← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. TORKIAN, Αρ. υπόθεσης: 15171/2016, 18/9/2020

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. TORKIAN, Αρ. υπόθεσης: 15171/2016, 18/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B158 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 15171/2016 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν ΧΧΧΧΧ TORKIAN Κατηγορούμενη 18 Σεπτεμβρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα Χατζηκωνσταντή Για κατηγορούμενη: κα Ρ. Πεκρή Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή. Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει συνολικά 5 κατηγορίες. Συγκεκριμένα, αντιμετωπίζει μια κατηγορία που αφορά το αδίκημα της ανησυχίας (1η κατηγορία, άρθρο 95 Κεφ. 154), δύο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της κοινής επίθεσης (2η και 3η κατηγορία, άρθρο 242 Κεφ. 154), μια κατηγορία που αφορά το αδίκημα της αντίστασης σε όργανο τήρησης της τάξης κατά τον κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του (4η κατηγορία, άρθρο 244(α), Κεφ. 154) και μια κατηγορία για δημόσια εξύβριση (5η κατηγορία, άρθρο 99 Κεφ. 154). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, όπως καταγράφονται στο κατηγορητήριο, η θέση της κατηγορούσας αρχής είναι ότι όλα τα αδικήματα διαπράχθηκαν στα πλαίσια περιστατικού που συνέβη στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Δομετίου το βράδυ της 13ης Απριλίου προς 14ης Απριλίου 2016 μεταξύ της κατηγορούμενης, από τη μια, και αστυνομικών που ήταν καθήκον στον Σταθμό, από την άλλη. Ειδικότερα, κατά την κατηγορούσα αρχή, η κατηγορούμενη είχε προκαλέσει θόρυβο και ταραχή στον σταθμό με τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης (1η κατηγορία), επιτέθηκε στην Αστ XXXXX και στον Αστ. XXXXX (2η και 3η κατηγορία), αντιστάθηκε στην Αστ. XXXXX και στον Αστ. XXXXX κατά τη νόμιμη σύλληψη της (4η κατηγορία) και εξύβρισε τον Λοχ. XXXXX με τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση (5η κατηγορία). Όπως διαφάνηκε στα πλαίσια της ακρόασης, η πλευρά της υπεράσπισης προβάλλει διαφορετική εκδοχή αναφορικά με τα γεγονότα. Υποστηρίζει ουσιαστικά ότι η κατηγορούμενη ήταν θύμα ανάρμοστης συμπεριφοράς των εμπλεκόμενων αστυνομικών και ότι έτυχε παράνομης μεταχείρισης από μέρους τους, τόσο κατά την εξέλιξη του περιστατικού όσο και κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Μαρτυρία. Προς απόδειξη της υπόθεσης της, η πλευρά της κατηγορούσας αρχής παρουσίασε στο Δικαστήριο 6 μάρτυρες. Όταν η κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, ενώ παρουσίασε στο Δικαστήριο τη μαρτυρία τριών ακόμα προσώπων. Παραθέτω μια συνοπτική αναφορά στη μαρτυρία που παρουσιάστηκε εκατέρωθεν στα πλαίσια της ακρόασης της υπόθεσης. Επικεντρώνομαι στα σημεία της μαρτυρίας που έκρινα σημαντικά για σκοπούς της απόφασης μου ή για σκοπούς αξιολόγησης. Υπάρχει επανάληψη στη σύνοψη της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας όμως ο λόγος που συμπεριλαμβάνω τις επαναλαμβανόμενες αναφορές στα ίδια γεγονότα θα διαφανεί στο στάδιο της αξιολόγησης. ΜΚ

  1. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης, Α/Λοχ. XXXXX Χρ. Κόκκινος (ΜΚ1). Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, στις 14.4.2016 του ανατέθηκε η διερεύνηση της υπόθεσης. Στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι είχε τηλεφωνικές επικοινωνίες με την κατηγορούμενη στις οποίες της ζητούσε να προσέλθει στο σταθμό για να της ληφθεί κατάθεση και να κατηγορηθεί γραπτώς για την υπόθεση αλλά αυτή απόφευγε. Ένεκα αυτού, ο ΜΚ1 κατέθεσε ότι ετοίμασε γραπτή κατηγορία (Τεκμήριο 2) και ενημέρωσε τηλεφωνικώς την κατηγορούμενη για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αυτή αρνήθηκε ότι διέπραξε οποιοδήποτε αδίκημα και τον ενημέρωσε ότι έχει υποβάλει παράπονο στην Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Παραπόνων κατά της Αστυνομίας. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ1 ανέφερε ότι κατά τις τηλεφωνικές τους συνομιλίες, η κατηγορούμενη υποσχόταν ότι θα προσέλθει στο Σταθμό όμως, επειδή τελικά δεν ήρθε, την ενημέρωσε τηλεφωνικώς για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αναφέρθηκε σε καταχώρηση στο ημερολόγιο ενεργείας σύμφωνα με το οποίο στις 16.5.2016 περί 8:35 είχε μιλήσει τηλεφωνικώς με την κατηγορούμενη και της ζήτησε να περάσει από το Σταθμό για να κατηγορηθεί γραπτώς. Η κατηγορούμενη ζήτησε και ενημερώθηκε για τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε, ανέφερε ότι θα συμβουλευτεί το δικηγόρο της και θα επανέλθει. Ο ΜΚ1 αναφέρθηκε επίσης σε καταχώρηση της ίδιας μέρας και ώρα 8:50 σύμφωνα με την οποία η κατηγορούμενη επικοινώνησε μαζί του, του ανέφερε ότι είχε μιλήσει με το δικηγόρο της αλλά της είπε ότι δεν μπορεί να την εκπροσωπήσει και ότι προσπαθούσε να μιλήσει με άλλο δικηγόρο. Σύμφωνα με την καταγραφή, η κατηγορούμενη ανέφερε επίσης ότι δεν θα μπορούσε να προσέλθει τη συγκεκριμένη μέρα στο Σταθμό και πρόσθεσε ότι ήθελε να συνοδεύεται κατά την επίσκεψη της γιατί δεν εμπιστευόταν τον Σταθμό. Ενημερώθηκε τότε από τον ΜΚ1 ότι η συνάντηση μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε άλλο Αστυνομικό Σταθμό αλλά η κατηγορούμενη πάλιν αρνήθηκε να πάει. Τρίτη καταχώρηση με ημερομηνία 20.5.2016, ώρα 8:15 καταγράφει ότι η κατηγορούμενη επικοινώνησε και μίλησε τηλεφωνικώς με τον ίδιο και αυτός της εξήγησε τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αυτή του ανέφερε ότι μετά από συμβουλή δικηγόρου δεν θα προσέλθει στον Σταθμό για να κατηγορηθεί και δήλωσε ότι έχει παράπονο και ότι έχει προβεί σε καταγγελία στην Ανεξάρτητη Αρχή. Διαφώνησε ότι η κατηγορούμενη δεν ενημερώθηκε για το δικαίωμα της να έχει πρόσβαση σε δικηγόρο και υπέδειξε ότι σύμφωνα με τις αναφορές τις κατηγορούμενης, είχε συμβουλευτεί δύο δικηγόρους. Πρόσθεσε ότι στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης παρέλαβε τις καταθέσεις των εμπλεκόμενων αστυνομικών. Είχε προσπαθήσει να λάβει κατάθεση και από κρατούμενο που κρατείτο στον Σταθμό το επίδικο βράδυ αλλά το πρόσωπο εκείνο αρνήθηκε να καταθέσει. Αντεξεταζόμενος ανέφερε επίσης ότι ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με την Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Παραπόνων κατά την Αστυνομίας αναφορικά με το παράπονο που είχε υποβάλει η κατηγορούμενη. Αρνήθηκε ο ΜΚ1 ότι η κατάθεση του και οι καταθέσεις των εμπλεκόμενων αστυνομικών ήταν κατασκευασμένες και συντάχθηκαν επί σκοπού μετά το παράπονο που είχε υποβάλει η κατηγορούμενη στην Ανεξάρτητη Αρχή. Ανέφερε ότι δεν υπάρχει υλικό από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του Σταθμού αναφορικά με το περιστατικό. Τέλος ανέφερε ότι η επικοινωνία του με την κατηγορούμενη γινόταν στα Αγγλικά και Ελληνικά, κυρίως όμως στην Αγγλική γλώσσα την οποία ο ίδιος γνωρίζει . Η θέση του ήταν ότι η κατηγορούμενη κατανοούσε τη συζήτηση. ΜΚ
  2. Δεύτερος μάρτυρας ήταν ο Αστ. XXXXX Στ. Διονυσίου (ΜΚ2) που, κατά τον επίδικο χρόνο, υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Δομετίου. Κατά την κυρίως εξέταση, ο ΜΚ2 ανέφερε, μεταξύ άλλων ότι στις 13.4.2016 περί ώρα 2100 μετέφερε μαζί με τον Αστ. XXXXX κάποιο κρατούμενο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για εξέταση. Παρέμειναν στο Νοσοκομείο μέχρι τις 2350 περίπου και, ενώ επέστρεφαν στον Σταθμό, δέχθηκε τηλεφώνημα από την Αστ. XXXXX η οποία τον ρώτησε εάν γνωρίζει την κατηγορούμενη. Αυτός απάντησε ότι την γνωρίζει και ότι συνήθως έρχεται στο Σταθμό για να καταγγείλει παρενόχληση από μια γειτόνισσα της. Η Αστ. XXXXX του ζήτησε να επιστρέψει στον σταθμό γρήγορα γιατί η κατηγορούμενη ήταν εκεί και φώναζε. Όταν επέστρεψαν στον Σταθμό με τον κρατούμενο άκουσε μια γυναίκα να μιλά στο τηλέφωνο και ταυτόχρονα να φωνάζει την Αστ. XXXXX και στον Α/Αστ. XXXXX και αναγνώρισε τη φωνή της κατηγορούμενης. Ο ΜΚ2 την ρώτησε γιατί φωνάζει. Η κατηγορούμενη του απάντησε ότι ήρθε στον Σταθμό να κάνει παράπονο ότι κάποιος την παρακολουθεί εδώ και τρεις μέρες και πιστεύει ότι εμπλέκεται η γειτόνισσα της. Όμως οι αστυνομικοί του Σταθμού της ζητούν ταυτότητα και κάνουν ότι δεν την ξέρουν ενώ η Αστ. XXXXX τηλεφώνησε στη γειτόνισσα της για να την ενημερώσει ότι βρίσκεται στο Σταθμό και να της δώσει πληροφορίες. Ο ΜΚ2 συνέχισε λέγοντας ότι προσπάθησε να καθησυχάσει την κατηγορούμενη εξηγώντας της ότι η Αστ. XXXXX μιλούσε στο τηλέφωνο με τον ίδιο και όχι με τη γειτόνισσα της και την παρακάλεσε να ηρεμήσει γιατί διαφορετικά θα τη συλλάμβανε για τη συμπεριφορά της. Ενώ μιλούσαν προσήλθε στον Σταθμό ο Α/Λοχ XXXXX κατόπιν οδηγιών του αξιωματικού υπηρεσίας ο οποίος είχε δεχθεί τηλεφώνημα από την κατηγορούμενη. Η κατηγορούμενη συνέχισε να φωνάζει θεωρώντας ότι δεν της συμπεριφέρονταν σωστά με αποτέλεσμα ο κρατούμενος που βρισκόταν στο κελί του να φωνάξει «I want to sleep». Σύμφωνα με τον ΜΚ2, σε κάποια στιγμή η κατηγορούμενη απευθύνθηκε προς τον ίδιο και του είπε «If you have children I hope God punish your children for the things you do». Ο ίδιος την παρακάλεσε να σταματήσει