← Κύπρος

Δημοκρατίας ν. Μαυρομιχάλη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 239/2020, 28/9/2020

Δημοκρατίας ν. Μαυρομιχάλη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 239/2020, 28/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2020:12 MONIMO ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Αμπίζας, Π.Ε.Δ. Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Α.Ε.Δ. Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 239/2020 Μεταξύ: Δημοκρατίας εναντίον

  1. XXXXX Μαυρομιχάλη
  2. XXXXX Dydi Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 28 Σεπτεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για τον Γενικό Εισαγγελέα: κ. Μ. Κουτσόφτας Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Α. Πελεκάνος Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Α. Δημητρίου με κ. Μ. Καούλα και κα. Χ. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν κατηγορίες συνομωσίας για φόνο σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ Οκτωβρίου του 2017 και 20 Νοεμβρίου 2017, απόπειρας φόνου, κατοχής πυροβόλου όπλου και εκρηκτικών υλών, αδικήματα τα οποία σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων διαπράχθηκαν στις 20.11.2017, όταν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 μαζί με τον XXXXX Ιωσήφ αποπειράθηκαν παράνομα να επιφέρουν τον θάνατο του XXXXX Παναγιώτου άλλως «XXXXX» από τη Λευκωσία, δηλαδή πυροβολώντας με πυροβόλο όπλο. Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την εκδοχή της Κατηγορούσας αρχής, ο Κατηγορούμενος 1 εμπλέκεται ως ηθικός αυτουργός και ο Κατηγορούμενος 2 ως το πρόσωπο που πυροβόλησε τον XXXXX Παναγιώτου. Η υπόθεση τέθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας για πρώτη φορά στις 5.3.2020 οπότε από την πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα υποβλήθηκε αίτημα ώστε οι Κατηγορούμενοι να παραμείνουν υπό κράτηση μέχρι τη δίκη τους. Το αίτημα, το οποίο προσέκρουσε στην ένσταση της υπεράσπισης, στηρίχθηκε στον κίνδυνο φυγοδικίας και στην εν τω μεταξύ πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων και από τους δυο Κατηγορούμενους. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1 προβλήθηκε επίσης ότι υπήρχε πιθανότητα επηρεασμού μαρτυρίας. Με απόφαση του ημερομηνίας 6.3.2020 το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας διέταξε την κράτηση των δυο Κατηγορουμένων θεωρώντας ότι αυτή ήταν αναγκαία στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας και του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων. Η απόφαση αυτή εφεσιβλήθηκε και το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση με απόφαση του ημερομηνίας 29.6.2020 (βλέπε Μαυρομιχάλη κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 31 και 32/2020). Η εφετειακή επικύρωση κάλυψε μόνο τον κίνδυνο φυγοδικίας αφού, σύμφωνα με την απόφαση, η διαπίστωση της ορθότητας της πρωτόδικης κρίσης με αναφορά στον κίνδυνο φυγοδικίας οδηγούσε εν πάση περιπτώσει στην απόρριψη των εφέσεων και έτσι το θέμα δεν εξετάστηκε περαιτέρω. Υπεβλήθη ξανά αίτημα για κράτηση στις 30.6.2020, οπότε και η υπόθεση είχε προγραμματιστεί για ακρόαση, η οποία αναβλήθηκε λόγω απουσίας μέλους του Κακουργιοδικείου και ασθένειας της συνηγόρου της Δημοκρατίας και προγραμματίστηκε εκ νέου στις 25.9.
  3. Από την πλευρά της Κατηγορούσας αρχής το αίτημα στηρίχθηκε μόνο στον κίνδυνο φυγοδικίας. Οι συνήγοροι υπεράσπισης έφεραν ένσταση στο αίτημα προβάλλοντας ότι στον χρόνο που διέρρευσε, η κατάθεση του Μ.Κ. 35 η οποία υποστήριζε την εκδοχή του παραπονούμενου είχε αποσυρθεί με ένορκη δήλωσή του ημερομηνίας 18.6.
