← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αχιλλέως, Αρ. Υπόθεσης:518/2017, 30/10/2020

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αχιλλέως, Αρ. Υπόθεσης:518/2017, 30/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B187 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:518/2017 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή -και- XXXXX Αχιλλέως Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 30/10/

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. A. Σιαπανή Για Κατηγορούμενο: Ο κ. Μ. Κιτρομηλίδης ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος, στην παρούσα ποινική υπόθεση, κρίθηκε ένοχος μετά από ακρόαση, σε συνολικά 2 κατηγορίες (2η και 3η κατηγορία), ενώ, αντίθετα, δήλωσε την άμεση παραδοχή του στη 1η κατηγορία. Ειδικότερα, στην 1η κατηγορία κρίθηκε ένοχος στο αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου, Τάξεως Β', δηλαδή κατείχε 142,7409 γραμμάρια κάνναβης, από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη, κατά παράβαση των προνοιών του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, 29/77 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος»). Στη δε 2η κατηγορία, κρίθηκε ένοχος στο αδίκημα της κατοχής του ελεγχόμενου πιο πάνω φαρμάκου με σκοπό τη προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα, κατά παράβαση προνοιών του πιο πάνω Νόμου. Τέλος στη δε 3η κατηγορία, ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α', επίσης κατά παράβαση προνοιών του πιο πάνω Νόμου, εφόσον είχε στη κατοχή του ίχνη κοκαΐνης. Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως αυτά έχουν εκτεθεί στην απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 30.10.20, και τα οποία παραθέτω αυτούσια για σκοπούς σύνταξης της παρούσας ποινής είναι τα ακόλουθα: «Μέλη της Υπηρεσίας Καταπολέμησης Ναρκωτικών της Αστυνομίας (Υ.Κ.Α.Ν), τη 2.11.15 και περί η ώρα 18:00, μετέβησαν στην οικία του κατηγορούμενου, επί τους οδού XXXXX 22 XXXXX, με σκοπό την εκτέλεση δικαστικού εντάλματος έρευνας. Η κατοικία του κατηγορούμενου βρίσκεται στην ταράτσα της πατρικής κατοικίας του. O κατηγορούμενος εντοπίσθηκε στην κύρια είσοδο της. Αμέσως, τα μέλη της Υ.Κ.Α.Ν του αποκάλυψαν τις αστυνομικές τους ταυτότητες, ενημερώνοντας τον για τον σκοπό της παρουσίας τους. Με την έναρξη της έρευνας στην κατοικία του κατηγορούμενου, μέλος της Υ.Κ.Α.Ν, είδε στο τραπεζάκι του καθιστικού της οικίας του, ένα μεταλλικό κυλινδρικό δοχείο που ήταν ανοιχτό και μέσα περιείχε κάνναβη 2,0109 γραμμαρίων. Η έρευνα, στην οικία του κατηγορουμένου, συνεχίστηκε όπου μέλη της Υ.Κ.Α.