και να τους σέβεται όπως την σέβονται και ο Α/Λοχ XXXXX της είπε να μην λέει τέτοια πράγματα γιατί δεν είναι σωστό. Τότε η κατηγορούμενη άρχισε να φωνάζει και προς τον Α/Λοχ. XXXXX λέγοντας του ότι θα καταγγελθεί και εκείνος. Ο ΜΚ2 της ζήτησε να αποχωρήσει από τον Σταθμό αφού δεν μπορούσε να ηρεμήσει και η κατηγορούμενη απευθύνθηκε ξαφνικά στην Αστ. XXXXX που βρισκόταν τότε στο εσωτερικό του γραφείου παραπόνων, μέσα από τον πάγκο, λέγοντας της ότι αυτή φταίει για όλα γιατί ενημέρωσε τη γειτόνισσα της. Κινήθηκε προς τον πάγκο, πρόταξε το χέρι και ανέφερε «The god sees and I hope every curse goes to your child». Μετά από αυτό ο ΜΚ2 ζήτησε από την Αστ. XXXXX να συλλάβει την κατηγορούμενη. Η Αστ. XXXXX εξήλθε από τον πάγκο και πλησίασε την κατηγορούμενη η οποία την έσπρωξε προς τα πίσω και τη συγκράτησε ο Α/Λοχ. XXXXX για να μην πέσει. Η κατηγορούμενη κρατώντας το κινητό της τσίριζε «you attack me» και κατευθύνθηκε προς το εξωτερικό του Σταθμού. Την ακολούθησε ο ΜΚ2 μαζί με τον Αστ. XXXXX και τον Α/Λοχ. XXXXX. Ο ΜΚ2 την πλησίασε και της ανέφερε ότι είναι υπό σύλληψη για το αδίκημα της επίθεσης εναντίον αστυνομικού και της ανησυχίας και αγγίζοντας την στον αριστερό ώμο της επέστησε την προσοχή στον Νόμο. Η κατηγορούμενη απάντησε «The God see you». Σύμφωνα με τον ΜΚ2, ζήτησε από την κατηγορούμενη να τον ακολουθήσει μέσα στον Σταθμό. Αυτή ανέφερε ότι θέλει αν μιλήσει με το δικηγόρο της και αντί να τον ακολουθήσει ξάπλωσε στο έδαφος και άρχισε να φωνάζει ότι δεν αισθάνεται καλά. Της ζήτησε να σηκωθεί και να πάνε στο εσωτερικό του Σταθμού όπου είναι πιο ζεστά αλλά αυτή αρνήθηκε και συνέχισε να φωνάζει ενώ παρέμενε στο έδαφος. Ο ΜΚ2 μαζί με τους Α/Λοχ. XXXXX και τον Αστ. XXXXX προσπάθησαν να της βάλουν χειροπέδες. Τοποθέτησαν τη χειροπέδα στο αριστερό της χέρι και ενώ προσπαθούσαν να τοποθετήσουν τη χειροπέδα στο δεξί της χέρι αυτή προσπάθησε να δαγκώσει τον ΜΚ2 στο αριστερό του χέρι όμως αυτός πρόλαβε και το απομάκρυνε. Τη ρώτησε γιατί και εκείνη απάντησε «I will not allow you to take my phone». Αφού της τοποθέτησαν τις χειροπέδες, εισήλθαν στον Σταθμό και η κατηγορούμενη ζήτησε και είχε επικοινωνία με το δικηγόρο της κ. Ρ. Βραχίμη ο οποιος προσήλθε στο σταθμό μετά από λίγη ώρα. Στις 01:05 ο ΜΚ2 έδωσε στην κατηγορούμενη τα δικαιώματα της στην Αγγλική γλώσσα (Τεκμήριο 5) τα οποία εκείνη αρνήθηκε να παραλάβει. Στο έντυπο των δικαιωμάτων καταγράφεται η δήλωση του ΜΚ2 ότι «Αρνήθηκε να τα παραλάβει καθότι ήθελε να μιλήσει με το δικηγόρο της. Αυτός ήρθε στον σταθμό αλλά και πάλι αρνήθηκε να τα παραλάβει. Παρών ήταν και ο Αστ. XXXXX». Αρνήθηκε ο ΜΚ2 ότι μετά τη σύλληψη, εκείνος είχε ρίξει την κατηγορούμενη στο έδαφος στην προσπάθεια του να της πάρει το κινητό. Τέθηκε στον ΜΚ2 ότι, ενώ η κατηγορούμενη ήταν στο έδαφος, προσπαθούσε να πάρει το κινητό της και γι' αυτό εκείνη προσπάθησε να τον δαγκώσει. Ο ΜΚ2 αρνήθηκε ότι η πρόθεση του ήταν να πάρει το κινητό, επιμένοντας ότι η προσπάθεια του ήταν να βάλει τις χειροπέδες. Υποβλήθηκε ακολούθως ότι ο λόγος που ήθελε να της πάρει το κινητό είναι γιατί «η ίδια, ενόσω βρισκόταν μέσα στον Αστυνομικό Σταθμό, σας είχε πει ότι σας ηχογραφούσε όλη αυτήν την ώρα που γίνονταν οι συνομιλίες.» Ο ΜΚ2 αρνήθηκε λέγοντας ότι εάν γινόταν αυτό θα είχε συλλάβει την κατηγορούμενη για την παράνομη ηχογράφηση. Αρνήθηκε επίσης ότι συνάδελφος του παρέλαβε τελικά το κινητό της κατηγορούμενης και διέγραψε από αυτό τις ηχογραφήσεις. Τέθηκε στον ΜΚ2 ότι εκδορές που είχαν διαπιστωθεί στην κατηγορούμενη όταν εξετάστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας μετά το περιστατικό «είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι σέρνατε την κατηγορούμενη στο πάτωμα για να την πάρετε μέσα». Ο ΜΚ2 αρνήθηκε προσθέτοντας ότι εκδορές μπορεί αν είχαν προκληθεί όταν η κατηγορούμενη έπεσε στο έδαφος μόνη της. Ο ΜΚ2 πρόσθεσε επίσης ότι μετά τη σύλληψη της κατηγορούμενης και αφού τους ενημέρωσε στην παρουσία του δικηγόρου της ότι είχε παράπονο εναντίον τους θεώρησε «ότι δεν υπήρχε λόγος να την ανακρίνω [για τα αδικήματα που τη συνέλαβα]. Από τη στιγμή που ήμουν παρών στα αυτόφωρα αδικήματα, όταν ενημερωθήκαμε ότι υπάρχει και το ενδεχόμενο υποβολής παραπόνων εναντίον μας μέσω του δικηγόρου της, κρίναμε σωστό ότι όλη η υπόθεση έπρεπε να διερευνηθεί από ανεξάρτητο μέλος που δεν ήταν παρών στο επεισόδιο». Τέθηκε στον ΜΚ2 ότι η κατηγορούμενη είχε αφεθεί αμέσως ελεύθερη και η ίδια επέμενε να παραμείνει στο χώρο μέχρι να έρθει ο δικηγόρος της. Ο ΜΚ2 διαφώνησε, ανέφερε ότι ο δικηγόρος της κατηγορούμενης έφτασε σχεδόν αμέσως και ότι επιτράπηκε στην παραπονούμενη να αποχωρήσει τελικά από το Σταθμό κατόπιν οδηγιών του Αξιωματικού Υπηρεσίας, για ανθρωπιστικούς λόγους, γιατί το παιδί της αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Σε σχέση με το κείμενο της κατάθεσης του Τεκμήριο 4, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι το συνέταξε την ίδια μέρα και το παρέδωσε στον ΜΚ1 που είχε αναλάβει τη διερεύνηση της υπόθεσης. Αρνήθηκε ότι η κατάθεση του ήταν κατασκευασμένη εκ των υστέρων ή εκδικητικά, μετά που η κατηγορούμενη είχε υποβάλει παράπονο στην Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Παραπόνων κατά την Αστυνομίας. Σε σχέση με τον τρόπο που είχαν εξελιχθεί τα γεγονότα, του υποβλήθηκε ότι η Αστ. XXXXX είχε βγει από τον πάγκο του γραφείου παραπόνων και κλώτσησε την κατηγορούμενη στην κοιλιά επειδή θύμωσε που η κατηγορούμενη της έριχνε ευθύνες ότι τηλεφώνησε στην γειτόνισσα της. Ο ΜΚ2 αρνήθηκε και επέμενε στην δική του εκδοχή αναφορικά με τα γεγονότα. Πρόσθεσε ότι η Αστ. XXXXX εξήλθε του γραφείου μετά από την εντολή του να τη συλλάβει και τότε η κατηγορούμενη την έσπρωξε. Δεν δέχτηκε επίσης ότι η κατηγορούμενη είχε τρέξει να φύγει γιατί δέχθηκε επίθεση ούτε ότι εκείνος φώναξε να την πιάσουν γιατί είχε ηχογραφημένες συνομιλίες. Αρνήθηκε ότι παρέλαβε και ερεύνησε την τσάντα της κατηγορούμενης. Αναφορικά με την γλώσσα στην οποία επικοινωνούσαν, ο ίδιος ανέφερε ότι γνωρίζει καλά τα Αγγλικά ενώ η κατηγορούμενη αντιλαμβάνεται και την Ελληνική γλώσσα και ότι υπήρχε πλήρης κατανόηση από μέρους της για το περιεχόμενο της συνομιλίας τους. ΜΚ
  3. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Αστ. XXXXX Π. Πεππή (ΜΚ3). Σύμφωνα με την κατάθεση του, Τεκμήριο 6, στις 13.4.2016 περί ώρα 2100, κατόπιν οδηγιών του αξιωματικού υπηρεσίας μετέφερε κρατούμενο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για εξετάσεις μαζί με τον ΜΚ
  4. Οι εξετάσεις ολοκληρώθηκε γύρω στις 23:50 οπόταν και ξεκίνησαν να επιστρέψουν στον Σταθμό. Κατά την επιστροφή τους ο ΜΚ2 δέχθηκε τηλεφώνημα από την Αστ. XXXXX που είχε παραμείνει στον Σταθμό η οποία τον ρώτησε εάν γνωρίζει την κατηγορούμενη που βρισκόταν στον σταθμό και φώναζε. Επέστρεψαν στον Σταθμό γύρω στις 00:05 μαζί με τον κρατούμενο και άκουσαν την κατηγορούμενη να φωνάζει ενώ ταυτόχρονα μιλούσε στο τηλέφωνο. Φώναζε ότι ο Α/Αστ. XXXXX και η Αστ. XXXXX δεν την βοηθούσαν και την κορόιδευαν, ότι δεν πίστεψαν το παράπονο που ήρθε να υποβάλει ότι κάποιος την παρακολουθεί τις τελευταίες 3 μέρες και ότι της ζητούν ταυτότητα και προσποιούνται ότι δεν την γνωρίζουν. Παραπονέθηκε επίσης ότι η Αστ. XXXXX είχε τηλεφωνήσει στην γειτόνισσα της και την ενημέρωσε ότι η ίδια ήταν στον Σταθμό. Ο ΜΚ2 προσπάθησε να της εξηγήσει ότι δεν είχε αντιληφθεί ορθά τις προθέσεις των αστυνομικών και ότι δεν είχαν ενημερώσει την γειτόνισσα της. Όμως αυτή συνέχιζε να φωνάζει και να κατηγορεί και τον ίδιο ότι θέλει να καλύψει τους συναδέλφους του. Τότε έφτασε στον σταθμό ο Α/Λοχ. XXXXX και μαζί με τον ΜΚ2 μιλούσαν με την κατηγορούμενη όμως αυτή συνέχισε να φωνάζει. Ο κρατούμενος φώναξε ότι ήθελε να κοιμηθεί και διαμαρτυρήθηκε για τον θόρυβο. Τότε άκουσε την κατηγορούμενη να λέει στον ΜΚ2 «If you have children I hope God punish your children for the things you do». Ο ΜΚ2 της ζήτησε να τους σέβεται όπως την σέβονται και εκείνοι. Ο Α/Λοχ. XXXXX της είπε να μην λέει τέτοια πράγματα και εκείνη άρχισε να του φωνάζει ότι θα τον καταγγείλει και αυτόν. Ο ΜΚ2 της είπε τότε να φύγει από τον Σταθμό αφού δεν ηρεμούσε και τότε η κατηγορούμενη στράφηκε προς την Αστ. XXXXX που βρισκόταν στο εσωτερικό του γραφείου παραπόνων και της έλεγε με έντονο ύφος ότι εκείνη φταίει για όλα γιατί ενημέρωσε την γειτόνισσα της. Πρόταξε το χέρι της και κινήθηκε προς τον πάγκο και της είπε «The god sees and I hope every curse goes for your child». Τότε ο ΜΚ2 έδωσε οδηγίες στην Αστ. XXXXX να συλλάβει την κατηγορούμενη. Όταν η Αστ. XXXXX την πλησίασε, η κατηγορούμενη την έσπρωξε προς τα πίσω. Τη συγκράτησε ο Α/Λοχ. XXXXX για να μην πέσει ενώ η κατηγορούμενη άρχισε να φωνάζει «You attack me» και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Ο ΜΚ3, ο ΜΚ2 και ο Α/Λοχ. XXXXX την ακολούθησαν και ο ΜΚ2 τη συνέλαβε μπροστά από το εξωτερικό κάγκελο της αυλής που ήταν κλειστό και της ζήτησε να τον ακολουθήσει στο εσωτερικό του Σταθμού. Αυτή ζήτησε το δικηγόρο της, ξάπλωσε στο έδαφος και άρχισε να φωνάζει ότι δεν είναι καλά. Οι τρεις