους όρους εγγύησης, με την κράτηση να αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου
(2001)2 Α.Α.Δ. 373, Ανδρέας Καραγιώργης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 92). Ο παράγοντας της πιθανότητας μη προσέλευσης στη δίκη συναρτάται από τη σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, την πιθανότητα καταδίκης του με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία και την ποινή που δυνατόν να επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης. Στην υπόθεση Θεοδωρίδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139, τονίστηκε ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του κατηγορούμενου να αποφύγει τη δίκη. Ως επισημαίνεται στην υπόθεση Μαυρομιχάλη κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 31/2020, 32/2020 ημερ. 29.6.20, πρωταρχικό μέλημα του Ποινικού Δικαστηρίου είναι να διασφαλιστεί η παρουσία του κατηγορούμενου στο Δικαστήριο στον καθορισμένο χρόνο και τόπο για την εκδίκαση της υπόθεσής του. Στην Suleyman κ.α. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 20/2020 και 122/2020, απόφαση ημερομηνίας 11.8.2020 το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι η σοβαρότητα του αδικήματος αποτελεί σημαίνοντα παράγοντα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, υπό την αίρεση πάντα της προσέγγισης ότι η πρώτη επιλογή είναι η απόλυση με εγγύηση. Οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα ισχυριζόμενα αδικήματα διαδραματίζουν επίσης ρόλο στην κρίση του στοιχείου της μη προσέλευσης κατά τη δίκη (βλέπε Καννά κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 144). Άλλοι σχετικοί παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι εκείνοι που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορούμενου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς αλλά και άλλων ειδών δεσμούς με την Κύπρο (βλέπε Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109), χωρίς, όμως, να αφήνονται να υπερφαλαγγισουν το γενικό δημόσιο συμφέρον προς απονομή της ποινικής δικαιοσύνης (βλέπε Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Για την διαπίστωση ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγηση του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, εφόσον δεν αποφασίζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. Στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο αποφασίζει μόνο αν η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη (βλέπε Μαλά ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 135. Όσον αφορά την πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων, εκείνο που εξετάζεται είναι κατά πόσο οι φόβοι της Αστυνομίας για επηρεασμό μαρτύρων είναι εύλογα δικαιολογημένοι με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα [βλ. Σιημητρά κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 397]. Κριτήριο είναι οι πιθανοί κίνδυνοι να επηρεαστούν μάρτυρες. Στην υπόθεση Μακαρίτης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 90 τονίστηκε πως η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει ότι θα υπάρξει επηρεασμός μαρτύρων κατηγορίας αν ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος. Εκείνο που εξετάζεται είναι κατά πόσο υπάρχουν ουσιαστικοί λόγοι που μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Τονίστηκε ακόμη ότι δεν είναι απαραίτητη η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας για να στοιχειοθετηθεί ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να βασιστεί στο περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου και από το σύνολο των στοιχείων να επικαλεστεί εκείνα τα στοιχεία που μπορούν να υποστηρίξουν την εισήγηση της για τον κίνδυνο επηρεασμού. Στην υπόθεση Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 736 κρίθηκε ότι υπήρχε κίνδυνος επηρεασμού της παραπονούμενης λόγω της στενής συγγένειας που ο κατηγορούμενος είχε με την οικογένεια της. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν θα ήμουν σε θέση να θεωρήσω ότι υφίσταται τέτοια πιθανότητα. Παρά τη συγκεκριμενοποίηση του περιεχομένου του ισχυρισμού, το έγγραφο 1 είναι τόσο αόριστο ως προς την προέλευση και πηγή του που δεν θα μπορούσε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ώστε να οδηγηθεί σε συμπέρασμα ύπαρξης τέτοιας πιθανότητας. Επομένως παραμένει προς εξέταση ο κίνδυνος μη προσέλευσης στη δίκη. Έχοντας συνοψίσει τις βασικές αρχές του θέματος, οι οποίες άλλωστε αποτέλεσαν αντικείμενο τόσο στις δύο προηγούμενες αποφάσεις του Κακουργιοδικείου, όσο και στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις ως άνω εφέσεις, προχωρώ με τα υπό κρίση θέματα. Κατά πρώτον, θεωρώ ότι θα πρέπει να λεχθεί η υποχρέωση του Δικαστηρίου να εξετάζει και αιτιολογεί την απόφασή του για κράτηση ή μη όποτε το θέμα εξετάζεται, μέσα στις ορθές νομολογιακά καθορισμένες παραμέτρους. Όπως αναφέρεται στη νομολογία, υφίσταται ανάγκη αιτιολόγησης κράτησης για κάθε νέα περίοδο κράτησης και δεν είναι άτοπη η επανεξέταση όλων των δεδομένων (βλ. Σπανού κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 281). Περαιτέρω, είμαι της άποψης ότι το χρονικό σημείο που εξετάζεται, έστω εκ νέου, το θέμα, ήτοι με το πέρας της πρώτης μέρας της ακροαματικής διαδικασίας, δεν εμποδίζει την εξέταση του. Πέραν του δικαιώματος που δίδει στο Δικαστήριο το άρθρο 157
(1)ντου περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, να απολύει με εγγύηση κάθε πρόσωπο και σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας αν θεωρεί ότι είναι σωστό, το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου κρίνεται το υπό εξέταση θέμα, παραμένει στο επίπεδο της πιθανολόγησης στη βάση εξέτασής του στην όψη του, χωρίς να τίθεται θέμα αξιολόγησης ή επηρεασμού των στοιχείων μαρτυρίας. Περαιτέρω, οι σε δύο περιπτώσεις απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε αντίστοιχες εφέσεις δεν καθιστά μη επιτρεπτή την εξέταση εκ νέου του θέματος. Αφενός, τίθεται θέμα εκ νέου διαφοροποίησης των δεδομένων και αφετέρου, ως είναι νομολογημένο, το Εφετείο δεν επεμβαίνει κατά κανόνα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, εκτός αν αυτή ασκήθηκε με μη επιτρεπτό τρόπο. Ως εξηγείται στην απόφαση της πλειοψηφίας στις Ποιν. Εφ. 103 και 104/20: «Δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου με αφετηρία βεβαίως την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση είναι μέτρο κατ΄ εξαίρεση. Eπέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα. Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, ποιν.εφ. 120/20, 11.8.20)». Επί της κρίσης του Κακουργιοδικείου, μετά την απόσυρση από τον ΜΚ35 της υποστηριχτικής για την εκδοχή του παραπονούμενου κατάθεσης, η πλειοψηφία του Ανώτατου Δικαστηρίου ανέφερε ότι «. η μαρτυρία του παραπονούμενου που ενέπλεκε τους εφεσείοντες ήταν υφισταμένη και παραμένει εντός του μαρτυρικού υλικού. Στην όψη της και χωρίς αξιολόγηση η οποία δεν είναι επιτρεπτή στο παρόν στάδιο θεμελίωνε πιθανότητα καταδίκης.». Έκρινε δε, ότι: «Έχοντας εξετάσει την εκκαλούμενη απόφαση υπό το πρίσμα των πιο πάνω αρχών δεν βρίσκουμε ο,τιδήποτε το μεμπτό στον τρόπο