Ν, ακολούθως, εντόπισαν στο ταβάνι του υπνοδωματίου του κατηγορούμενου, σε ειδικά διαμορφωμένη κρύπτη, ένα πλαστικό κουτί με την επιγραφή 'Aloma', η οποία επίσης περιείχε κάνναβη συνολικής ποσότητας 140.73 γραμμαρίων. Εντός του πιο πάνω πλαστικού κουτιού υπήρχε και μία ζυγαριά ακριβείας η οποία περιείχε ίχνη κοκαίνης». Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων, το Δικαστήριο ζήτησε όπως ετοιμαστεί σχετική έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, αντίγραφο της οποίας βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με αυτήν, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 37 ετών, άγαμος και πατέρας ενός ανήλικου παιδιού, ηλικίας 11 ετών, μαθητή στη Στ' τάξη Δημοτικού. Λαμβάνει το ποσό των €1200 από την εργασία του, έχει χρέη στην Ελληνική Τράπεζα, ύψους €80.000, για το οποίο καταβάλλει μηνιαίες δόσεις. Λαμβάνει επίσης και το ποσό των €430 μηνιαίως ως ενοίκιο. Η μητέρα του κατηγορούμενου ηλικίας 55 ετών, απασχολείται ως XXXXX στο XXXXX Νοσοκομείο και ο πατέρας του είναι ηλικίας 56 ετών σήμερα. Ο πατέρας του ανέκαθεν εργαζόταν ως οικοδόμος, όμως λόγω προβλημάτων που αντιμετωπίζει με την εξάρτησή του στο αλκοόλ, απασχολείται περιστασιακά με το εν λόγω επάγγελμα. Ο κατηγορούμενος είναι το μεγαλύτερο από τα 2 παιδιά που απέκτησαν οι γονείς του από τον γάμο τους. Ο αδελφός του κατηγορούμενου ηλικίας 33 ετών, δεν εργάζεται λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε ότι διεγνώσθη με όγκο στον εγκέφαλο, ο οποίος του προκαλεί κρίσεις θυμού και τάσεις επιθετικότητας. Ο κατηγορούμενος είναι απόφοιτος τεχνικής σχολής στον κλάδο μηχανικών αυτοκινήτων, επάγγελμα το οποίο άσκησε για αρκετό διάστημα και είχε και δικό του μηχανουργείο. Ολοκλήρωσε κανονικά τη στρατιωτική του θητεία στην Εθνική Φρουρά. Όπως αναφέρθηκε εργάστηκε και στον τομέα της εγκατάστασης ανελκυστήρων, με πολύ καλές απολαβές, ενώ από το 2013, απασχολείται στη XXXXX ως εισπράκτορας και κλητήρας. Σύμφωνα με τον ίδιο, προσπαθεί να εξασφαλίσει και σχετική άδεια, για να ασκήσει το επάγγελμα του ασφαλιστή. Πριν από περίπου 15 χρόνια, σύναψε δεσμό με τη XXXXX Αντρέου, με την οποία απέκτησαν παιδί. Το ζευγάρι χώρισε έναν χρόνο μετά τη γέννηση του παιδιού του. Το παιδί αρχικά διέμενε με τη μητέρα του στην XXXXX, μέχρι πριν από 2 χρόνια, οπόταν και μετακόμισε στους μητρικούς παππούδες του, οι οποίοι εξ αρχής ανέλαβαν τη φροντίδα του. Το παιδί μεταγράφηκε σε σχολείο της περιοχής XXXXX και εντάχθηκε στην ειδική μονάδα λόγω μαθησιακών δυσκολιών. Επιπλέον αναφέρθηκε ότι παρακολουθείται από ιδιώτη ψυχολόγο. Το παιδί διαμένει και στον πατέρα του κάποιες φορές. Καθημερινά ο κατηγορούμενος διατηρεί επαφή με το παιδί του, ενημερώνεται για τις επιδόσεις του στο σχολείο και αναλαμβάνει την οικονομική κάλυψη των φροντιστηρίων του. Ο κατηγορούμενος, έχει βοήθεια τόσο από τους μητρικούς παππούδες, όσο