τους της είπαν να σηκωθεί και να πάει στο εσωτερικό τους Σταθμού όμως αυτή συνέχισε να είναι στο έδαφος και να φωνάζει. Προσπάθησαν να της βάλουν χειροπέδες όμως όταν ο ΜΚ2 προσπαθούσε να της βάλει χειροπέδα στο δεξί χέρι αυτή προσπάθησε να τον δαγκώσει. Ο ΜΚ2 κατάφερε να απομακρύνει το χέρι του και τη ρώτησε γιατί το έκανε. Η κατηγορούμενη απάντησε ότι δεν του δίνει το κινητό της. Ο Α/Λοχ. XXXXX της τοποθέτησε και τις χειροπέδες και τη μετάφεραν εντός του σταθμού. Εκείνη αρνήθηκε να παραλάβει τα δικαιώματα κρατούμενου. Ακολούθως ήρθε στο Σταθμό ο δικηγόρος της. Η κατηγορούμενη τελικά αφέθηκε ελεύθερη για ανθρωπιστικούς λόγους κατόπιν οδηγιών του αξιωματικού υπηρεσίας και της χορηγήθηκε ιατρικό έντυπο για να εξεταστεί από κυβερνητικό ιατρό μετά από ισχυρισμό της ότι δεν αισθάνεται καλά γιατί είχε δεχθεί επίθεση από τους αστυνομικούς. Κατά την αντεξέταση του ΜΚ3 του τέθηκε ότι δεν ήταν μπροστά όταν έγινε το ισχυριζόμενο περιστατικό εντός του Σταθμού μεταξύ της κατηγορούμενης και της Αστ. XXXXX. Ο ΜΚ3 διαφώνησε επιμένοντας ότι ήταν μπροστά. Αρνήθηκε ότι προσέγγισε τη σκηνή μόνο όταν ο Α/Λοχ. XXXXX είπε «μας ηχογραφεί, έχουμε σοβαρό πρόβλημα, συλλάβετε την». Επέμενε ότι ήταν παρών όταν εξελίχθηκαν τα γεγονότα που περιγράφει. Ο ΜΚ3 ανέφερε επίσης ότι αποφάσισαν να βάλουν χειροπέδες στην κατηγορούμενη όταν αυτή έπεσε στο έδαφος και άρχισε να «ουρλιάζει» και να «χτυπιέται». Διαφώνησε ότι ο λόγος που ήθελαν να της βάλουν χειροπέδες ήταν γιατί προσπαθούσαν να της πάρουν το κινητό τηλέφωνο για να διαγράψουν ηχογραφήσεις των όσων είχαν προηγηθεί. Αρνήθηκε ότι επιδίωξαν να της πάρουν το κινητό. Πρόσθεσε ότι το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του σταθμού δεν κατέγραψε τα γεγονότα. Αναφορικά με την κατάθεση του Τεκμήριο 6, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι την είχε συντάξει το ίδιο βράδυ. ΜΚ
  5. Τέταρτος μάρτυρας ήταν ο Α/Λοχ. XXXXX Δ. Δημοσθένους που κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στο ΚΕΜ ΟΥΛΑΕ (ΜΚ4). Στην κατάθεση του ο ΜΚ4 κατέθεσε ότι στις 13.4.2016 και περί ώρα 00:05, ενώ βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία στην περιοχή Αγίου Δομετίου, έλαβε οδηγίες από τον αξιωματικό υπηρεσίας να μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Δομετίου γιατί γυναίκα είχε τηλεφωνήσει φωνάζοντας και ζητούσε να μιλήσει με αξιωματικό γιατί οι αστυνομικοί του σταθμού δεν την εξυπηρετούσαν. Έφτασε στο Σταθμό λίγα λεπτά αργότερα και είδε τον ΜΚ2 να μιλά με την κατηγορούμενη. Στο γραφείο παραπόνων ήταν τότε και ο Α/Αστ. XXXXX, ο ΜΚ3 και η Αστ. XXXXX η οποία βρίσκονταν μέσα από τον πάγκο. Από τη συζήτηση που είχε ο ΜΚ4 με την κατηγορούμενη αντιλήφθηκε ότι αυτή είχε προσέλθει στο Σταθμό για να υποβάλει παράπονο εναντίον γειτόνισσας της και όταν της ζητήθηκε ταυτότητα από τον Α/Αστ. XXXXX αυτή παρεξήγησε τις προθέσεις των αστυνομικών. Παρεξήγησε επίσης την Αστ. XXXXX όταν αυτή τηλεφώνησε στον ΜΚ2 και νόμισε ότι τηλεφωνούσε στην γειτόνισσα της για να της δώσει αναφορά. Ο ΜΚ4 προσπάθησε να καθησυχάσει την κατηγορούμενη όμως εκείνη ήταν έντονη και φώναζε κατηγορώντας τόσο του αστυνομικούς που ήταν εκεί παρόντες όπως και άλλους αστυνομικούς τους Σταθμού που ισχυριζόταν ότι δεν εξυπηρετούσαν τα παράπονα της. Ενώ συνομιλούσε μαζί της άκουσε κάποιο κρατούμενο να φωνάζει «I want to sleep». Ξαφνικά και χωρίς λόγο ο ΜΚ4 άκουσε την κατηγορούμενη να λέει στον ΜΚ2 «if you have children i hope God punish your children for the things you do». Ο ΜΚ2 της ζήτησε να τους σέβεται όπως την σέβονται και εκείνη και ο ΜΚ4 της ζήτησε να μην λέει τέτοια πράγματα. Αυτή τότε, σύμφωνα με τον ΜΚ4, άρχισε να του μιλά «επιθετικά και έντονα σχεδόν τσιριλόντας λέγοντας μου ότι θα με καταγγείλει και εμένα». Ακολούθως ο ΜΚ2 της είπε να φύγει από τον Σταθμό αφού δεν μπορεί να ηρεμήσει και τότε αυτή στράφηκε με έντονο ύφος προς την Αστ. XXXXX και της είπε ότι αυτή φταίει για όλα γιατί ενημέρωσε τη γειτόνισσα της, κινήθηκε προς τον πάγκο του γραφείου παραπόνων, την έδειξε με το χέρι της και της είπε «The god sees and I hope every curse goes for your child». Τότε ο ΜΚ2 είπε στην Αστ. XXXXX να τη συλλάβει και όταν εκείνη την πλησίασε η κατηγορούμενη την έσπρωξε προς τα πίσω και ο ΜΚ4 την έπιασε για να μην κτυπήσει. Η κατηγορούμενη άρχισε να «ουρλιάζει» «you attack me» και πήγε προς την έξοδο του Σταθμού. Ο ΜΚ4 την ακολούθησε με τον ΜΚ2 και τον ΜΚ3 και ακολούθως ο ΜΚ2 τη συνέλαβε μπροστά από το κάγκελο του Σταθμού το οποίο ήταν κλειστό. Της είπε να τον ακολουθήσει μέσα στον Σταθμό και αυτή φωνάζοντας ζήτησε να δει το δικηγόρο της, ξάπλωσε στο πάτωμα και άρχισε να φωνάζει ότι δεν είναι καλά. Ο ΜΚ4, ο ΜΚ2 και ο ΜΚ3 της είπαν να σηκωθεί και να μπουν στον Σταθμό όμως αυτή παρέμεινε στο έδαφος και φώναζε. Προσπάθησαν να της βάλουν χειροπέδες και ο ΜΚ3 της έβαλε χειροπέδα στο αριστερό χέρι και αυτή προσπάθησε να δαγκώσει τον ΜΚ2 στο αριστερό του χέρι χωρίς να τα καταφέρει γιατί εκείνος το τράβηξε. Ο ΜΚ2 τη ρώτησε γιατί το έκανε αυτό και εκείνη απάντησε ότι δεν του δίνει το κινητό της. Τελικά ο ΜΚ4 της έβαλε τη δεύτερη χειροπέδα στο δεξί της χέρι και την μετέφεραν εντός του Σταθμού όπου η κατηγορούμενη ζήτησε και τηλεφώνησε στον δικηγόρο της Ρ. Βραχίμη ο οποίος παρουσιάστηκε στον Σταθμό λίγο αργότερα. Μίλησαν σε γραφείο χωρίς την παρουσία αστυνομικού και όταν ο ΜΚ4 εισήλθε για να της βγάλει τις χειροπέδες η κατηγορούμενη άρχισε να φωνάζει ότι ο ΜΚ4 της επιτέθηκε και «μου είπε με έντονο ύφος ότι είμαι παλιόγερος και αρνήθηκε να της βγάλω τις χειροπέδες». Σύμφωνα με τον ΜΚ4, οι συνομιλίες με την κατηγορούμενη ήταν στην Ελληνική και Αγγλική γλώσσα. Κατά την αντεξέταση του ΜΚ4 αυτός ανέφερε ότι δεν ήταν παρών όταν η Αστ. 3659 XXXXX το τηλεφώνημα που είχε παρεξηγήσει η κατηγορούμενη. Τέθηκε στον ΜΚ4 ότι ο λόγος που είχε προσπαθήσει η κατηγορούμενη να δαγκώσει τον ΜΚ2 ήταν επειδή αυτός ήθελε να της πάρει το κινητό. Ο ΜΚ4 διαφώνησε ότι ο λόγος που επιδίωκαν να της βάλουν χειροπέδες ήταν για να της πάρουν το κινητό. Ανέφερε ότι η κατηγορούμενη έφερνε αντίσταση κατά τη σύλληψη διότι ενώ τη στιγμή της σύλληψης στεκόταν στην αυλή «η αντίσταση της ήταν να πέσει στο έδαφος» και μετά δεν συνεργαζόταν στην προσπάθεια να της βάλουν χειροπέδες. Αρνήθηκε ότι ο ίδιος και οι άλλοι συναδέλφοι του στα πλαίσια διαμάχης έριξαν στο έδαφος την κατηγορούμενη. Αρνήθηκε ο ΜΚ4 ότι η Αστ. XXXXX είχε κλωτσήσει την κατηγορούμενη όταν βγήκε έξω από τον πάγκο και ότι ο ίδιος την τράβηξε πίσω για να μην επιτεθεί ξανά. Αντέταξε ότι «έσπρωξε η [κατηγορούμενη] την αστυνομικό με αποτέλεσμα να είμαι πίσω της και να την πιάσω να μην πέσει στο πάτωμα.» Διαφώνησε επίσης με υποβολή ότι η κατηγορούμενη αναγκάστηκε να σπρώξει την Αστ. XXXXX για να την εμποδίσει να την κλωτσήσει ξανά. Τέθηκε στον ΜΚ4 ότι η κατηγορούμενη «ηχογραφούσε όλες εκεί τις συνομιλίες και μάλιστα το ανέφερε και το ακούσατε όλοι, μεταξύ αυτών και εσείς». Ο ΜΚ4 απάντησε είχε προσέξει την κατηγορούμενη να χρησιμοποιεί το κινητό της όμως δεν θυμάται να άκουσε κάτι για ηχογράφηση. Τέθηκε στον μάρτυρα ότι μετά την κλωτσιά που η κατηγορούμενη είχε δεχθεί από την αστυνομικό, ο ίδιος είπε «ηχογράφησε μας, βουράτε να την πιάσουμε, εν να έχουμε προβλήματα». Ο ΜΚ4 αρνήθηκε ότι είδε τη συνάδελφο του να κλωτσά την κατηγορούμενη και αρνήθηκε ότι είχε λεχθεί οτιδήποτε για ηχογράφηση. Μετά τη σύλληψη της κατηγορούμενης ο ΜΚ4 ανέφερε ότι την σήκωσαν από το έδαφος και αυτή περπάτησε και ξαναμπήκε στον Σταθμό. Αρνήθηκε ότι την τραβούσαν και την έσερναν με αποτέλεσμα να τραυματιστεί. Ο ΜΚ4 ανέφερε επίσης ότι είχε ετοιμάσει το κείμενο της κατάθεσης του περίπου 2 μέρες μετά το περιστατικό και αρνήθηκε ότι την είχε συντάξει εκδικητικά μετά που η κατηγορούμενη υπέβαλε παράπονο στην Ανεξάρτητη Αρχή. Ο ΜΚ4 επέμενε επίσης στη θέση του ότι η κατηγορούμενη τον εξύβρισε με τον τρόπο που προανέφερα. ΜΚ
  6. Πέμπτη μάρτυρας ήταν η Αστ. XXXXX Σ. Ελευθερίου (ΜΚ5). Στην κατάθεση της (Τεκμήριο 8), η ΜΚ5 ανέφερε ότι στις 13.4.2016 και περί ώρα 2345, βρισκόταν στον σταθμό μαζί με τον Α/Αστ. XXXXX. Προσήλθε στο Σταθμό η κατηγορούμενη, ρώτησε τον Α/Αστ. XXXXX εάν είναι ο αστυνομικός που είχε μιλήσει μαζί του προηγουμένως στο τηλέφωνο, του ανέφερε το όνομα της και του είπε ότι την παρακολουθεί ένα αυτοκίνητο έξω από την οικία της και ήθελε να δηλώσει ότι θεωρεί ότι αυτό σχετίζεται με συγκεκριμένη γειτόνισσα της. Ο Α/Αστ. XXXXX της ζήτησε να παρουσιάσει την ταυτότητα της για να κάνει την καταχώρηση στο σύστημα και τότε η κατηγορούμενη ύψωσε τον τόνο της φωνής της και άρχισε να κάνει χειρονομίες προς εκείνον φωνάζοντας του ότι έπρεπε να την ξέρει γιατί έχουν γίνει πολλές καταχωρήσεις στον σταθμό για εκείνη και τη γειτόνισσα της. Ο Α/Αστ. XXXXX προσπάθησε να την ηρεμήσει και η ΜΚ5 έλεγξε το ηλεκτρονικό σύστημα της αστυνομίας και διαπίστωσε ότι πράγματι υπήρχαν πολλές καταχωρήσεις σχετικές με το όνομα της κατηγορούμενης. Η ΜΚ5 και ο Α/Αστ. XXXXX ανέφεραν στην κατηγορούμενη ότι δεν την γνώριζαν προσωπικά και ότι ήταν απαραίτητο να τους παρουσιάσει ταυτότητα για να διακριβώσουν τα στοιχεία της αυτή όμως απάντησε ειρωνικά ότι δεν είχε μαζί της την ταυτότητα της και δεν ήξερε που την άφησε. Η ΜΚ5 ανέφερε ότι στη συνέχεια τηλεφώνησε στον ΜΚ2 που βρισκόταν μαζί με τον ΜΚ3 σε μεταφορά κρατούμενου στο Γενικό Νοσοκομείο και τον ρώτησε εάν γνωρίζει κάποιο άτομο με το όνομα της κατηγορούμενης. Αυτός της απάντησε ότι την γνωρίζει και ότι συνήθως έρχεται στον σταθμό για να καταγγείλει διαφορές που έχει με γειτόνισσα της. Τότε η κατηγορούμενη άρχισε να φωνάζει και να κάνει χειρονομίες προς την ΜΚ5 και να την κατηγορεί ότι τηλεφώνησε στην γειτόνισσα της για να την ενημερώσει ότι ήταν στον σταθμό. Σύμφωνα με την ΜΚ5, ο Α/Αστ. XXXXX ζήτησε πολλές φορές από την κατηγορούμενη να σταματήσει να φωνάζει και να κατηγορεί την ΜΚ