που άσκησε την διακριτική του ευχέρεια το Κακουργιοδικείο, ούτε θεωρούμε ότι είχε υποχρέωση να προβεί σε τέτοια λεπτομερή ανάλυση της μαρτυρίας. Δεν έχουμε διαγνώσει ούτε εσφαλμένη εφαρμογή αρχών και κριτηρίων ούτε παρείσφρυσαν στη σκέψη του Κακουργιοδικείου εξωγενείς παράγοντες. Θα λέγαμε δε, πως το σύντομο της αιτιολογίας συνάδει και με την ορθή νομολογιακή προσέγγιση ότι η μαρτυρία σ' αυτό το στάδιο κρίνεται στην όψη της. Γι' αυτό το λόγο, όχι μόνο δεν ενδείκνυται αλλά δεν θα ήταν ορθή περαιτέρω αναφορά ή ανάλυση μαρτυρίας, όπως εισηγούνται οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εφεσειόντων». Παράλληλα, εξηγείται ότι: Η ίδια η λέξη «πιθανότητα» ως προς την καταδίκη ακριβώς επιτρέπει την ενιαία διεργασία σκέψης του Δικαστηρίου και δεν πρόκειται για μαθηματικές ποσοστώσεις επί τοις εκατόν, λαμβανομένης υπόψη πάντοτε και της προσδοκίας αθώωσης. Στην Κουτσούδη ν. Αστυνομίας, ποιν.εφ.131/20 και 132/20, 20.8.20 με επίκληση παλαιότερης νομολογίας αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται «σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και αποφασίζει μόνο το κατά πόσο η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη, έστω και αν διαπιστώνεται και εύλογη προσδοκία αθώωσης, όπως διευκρινίστηκε στην Τσέκκουρα ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ
  1. Είναι ζήτημα εκτίμησης του βαθμού πιθανολόγησης. Στην Τσεκκούρα, όπου αναπτύχθηκαν επιχειρήματα αναφορικά με την πράγματι δύναμη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής στα οποία η Δημοκρατία αντέταξε τις δικές της αντίθετες θέσεις και ερμηνείες, λέχθησαν τα ακόλουθα, τα οποία θεωρούμε ότι αρμόζουν πλήρως εν προκειμένω. Είναι στοιχειώδες πως δεν τίθεται τώρα ζήτημα τελικής διαπίστωσης γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων, όπως ορθά επισήμανε και το Κακουργιοδικείο. Και πως δεν θα πρέπει με τωρινές ατελέσφορες παρατηρήσεις να επηρεάσουμε οτιδήποτε που θα ανήκει στη δίκη.» Ο όρος «πιθανότητα καταδίκης» αναλύθηκε και στην απόφαση της μειοψηφίας στις Ποιν. Εφ. 103 και 104/
  2. Λέχθηκε, συναφώς: Τι ακριβώς, όμως, σημαίνει ο όρος «πιθανότητα καταδίκης»; Είναι δύσκολο να απαντηθεί η έννοια αυτή. Όμως οι παράμετροι που έχει θέσει μέχρι στιγμής η νομολογία είναι βοηθητικές για την οριοθέτηση της. Αναμφίβολα δεν εμπίπτει στην πασίγνωστη φόρμουλα περί καταδίκης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας που οριοθετεί το επίπεδο εκείνο το οποίο ένα Δικαστήριο οφείλει να αναζητήσει ως θεμελιωθέν από τη μαρτυρία μετά από την αξιολόγηση της και τον συναφή καθορισμό των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση και τα οποία καθίστανται ευρήματα. Σε εκείνο το επίπεδο πρέπει να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο πριν προχωρήσει σε καταδίκη μετά από δίκη. Εφόσον το στάδιο στο οποίο τίθεται ζήτημα κράτησης προηγείται χρονικά από την έναρξη της δίκης, εξ αντιδιαστολής, το επίπεδο που καλείται το Δικαστήριο να κρίνει ότι ισχύει, οριοθετείται από τη λέξη «πιθανότητα». Σε επίπεδο βεβαίως πολύ κατώτερο εκείνου που είναι αναγκαίο για καταδίκη. Περαιτέρω, υποβοηθητική είναι και η απόφαση στην Ευριπίδου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337, όπου λέχθηκε ότι η πιθανότητα καταδίκης δεν εξετάζεται ως παρουσίαση εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής «εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, αλλά κατά πόσο υπάρχει το ενδεχόμενο, πιθανολόγηση, δηλαδή, καταδίκης του κατηγορούμενου.». Συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο υπάρχει στο στάδιο που ελέγχεται η κράτηση ατόμου και σε κάθε επόμενο στάδιο που τίθεται παρόμοιο ζήτημα, έστω στην όψη της, μαρτυρία η ισχύς της οποίας πιθανολογεί καταδίκη, είναι, δηλαδή, για να τεθεί με αριθμητικά δεδομένα, τουλάχιστον πέραν του 50% και σίγουρα πολύ πιο κάτω από το απαιτούμενο επίπεδο για καταδίκη, ή, ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Στη Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45, το Εφετείο σημείωσε ότι δεν πρέπει να παρασύρει το γεγονός και μόνο της παραπομπής μιας υπόθεσης στο Κακουργιοδικείο ως προς την ένδειξη της πιθανότητας καταδίκης. Η παραπομπή από μόνη της υποδηλώνει, βέβαια, θεωρουμένης της σχετικής κρίσης της Κατηγορούσας Αρχής ως εύλογης και καλόπιστης, την ύπαρξη τέτοιας μαρτυρίας που αποτιμούμενη στο πλαίσιο των κανόνων απόδειξης θεωρείται πρόσφορη για την εξαγωγή συμπερασμάτων ενοχοποιητικών για τον κατηγορούμενο. Από την άλλη για σκοπούς κράτησης, η σχετική διεργασία διαφέρει. Το ζητούμενο εδώ είναι αν χρειάζεται η κράτηση κατά τη διάρκεια της δίκης. Πέραν της παραπομπής όμως μιας υπόθεσης στο Δικαστήριο είτε για συνοπτική δίκη, είτε στο Κακουργιοδικείο, το Δικαστήριο οφείλει να συνεξετάζει σφαιρικά, έστω στην όψη τους, όλα τα στοιχεία και δεδομένα σε ένα πλαίσιο ολιστικής προσέγγισης που περιλαμβάνει και τα υπέρ και τα κατά. Η παράθεση σε αντίστοιχες στήλες των θετικών στοιχείων συνηγορούντων προς την πιθανότητα καταδίκης, έναντι εκείνων των αρνητικών δεδομένων που θα έδειχναν προς την αντίθετη κατεύθυνση, συνηγορούντων σε μια εύλογη προσδοκώμενη αθώωση, δεν θα εξυπηρετούσε σε οτιδήποτε το ουσιαστικό, ούτε θα βοηθούσε. Αυτού του είδους οι ασκήσεις δεν επιδέχονται μαθηματικές οριοθετήσεις. Το σημαντικό είναι το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αποτιμήσει ορθολογιστικά τα όλα δεδομένα, έχοντας υπόψη τη φύση της υπόθεσης, τη διαθέσιμη μαρτυρία και την ισχύ της, συνδυαστικά με τους υπόλοιπους παράγοντες που έχει καθορίσει η νομολογία όπως είναι ο χρόνος κράτησης και οι προσωπικές συνθήκες του συγκεκριμένου προσώπου. Είναι η προσμέτρηση όλων των στοιχείων που αποκτά σημασία, (Κουννάς ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 423), πάντοτε για σκοπούς κράτησης». και παρακάτω: «Η δυνατότητα που δίδεται σε κατηγορούμενο να είναι ελεύθερος υπό όρους αποτελεί έκφανση και επέκταση του τεκμηρίου αθωότητας. Ταυτόχρονα δίδει και πρακτικότητα στην ελευθερία του ατόμου εφόσον κατά το άρθρο 5 της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η κράτηση προσώπου που δεν έχει καταδικαστεί είναι δρακόντειο και εξαιρετικό μέτρο, (Khayletdinov v. Russia, Appl. No. 2763/13 ημερ. 12.1.2016). Αποτελεί ταυτόχρονα και έκφραση αναλογικότητας, εφόσον η κράτηση μπορεί υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες μιας υπόθεσης η οποία δυνατόν να πάρει αρκετό χρόνο προς εκδίκαση, να αποδειχθεί ιδιαίτερα επαχθής. Αν ολιγότερα αυστηρά μέτρα συνηγορούν ή προσφέρονται ως εναλλακτική λύση για την παρουσία ενός κατηγορούμενου στη δίκη του, αυτά πρέπει να έχουν προτεραιότητα, (Ladent v. Poland, Appl. No. 11036/03, ημερ. 18.3.2008 και Khayredinov v. Ukraine, Appl. No. 38717/04, ημερ. 14.10.2010)». και παρακάτω: «Η μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου πρέπει να αποτιμάται στο σύνολο της (Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 418), χωρίς να απομονώνονται στοιχεία. Ούτε όμως και μονόπλευρα. Στοιχεία ή δεδομένα υπέρ του κατηγορούμενου πρέπει να τίθενται στην πλάστιγγα και να συνεκτιμούνται