και από τη μητέρα του σε θέματα που αφορούν τη φύλαξη και τη φροντίδα του παιδιού του. Ο κατηγορούμενος ξεκίνησε να κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα κάνναβης, κατά την περίοδο που υπηρετούσε στην Εθνική Φρουρά. Για πολλά χρόνια και συγκεκριμένα μέχρι πριν από 4 χρόνια, ήταν συστηματικός χρήστης τόσο κάνναβης, όσο και άλλων σκληρών ναρκωτικών. Τα τελευταία 4 χρόνια, δηλώνει ότι είναι καθαρός και διατηρούσε συνεργασία με ψυχολόγο του Κέντρου Πολλαπλής Παρέμβασης. Πέραν της εργασίας του στην ασφαλιστική εταιρεία, λειτουργεί XXXXX μαζί με φιλικό του πρόσωπο και λαμβάνει μέρος στο Παγκύπριο πρωτάθλημα. Με το ανάλογο άθλημα, ασχολείται και ο γιος του. Σε αντίθεση με τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, στα πλαίσια της αγόρευσης του για μετριασμό της ποινής, ανάφερε ότι το ανήλικο παιδί του κατηγορουμένου διαμένει τις περισσότερες μέρες της εβδομάδας με τον κατηγορούμενο και όχι με τους εκ μητρός παππούδες του, γεγονός για το οποίο εξέφρασε την διαφωνία της η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής. Ενόψει των πιο πάνω το Δικαστήριο, ασκώντας τις εξουσίες του, κλήτευσε για διευκρινίσεις την XXXXX Αχιλλέως, μητέρα του κατηγορούμενου και την XXXXX Χ''Ευτυχίου, μητέρα της πρώην συμβίας του κατηγορούμενου. Περαιτέρω ζήτησε όπως προσέλθει και στο Δικαστήριο η ψυχολόγος από το Κέντρο Πολλαπλής Παρέμβασης, με την οποία είχε συνεργαστεί ο κατηγορούμενος στο παρελθόν, στα πλαίσια της προσπάθειάς του να απεξαρτητοποιηθεί πλήρως από την χρήση ναρκωτικών ουσιών. Η μεν κα. XXXXX Χ'' Ευτύχιου ανέφερε ότι με τον κατηγορούμενο διατηρούν καλές σχέσεις και ο λόγος που το παιδί δεν διαμένει με τη μητέρα του, είναι γιατί η τελευταία αντιμετωπίζει διάφορες ποινικές υποθέσεις που αφορούν την χρήση ναρκωτικών και κλοπής, και παλαιότερα υπήρξε χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Επιβεβαίωσε ότι το παιδί τις περισσότερες ημέρες της εβδομάδας διαμένει μαζί τους, αλλά μένει και κάποιες φορές με τον κατηγορούμενο, διότι το ίδιο το παιδί τον αναζητά. Επίσης ο Κατηγορούμενος τους βοηθά, διότι οι ίδιοι είναι σε κάποια ηλικία. Η μητέρα του κατηγορούμενου ανέφερε ότι τις περισσότερες ημέρες το παιδί βασικά διαμένει με τους εκ μητρός παππούδες του, όμως επειδή αρκετές φορές λείπει η γιαγιά του, διαμένει και με τον κατηγορούμενο, εφόσον έχει και φίλους στη γειτονιά τους. Οι ίδιοι είναι σε θέση να τον φροντίζουν, έχουν καλή σχέση μαζί του και το παιδί τους θεωρεί ως οικογένειά του. Σύμφωνα με σχετική επιστολή του Κέντρου Πολλαπλής Παρέμβασης αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος αποτάθηκε για βοήθεια στο εν λόγω Κέντρο το
  2. Η συνεργασία ξεκίνησε στις 4.11.2016 και ολοκληρώθηκε στις 21.12.