  7. Της εξήγησε ότι έπρεπε να δώσει τα στοιχεία της για να γίνει καταγραφή του παραπόνου της διαφορετικά θα αναγκαζόταν να τη συλλάβει για την ανησυχία που προκαλούσε. Ακολούθως η κατηγορούμενη τηλεφώνησε στον αξιωματικό υπηρεσίας και ενώ μιλούσε μαζί του εισήλθαν στον σταθμό ο ΜΚ2 και ο ΜΚ3 μαζί με τον κρατούμενο που είχαν συνοδεύσει στο Νοσοκομείο. Ο ΜΚ2 προσπάθησε να εξηγήσει στην κατηγορούμενη ότι ο λόγος που της είχαν ζητήσει τα στοιχεία της ήταν γιατί δεν την γνώριζαν και ότι δεν ήταν σωστό να φωνάζει εντός του Αστυνομικού Σταθμού. Ενώ αυτά βρίσκονταν σε εξέλιξη ήρθε στον σταθμό ο Α/Λοχ. XXXXX. Τότε ο κρατούμενος φώναξε ότι ήθελε ησυχία. Η ΜΚ5 αναφέρει στη συνέχεια ότι ενώ o MK2 και o MK4 συνομιλούσαν μαζί με την κατηγορούμενη αυτή φώναξε προς τον MK2 «If you have children i hope God punish your children for the things you do». Ο MK4 της ζήτησε να σταματήσει γιατί δεν είναι σωστό και αυτή άρχισε να του φωνάζει ότι θα τον καταγγείλει. Ο NK2 της ζήτησε αν φύγει από τον Σταθμό αφού δεν είναι ήρεμη όμως η κατηγορούμενη ξαφνικά απευθύνθηκε προς εκείνη, άρχισε εκ νέου να της φωνάζει ότι αυτή φταίει για όλα και ότι είχε ενημερώσει τη γειτόνισσα της, κινήθηκε προς το μέρος της, πρόταξε το χέρι της και της είπε «The god sees and I hope every curse goes for your child». Τότε ο ΜΚ2 της ζήτησε να συλλάβει την κατηγορούμενη, η ΜΚ5 την πλησίασε αλλά η κατηγορούμενη την έσπρωξε προς τα πίσω και τη συγκράτησε ο ΜΚ4 για να μην κτυπήσει. Τότε η κατηγορούμενη άρχισε να φωνάζει «you attack me» και έτρεξε προς την έξοδο του σταθμού. Ο ΜΚ2, ο ΜΚ3 και ο ΜΚ4 την ακολούθησαν και ο ΜΚ2 τη συνέλαβε μπροστά το κάγκελο του σταθμού που ήταν κλειστό. Της ζήτησε να τον ακολουθήσει στον Σταθμό αλλά η κατηγορούμενη ξάπλωσε στο έδαφος και άρχισε να φωνάζει «δεν αισθάνομαι καλά». Η ΜΚ5 αναφέρει επίσης ότι είδε τον ΜΚ4 και τον ΜΚ3 να προσπαθούν να της βάλουν χειροπέδες και άκουσε τον ΜΚ2 να τη ρωτά γιατί προσπάθησε να τον δαγκώσει. Της έβαλαν χειροπέδες και εισήλθαν όλοι στον Σταθμό. Μετά από λίγη ώρα προσήλθε στον Σταθμό ο δικηγόρος της κατηγορούμενης και τους δόθηκε γραφείο για να μιλήσουν. Η ΜΚ5 παρέμεινε έξω από το γραφείο και ο ΜΚ4 εισήλθε για να της βγάλει τις χειροπέδες αλλά η κατηγορούμενη άρχισε να φωνάζει ότι της επιτέθηκε και να του λέει «φύε που δαμέ ρε παλιόγερε εν θέλω να μου τις βγάλεις». Η ΜΚ5 αναφέρει τέλος ότι όλες οι συνομιλίες της με την κατηγορούμενη στον σταθμό ήταν στην Ελληνική και Αγγλική γλώσσα. Κατά την αντεξέταση η ΜΚ5 ανέφερε ότι όταν η κατηγορούμενη προσήλθε στον Σταθμό ήταν έξαλλη, ανήσυχη, επιθετική προς εκείνη και τον Α/Αστ. XXXXX και τους απαντούσε ειρωνικά. Όταν της ζητήθηκε να εξηγήσει με ποιο τρόπο η κατηγορούμενη ήταν ειρωνική ο ΜΚ 5 απάντησε «ήταν ο τρόπος που είπε ότι δεν έχει μαζί της την ταυτότητα και ότι θα έπρεπε να τη γνωρίζουμε. Δεν θεωρώ ότι έπρεπε να τη γνωρίζω, την έβλεπα για πρώτη φορά όντως.» Διαφώνησε ότι η κατηγορούμενη ήταν φοβισμένη. Η ίδια και ο Α/Αστ. XXXXX της ζήτησαν επανειλημμένα να ηρεμήσει όμως χωρίς αποτέλεσμα. Η ΜΚ5 ανέφερε επίσης ότι η κατηγορούμενη ήταν τόσο επιθετική που η ίδια θεώρησε ορθό να ειδοποιήσει και τον ΜΚ2 και τον ΜΚ3 ώστε να την χειριστούν εκείνοι που την γνώριζαν ήδη. Υποβλήθηκε στην ΜΚ5 ότι «δεν είναι στο συνάδελφο σας που τηλεφωνήσατε, για την ακρίβεια δεχθήκατε τηλεφώνημα. Την ώρα που απαντήσατε το τηλέφωνο, ήταν εισερχόμενη κλήση, μιλήσατε με κάποιο πρόσωπο και είπες στο τηλέφωνο 'η δική σου εν δαμέ, δεν μπορώ να μιλήσω'». Η ΜΚ5 απάντησε ότι δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Διαφώνησε επίσης όταν της τέθηκε ότι «από τη συνομιλία που άκουσε η κατηγορούμενη, αντιλήφθηκε ότι ήταν με τη γειτόνισσα της που μιλούσατε.» Τέθηκε επίσης στην ΜΚ5 ότι «ουδέποτε η κατηγορούμενη κινήθηκε απειλητικά εναντίον σας, αλλά εσείς, επειδή η κατηγορούμενη επαναλάμβανε συνεχώς ότι μιλήσατε με τη γειτόνισσα της, θυμώσατε, εξήλθατε του πάγκου και την κλοτσήσατε στην κοιλιά». Η ΜΚ5 αρνήθηκε ότι είχε συμβεί κάτι τέτοιο. Της τέθηκε στη συνέχεια ότι ο ΜΚ4 δεν την έπιασε για να μην κτυπήσει αλλά «σας τράβηξε πίσω για να μην επιτεθείτε δεύτερη φορά στην κατηγορούμενη». Η ΜΚ5 αρνήθηκε ότι είχε συμβεί κάτι τέτοιο. Ακολούθως, της τέθηκε ότι «παρόλο που σας έπιασε ο συνάδελφος και ετράβησε σας πίσω, καταφέρατε να κλωτσήσετε και δεύτερη φορά την κατηγορούμενη στην κοιλιά». Η ΜΚ5 αρνήθηκε ξανά αναφέροντας «Δεν υπήρξε ούτε πρώτη, ούτε δεύτερη φορά. Εάν είναι ποτέ δυνατό να μπαίνουν οι πολίτες μέσα [στο Σταθμό] και να έχουμε εμείς τη διάθεση να σηκωστούμε να πάμε να τους κλωτσοκοπήσουμε. Εάν είναι δυνατό.» Η ΜΚ5 αρνήθηκε επίσης ότι η κατηγορούμενη τους είχε πει ότι ηχογραφούσε τη συνομιλία τους. Της τέθηκε επίσης ότι «όταν έκανε η κατηγορούμενη να φύγει, σας υποβάλλω, μετά την επίθεση που δέχθηκε η κατηγορούμενη, βγήκε έξω από το Σταθμό να φύγει και ο Λοχιας XXXXX είπε ότι 'ρε ηχογραφά μας και θα έχουμε προβλήματα, πιάστε την οπότε τρέξατε πίσω της να τη συλλάβετε». Η ΜΚ5 αρνήθηκε ότι είχαν συμβεί αυτά. Η ΜΚ5 ανέφερε ότι όταν έγινε η σύλληψη η ίδια βγήκε στην πόρτα του Σταθμού και είδε την κατηγορούμενη στο πάτωμα να φωνάζει ότι δεν νιώθει καλά και οι συνάδελφοι της προσπαθούσαν να της τοποθετήσουν χειροπέδες. Πρόσθεσε ότι άκουσε τον ΜΚ2 να ρωτά την κατηγορούμενη γιατί προσπάθησε να τον δαγκώσει όμως δεν άκουσε την ίδια την κατηγορούμενη να λέει ότι δεν θα τον αφήσει αν της πιάσει το κινητό. Πρόσθεσε ότι είχε δει τους συναδέφλους της να σηκώνουν την κατηγορούμενη από το πάτωμα αφού εκείνη είχε κάνει πρώτα ένα δύο βήματα γονατιστή και να προχωρούν στο εσωτερικό του Σταθμού. Αρνήθηκε ότι τους είδε να την τραβούν στο πάτωμα με αποτέλεσμα να τραυματιστεί. Τέθηκε στην ΜΚ5 ότι η κατηγορούμενη πριν τη σύλληψη της δεν της είχε πει την φράση που ανέφερε αλλά της είπε «what goes around comes around and whatever you do comes back to you». Η ΜΚ5 αρνήθηκε. Ανέφερε ότι τα Αγγλικά της είναι αρκετά καλά και η φράση της κατηγορούμενης ήταν «Every curse goes to your child». Σε σχέση με την κατάθεση της Τεκμήριο 8, η ΜΚ5 ανέφερε ότι την συνέταξε την ίδια μέρα του περιστατικού και αρνήθηκε ότι είναι κατασκεύασμα εκ των υστέρων μετά που η κατηγορούμενη υπέβαλε παράπονο στην Ανεξάρτητη Αρχή. ΜΚ
  8. Τελευταίος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Α/Αστ. XXXXX Π. Παρασκευά (ΜΚ6). Στην κατάθεση του Τεκμήριο 9 αναφέρει μεταξύ άλλων ότι την επίδικη ημέρα και περί ώρα 2330 είχε τηλεφωνήσει στον Σταθμό μια γυναίκα που ανέφερε ότι ονομάζεται Τορκιάν και ζήτησε συνάντηση με τον Σταθμάρχη. Ο ΜΚ6 της απάντησε ότι ο Σταθμάρχης δεν εργάζεται το βράδυ και αν ήθελε κάτι επείγον μπορούσε ο ίδιος να τη βοηθήσει. Τότε του είπε ότι ένα αυτοκίνητο την παρακολουθεί και ότι θα προσέλθει στον σταθμό. Κατά τη διάρκεια του τηλεφωνήματος η κατηγορούμενη μιλούσε στην Αγγλική γλώσσα. Γύρω στις 2345 ενώ ο ΜΚ6 ήταν στον σταθμό με την ΜΚ5 προσήλθε μια γυναίκα η οποία μόλις μπήκε τον ρώτησε εάν ήταν το πρόσωπο με το οποιο είχε μιλήσει στο τηλέφωνο. Του είπε ότι θέλει να δηλώσει στην αστυνομία ότι νωρίτερα την ημέρα εκείνη η γειτόνισσα της της είχε κάνει σήμα με τα χέρια της ότι ένα αυτοκίνητο την παρακολουθεί και πιστεύει ότι σχετίζεται με τη γειτόνισσα της. Ο ΜΚ6 ζήτησε τους αριθμούς εγγραφής και περιγραφή του αυτοκινήτου όμως η κατηγορούμενη δεν μπορούσε να του δώσει αυτές τις πληροφορίες. Της ζήτησε τότε να του παρουσιάσει ταυτότητα για να κάνει τη σχετική καταχώρηση όμως αυτή θύμωσε, ύψωσε τον τόνο της φωνής της, έκανε χειρονομίες προς αυτόν με τα χέρια και φώναζε ότι έπρεπε να τη γνωρίζει αφού υπάρχουν στον Σταθμό τόσες καταχωρήσεις για εκείνη και την γειτόνισσα της. Η ΜΚ5 έλεγξε και διαπίστωσε ότι στο σύστημα υπήρχαν αρκετές καταχωρήσεις σχετικά με την κατηγορούμενη ενώ ο ίδιος συνέχιζε να προσπαθεί να ηρεμήσει την κατηγορούμενη και να της εξηγά τον λόγο που θέλει την ταυτότητα της. Ακολούθως, η ΜΚ5 τηλεφώνησε στον ΜΚ2 για να τον ρωτήσει εάν γνωρίζουν την κατηγορούμενη. Τότε η κατηγορούμενη άρχισε να φωνάζει και να κάνει χειρονομίες προς την ΜΚ5 και να την κατηγορεί ότι τηλεφώνησε στην γειτόνισσα της για να την ενημερώσει ότι ήταν στον σταθμό και να της δώσει πληροφορίες. Ο ΜΚ6 της ζήτησε επανελημμένα να σταματήσει να φωνάζει και να κατηγορεί την ΜΚ5 αλλιώς θα αναγκαστεί να τη συλλάβει για την ανησυχία που προκαλούσε. Η κατηγορούμενη είπε ότι θα τηλεφωνήσει στον Αξιωματικό Υπηρεσίας. Η συζήτηση μεταξύ τους διεξαγόταν στην Ελληνική και Αγγλική γλώσσα. Ο ΜΚ6 συνέχισε λέγοντας ότι στις 0005 περίπου προσήλθαν στον Σταθμό με τον κρατούμενο ο ΜΚ2 και ο ΜΚ