δικαστικά, συνυπολογιζόμενα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Αν η διακριτική ευχέρεια ασκείται χωρίς τη συνδρομή των ορθών παραμέτρων, τότε ξεφεύγει της ορθής ή εύλογης πορείας της, δικαιολογώντας παρέμβαση, (Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 444). Η νομολογία του ΕΔΑΔ συνηγορεί στο ότι υπάρχει τεκμήριο το κατηγορούμενο πρόσωπο να αφήνεται ελεύθερο εκτός και εάν το κράτος μπορεί να δείξει relevant and sufficient reasons» για το αντίθετο, (Wemhoff v. Germany 27 June 1968, Series A 107, §12 και Yagci and Sargin v. Turkey 8 June 1995, Series A, No. 319-A, §52). Το κατηγορούμενο πρόσωπο δεν έχει οποιοδήποτε βάρος και η τυχόν μετατόπιση βάρους σ΄ αυτό, αποδυναμώνει καίρια το δικαίωμα στην ελευθερία όπως διατυπώνεται στο Άρθρο 5 της Σύμβασης. Τα επιχειρήματα υπέρ και εναντίον της κράτησης δεν πρέπει να είναι «general and abstract», (Clooth v. Belgium, 12 December 1991, §44, Series A No. 225), αλλά συγκεκριμένα περιέχοντας σαφείς τοποθετήσεις. Ακόμη και η ύπαρξη συγκεκριμένου κινδύνου που δυνατόν να εμποδίζει τη διεξαγωγή της διαδικασίας, δεν παραπέμπει κατ΄ ανάγκη σε κράτηση. Οι εναλλακτικές λύσεις που προσφέρονται κατά περίπτωση, πρέπει να αιτιολογούνται ως προς το λόγο μη επιλογής τους, (Jablonski v. Poland, No. 33492/96, §83, 21 December 2000). Όπου η κράτηση θεωρείται ότι δεν είναι πλέον εύλογη, ο κατηγορούμενος πρέπει να αφήνεται ελεύθερος υπό όρους, (Castravet v. Moldova, No. 23393/05, §30, 13 March 2007). Περαιτέρω, λέχθηκε και στις Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48 και Νικήτα ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 54, ότι δεν επιτρέπεται η εκτίμηση της πιθανότητας μη προσέλευσης «με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα, δηλαδή, χωρίς συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων.». Όπως λέχθηκε και στην Khodorkovskiy v. Russia, Appl. No. 5829/04, ημερ. 31.5.2011, η πιθανότητα διαφυγής δεν πρέπει να υπολογίζεται μόνο στη βάση της αυστηρότητας της πιθανής ποινής στην απουσία συνεξέτασης και των υπολοίπων στοιχείων. Είναι η αποτίμηση του κινδύνου φυγοδικίας που λαμβάνεται υπόψη και όχι μόνο η «αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ΄ ισχυρισμό διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος ..», (Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας - ανωτέρω -)». Στην παρούσα περίπτωση, αποτελεί, ως προκύπτει από τις μέχρι τώρα διαδικασίες, κοινώς αποδεχτό γεγονός η σοβαρότητα των αδικημάτων και η αυστηρότητα της ποινής που δυνατόν να επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης. Είναι επίσης αποδεχτή η ύπαρξη οικογενειακών και άλλων δεσμών των κατηγορούμενων με την Κύπρο. Περαιτέρω, προβάλλει ότι, με δεδομένη την έναρξη τη ακρόασης, ο παράγοντας χρόνος δεν αποτελεί πλέον καθοριστικό στοιχείο επί του υπό κρίση ζητήματος. Έχει καταστεί πλέον σαφές ότι η μαρτυρία που εμπλέκει τους κατηγορούμενους στην τέλεση των αδικημάτων προέρχεται από τον παροπονούμενο. Από τον παραπονούμενο, επίσης πηγάζουν αναφορές που σε συνδυασμό με εξηγήσεις άλλων, υποστηρίζουν αναφορά στον κατηγορούμενο