  3. Ενώ είχε αποφασισθεί τότε η ένταξη του στο Εξωτερικό πρόγραμμα απεξάρτησης από παράνομες ουσίες, διάρκειας δύο χρόνων, εντούτοις δεν κατέστη δυνατό αφού δεν πέτυχε αποχή και εγκατέλειψε το πρόγραμμα. Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, επιπρόσθετα με τα όσα ανάφερε ανωτέρω, υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, αναφορικά με τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου. Ζήτησε επίσης το Δικαστήριο λάβει σοβαρά υπόψιν το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος ουδέποτε έχει διαπράξει στο παρελθόν οποιοδήποτε αδίκημα. Ο κατηγορούμενος από το 2013 εργάζεται ως εισπράκτορας και κλητήρας σε ασφαλιστική εταιρεία, εργασία την οποία διατηρεί μέχρι και σήμερα. Το γεγονός αυτό δείχνει την σταθερότητα του αλλά και το γεγονός ότι ο ίδιος αποτελεί ένα ενεργό μέλος της κοινωνίας. Με τα χρήματα που λαμβάνει από την εργασία του καλύπτει τα φροντιστήρια του ανήλικου παιδιού του, το οποίο με βάση το Έγγραφο Β χρειάζεται στήριξη από εκπαιδευτικό τάξης. Ο κατηγορούμενος διατηρεί καθημερινή επαφή με το παιδί του, τον οποίο τον στηρίζει με όλες του τις δυνάμεις. Από κοινού λαμβάνουν μέρος μαζί και σε αγώνες τηλεκατευθυνόμενων οχημάτων (Έγγραφο Γ) όπου είναι πρωταθλητές. Θα πρέπει επίσης να ληφθεί πολύ σοβαρά υπόψιν από το Δικαστήριο το γεγονός ότι ενώ το αδίκημα έλαβε χώρα το 2015, το παρόν κατηγορητήριο καταχωρίστηκε το 2017, χωρίς ουσιαστικά να υπάρχει οποιοσδήποτε ειδικός λόγος για την καθυστέρηση αυτή εφόσον η παρούσα υπόθεση δεν χαρακτηρίζεται από οποιονδήποτε βαθμό πολυπλοκότητας. Περαιτέρω θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν το γεγονός ότι έχουν ήδη παρέλθει 5 χρόνια από την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που το Δικαστήριο καλείτε να επιβάλει ποινή. Και οι δύο πιο πάνω παράγοντες, ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορουμένου, θα πρέπει να προσμετρήσουν υπέρ του. Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψιν από το Δικαστήριο το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα των 5 αυτών χρόνων, δεν έχει διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Αντίθετα ο κατηγορούμενος, στο χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει, πέτυχε την πλήρη απεξαρτητοποίηση του από την χρήση οποιονδήποτε ναρκωτικών ουσιών. Προς το σκοπό αυτό κατατέθηκαν διάφορες αναλύσεις (Έγγραφο Α) ιδιωτικού χημείου, που λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο μεταξύ της περιόδου Σεπτεμβρίου του 2020 μέχρι 22.10.20, στις οποίες βεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος βρέθηκε αρνητικός στη χρήση οποιωνδήποτε ναρκωτικών ουσιών. Ο κατηγορούμενος αναγνωρίζει την σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει. Όμως από την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων έχουν μεταβληθεί άρδην οι προσωπικές του περιστάσεις εφόσον αφενός ο ίδιος έχει πλήρως απεξαρτητοποιηθεί από την χρήση ναρκωτικών και αφετέρου, πλέον, έχει αναπτύξει ουσιαστικούς δεσμούς με το παιδί του, τον οποίο στηρίζει, ανελλιπώς, με όλες του τις δυνάμεις. Τέλος ήταν η εισήγηση του ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητική της ελευθερίας συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις όπως το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και αναστείλει την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης. Έχω ακούσει με ιδιαίτερη προσοχή και τις δύο πλευρές. Τα αδικήματα που αφορούν την χρήση και εμπορία ναρκωτικών είναι πάρα πολύ σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από τον νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στον νόμο ως η μέγιστη ποινή, για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v Αστυνομίας