  9. Η κατηγορούμενη άρχισε να μιλά με τον ΜΚ2 ο οποίος προσπαθούσε να την ηρεμήσει και να της εξήγήσει ότι οι ΜΚ5 και ΜΚ6 δεν την γνώριζαν και γι' αυτό ορθά έπρεξαν που της ζήτησαν τα στοιχεία της. Ο ΜΚ2 της ανέφερε επίσης ότι δεν είναι σωστό να φωνάζει εντός του σταθμού και ότι είχαν δικαίωμα αν τη συλλάβουν για την ανησυχία που προκαλεί. Κατά τη διάρκεια τη συνομιλίας έφτασε στον Σταθμό και ο ΜΚ
  10. Ο κρατούμενος άρχισε να φωνάζει ότι θέλει ησυχία. Ενώ συνομιλούσε η κατηγορούμενη με τον ΜΚ2 και ΜΚ4, ο ΜΚ6 άκουσε την κατηγορούμενη να απευθύνεται προς την ΜΚ5 και να της λέει «if you have children i hope God punish your children for the things you do». Ο ΜΚ4 της ζήτησε να σταματήσει και αυτή άρχισε να φωνάζει επιθετικά προς εκείνον ότι θα τον καταγγείλει. Ο ΜΚ2 της ζήτησε να αποχωρήσει από τον Σταθμό και η κατηγορούμενη απευθύνθηκε προς την ΜΚ5 και άρχισε να της φωνάζει εκ νέου ότι εκείνη φταίει για όλα και ότι ενημέρωνε την γειτόνισσα της για θέματα που αφορούν την ίδια. Κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος της ΜΚ5 ανοίγοντας το χέρι και της ανέφερε «The god sees and I hope every curse goes for your child». Τότε ο ΜΚ2 ζήτησε από την ΜΚ5 να συλλάβει την κατηγορούμενη αλλά όταν η ΜΚ5 την προσέγγισε η κατηγορούμενη την έσπρωξε προς τα πίσω και τη συγκράτησε ο ΜΚ
  11. Η κατηγορούμενη άρχισε να τσιρίζει «you attack me» και κατευθύνθηκε προς την έξοδο του Σταθμού. Ο ΜΚ6 παρέμεινε εντός του Σταθμού και δεν είχε οπτική επαφή με το τι ακολούθησε στην αυλή. Μετά μερικά λεπτά οι ΜΚ2, ΜΚ3, ΜΚ4 και ΜΚ5 εισήλθαν ξανά στο Σταθμό συνοδεύοντας την κατηγορούμενη και ο ΜΚ2 του ανέφερε ότι είχε συλληφθεί και ενώ προσπαθούσαν αν της βάλουν χειροπέδες αυτή δοκίμασε να τον δαγκώσει. Πρόσθεσε ότι όταν η κατηγορούμενη προσήλθε στον σταθμό μιλούσε ειρωνικά προς εκείνο και τη συνάδελφο του. Κατά την αντεξέταση ο ΜΚ6 αρνήθηκε ότι η ΜΚ5 είχε πει στο τηλέφωνο «η δική σου είναι δαμέ, δεν μπορώ να μιλήσω». Διαφώνησε επίσης ότι η συγκεκριμένη κλήση ήταν εισερχόμενη. Αναφορικά με το πότε συνέταξε την κατάθεση του, ο ΜΚ6 ανέφερε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβώς, ίσως την ίδια μέρα ή 2-3 μέρες μετά το περιστατικό. Αρνήθηκε ότι η κατάθεση του συντάχθηκε εκδικητικά μετά που η κατηγορούμενη προέβη σε καταγγελία στην Ανεξάρτητη Αρχή. Αρνήθηκε επίσης ότι η ΜΚ5 είχε κλωτσήσει την κατηγορούμενη στην κοιλιά, ότι ο ΜΚ4 τράβηξε την ΜΚ5 για να μην επιτεθεί ξανά και ότι παρά ταύτα η ΜΚ5 την κλώτσησε και δεύτερη φορά στην κοιλιά. Αρνήθηκε επίσης ότι η κατηγορούμενη τους είχε αναφέρει ότι τους ηχογραφούσε στο κινητό καθώς και ότι ο ΜΚ4 τους ζήτησε να την πιάσουν όταν εκείνη προσπάθησε να εξέλθει του Σταθμού για να της πάρουν το κινητό. Κατηγορούμενη/ΜΥ
  12. Όταν η κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Παρουσίασε επίσης στο Δικαστήριο δύο άλλους μάρτυρες για σκοπούς υπεράσπισης. Ξεκινώ από τη μαρτυρία της ιδίας της κατηγορούμενης (ΜΥ1). Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της η κατηγορούμενη ανέφερε ότι κατάγεται από το Ιράν και ήρθε στην Κύπρο πριν 32 χρόνια. Προηγουμένως εργαζόταν ως μεταφραστής στα Ηνωμένα Έθνη από Περσικά στα Αγγλικά. Κατά τον επίδικο χρόνο η κατηγορούμενη ανέφερε ότι λάμβανε φαρμακευτική αγωγή για ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετώπιζε. Πρόσθεσε ότι λόγω της φαρμακευτικής αγωγής που λαμβάνει και του χρόνου που έχει μεσολαβήσει ίσως δεν είναι σε θέση να θυμηθεί την ακριβή χρονολογική σειρά γεγονότων. Η κατηγορούμενη ανέφερε ότι την 13.4.2016, γύρω στις 8:30-9:00 είχε αντιληφθεί ένα αυτοκίνητο μπροστά από το σπίτι της που ήταν σταματημένο εκεί για 20 λεπτά περίπου. Ο οδηγός του αυτοκινήτου της έκανε κίνηση με τα δάκτυλα προς τα μάτια του για να της δείξει ότι την παρακολουθεί. Επειδή είχε πολλές προστριβές με μια γειτόνισσα της, πανικοβλήθηκε. Τηλεφώνησε στον Αστυνομικό Σταθμό, ανέφερε το όνομα της και τι είχε συμβεί και ο αστυνομικός της είπε ότι θα έπρεπε να προσέλθει στον Σταθμό για να υποβάλει καταγγελία. Η κατηγορούμενη τότε ζήτησε από κάποιο φίλο να μείνει με τον γιο της και μετέβηκε στον Αστυνομικό Σταθμό. Δεν γνώριζε τους αστυνομικούς που ήταν εκεί. Είπε στον ένα ότι είχε τηλεφωνήσει προηγουμένως και αυτός της ζήτησε «με πολλή αγένεια» την ταυτότητα της. Εκείνη του απάντησε ότι δεν την είχε όμως ήξερε τον αριθμό και ακολούθησε «πολύς διάλογος, είχε γίνει μακρύς διάλογος για μια απλή ταυτότητα». Η κατηγορούμενη τους έλεγε ότι εάν έλεγχαν το σύστημα θα έβλεπαν ότι υπήρχαν και άλλες καταχωρήσεις και θα επιβεβαίωναν την ταυτότητα της. Η ΜΚ5 τότε της είπε «με πολύ απειλητικό τρόπο 'σε ξέρω εσένα και ξέρω και που είναι το σπίτι σου', πράγμα που με έκανε να φοβηθώ παραπάνω για την κατάσταση.» Η κατηγορούμενη ανέφερε ότι «χτύπησε το τηλέφωνο, απάντησε η κυρία. Αυτή είπε 'η δική σου είναι δαμέ, να σου μιλήσω μετά' και είπα, επειδή αυτό ήταν επίσης δική μου υπόθεση, της είπα 'μιλάς στη γειτόνισσα μου και δίνεις και πάλι τα στοιχεία μου και αυτή είναι η προστασία των δεδομένων μου'». Συνέχισε λέγοντας ότι καθώς μιλούσαν έφτασε ο ΜΚ2 και ο ΜΚ
  13. Τότε άκουσε τη ΜΚ5 να λέει «'είναι αυτή με αυτισμό μωρό' και συνεχίζει να λέει τέτοια πράγματα για το παιδί μου. Δεν είχα δει ποτέ ξανά στη ζωή μου αυτήν την αστυνομικό. Πώς ήξερε;. Αυτό είπε αυτή και άρχισα να τους λέω 'είμαι μητέρα' και πολλά άλλα πράγματα 'είμαι δασκάλα στον γιό μου, είμαι αδερφή, είμαι πολλά άλλα πράγματα και όπως και εσύ είσαι μητέρα και πολλά άλλα πράγματα, εκτός από αστυνομικός, αυτό που κάνεις δεν είναι σωστό. Ήρθα εδώ απλούστατα για να κάνω ένα παράπονο. Πρότεινα στην Αστυνομία όταν ήρθε ο Στέλιος τους είπα για να αποδείξω ότι λέω την αλήθεια, η αστυνομία έχει κάμερα δίπλα από το σπίτι μου, που έχει τοποθετήσει η Αστυνομία σχετικά με ένα γεγονός που είχε γίνει και τους είπα 'παρακαλώ ελέγξετε να δείτε τι είναι αυτό. Μπορείτε να δείτε αριθμούς εγγραφής και τα πάντα' και για να επιστρέψω εκεί που ήμασταν με την [ΜΚ5], της είπα 'και εσύ είσαι μητέρα και πολλά άλλα εκτός από αστυνομικός. Αυτό που συμβαίνει δεν είναι σωστό και ότι κάνεις, το πιστεύω μου είναι ότι ρόδα είναι και γυρίζει'. Θύμωσε, δεν ξέρω πως ήρθε από τον πάγκο από το πλάι, με κλώτσησε με το πόδι στο στομάχι μου. Εκείνος ο αστυνομικός που ήταν ήδη εκεί έξω προσπάθησε να τη σταματήσει, αυτή ερχόταν κατά πάνω μου, αλλά αυτός κατάφερε να αρπάξει τα χέρια της. Με κλώτσησε ακόμα μια φορά και προσπάθησα να την σπρώξω μακριά μου.» Η κατηγορούμενη, ενώ προειδοποιήθηκε από το Δικαστήριο ότι τα όσα στη συνέχεια ανέφερε δυνατό να συνιστούν παραδοχές ποινικών αδικημάτων, συνέχισε λέγοντας ότι «Σε χρόνο μηδέν, όπως έχω μάθει από την οικογένεια μου, γιατί προέρχομαι από καλή οικογένεια, δεν ήμουν ποτέ αγενής προς την Αστυνομία, προς κανένα από αυτούς, έλεγαν πράγματα, ήταν αγενείς, με εξευτέλιζαν με τον δικό τους τρόπο και είχα το τηλέφωνο μου στο χέρι μου και άρχισα να καταγράφω. . Με όλα αυτά που συνέβαιναν στο γραφείο και άρχισα να λέω 'σταμάτα, με κτυπάς', άνοιξα την πόρτα για να τρέξω μακριά από το γραφείο. Ο αστυνομικός που κρατούσε την [ΜΚ5] φώναξε, με συγχωρείτε, χρησιμοποίησε τη λέξη 'σκατά' και ζήτησε από τον [ΜΚ3] 'συλλάβετε την, έχουμε μπλέξει, θα μπλέξουμε'. Όταν έτρεξα προς τον κήπο Εντιμοτάτη, έκλαιγα, ζητούσα από τον κόσμο να με βοηθήσει, έλεγα 'οποιοσδήποτε, κάποιος' ήταν σαν μια αγέλη λύκων, με είχαν στη μέση και όλα όσα διαδραματίστηκαν σε εκείνον τον τόπο και χρόνο είναι καταγραμμένα, είχαν κάμερα, ο αστυνομικός σταθμός είχε κάμερες στον κήπο, μου έχουν πει ότι είμαι υπό σύλληψη, ο [ΜΚ3] μου είπε 'κυρία Τορκιάν είστε υπό σύλληψη και ότι έχετε είναι στην κατοχή μας.' Είχα το τηλέφωνο στο χέρι μου. Προσπάθησαν να μου πάρουν το τηλέφωνο από εμένα, εκεί που στεκόμουν υπήρχε κάμερα, όλα αυτά πρέπει να είναι καταγραμμένα. Όταν μου είπαν 'είσαι υπό σύλληψη είπα 'χρειάζομαι να είναι εδώ ο δικηγόρος μου'. 