  4. Ήταν η θέση των συνηγόρων ότι η απόσυρση αυτής της κατάθεσης είχε καταλυτική επίδραση στην πιθανότητα καταδίκης των Κατηγορουμένων και ενδυνάμωνε την πιθανότητα αθώωσης με τρόπο ώστε να μην ενυπάρχει πλέον κίνδυνος φυγοδικίας. Με απόφασή του ημερομηνίας 30.6.2020 το Κακουργιοδικείο διέταξε την κράτηση των Κατηγορουμένων σημειώνοντας ότι από το ενώπιον του μαρτυρικό υλικό, το οποίο εξετάζεται αντικειμενικά και εξ όψεως, εξακολουθούσε να προκύπτει πιθανότητα καταδίκης και των δυο Κατηγορουμένων και ότι σε συνδυασμό με την σοβαρότητα των αδικημάτων και την αυστηρή ποινή που δυνατόν να επιβληθεί, είχε αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ο κίνδυνος φυγοδικίας. Αναφέρθηκε, περαιτέρω, ότι η αλλαγή της κατάθεσης του Μ.Κ. 35 δεν επηρέαζε σημαντικά την πιθανότητα καταδίκης. Η απόφαση αυτή εφεσιβλήθηκε με τις Ποινικές Εφέσεις αρ. 103/2020 και 104/2020 και το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 3.9.2020 επικύρωσε κατά πλειοψηφία την απόφαση για κράτηση (βλέπε Dydi κ.ά. ν. Δημοκρατίας). Στις 25.9.2020 η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε και ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν πέντε μάρτυρες κατηγορίας και δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα. Η δε υπόθεση ορίστηκε για συνέχιση στις 2.10.2020, 5.10.2020, 7.10.2020 και 8.10.
  5. Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας ο εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα ζήτησε την κράτηση των Κατηγορουμένων. Το αίτημα στηρίχθηκε αυτή τη φορά σε δυο πυλώνες. Αφενός στον κίνδυνο φυγοδικίας ο οποίος εξακολουθεί να υπάρχει στη βάση των όσων είχαν λεχθεί στην απόφαση του Κακουργιοδικείου ημερομηνίας 30.6.2020, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο και αφετέρου στον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων. Ως προς το πρώτο ζήτημα, ο συνήγορος σημείωσε ότι ουδεμία αλλαγή παρατηρείται στην ήδη διαμορφωθείσα κρίση του Δικαστηρίου περί πιθανολόγησης καταδίκης. Σε σχέση με τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων, ο κ. Κουτσόφτας παρουσίασε στο Δικαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 21.7.2020 με τίτλο «Δραστηριότητες Εγκληματικών Στοιχείων» (Έγγραφο 1) όπου αναφέρεται ότι σύμφωνα με πληροφορία ο Μ.Κ. 35 απέσυρε την κατάθεση του σχετικά με την παρούσα υπόθεση αφού έλαβε το χρηματικό ποσό των €100,
  6. Στο ίδιο έγγραφο σημειώνεται ότι ο πληροφοριοδότης κρίνεται αξιόπιστος αφού συνεργάστηκε ξανά με την αστυνομία με θετικά αποτελέσματα. Οι συνήγοροι υπεράσπισης έφεραν ένσταση στο αίτημα προβάλλοντας κυρίως ότι στη βάση κάποιων νέων δεδομένων που προέκυψαν στο διάστημα που μεσολάβησε από την προηγούμενη δικάσιμο, η μαρτυρία της Κατηγορούσας αρχής και κατ' επέκταση η πιθανότητα καταδίκης των Κατηγορουμένων έχει αποδυναμωθεί σε βαθμό που στην ουσία να μην διαπιστώνεται, ούτε να υπάρχει, κίνδυνος αυτοί να φυγοδικήσουν και ως εκ τούτου θα πρέπει να αφεθούν ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους. Επί τούτου οι συνήγοροι επανέλαβαν τα όσα είχαν ήδη αναφέρει σε προηγούμενα αιτήματα κράτησης αναφορικά με τις αντιφάσεις στις καταθέσεις που δόθηκαν από τον παραπονούμενο και άλλες αδυναμίες της υπόθεσης της Κατηγορούσας αρχής και περαιτέρω σημείωσαν ότι η εκδοχή του παραπονούμενου έχει σήμερα αποδυναμωθεί ακόμη περισσότερο ενόψει της κατάθεσης που λήφθηκε από τον Γ.