(2000)2 Α.Α.Δ, 527.) Ειδικότερα για τα αδικήματα της κατοχής ναρκωτικών (1η και 3η κατηγορία), με βάση το άρθρο 30 του Νόμου, προβλέπεται για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξης B' και Τάξης Α' ποινή φυλάκισης μέχρι 8 έτη ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές μαζί, ενώ για το αδίκημα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως B' με σκοπό την προμήθεια (2η κατηγορία) προβλέπεται ποινή φυλάκισης δια βίου ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές μαζί. Βέβαια δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι η παρούσα υπόθεση εκδικάζεται συνοπτικά, οπότε σε περίπτωση που επιβληθεί ποινή φυλάκισης, αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πέντε χρόνια, αυτό όμως το γεγονός, σε καμία περίπτωση δεν υποβαθμίζει τη σοβαρότητα των αδικημάτων όπως προδιαγράφεται μέσα από τις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές. Το ίδιο το άρθρο 30
(4)του Νόμου θεσμοθετεί, θα έλεγα, κατά τρόπο πιο ολοκληρωμένο τους παράγοντες που το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, παράγοντες οι οποίοι καθιστούν το αδίκημα ιδιαίτερα σοβαρό ή λιγότερο σοβαρό. Ως καθιστώντα το αδίκημα λιγότερο σοβαρό λαμβάνονται υπόψη τα εξής: - Η ηλικία του κατηγορουμένου, το γεγονός ότι διέπραξε το αδίκημα παρασυρόμενος από πρόσωπα δυνάμενα να ασκήσουν επιρροή σε αυτόν, ότι δεν είχε ανάμειξη σε εμπορία και το παράπτωμά του σχετίζεται αποκλειστικά με χρήση, ο βαθμός εξάρτησής του από ναρκωτικά, η αποδεδειγμένη μεταμέλειά του η οποία μεταξύ άλλων μαρτυρείται από τη συνεργασία του με τις αρχές για τη δίωξη των προμηθευτών και η προθυμία του να υποβληθεί σε θεραπεία για απεξάρτηση, το είδος και η ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που βρέθηκαν στην κατοχή του, και το γεγονός ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε από τα περιστατικά που καταγράφονται στο εδάφιο (α) του άρθρου 30
(4)ως καθιστώντα το αδίκημα ιδιαίτερα σοβαρό. Πιο σοβαρό καθιστούν το αδίκημα οι εξής παράγοντες꞉ - Η ανάμειξη στη διάπραξη του αδικήματος οργανωμένης ομάδας εγκληματιών στην οποία ο κατηγορούμενος ανήκει, η ανάμειξη του κατηγορουμένου σε διεθνείς οργανωμένες εγκληματικές δραστηριότητες, η ανάμειξη του κατηγορουμένου σε άλλες παράνομες δραστηριότητες οι οποίες διευκολύνονται με τη διάπραξη του αδικήματος, η χρήση βίας, πυροβόλων όπλων ή επιθετικών όπλων ή αντικειμένων κατά τη διάπραξη του αδικήματος, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατέχει δημόσιο αξίωμα ή θέση και το αδίκημα το οποίο διαπράχθηκε σχετίζεται με το εν λόγω αξίωμα ή θέση, η θυματοποίηση ή εκμετάλλευση ανηλίκων ή διανοητικώς ή λόγω ψυχικής νόσου πασχόντων και το γεγονός ότι το αδίκημα διαπράχθηκε στις φυλακές ή σε κρατητήριο της Αστυνομίας ή στέγη ή ίδρυμα υπό τον έλεγχο, επίβλεψη ή φροντίδα του Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ή πλησίον τέτοιων στεγών ή ιδρυμάτων ή σε άλλους χώρους όπου συχνάζουν μαθητές ή φοιτητές για εκπαιδευτικές, αθλητικές, κοινωνικές ή άλλες δραστηριότητες. Η χρήση δε και η εμπορία ναρκωτικών έχει χαρακτηριστεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως κοινωνική μάστιγα και ως νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας. Τα ναρκωτικά αποτελούν κίνδυνο τόσο για τη φυσική όσο και την κοινωνική ευημερία του κοινού. Η έξαρση δε που παρατηρείται στη χρήση των ναρκωτικών