'Ναι' μου είπαν 'ναι φυσικά αλλά όσα έχεις είναι στην κατοχή μας και μετά βλέπουμε'. Υπήρξε πάλη στην αυλή για να μου βάλουν τις χειροπέδες. Ο [ΜΚ2] τραβούσε όλη την ώρα το χέρι μου για να μου βάλει τη χειροπέδα. Σε κάποια στιγμή προσπάθησε να ανοίξει τα δύο χέρια, το ένα από το άλλο. Προσπάθησα. πώς να το πω, να τον δαγκώσω, να τον σταματήσω από το να το κάνει αυτό. Φυσικά δεν τα κατάφερα, απλώς προσπάθησα να υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Έπεσα κάτω, υπήρξαν πολλές κινήσεις για να μου βάλουν τις χειροπέδες. Όπως και να έχει τα κατάφεραν, μου έβαλαν χειροπέδες.» Αφού της έβαλαν τις χειροπέδες, σύμφωνα με την κατηγορούμενη «φυσικά δεν πήγαινε με ευκολία προς το γραφείο, με τραβούσαν στον διάδρομο επειδή φοβόμουνα, δεν ήξερα τι θα περίμενα στο γραφείο. Με τράβηξαν στο γραφείο, στο μεγάλο γραφείο, στο πίσω μέρος του Σταθμού, με γώνιασαν, η [ΜΚ5] και εκείνος ο αστυνομικός, του οποίου το όνομα δεν γνωρίζω, με έβαλαν στο πάτωμα, πήραν το τηλέφωνο μου, ο [ΜΚ2] πήρε την τσάντα μου και του είπα 'επειδή έχω αυτά τα προβλήματα υγείας, έχω κάποια ιδιωτικά πράγματα, προσωπικά πράγματα στην τσάντα μου' και τον ρώτησαν όταν πήρε τη τσάντα μου επειδή νόμιζαν ότι είχα κάποια συσκευή στην τσάντα μου, ότι είχα κάποια συσκευρή στα αφτιά μου και κατέγραφα του είπα συγκεκριμένα, του είπα 'σε παρακαλώ, εάν είναι δώσε την τσάντα μου να την ψάξει αυτή' διότι ήξερα ότι είχα αυτό το δικαίωμα. Άδειασε την τσάντα στο τραπέζι και όλα τα πράγματα ήταν στο τραπέζι και όλοι οι αστυνομικοί μπορούσαν αν δουν. Μετά από όλα αυτά η [ΜΚ5] ήρθε και γελούσε και ήταν χαρούμενη. Μου έδωσε το τηλέφωνο, δεν ξέρω τι ώρα ήταν, μου είπαν μπορεί να ήταν 1:00 το πρωί, δεν ξέρω, μου είπαν 'εντάξει κυρία Τορκιάν μπορείς να πας. Έλα να σου ανοίξουμε τις χειροπέδες'. Τους είπα όχι, αρνήθηκα. Τους ζήτησαν να πάρουν τηλέφωνο τον δικηγόρο μου. Στην αρχή τηλεφώνησα στη δικηγόρο μου Νικολέττα Χαραλαμπίδου. Το τηλέφωνο της ήταν κλειστό και είχα δεύτερη ευκαιρία, πήρα τηλέφωνο τον κύριο Βραχίμη. Είχα τραυματιστεί. Ο κύριος Βραχίμης ήταν πολύ ευγενικός, κοιμόταν. Ήρθε στον σταθμό, μας βάλανε σε ένα γραφείο στον Σταθμό, μου μίλησε και του είπα του κυρίου Βραχίμη, ήταν 5-10 λεπτά και του είπα 'κύριε Βραχίμη, με χτύπησαν, με έσερναν'.» Η κατηγορούμενη αρνήθηκε ότι είχε αποκαλέσει οποιονδήποτε «παλιόγερε» και εξήγησε ότι λόγο της περιορισμένη γνώσης Ελληνικών, δεν γνωρίζει τη σημασία της λέξης εκείνης. Ανέφερε ότι το επόμενο πρωί πήγε ξανά στον Αστυνομικό Σταθμό για να δει τον υπεύθυνο και εκεί συνάντησε και την ΜΚ5, «και όταν προσπαθούσα να μιλήσω με τον υπεύθυνο αστυνομικό μου ξαναεπιτέθηκε ενώπιον του. Ο κύριος Μάριος είπε 'τι έχει; Πέλλανε αυτή, να τη βάλετε μέσα' εννόούσε 'να τη βάλετε στο γραφείο'». Η κατηγορούμενη ανέφερε ότι μετά το περιστατικό της χορηγήθηκε ιατρικό έντυπο (Τεκμήριο 3) και πήγε στο Νοσοκομείο. Ακολούθως επειδή είχε αναστατωθεί πήγε και στον ψυχίατρο της ενώ χρειάστηκε πολύ χρόνο για να αναρρώσει από την εμπειρία. Για το περιστατικό υπέβαλε καταγγελία στην Ανεξάρτητη Αρχή μέσω του δικηγόρου της (Τεκμήριο 11). Πρόσθεσε ότι μετά την καταγγελία της έγινε προσπάθεια από πλευράς της αστυνομίας να της απολογηθούν οι εμπλεκόμενοι αστυνομικοί και να λήξει το περιστατικό. Κατά την αντεξέταση, όταν τέθηκε στην κατηγορούμενη ότι κάποιες αναφορές που έκανε στη μαρτυρία της δεν τέθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας κατά την αντεξέταση τους, η κατηγορούμενη απάντησε «έχετε απόλυτο δίκαιο. Μπορεί εγώ να ξέχασα να τα πω στη δικηγόρο μου». Αρνήθηκε ότι προκάλεσε ανησυχία και θόρυβο στην Σταθμό. Αρνήθηκε ότι επιτέθηκε στους αστυνομικούς. Αρνήθηκε επίσης ότι αντιστάθηκε κατά τη σύλληψη και ότι εξύβρισε οποιονδήποτε. ΜΥ
  14. Η πλευρά της υπεράσπισης παρουσίασε επίσης τη Δρ. ΧΧΧΧΧ Σιμιλλίδου Χατζηοδυσσέως (ΜΥ2) η οποία κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Η ΜΥ2 αναγνώρισε το ιατρικό έντυπο (Τεκμήριο 3). Κατέθεσε ότι στις 14.4.2016 περί 02:30 είχε εξετάσει την κατηγορούμενη και είχε διαπιστώσει εκδορές στο γόνατο δεξιά, ερυθρότητα 10 χ 10 εκ. στην κοιλιακή χώρα, όπως καταγράφει στο ιατρικό έντυπο. Κατέθεσε ότι με οποιοδήποτε τρόπο θα μπορούσαν να είχε προκληθεί οι εκδορές που διαπίστωσε. ΜΥ
  15. Επόμενος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο κ. ΧΧΧΧΧ Ισμαήλ Αντώνης (ΜΥ3). Κατέθεσε ότι βρίσκεται στην Κύπρο 17 χρόνια και είναι φίλοι με την κατηγορούμενη εδώ και πολύ καιρό. Σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα κατέθεσε ότι την επίδικη ημέρα ήταν στο σπίτι της κατηγορούμενης από το απόγευμα. Σε κάποιο στιγμή η κατηγορούμενη πρόσεξε ένα αυτοκίνητο έξω από το σπίτι της. Αυτό τη φόβισε γιατί αντιμετώπιζε προβλήματα με τη γειτόνισσα της και πήγε στην Αστυνομία για να κάνει καταγγελία. Άργησε να επιστρέψει και όταν επέστρεψε το παντελόνι της ήταν σχισμένο και τα χέρια της μαύρα. Του είπε ότι της έκαναν πρόβλημα στην αστυνομία και πήραν στο νοσοκομείο. Την επόμενη μέρα η κατηγορούμενη του τηλεφώνησε και ακουγόταν ακόμα αναστατωμένη ενώ χρειάστηκε κάποιο χρόνο για να επανέλθει ψυχολογικά. ΜΥ
  16. Τελευταίος μάρτυρας ήταν ο δικηγόρος κ. Ρ. Βραχίμης (ΜΥ4) ο οποίος ανέφερε ότι το επίδικο βράδυ κλήθηκε να πάει στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Δομετίου όμως δεν θυμόταν ποιος του είχε τηλεφωνήσει. Όταν έφτασε στον Σταθμό η κατηγορούμενη ήταν σε γραφείο με χειροπέδες. Ήταν αναστατωμένη και παραπονείτο ότι την είχαν κακοποιήσει οι αστυνομικοί. Οι αστυνομικοί του ανέφεραν ότι της έβαλαν χειροπέδες γιατί ήταν εκτός εαυτού. Ο ΜΥ4 τους ζήτησε και τις αφαίρεσαν. Ο ΜΥ4 δεν θυμόταν να είχε αποκαλέσει η κατηγορούμενη κάποιο από τους αστυνομικούς «παλιόγερε». Ανέφερε ότι ήθελε να παραπονεθεί στον ίδιο ότι δεν της είχαν συμπεριφερθεί καλά, ότι είχαν χρησιμοποιήσει βία για να τη συλλάβουν και να την ακινητοποιήσουν ενώ αυτή πήγε στο σταθμό για να υποβάλει παράπονο για ένα πρόβλημα που είχε με μια γειτόνισσα. Αυτή είναι συνοπτικά η μαρτυρία που παρουσιάστηκε στα πλαίσια της ακρόασης της υπόθεσης. Τελικές αγορεύσεις. Μετά το πέρας της παρουσίασης της μαρτυρίας, συνήγοροι της κάθε πλευράς εξήγησαν και υποστήριξαν τις θέσεις τους. Η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής υποστήριξε ότι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί όπως τα κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας και ότι τα γεγονότα αυτά στοιχειοθετούν τη διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται η κατηγορούμενη. Η θέση της συνηγόρου υπεράσπισης ήταν διαφορετική. Υποστήριξε ότι οι μάρτυρες κατηγορίας δεν ήταν αξιόπιστοι και επομένως η μαρτυρία τους δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή. Υποστήριξε επίσης ότι η κατηγορούμενη ήταν αξιόπιστη μάρτυρας και τα γεγονότα, όπως τα κατέθεσε, δεν αποδεικνύουν τη διάπραξη των αδικημάτων. Υποστήριξε επίσης ότι υπήρξε «παραβίαση των δικαιωμάτων της κατηγορούμενης ως ύποπτη και του δικαιώματος της σε δίκαιη δίκη από το στάδιο των ανακρίσεων». Ειδική αναφορά σε αυτά τα επιχειρήματα γίνεται πιο κάτω στην απόφαση μου. Αξιολόγηση. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Εξέτασα την μαρτυρία όλων των μαρτύρων με προσοχή. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την αντιπαρέβαλα και την εξέτασα στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας[1]. Ξεκινώ από τους μάρτυρες κατηγορίας. Είναι σαφές ότι η κρίση για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα είναι ατομική. Παράλληλα όμως, οι μαρτυρίες των έξι μαρτύρων κατηγορίας είχαν κοινά χαρακτηριστικά επομένως τα όσα αναφέρω ισχύουν για όλους. Όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας, κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας τους ήταν σταθεροί, σαφείς, απαντούσαν αυθόρμητα και με αμεσότητα. Δεν περιέπεσαν σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Παρέμειναν σταθεροί στον τρόπο που παρουσίασαν τα γεγονότα. Κατά την αντεξέταση δεν πλήγηκε η αξιοπιστία τους. Δεν κλονίστηκαν. Απαντούσαν με την ίδια σταθερότητα και αμεσότητα. Η μαρτυρία τους είχε λογική, συνέχεια και συνέπεια. Παράλληλα, παρά το ότι η εμπλοκή του καθενός στο περιστατικό ήταν διαφορετική, εντούτοις παρουσίασαν τα γεγονότα ουσιαστικά με τον ίδιο τρόπο. Υπήρχαν ελάχιστες, ίσως, διαφορές που μάλλον ενισχύουν την αξιοπιστία τους παρά την πλήττουν αφού είναι ενδείξεις ότι δεν υπήρξε προ-συνεννόηση μεταξύ τους. Καταληκτικά, δεν έχω διακρίνει σημεία στη μαρτυρία οποιουδήποτε εκ των μαρτύρων κατηγορίας που να μου δημιουργούν αμφιβολίες για την αλήθεια ή την αξιοπιστία τους. Συνεπώς, αποδέχομαι τη μαρτυρία τους στο σύνολο της. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούμενης. Έλαβα υπόψη τη συνολική εικόνα της μαρτυρίας της, τη συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο που απαντούσε στις ερωτήσεις που της τέθηκαν, την εσωτερική συνοχή και συνέπεια της μαρτυρίας της, την πειστικότητα της, το εύλογο των θέσεων της. Σταθμίζοντας όλους αυτούς τους παράγοντες, η κατάληξη μου είναι ότι δεν μπορώ να θεωρήσω την κατηγορούμενη ως αξιόπιστη μάρτυρα. Εν αρχή η εντύπωση που σχημάτισα είναι ότι το σύνολο των αντιδράσεων της κατηγορούμενης στο εδώλιο χαρακτηριζόταν από τάσεις υπερβολής και θυματοποίησης σε βαθμό που έμοιαζαν προσποιητές. Οι απαντήσεις της δεν ήταν άμεσες αλλά σε πολλά σημεία υπήρχαν πλατειασμοί και υπεκφυγές, σε μια προσπάθεια της να δημιουργήσει εντυπώσεις. Περαιτέρω, η εντύπωση που δημιούργησε είναι ότι όλοι οι ισχυρισμοί που προέβαλε για σκοπούς υπεράσπισης ήταν εφευρήματα εκ των υστέρων για να δικαιολογήσει τις πράξεις και ενέργειες της το επίδικο βράδυ. Αποτέλεσμα και χαρακτηριστικό γνώρισμα του κατασκευασμένου χαρακτήρα της μαρτυρίας της είναι το γεγονός ότι η εκδοχή της «εξελισσόταν» όσο προχωρούσε η ακρόαση της υπόθεσης. Προς παράδειγμα σημειώνω ενδεικτικά τα ακόλουθα. Για να δικαιολογήσει την συμπεριφορά της προς την ΜΚ5 η θέση που προβλήθηκε αρχικά ήταν ότι η ΜΚ5 είχε δεχθεί τηλεφώνημα από πρόσωπο που η κατηγορούμενη εξέλαβε ως τη γειτόνισσα της και η ΜΚ5 την ενημέρωσε για την παρουσία της κατηγορούμενης στον Σταθμό. Θέση που δεν μπορεί να γίνει πιστευτή γιατί κανένα υπόβαθρο ή λόγος έχει παρουσιαστεί κατά την αντεξέταση που να προσδίδει στον ισχυρισμό αυτό κάποια, έστω, πειστικότητα. Σε σχέση με αυτό το ζήτημα η κατηγορούμενη στην δική της μαρτυρία προσπάθησε να καλύψει αυτό το κενό που είχε αφεθεί. Ισχυρίστηκε για πρώτη φορά ότι η ΜΚ5 την απείλησε λέγοντας της ότι την ξέρει και ξέρει και που μένει ενώ αναφέρθηκε και στον γιό της που πάσχει από αυτισμό. Δεν έχω αμφιβολία ότι οι ισχυρισμοί αυτοί της κατηγορούμενης είναι ψευδείς. Εάν η ΜΚ5 την είχε απειλήσει κατ΄αυτό τον τρόπο τότε αυτό θα είχε τεθεί τόσο κατά την αντεξέταση της ΜΚ5 όσο και κατά την αντεξέταση του ΜΚ6 που ήταν παρών. Θα συμπεριλαμβανόταν επίσης στην καταγγελία της κατηγορούμενης στην Ανεξάρτητη Αρχή, Τεκμήριο