Χ. στις 28.8.2020 (Έγγραφο 3). Παρεμβάλλουμε στο σημείο αυτό για να σημειώσουμε ότι σύμφωνα με τον παραπονούμενο (βλέπε κατάθεση ημερομηνίας 27.1.2020), ο λόγος που δεν είχε δώσει εξαρχής κατάθεση αναφορικά με το πρόσωπο που τον πυροβόλησε ήταν οι πιέσεις που δέχθηκε από τον Γ.Χ. Τούτες (οι πιέσεις) ήταν και ο λόγος που ο παραπονούμενος αναγνώρισε αρχικά ως τον δράστη άλλο πρόσωπο από τον Κατηγορούμενο 2 όταν του υποδείχθηκε σχετική φωτογραφία από την αστυνομία (σχετική η κατάθεση ημερομηνίας 31.1.2020). Περαιτέρω, σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο παραπονούμενος στην κατάθεσή του ημερομηνίας 27.1.2020, στην παρουσία του ο Γ.Χ. είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Κατηγορούμενο 1 στα πλαίσια της οποίας ο Κατηγορούμενος 1 ρωτούσε τον Γ.Χ. εάν ο παραπονούμενος επρόκειτο να «δώσει» τον Κατηγορούμενο 2 για την απόπειρα φόνου εναντίον του. Κατόπιν συνεννόησης τότε του παραπονούμενου με τον Γ.Χ. ο τελευταίος απάντησε αρνητικά. Στην ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον Γ.Χ. στις 28.8.2020, ο Γ.Χ. αρνείται ότι πίεσε με οποιοδήποτε τρόπο τον παραπονούμενο ώστε να μην προβεί σε κατάθεση στην αστυνομία αναφορικά με το πρόσωπο που τον πυροβόλησε, όπως επίσης αρνείται ότι τον πίεσε να αναγνωρίσει οποιαδήποτε φωτογραφία. Σημειώνει δε ότι μετά από συζήτηση που είχε με άλλο πρόσωπο, ήτοι τον Γ.Φ., η φωτογραφία του προσώπου αυτού (που αρχικά ο παραπονούμενος αναγνώρισε ως τον δράστη) στάληκε στον παραπονούμενο και αυτός τον αναγνώρισε. Τέλος, ο Γ.Χ. δεν επιβεβαιώνει τη θέση του παραπονούμενου περί της πιο πάνω περιγραφόμενης τηλεφωνικής του συνομιλίας με τον Κατηγορούμενο
  7. Είναι σε αυτή τη βάση που τόσο ο κ. Πελεκάνος όσο και ο κ. Δημητρίου στηρίζουν τη θέση τους περί περαιτέρω αποδυνάμωσης της εκδοχής του παραπονούμενου και την εισήγηση τους ότι συνακόλουθα δεν προκύπτει κίνδυνος φυγοδικίας. Πρόσθεσαν ότι σε περίπτωση που διαταχθεί η κράτηση των Κατηγορουμένων 1 και 2 θα καταστρατηγείτο το τεκμήριο της αθωότητας που θέλει τους κατηγορούμενους να θεωρούνται αθώοι μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου. Εξετάζοντας τις θέσεις των δυο πλευρών παρατηρούμε τα ακόλουθα: Όπως έχει υπογραμμιστεί στη Μαυρομιχάλη κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 31/2020 και 32/2020, απόφαση ημερομηνίας 29.6.2020, πρωταρχικό μέλημα του ποινικού Δικαστηρίου είναι να διασφαλιστεί η παρουσία ενός κατηγορούμενου στο Δικαστήριο στον καθορισμένο χρόνο και τόπο για την εκδίκαση της υπόθεσής του. Κατά την εξέταση ενός αιτήματος κράτησης κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του το Δικαστήριο πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτηση του αποτελεί ένα σοβαρό περιορισμό της προσωπικής ελευθερίας η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.α.