  1. Το να τίθεται η μαρτυρία αυτή στη βάσανο της αντιπαράθεσης της με άλλα στοιχεία μαρτυρίας, ή απουσίας μαρτυρίας, αφήνει την υποψία διεργασίας αξιολόγησης της. Πράγμα ανεπίτρεπτο. Η μαρτυρία αυτή θα πρέπει να ιδωθεί στην όψη της στο πλαίσιο της προσπάθειας διαπίστωσης της ισχύος της πιθανολόγησης καταδίκης. Μπορεί εύκολα να λεχθεί ότι εφόσον αυτή η μαρτυρία κριθεί αξιόπιστη κατόπιν της δίκης, είναι ικανή να στοιχειοθετήσει καταδίκη. Αυτό άλλωστε εννοείται από τον όρο «κρίνεται στην όψη της». Το θέμα, όμως δεν ολοκληρώνεται με μια τέτοια διαπίστωση. Στο πλαίσιο ολιστικής προσέγγισης που περιλαμβάνει και τα υπέρ και τα κατά, ώστε να αποκτά νόημα και πρακτική εφαρμογή η διακήρυξη λήψης υπόψιν και της προσδοκίας αθώωσης, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στην όψη τους και άλλα στοιχεία μαρτυρίας που οδηγούν σε αντίθετα συμπεράσματα. Όχι, φορτικά επαναλαμβάνω, για να αντιπαρατεθούν με την προερχόμενη από τον παραπονούμενο μαρτυρία σε μια διεργασία αξιολόγησης ή μαθηματικής ποσόστωσης, αλλά στο πλαίσιο σφαιρικής, ενιαίας και ορθολογιστικής αποτίμησης όλων των δεδομένων στην όψη τους. Δεν είναι συναφώς ανάξια αναφοράς η απόσυρση από τον ΜΚ35 της υποστηριχτικής για την εκδοχή του παραπονουμένου κατάθεσης. Και μάλιστα, με την αναφορά ότι είχε αρχικά δοθεί κατόπιν απειλής από τον παραπονούμενο. Με αυτό δεν εννοείται ότι το στοιχείο αυτό οδηγεί, σ' αυτό το στάδιο, σε κατάρριψη της μαρτυρίας του παραπονούμενου. Με τον ίδιο τρόπο που παραμένει να αξιολογηθεί, κατά την δίκη, η μαρτυρία του παραπονούμενου, έτσι θα αξιολογηθεί και η μαρτυρία του ΜΚ
  2. Για να πλήξει την εκδοχή του παραπονούμενου αυτή η μαρτυρία, θα πρέπει να κριθεί αξιόπιστη. Αυτά, όμως δεν είναι του παρόντος. Τώρα, όλα παραμένουν και εξετάζονται στην όψη τους. Και το εν λόγω στοιχείο θα πρέπει να συνεκτιμηθεί μαζί με όλα τα άλλα, στην όψη του. Δεν είναι, επίσης, ανάξια αναφοράς, στο ίδιο πλαίσιο ως ανωτέρω, και τα όσα προκύπτουν από το έγγραφο
  3. Το τι προβάλλεται είναι ότι ενώ ο παραπονούμενος προβαίνει σε αναφορές σε σχέση με το συγκεκριμένο πρόσωπο, για να εξηγήσει το γιατί δεν κατονόμασε από την αρχή τους κατηγορούμενους και για να υποστηρίξει παραδοχή του κατηγορούμενου 1, το συγκεκριμένο πρόσωπο δεν επιβεβαιώνει τον παραπονούμενο. Και πάλι, η αξιολόγηση των στοιχείων θα γίνει μετά τη δίκη. Αυτά όλα κρίνονται στην όψη τους. Και είναι στην όψη των δεδομένων που συνεξετάζονται για να οδηγήσουν, αντικειμενικά ιδωμένα, στο συμπέρασμα ότι αδυνατίζουν την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Καμία αξιολόγηση δεν γίνεται εδώ. Απλώς προκύπτει ότι τα αρχικά δεδομένα, που οδηγούσαν σε συγκεκριμένο επίπεδο πιθανότητας καταδίκης, άλλαξαν με τρόπο που να επηρεάζουν αυτή την ισχύ πιθανολόγησης αρνητικά. Καταλήγοντας, έχω την άποψη ότι τα ως άνω δεδομένα, ιδωμένα, επαναλαμβάνω, αντικειμενικά και στην όψη τους, τιθέμενα στην πλάστιγγα και συνεκτιμούμενα συνδυαστικά με τους υπόλοιπους παράγοντες που καθορίζει η νομολογία, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν χρειάζεται η κράτηση κατά τη διάρκεια της δίκης. Στην παρούσα υπόθεση, παρά την τεράστια σοβαρότητα των υπό κρίση αδικημάτων, στη βάση των ως άνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, δεν στοιχειοθετείται κίνδυνος μη προσέλευσης των κατηγορουμένων στη δίκη, που ήδη ξεκίνησε, σε βαθμό που να πρέπει να διαταχθεί, ως εξαίρεση στον κανόνα, η περαιτέρω κράτηση τους. Αντίθετη θεώρηση, είμαι της άποψης ότι ουσιαστικά θα σήμαινε ότι σε κάθε περίπτωση σοβαρής ποινικής υπόθεσης θα ήταν ορθό να διατάσσεται κράτηση. Κρίνω ότι, με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης, ως αναλύονται ανωτέρω, ανάλογοι αυστηροί όροι εγγύησης, που να ανταποκρίνονται στη σοβαρότητα της υπόθεσης, θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν την παρουσία των κατηγορουμένων στη δίκη. Κάτι το οποίο είναι το ζητούμενο. (Υπ.) ............ Μ. Αμπίζας, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.