  17. Την ίδια εντύπωση, ότι δηλαδή ήταν κατασκευασμένη και ψευδής η μαρτυρία της, άφησε και η αναφορά της για τα όσα κατ' ισχυρισμό ακολούθησαν τη σύλληψης. Η κατηγορούμενη στη μαρτυρία της ανέφερε ότι όταν την πήραν ξανά μέσα στον Σταθμό, τη μετέφεραν σε γραφείο, την έριξαν στο πάτωμα, με βίαιο και προσβλητικό τρόπο ερεύνησαν την τσάντα της. Ανέφερε ότι μετά από όλα αυτά η ΜΚ5 χαμογελούσε προς εκείνη κοροϊδευτικά και ειρωνικά. Δεν έχω αμφιβολία ότι οι αναφορές αυτές δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Εάν ήταν πραγματικές τότε θα είχαν συμπεριληφθεί και στην καταγγελία της κατηγορούμενης στην Ανεξάρτητη Αρχή, Τεκμήριο
  18. Επιπρόσθετο παράδειγμα είναι και η νέα επίθεση που ισχυρίστηκε ότι υπέστη από την ΜΚ5 την επόμενη μέρα όταν πήγε ξανά στον Σταθμό το πρωί για να δει τον Σταθμάρχη. Η νέα αυτή επίθεση έκανε τον Σταθμάρχη, σύμφωνα με την κατηγορούμενη, να αντιδράσει. Σε σχέση με αυτό τον ισχυρισμό ισχύουν τα όσα προανέφερα. Πόση βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί σε αυτές τις θέσεις όταν προβάλλονται για πρώτη φορά από την ίδια την κατηγορούμενη χωρίς να έχουν τεθεί σε κανένα από τους μάρτυρες κατηγορίας προηγουμένως. Περαιτέρω, δεν στέκει στη λογική η γενική εικόνα και εντύπωση που προσπάθησε η κατηγορούμενη να δημιουργήσει για το τι είχε συμβεί το επίδικο βράδυ. Σκιαγράφησε ένα τόσο τραυματικό, ταπεινωτικό και τρομακτικό συμβάν για την ίδια και μετά αναφέρει ότι, κατόπιν όλων αυτών, το επόμενο πρωί μετέβηκε ξανά μόνη στον Αστυνομικό Σταθμό. Η δεύτερη αυτή επίσκεψη δεν συνάδει λογικά με την εκδοχή της. Οι αναφορές σε φαρμακευτική αγωγή που λαμβάνει η οποία επηρεάζει τη μνήμη της παρέμειναν γενικές και δεν υποστηρίχτηκαν κατά τρόπο που να τους προσδίδει πειστικότητα και βαρύτητα. Δεν αμφισβητήθηκε ότι αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα. Όμως, η κατηγορούμενη δεν επεξήγησε ποια φάρμακα παίρνει που δυνατό να επηρέασαν τη μνήμη της ενώ δεν παρουσίασε άλλη, επιστημονική, μαρτυρία ότι πράγματι τα εν λόγω, άγνωστα, φάρμακα μπορούν αν έχουν αυτή την επίπτωση. Μάλλον η φαρμακευτική αγωγή χρησιμοποιήθηκε σαν «βολική» δικαιολογία για τα νέα στοιχεία και δεδομένα που παρουσίασε με τη μαρτυρία της τα οποία όμως δεν τέθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας κατά την αντεξέταση τους. Να σημειώσω ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην επιστολή Τεκμήριο 11 με την οποία η κατηγορούμενη προέβηκε σε καταγγελία στην Ανεξάρτητη Αρχή δεν συνάδουν με την εκδοχή που έθεσε στους μάρτυρες κατηγορίας και δεν συνάδουν με την εκδοχή που η ίδια προέβαλε κατά τη μαρτυρία της. Συγκεκριμένα, κατά την περιγραφή του περιστατικού γίνεται αναφορά ότι η ΜΚ5 της φώναζε ότι είχε μεγάλο θράσος να κατηγορεί την εξαδέρφη της (εννοώντας τη γειτόνισσα της κατηγορούμενης) και έμμεσα την απειλούσε, όμως αυτά δεν τέθηκαν στην ΜΚ5 τουλάχιστον. Η θέση τη ότι δεν γνωρίζει επαρκώς την Ελληνική γλώσσα και επομένως δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη λέξη «παλιόγερε» επίσης δεν πείθει. Βρίσκεται στην Κύπρο τα τελευταία 32 χρόνια και έδειξε κατά την εξέλιξη της ακρόασης ότι αντιλαμβάνεται επαρκώς τα Ελληνικά. Η αναφορές των μαρτύρων κατηγορίας ότι μιλούσαν μαζί της και στα Ελληνικά και στα Αγγλικά επίσης δεν αντικρούστηκαν ή αμφισβητήθηκα. Τέλος το όλο επιχείρημα της κατηγορούμενης ότι ο λόγος που της επιτέθηκαν οι αστυνομικοί ήταν γιατί τους είχε πει πως του ηχογραφούσε και ήθελαν να της πάρουν το κινητό, δεν στέκει στη βάσανο της λογικής. Εάν τους ηχογραφούσε ή, τουλάχιστον, εάν τους έλεγε ότι τους ηχογραφούσε, αυτό από μόνο του θα συνιστούσε ποινικό αδίκημα για το οποίο θα μπορούσαν νόμιμα να τη συλλάβουν. Για ποιο λόγο να της επιτεθούν παράνομα; Αυτά τα στοιχεία με έχουν οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη δεν είναι αξιόπιστη. Κρίνω ότι προσπάθησε συνειδητά να παραποιήσει γεγονότα και να παρουσιάσει τα συμβάντα της επίδικης νύχτας με τρόπο που θεωρούσε ότι ήταν επιβαρυντικός και ενοχοποιητικός για τους μάρτυρες κατηγορίας και αθωωτικός για την ίδια. Θεωρώ ότι η εικόνα που προσπάθησε να προβάλλει για τον τρόπο που εξελίχθηκαν τα γεγονότα ήταν ψευδής. Συνεπώς δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της για να καταλήξω σε ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα. Προχωρώ στους υπόλοιπους μάρτυρες κατηγορίας. Ξεκινώντας από τον ΜΥ2, πιστεύω ότι είναι μάρτυρας που κατέθεσε την αλήθεια όμως η μαρτυρία του δεν ήταν βοηθητική για τη διατύπωση ευρημάτων αναφορικά με τα επίδικα, αμφισβητούμενα γεγονότα αφού δεν είχε ίδια γνώση και η πληροφόρηση του για αυτά προήλθε από την κατηγορούμενη. Το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του, αν και αξιόπιστο, δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα. Η ιατρός ΜΥ3 επίσης δεν ήταν βοηθητική. Επιβεβαίωσε τις διαπιστώσεις που καταγράφονται στο ιατρικό έντυπο Τεκμήριο 3 όμως δεν ήταν σε θέση να διαφωτίσει εάν τα ευρήματα εκείνα είναι προκληθεί ως αποτέλεσμα των γεγονότων ως τα παρουσίασε η πλευρά της κατηγορούμενης ή ως η θέση της κατηγορούσας αρχής. Το γεγονός ότι η κατηγορούμενη μπορεί να υπέστη τις εκδορές και ερυθρότητες που εντόπισε η ΜΥ3 είναι αποδεκτό από την κατηγορούσα αρχή ενόψει των γεγονότων που είχαν διαδραματιστεί. Ο δικηγόρος, ΜΥ4 επίσης δεν κρίνεται βοηθητικός μάρτυρας αν και δεν έχω αμφιβολία για την αξιοπιστία του. Η επίσκεψη του ΜΥ4 στον σταθμό το επίδικο βράδυ είναι παραδεκτή όμως ο ΜΥ4 δεν μπορούσε να διαφωτίσει για το τι είχε προηγηθεί της άφιξης του ενώ δεν θυμόταν εάν είχε ακούσει την κατηγορούμενη να αποκαλεί τον Α/Λοχ XXXXX «παλιόγερε». Ευρήματα. Από την πιο πάνω αξιολόγηση φαίνεται ότι η εκδοχή που έχει προβάλει η πλευρά της κατηγορούσας αρχής έχει γίνει αποδεκτή αφού όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας κρίθηκαν ως αξιόπιστοι. Όπως διαφαίνεται από τη σύνοψη της μαρτυρίας που έχω παραθέσει πιο πάνω, η εκδοχή όλων των μαρτύρων κατηγορίας αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα έχει συνέπεια και οι μαρτυρίες τους «αλληλοσυμπληρώνονται» ανάλογα με τον ρόλο που είχε διαδραματίσει ο καθένας εξ αυτών. Οι διαφορές είναι ελάχιστες και επουσιώδεις. Συνεπώς, προς αποφυγή αχρείαστης επανάληψης, τα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας αναφορικά με τον τρόπο που εξελίχθηκαν τα γεγονότα το επίδικο βράδυ συνιστούν και δικά μου ευρήματα. Να προσθέσω ότι οι μαρτυρίες των ΜΥ2, ΜΥ3 και ΜΥ4 που επίσης κρίθηκαν αξιόπιστες, δεν διαφοροποιούν ή επηρεάζουν τα ευρήματα αφού οι συγκεκριμένοι μάρτυρες δεν είχαν άμεση γνώση των γεγονότων που αφορούσαν το επίδικο περιστατικό. Ανάλυση. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων ως προς τα γεγονότα, παραμένει να αποφασιστεί εάν τα γεγονότα αυτά στοιχειοθετούν, στον απαιτούμενο βαθμό, τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που η κατηγορούσα αρχή αποδίδει στην κατηγορούμενη. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της ανησυχίας του άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα που προνοεί ότι: «Όποιος χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών μηνών.» Σύμφωνα με το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης και όπως επεξηγήθηκε στην Pitsillos v The Police

(1966)2 CLR, 50, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) θόρυβος ή ταραχή, (β) σε δημόσιο χώρο, (γ) χωρίς λογική δικαιολογία, (δ) κατά τέτοιο τρόπο ώστε να διασαλευτεί η ειρήνη. Εξετάζοντας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος σε συνάρτηση με τα γεγονότα, προκύπτει ότι η συμπεριφορά της κατηγορούμενης στον Σταθμό το επίδικο βράδυ δημιούργησε πράγματι θόρυβο και ταραχή. Κατά την εξέλιξη του περιστατικού η κατηγορούμενη φώναζε και λειτουργούσε υπό μεγάλη ένταση. Η έννοια του «δημόσιου χώρου» ερμηνεύεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα και περιλαμβάνει «δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση». Θεωρώ ότι το γραφείο παραπόνων ενός Αστυνομικού Σταθμού εμπίπτει στην έννοια του δημόσιου χώρου του άρθρου 99 του Κεφ.