(2001)2 Α.Α.Δ. 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 596 η κράτηση προσώπου, εκτός στην περίπτωση καταδίκης του σε φυλάκιση, αποτελεί μέτρο το δικαιολογημένο του οποίου πρέπει να εμφαίνεται ως αναγκαίο για τη διασφάλιση της απονομής της δικαιοσύνης, και συναφώς, την αποτροπή διάπραξης άλλων αδικημάτων στο ενδιάμεσο. Η προδιάθεση για απόλυση του υποδίκου εκκρεμούσης της δίκης αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας το οποίο κατοχυρώνει το Σύνταγμα. Επίσης, εννοείται ότι πάντοτε ισχύει αυτό που προκύπτει από την υπόθεση Θεοδωρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139 ότι η πρώτη επιλογή του Δικαστηρίου σε αίτημα κράτησης υποδίκου είναι η απόλυση του με όρους. Εφόσον η επιλογή αυτή κρίνεται απορριπτέα, για λόγους που σχετίζονται με την απονομή της δικαιοσύνης, μπορεί να διαταχθεί η κράτηση ενός κατηγορούμενου, νοουμένου ότι δικαιολογείται από ένα ή περισσότερους παραδεκτούς κατά το δίκαιο λόγους, μεταξύ των οποίων η σοβαρότητα του αδικήματος και το ενδεχόμενο διάπραξης άλλων αδικημάτων εκκρεμούσης της δίκης. Επομένως, ως ζήτημα γενικής αρχής η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας κατηγορούμενος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Η κράτηση κατηγορούμενου καθίσταται παραδεκτή, εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εξασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου και είναι:
  1. Η πιθανότητα/κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο.
  2. Η πιθανότητα/κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων.
  3. Η πιθανότητα/κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Κάθε ένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς μπορεί να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης (βλέπε Ανδρέου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 129/2020, απόφαση ημερομηνίας 20.8.2020). Έχοντας συνοψίσει τις αρχές της νομολογίας που διέπουν το θέμα, θα εξετάσουμε αρχικά το αίτημα της Κατηγορούσας αρχής στη βάση της πιθανότητας και του κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων, η οποία, ως ήδη σημειώνεται πιο πάνω, στηρίχθηκε αποκλειστικά στο περιεχόμενο του Εγγράφου
  4. Είναι καλά γνωστό ότι στα πλαίσια ενός τέτοιου αιτήματος, εκείνο που εξετάζεται από το Δικαστήριο είναι κατά πόσον οι φόβοι της Αστυνομίας για επηρεασμό μαρτύρων είναι εύλογα δικαιολογημένοι με βάση τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Κριτήριο είναι οι πιθανοί κίνδυνοι να επηρεασθούν μάρτυρες και συγκεκριμένα κατά πόσον υπάρχει ευλόγως δικαιολογημένος φόβος τέτοιου επηρεασμού (βλέπε Χουσείν κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 80/2019 και 84/2019, απόφαση ημερομηνίας 8.7.2019). Για σκοπούς έγκρισης ενός τέτοιου αιτήματος, είναι επομένως αναγκαίο να υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου κάποια υποστηρικτική προς τούτο μαρτυρία ή η τέτοιου είδους πιθανολόγηση να στηρίζεται στις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Μια γενική δήλωση από μέρους της Κατηγορούσας αρχής δεν είναι αρκετή. Το Δικαστήριο δεν αναμένει φυσικά απόδειξη προσπάθειας επηρεασμού μαρτύρων αλλά προσκόμιση μαρτυρίας η οποία αξιολογούμενη σε σχέση με τους κινδύνους να καταδεικνύει ότι οι φόβοι της Αστυνομίας είναι εύλογα