καθιστά την αποτροπή κυρίαρχο στοιχείο της ποινής, γεγονός που καθιστά την φυλάκιση εμφανή επιλογή. Στην υπόθεση Youssef Nehmed Allah Sikaf ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 467 λέχθηκε επί του προκειμένου ότι: «Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τονίσει επανειλημμένα την ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών σε υποθέσεις αδικημάτων που σχετίζονται με τα ναρκωτικά, σε μια προσπάθεια περιορισμού ή εξάλειψης παρόμοιων αδικημάτων και προστασίας του κοινού. Μάλιστα έχει τονιστεί ότι είναι καιρός όπως οι επιβαλλόμενες ποινές καταστούν αυστηρότερες για να δείχνουν τόσο την αποδοκιμασία όσο και την ενεργό συμμετοχή της Δικαιοσύνης στον αγώνα που διεξάγεται σε παγκόσμια κλίμακα για την καταπολέμηση της χρήσης και εμπορίας ναρκωτικών (βλ. Kablawi & others v. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 494). Το είδος, η ποσότητα των ναρκωτικών και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται είναι όπως φαίνεται από την σχετική νομολογία, μεταξύ των σοβαρών παραγόντων που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στον καθορισμό της ποινής. Η επιβολή ιδιαίτερα σοβαρών ποινών ενδείκνυται σε περιπτώσεις όπου η κατοχή συνοδεύεται με την πρόθεση εμπορίας των ναρκωτικών (βλ. μεταξύ άλλων Hassan ν. Δημοκρατίας
(1971)2 CLR 210, Abdullah ν. Δημοκρατίας
(1971)2 CLR 323, Esper v. Δημοκρατίας
(1972)2 CLR 73 και Moussa ν. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 320). Η χρήση και διάδοση των ναρκωτικών έχει επανειλημμένα χαρακτηρισθεί ως κοινωνική μάστιγα που υπονομεύει το θεμέλιο της κοινωνίας. Η έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη των αδικημάτων αυτής της κατηγορίας δεν μπορεί παρά να καταστήσει το στοιχείο αποτροπής στον καθορισμό της τιμωρίας των παραβατών πιο έντονο.» Στην μεταγενέστερη υπόθεση Mahrad Mohamad Reza Beyki ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 60, λέχθηκαν τα εξής: «Είναι θεμελιωμένο ότι τα ναρκωτικά αποτελούν σοβαρό κίνδυνο για τον άνθρωπο, ο οποίος κίνδυνος πρέπει να καταπολεμηθεί. Οι αυστηρές ποινές που επιβάλλονται για αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικά είναι το μέσο που έχουν τα δικαστήρια για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Γι΄ αυτό οι ποινές που συνήθως επιβάλλονται για τέτοια αδικήματα ενέχουν και το στοιχείο της αποτροπής. Όμως, θεμελιωμένη είναι και η αρχή της διάκρισης της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν σε εμπορία ναρκωτικών και εκείνων που αφορούν σε κατοχή και χρήση. Οι έμποροι ναρκωτικών, όπως λέχθηκε στην Afroughi (ανωτέρω), καθιστούν επάγγελμα τους την διασπορά του θανάτου και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό των ποινών που επιβάλλονται σ' αυτούς.» Στην υπόθεση Κύπρος Μ. Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 124, λέχθηκαν επίσης τα εξής: «Βέβαια, η αυξανόμενη συχνότητα διάπραξης αδικημάτων που έχουν σχέση με ναρκωτικά, δυστυχώς δε συγκρατήθηκε παρά τις προειδοποιήσεις και τις αυστηρές ποινές που επιβλήθηκαν. Όμως, τα Δικαστήρια σταθερά συνέχισαν να προειδοποιούν για την ανοικτή πληγή στο σώμα ολόκληρης της κοινωνίας και για την ανεπανόρθωτη ζημιά που προκαλείται στην υλική και ηθική ευημερία του ανθρώπου (Βλ. Σίμκαση ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 22, Zahra Ali Gholi ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 30). Στη Hussein Hassan v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 356 και στην Ρεσλάν ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 