  1. Πρόκειται για χώρο του σταθμού στο οποίο έχει δυνητικά πρόσβαση το κοινό[2]. Περαιτέρω, τα γεγονότα δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε εύλογη αιτία που να δικαιολογεί τη συμπεριφορά της κατηγορούμενης. Καμία από τις ενέργειες της κατηγορούμενης κατά την εξέλιξη του επίδικου περιστατικού δεν βρίσκει λογικό έρεισμα. Δεν διακρίνω να συνέβηκε οτιδήποτε που να μπορούσε λογικά να προκαλέσει τις αντιδράσεις που επέδειξε και τις ενέργειες της. Σαφώς η συμπεριφορά της κατηγορούμενης όπως αυτή προκύπτει από τα ευρήματα, πρέπει να ερμηνευτεί ως να μπορούσε να προκαλέσει ανησυχία και διασάλευση της ειρήνης. Προκάλεσε ανησυχία και αναστάτωση στους αστυνομικούς που παρευρίσκονταν. Συνεπώς, τα συστατικά στοιχεία της 1ης κατηγορίας πληρούνται. Προχωρώ στο αδίκημα της κοινής επίθεσης, της 2ης και 3ης κατηγορίας. Η 2η κατηγορία αφορά την ισχυριζόμενη επίθεση της κατηγορούμενης εναντίον της ΜΚ5 και η 3η κατηγορία την ισχυριζόμενη επίθεση εναντίον του ΜΚ
  2. Σύμφωνα με το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα, επίθεση διαπράττεται όταν κατηγορούμενος, παράνομα (unlawfully), προκαλεί σε άλλο πρόσωπο φόβο άσκησης άμεσης βίας (assault) ή όπου κατηγορούμενος ασκεί παράνομα βία σε άλλο πρόσωπο (battery)[3]. Το αδίκημα διαπράττεται είτε με πρόθεση ή απερίσκεπτα[4]. Στην υπό κρίση περίπτωση, η κατηγορούμενη έσπρωξε την ΜΚ5 και επιχείρησε να δαγκώσει τον ΜΚ
  3. Κανένα νόμιμο έρεισμα προκύπτει από τα ευρήματα για τις ενέργειες της αυτές. Ακολουθεί ότι η κατηγορούμενη έχει διαπράξει το αδίκημα της κοινής επίθεσης της 2ης και 3ης κατηγορίας. Η 4η κατηγορία αφορά το αδίκημα της αντίστασης σε όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του. Οι λεπτομέρειες του αδικήματος παραπέμπουν σε ισχυριζόμενη αντίσταση που προέβαλε η κατηγορούμενη προς την ΜΚ5 και τον ΜΚ2 κατά τη νόμιμη σύλληψη της. Για το συγκεκριμένο αδίκημα, αυτό που πρέπει να αποδειχθεί είναι ότι ο σκοπός των ενεργειών της κατηγορούμενης (είτε με επίθεση ή αντίσταση ή με άλλη ενέργεια ή παράλειψη) ήταν η παρεμπόδιση οργάνου τήρησης της τάξης (δηλαδή αστυφύλακα), ενώ το όργανο τήρησης της τάξης εκτελούσε το καθήκον του. Η έννοια της εκτέλεσης καθήκοντος περιλαμβάνει σύλληψη για αυτόφωρο αδίκημα[5]. Η σύλληψη χωρίς δικαστικό ένταλμα επιτρέπεται για αυτόφωρο αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση[6]. Το αυτόφωρο του αδικήματος παραπέμπει σε διάπραξη αδικήματος ή ενέργεια τέτοια που δεν αφήνει αμφιβολία στο αστυνομικό όργανο ή σε ένα αντικειμενικό λογικό παρατηρητή ότι έχει διαπραχθεί αδίκημα. Επίσης η έννοια του αυτόφωρου περιλαμβάνει τη σύλληψη του ατόμου ευθύς αμέσως μετά τη διάπραξη του αδικήματος. Το συλληφθέν άτομο πρέπει να τεθεί υπό αστυνομική κράτηση σε αστυνομικό σταθμό αμέσως[7], και να πληροφορηθεί για την κατηγορία εναντίον του[8]. Αν η σύλληψη είναι παράνομη τότε ο συλληφθείς δικαιούται να αντισταθεί[9]. Ο αστυφύλακας δεν απαιτείται να χρησιμοποιεί τεχνική ορολογία των λόγων, αρκεί να μεταδίδει επαρκώς την ουσία των λόγων της σύλληψης. Ο συλληφθείς δεν μπορεί να παραπονείται ότι δεν ενημερώθηκε επαρκώς αν ο ίδιος δημιούργησε κατάσταση που απέτρεπε την ενημέρωση του, όπως π.χ. γιατί τράπηκε σε φυγή[10]. Στην προκειμένη περίπτωση τόσο ο ΜΚ2 όσο και η ΜΚ5 είχαν δικαίωμα σύλληψης της κατηγορούμενης αφού τόσο το αδίκημα της ανησυχίας όσο και το αδίκημα της κοινής επίθεσης τιμωρούνται με φυλάκιση. Αρχικά ο ΜΚ2 είχε δώσει οδηγίες στην ΜΚ5 να συλλάβει την κατηγορούμενη για το αυτόφωρο αδίκημα της ανησυχίας, όπως είχε προειδοποιήσει την κατηγορούμενη ότι θα έκανε. Όμως η κατηγορούμενη δεν έδωσε την ευκαιρία στην ΜΚ5 να τη συλλάβει. Μόλις η ΜΚ5 την προσέγγισε, η κατηγορούμενη την έσπρωξε για να την απωθήσει και κινήθηκε προς την έξοδο του Σταθμού. Η σύλληψη, την οποία εμπόδισε η κατηγορούμενη με αυτό τον τρόπο, θα ήταν νόμιμη. Ακολούθως ο ΜΚ2 συνέλαβε την κατηγορούμενη για τα αυτόφωρα αδικήματα της ανησυχίας και επίθεσης εναντίον της ΜΚ5, αμέσως μετά τη διάπραξη τους. Η άμεση πληροφόρηση της κατηγορούμενης ταυτόχρονα με το άγγιγμα στον ώμο, στοιχεία που δεν αμφισβητήθηκαν, ήταν επαρκής πληροφόρηση, υπό τις περιστάσεις, για να καταστήσουν μαζί με το άμεσο της ενέργειας του ΜΚ2, τη σύλληψη νόμιμη. Έχω επίσης ικανοποιηθεί ότι οι αντιδράσεις της κατηγορούμενης, πρώτα να σπρώξει την ΜΚ5 και να επιχειρήσει να φύγει και αργότερα να πέσει στο έδαφος και να φωνάζει, είχαν σκοπό την ματαίωση της σύλληψης ενώ η ΜΚ5 και ο ΜΚ2 εκτελούσαν το καθήκον τους, δηλαδή τη διενέργεια νόμιμης σύλληψης για αυτόφωρα αδικήματα που τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης. Επομένως, και το αδίκημα της 4ης κατηγορίας έχει αποδειχθεί. Παραμένει η 5η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης του άρθρου 99, για την φράση «παλιόγερε» που κατ΄ ισχυρισμό εκφώνησε η κατηγορούμενη εναντίον του ΜΚ
  4. Το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα προνοεί ότι: «Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο ποινές.» Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα πρέπει η μαρτυρία να δεικνύει ότι[11]: (α) κατηγορούμενος που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο όπου μπορεί να ακουστεί από άλλο πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, (β) βρίζει άλλο πρόσωπο, (γ) με τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει επίθεση σε παρευρισκόμενο πρόσωπο. Ξεκινώντας από το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, σύμφωνα με τα ευρήματα, κατά την εξύβριση η κατηγορούμενη βρισκόταν σε γραφείο του Αστυνομικού Σταθμού Αγίου Δομετίου. Η ΜΚ5 βρισκόταν έξω από το γραφείο και άκουσε τη λέξη. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω στην ανάλυση μου αναφορικά με το αδίκημα της 1ης κατηγορίας, θεωρώ ότι ο Αστυνομικός Σταθμός και το σημείο του Σταθμού όπου στεκόταν η ΜΚ5, συνιστά δημόσιο χώρο. Προχωρώ στο δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, κατά πόσο δηλαδή η λέξη που αποδίδεται στην κατηγορούμενη συνιστά εξύβριση. Σύμφωνα με τη νομολογία, στις λέξεις που συνιστούν την ισχυριζόμενη εξύβριση πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Το ερώτημα κατά πόσο συγκεκριμένες λέξεις είναι υβριστικές αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης, έχοντας υπόψη πάντα τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας[12]. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η λέξη «παλιόγερε» που αποκάλεσε τον ΜΚ4 η κατηγορούμενη ήταν υβριστική. Υπό τις περιστάσεις που εκστομίστηκε η επίδικη φράση, είναι φανερό ότι η κατηγορούμενη έκφραζε θυμό και απαρέσκεια και είχε πρόθεση να προσβάλει και να μειώσει τον ΜΚ4[13]. Συνεπώς το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος πληρείται. Προχωρώ στο τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, κατά πόσο η εξύβριση ενδέχεται να προκαλέσει επίθεση σε παρευρισκόμενο πρόσωπο. Αυτό δηλαδή που πρέπει να εξεταστεί είναι εάν, δυνητικά και σαν λογικό επακόλουθο, η εξύβριση μπορεί να προκαλέσει πρόσωπο που θα την ακούσει να αντιδράσει επιθετικά[14]. Στην προκείμενη περίπτωση θεωρώ ότι παριστάμενος που θα άκουγε την εξύβριση υπήρχε ενδεχόμενο να αντιδράσει επιθετικά. Καταλήγω επομένως ότι στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Ενόψει των πιο πάνω διαφαίνεται ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της εναντίον της κατηγορούμενης. Παραμένει να εξεταστεί εάν η θέση της υπεράσπισης για παραβίαση των δικαιωμάτων της κατηγορούμενης ευσταθεί. Επεξηγώντας τη θέση της, συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση της υποστηρίζει ότι η Αστυνομία ήταν πλημμελής στη διερεύνηση της υπόθεσης. Αυτό διότι δεν ελέγχτηκε το υλικό από τα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης του Σταθμού. Αναφορικά με το συγκεκριμένο ζήτημα, η μαρτυρία κατηγορίας που κρίθηκε αξιόπιστη είναι ότι δεν υπήρχε βιντεογραφημένο υλικό στο οποίο να μπορεί να ανατρέξει κάποιος. Ένας άλλος λόγος που προβάλλεται προς υποστήριξη του επιχειρήματος της υπεράσπισης είναι ότι ο ΜΚ1 δεν κάλεσε την κατηγορούμενη δυνάμει του άρθρου 5
(1)του Κεφ. 155 στο σταθμό ούτε μετέβη ο ίδιος στην οικία της κατηγορούμενης για να της λάβει κατάθεση ως ύποπτής. Ούτε αυτό το επιχείρημα ευσταθεί. Ο ΜΚ1 στα πλαίσια της μαρτυρίας του αναφέρθηκε σε διάφορες επικοινωνίες του με την κατηγορούμενη στις οποίες της ζητούσε να μεταβεί στον Σταθμό για να δώσει κατάθεση και για να κατηγορηθεί. Όπως εξήγησε, ή κατηγορούμενη, αφού συμβουλεύτηκε δικηγόρο, τον ενημέρωσε ότι δεν θα προσερχόταν. Ο ΜΚ1 δέχτηκε αυτή της την απόφαση και ολοκλήρωσε τη διερεύνηση της υπόθεσης με αυτό το δεδομένο. Παρά τις θέσεις που προβάλλει στην τελική αγόρευση της η συνήγορος υπεράσπισης, κατά τη διάρκεια της ακρόασης, η αλήθεια των αναφορών αυτών του ΜΚ1 δεν αμφισβητήθηκε. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης η ορθότητα της αποτύπωσης και καταγραφής των ενεργειών αυτών σε ημερολόγιο ενεργείας. Περαιτέρω, εγκαταλείφτηκε από την πλευρά της υπεράσπισης προσπάθεια κατάθεσης των καταγραφών αυτών από το ημερολόγιο ενεργείας. Σε κάθε περίπτωση όμως οι καταγραφές, αφορούσαν ενέργειες του εξεταστή της υπόθεσης μεταγενέστερες των επίδικων γεγονότων και δεν έχει καταδειχθεί με ποιο τρόπο τέθηκε η κατηγορούμενη σε δυσμενέστερη θέση επειδή για πρώτη φορά έγινε αναφορά σε αυτές κατά την αντεξέταση του εξεταστή της υπόθεσης. Κατά τη μαρτυρία της η κατηγορούμενη δεν αντέκρουσε ή αμφισβήτησε ότι είχαν συμβεί όσα ανέφερε ο ΜΚ1 ούτε προέβαλε άλλη αντίθετη εκδοχή. Δεν ανέφερε επίσης οτιδήποτε που να δεικνύει με ποιο τρόπο επηρεάστηκε δυσμενώς η υπεράσπισης της λόγω τη σμη αποκάλυψης των καταγραφών στο ημερολόγιο ενεργείας ενωρίτερα. Πέραν αυτών, δεν αμφισβήτησε η κατηγορούμενη ότι είχε γίνει προσπάθεια να της δοθούν γραπτώς τα δικαιώματα της μετά τη σύλληψη της και ότι η ίδια αρνήθηκε να τα παραλάβει. Άλλοι λόγοι που προβάλει η υπεράσπιση ως ενδεικτικοί της πλημμελούς διερεύνησης της υπόθεσης είναι ότι δεν λήφθηκε κατάθεση από τον κρατούμενο που ήταν εκείνη τη νύχτα στον Σταθμό και ότι δεν γνώριζε ο ΜΚ1 το αποτέλεσμα της ιατρικής εξέτασης της κατηγορούμενης μετά το περιστατικό. Όμως ο ΜΚ1 εξήγησε ότι προσέγγισε τον κρατούμενο για να του πάρει κατάθεση όμως εκείνος δεν ήθελε να καταθέσει. Το ότι η κατηγορούμενη πιθανόν να υπέστη τραυματισμούς συνεπεία των ενεργειών της ιδίας το συγκεκριμένο βράδυ δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της κατηγορούσας αρχής και των μαρτύρων κατηγορίας. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω το όλο επιχείρημα ότι καταπατήθηκαν τα δικαιώματα της κατηγορούμενης ως ανεδαφικό. Δεν έχω εντοπίσει ελλείψεις, παραλείψεις ή κακή πίστη κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης που να καθιστούν την όλη διαδικασία καταπιεστική για την κατηγορούμενη. Κατάληξη. Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τη διάπραξη όλων των αδικημάτων του κατηγορητηρίου. Η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη σε όλες τις κατηγορίες. ............ Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Mustafa ν Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165, Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056 [2] Σχετική και η Νεόφυτος Ιωάννου ν Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 493 [3] Πετρόπουλος ν Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 574 [4] Μεταξύ άλλων, R v Venna [1976] QB 421 [5] Martin's Annual Criminal Code, σελ. 258 και 574-575, R v Landry [1986] 1 SCR 145 και R. v. Cottam and Cottam [1970] 1 CCC 117 [6] Άρθρο 11.3 Συντάγματος [7] Άρθρο 17, Κεφ. 155 [8] Νεοκλέους ν. Αρχηγού Αστυνομίας κ.α., Ποινική Έφεση 270/2011, ημερομηνίας 8.2.2017 [9] Φωτίου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 192/2014, ημερομηνίας 6.9.2015 [10] Christie v. Leachinsky [1947] AC 373 [11] Αχιλλέως v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 98 [12] Brutus v Cozens
(1972)2 All ER 1297, Γιώργος Λουκαΐδης ν Αστυνομίας, ποινική Έφεση 36/2014, ημερομηνίας 9.12.2014, Brutus v Cozens
(1972)2 All ER 1297 [13] Bolster ν Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού
(1997)2 ΑΑΔ 89 [14] Brutus v Cozens (ανωτέρω) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.