δικαιολογημένοι. Στην προκειμένη περίπτωση το αίτημα του Γενικού Εισαγγελέα υποβλήθηκε με ένα γενικό, ασαφές και αόριστο τρόπο με αποτέλεσμα να μην δικαιολογείται η κράτηση των Κατηγορουμένων σε αυτή τη βάση. Η παρουσίαση του Εγγράφου 1 από μόνη της δεν είναι ικανή να στοιχειοθετήσει κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων. Σε ό,τι αφορά στο αίτημα του Γενικού Εισαγγελέα επί τη βάσει του κινδύνου φυγοδικίας, δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναλάβουμε σε έκταση ότι οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης είναι ιδιαίτερα σοβαρές και οι ποινές που ενδεχόμενα να τους επιβληθούν σε περίπτωση καταδίκης είναι μακροχρόνιες ποινές φυλάκισης. Οι δε προσωπικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων παραμένουν ως είχαν κατά το στάδιο υποβολής των προηγούμενων αιτημάτων κράτησης. Έχοντας μελετήσει τις ιδιαίτερα αναλυτικές γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων υπεράσπισης και τα προφορικά επιχειρήματα και θέσεις τους, κρίνουμε ότι το μοναδικό ζήτημα που το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει είναι κατά πόσον η ανακριτική κατάθεση του Γ.Χ. στην Αστυνομία στις 28.8.2020 και το γεγονός της μη επιβεβαίωσης των θέσεων του παραπονούμενου από αυτόν έχουν αφαιρέσει από την υπόθεση της Κατηγορούσας αρχής τη δύναμη που απαιτείται ώστε να διαπιστώνεται πιθανότητα καταδίκης και κατ' επέκταση κίνδυνος φυγοδικίας. Και τούτο γιατί σύμφωνα με τα προειρημένα όλα τα υπόλοιπα ζητήματα έχουν ήδη κριθεί. Εξετάζοντας τον παράγοντα της πιθανότητας καταδίκης των Κατηγορουμένων, επαναλαμβάνουμε ότι το μαρτυρικό υλικό μελετάται στην όψη του με μόνο σκοπό να εξεταστεί και αποφασιστεί κατά πόσον η υπόθεση της Κατηγορούσας αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη, χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας ή της αξιοπιστίας οποιουδήποτε μάρτυρα (βλέπε Κουτσούδη κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 131/2020 και 132/2020, απόφαση ημερομηνίας 20.8.2020, Ευριπίδου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 και Μαλά ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 135). Για τους λόγους που θα εξηγήσουμε κρίνουμε ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας αρχής είναι αρκετά ισχυρή ώστε να πιθανολογήσει καταδίκη. Εντός του μαρτυρικού υλικού υπάρχουν οι καταθέσεις του παραπονούμενου ημερομηνίας 27.1.2020, 31.1.2020, 4.2.2020 και 11.2.2020 οι οποίες στην όψη τους και μόνο και χωρίς να αξιολογούνται φαίνεται να εμπλέκουν τους Κατηγορούμενους 1 και 2 στα υπό εκδίκαση αδικήματα και θεμελιώνουν πιθανότητα καταδίκης. Το γεγονός της ύπαρξης άλλων θέσεων του παραπονούμενου σε προγενέστερο χρόνο και οι τυχόν εξηγήσεις ή όχι που δίδει για την μη υποβολή καταγγελίας σε προηγούμενο στάδιο, της ύπαρξης καταθέσεων άλλων προσώπων σε συνάρτηση με τα όσα υποστηρίζει ο παραπονούμενος στα οποία αναφέρθηκαν οι συνήγοροι υπεράσπισης (ενδεικτικά σημειώνονται οι G.M., Γ.Γ., Κ.Γ.), της απόσυρσης της ενίσχυσης της θέσης του παραπονούμενου από τον Μ.Κ. 35 και της μη επιβεβαίωσης των θέσεων του παραπονούμενου από τον Γ.Χ. άπτονται της αξιολόγησης της μαρτυρίας, έργο που θα επιτελεστεί κατά την δίκη αφού ακουστεί η μαρτυρία. Σημειώνεται ότι με την εξαίρεση των ζητημάτων που αφορούν στην κατάθεση του Γ.Χ. όλες οι υπόλοιπες εισηγήσεις των συνηγόρων (ως αμέσως πιο πάνω) έχουν εξεταστεί και κριθεί τόσο πρωτόδικα όσο και κατ' έφεση. Σε σχέση τώρα με την κατάθεση του Γ.Χ., η οποία αποτελεί και το προβαλλόμενο νέο στοιχείο στη βάση του οποίου καλείται το Δικαστήριο να κρίνει εκ νέου το ζήτημα της πιθανολόγησης καταδίκης (υπό την έννοια της περαιτέρω αποδυνάμωσης της μαρτυρίας της Κατηγορούσας αρχής), κρίνουμε ότι το περιεχόμενο της και το γεγονός της μη επιβεβαίωσης των θέσεων του παραπονούμενου, δεν αλλοιώνει ούτε αποδυναμώνει την υπόθεση της Κατηγορούσας αρχής σε βαθμό που να επηρεάζει ουσιωδώς την πιθανότητα καταδίκης η οποία, επαναλαμβάνουμε, στηρίζεται κατά κύριο λόγο στην κατάθεση του παραπονούμενου ημερομηνίας 27.1.2020 και στις μετέπειτα καταθέσεις του ημερομηνίας 31.1.2020, 4.2.2020 και 11.2.2020. Ως προς την εισήγηση των συνηγόρων υπεράσπισης ότι με την κατάθεση του Γ.Χ. καταρρίπτεται η εξήγηση που δόθηκε από τον παραπονούμενο αναφορικά με την υποβολή καταγγελίας στην αστυνομία τον Ιανουάριο 2020, κρίνουμε ότι το ζήτημα αυτό εμπίπτει στη σφαίρα της αξιολόγησης της μαρτυρίας, έργο ανεπίτρεπτο στο παρόν στάδιο. Δεν θεωρούμε, με κάθε σεβασμό προς τους συνηγόρους υπεράσπισης, ότι το νέο αυτό στοιχείο έχει αδυνατίσει την υπόθεση της Κατηγορούσας αρχής ή της έχει αφαιρέσει ισχύ μέχρι σημείου εξάλειψης της διαπιστωθείσας πιθανολόγησης. Το στοιχείο αυτό αποτιμούμενο στα πλαίσια όλου του μαρτυρικού υλικού και όχι απομονωμένα, ούτε και μονόπλευρα, έχει εξεταστεί και έχει συνυπολογιστεί. Δεν είναι, όμως, τέτοιο, που να επηρεάζει ουσιαστικά την πιθανότητα καταδίκης που προκύπτει από την κατάθεση του παραπονούμενου και σίγουρα όχι τέτοιο που να εξαφανίζει τον κίνδυνο φυγοδικίας ως ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης. Στη βάση των προαναφερόμενων καταθέσεων του παραπονούμενου, αντικειμενικά ιδωμένων, πιθανολογείται καταδίκη η οποία σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ποινή που πιθανόν να επιβληθεί στους Κατηγορούμενους σε περίπτωση καταδίκης τους δικαιολογούν τη θέση της Κατηγορούσας αρχής περί κινδύνου φυγοδικίας. Σχετική με τον πιο πάνω συλλογισμό μας είναι η απόφαση της πλειοψηφίας στις Ποινικές Εφέσεις 103/2020 και 104/2020, Dydi κ.ά. ν. Δημοκρατίας, απόσπασμα της οποίας παρατίθεται πιο κάτω: «Η μαρτυρία του παραπονούμενου που ενέπλεκε τους εφεσείοντες ήταν υφισταμένη και παραμένει εντός του μαρτυρικού υλικού. Στην όψη της και χωρίς αξιολόγηση η οποία δεν είναι επιτρεπτή στο παρόν στάδιο θεμελίωνε πιθανότητα καταδίκης. Το γεγονός της ύπαρξης άλλων θέσεων του παραπονούμενου στο χρόνο πριν την κατάθεση που εντέλει εμπλέκει τους εφεσείοντες, και οι τυχόν εξηγήσεις ή όχι που δίδει είναι αντικείμενο άλλης φύσεως εργασίας, αυτής της αξιολόγησης της μαρτυρίας και θα πρέπει να γίνει σε άλλο στάδιο της διαδικασίας, αυτό της δίκης, όταν ακουστεί δια ζώσης αυτή η μαρτυρία. Στο ίδιο πλαίσιο θα κριθεί η αξία ή η απαξία της κατάθεσης ή της απόσυρσης της κατάθεσης του ΜΚ35 ομού με τους επικαλούμενους λόγους ως προς την πρώτη κατάθεση. (Βλ. Σωτηρίου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 442). Η ίδια η λέξη «πιθανότητα» ως προς την καταδίκη ακριβώς επιτρέπει την ενιαία διεργασία σκέψης του Δικαστηρίου και δεν πρόκειται για μαθηματικές ποσοστώσεις επί τοις εκατόν, λαμβανομένης υπόψη πάντοτε και της προσδοκίας αθώωσης. Στην Κουτσούδη ν. Αστυνομίας, ποιν.εφ.131/20 και 132/20, 20.8.20 με επίκληση παλαιότερης νομολογίας αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται «σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και αποφασίζει μόνο το κατά πόσο η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη, έστω και αν διαπιστώνεται και εύλογη προσδοκία αθώωσης, όπως διευκρινίστηκε στην Τσέκκουρα ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 32. Είναι ζήτημα εκτίμησης του βαθμού πιθανολόγησης. Στην Τσεκκούρα, όπου αναπτύχθηκαν επιχειρήματα αναφορικά με την πράγματι δύναμη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής στα οποία η Δημοκρατία αντέταξε τις δικές της αντίθετες θέσεις και ερμηνείες, λέχθησαν τα ακόλουθα, τα οποία θεωρούμε ότι αρμόζουν πλήρως εν προκειμένω. Είναι στοιχειώδες πως δεν τίθεται τώρα ζήτημα τελικής διαπίστωσης γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων, όπως ορθά επισήμανε και το Κακουργιοδικείο. Και πως δεν θα πρέπει με τωρινές ατελέσφορες παρατηρήσεις να επηρεάσουμε οτιδήποτε που θα ανήκει στη δίκη.»» Τονίζουμε ότι η πιο πάνω κρίση μας ως προς την πιθανότητα καταδίκης γίνεται χωρίς ποσώς να αποκλείεται κάθε λογική προσδοκία για αθώωση, τόσο λεκτικά όσο και ουσιαστικά. Ως έχει εξάλλου υπογραμμιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 31/2020 και 32/2020, Μαυρομιχάλη κ.α. ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερομηνίας 29.6.2020, η προσδοκία για αθώωση δεν είναι πτυχή ανεξάρτητη της παραμέτρου που αφορά στην πιθανότητα καταδίκης που έχει ήδη εξεταστεί. Στα πλαίσια της διεργασίας στην οποία έχουμε προβεί προς τον σκοπό εξέτασης του ζητήματος δεν μας διαφεύγει η καλά καθιερωμένη αρχή της νομολογίας που επιτάσσει όπως κάθε φορά που εγείρεται ζήτημα κράτησης επιβάλλεται να γίνεται επανεξέταση όλων των δεδομένων με δεδομένη αφενός την υποχρέωση της Κατηγορούσας αρχής να δικαιολογήσει την κράτηση υπό το φως και του χρόνου που έχει διαρρεύσει και αφετέρου την αυξημένη υποχρέωση του Δικαστηρίου για αιτιολόγηση (βλέπε Σπανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 281). Τούτο έχουμε πράξει. Συνεκτιμώντας, λοιπόν, όλα όσα παρατίθενται πιο πάνω και έχοντας ικανοποιηθεί για την ύπαρξη κινδύνου φυγοδικίας των δυο Κατηγορουμένων, κρίνουμε ότι η παρουσία των Κατηγορουμένων στη δίκη για την εκδίκαση της υπόθεσής τους μπορεί να διασφαλιστεί μόνο εάν αυτοί παραμείνουν υπό κράτηση και ως εκ τούτου εκδίδουμε ανάλογη διαταγή. Σε σχέση με τον χρόνο κράτησης που επίσης εξετάζεται, αν και το ζήτημα δεν εγέρθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης, με δεδομένη την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και τον προγραμματισμό της με τρόπο ώστε η υπόθεση να ολοκληρωθεί το συντομότερο δυνατόν και λαμβάνοντας υπόψη το μέχρι τώρα διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, κρίνουμε ότι αυτός (ο χρόνος κράτησης) δεν είναι τέτοιος που να υπερφαλαγγίζει την αναγκαιότητα κράτησης λόγω του ενδεχομένου φυγοδικίας ως τούτο έχει επεξηγηθεί πιο πάνω. Ως εκ τούτου, διατάσσουμε όπως και οι δυο Κατηγορούμενοι παραμείνουν υπό κράτηση μέχρι την επόμενη δικάσιμο. (Υπ.) Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.