127, διαπιστώθηκε ότι η αυξητική τάση στη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων τελικά δεν απετράπη, επειδή αδίστακτοι εγκληματίες με μόνο κίνητρο το οικονομικό όφελος, γίνονται συνεργοί στη διάδοση των ναρκωτικών. Με αυτό το φόντο, αναφορικά με τη σοβαρότητα των αδικημάτων, το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη όλα τα ελαφρυντικά του εφεσείοντα, τονίζοντας όμως ότι αυτά δεν μπορούν και δεν πρέπει να αφεθούν να εξουδετερώσουν την ανάγκη προστασίας της κοινωνίας από τη διάδοση του αργού θανάτου, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την επιβολή αποτρεπτικών ποινών.» Όπως λοιπόν συνάγεται από τα πιο πάνω, στον καθορισμό του είδους και του εύρους της ποινής που θα επιβληθεί σε υποθέσεις με αδικήματα ναρκωτικών, λαμβάνεται υπόψη και συνυπολογίζεται, με δεδομένη την σοβαρότητα των αδικημάτων αυτού του είδους, η ποσότητα των ναρκωτικών, το είδος των ναρκωτικών και κυρίως ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται. Ως προς το είδος της ποινής δεν χωρεί αμφιβολία ότι ειδικά για τις υποθέσεις που αφορούν κατοχή με σκοπό την προμήθεια και την προμήθεια, η μόνη επιλογή αλλά και κατάλληλη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Είναι ξεκάθαρη η διάκριση που κάνει η νομολογία στη μεταχείριση χρηστών και εμπόρων ναρκωτικών. Στην υπόθεση Afroughi v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 174, ο Πικής, Π. έθεσε το ζήτημα ως εξής στη σελ. 177: «Και για τους χρήστες ναρκωτικών, οι οποίοι δηλητηριάζουν την ύπαρξή τους και διανοίγουν το δρόμο για τους εμπόρους ναρκωτικών, αρμόζουν αποτρεπτικές ποινές, όχι, όμως της ίδιας έντασης με αυτές που επιβάλλονται στους εμπόρους, εκείνους που καθιστούν επάγγελμά τους τη διασπορά του θανάτου. Για τους εμπόρους, είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα μετριασμού. Για τους χρήστες υπάρχει κάποιο περιθώριο, που, ομολογουμένως, με το χρόνο στενεύει· το περιθώριο εκείνο που σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου». Το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο παραπέμπει σε σχετικά παραδείγματα από την νομολογία, όπου το Δικαστήριο με σχετική έρευνα του, προσπάθησε να εντοπίσει παρόμοιες περίπου ποσότητες με τις ποσότητες που ανευρέθηκαν στην παρούσα υπόθεση, έτσι ώστε να γίνει στο μέτρο του δυνατό μια καθοδήγηση, χωρίς βέβαια οι προηγούμενες αποφάσεις να αποτελούν απόλυτα δεσμευτικό χαρακτήρα, αλλά σίγουρα είναι καθοδηγητικές ως προς την επιβληθείσα ποινή. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Mahmoud Gate Elgathi κ.α.
(2007)ΑΑΔ 199, στην απόφαση του το Ανώτατο Δικαστήριο αποδεχόμενο την έφεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας που υπεστήριξε πώς οι ποινές που επιβλήθηκαν πρωτόδικα στα αδικήματα της κατοχής ποσότητας ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Β΄ και συγκεκριμένα ρητίνης καννάβεως με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα άτομα (1η κατηγορία), για το αδίκημα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Β΄, δηλαδή 179,1817 γρ. ρητίνης καννάβεως χωρίς άδεια του Υπουργού Υγείας (2η κατηγορία), για το αδίκημα κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Β΄, δηλαδή της προαναφερόμενης ποσότητος ρητίνης καννάβεως, συσκευασμένο με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο (3η κατηγορία), και για το αδίκημα της προμήθειας της προαναφερόμενης ποσότητας ελεγχόμενου φαρμάκου σε τρίτο πρόσωπο (4η κατηγορία), ήταν ανεπαρκείς, αύξησε τις επιβληθείσες ποινές των 8, 8, 15 και 15 μηνών αντίστοιχα σε ποινές αμέσου φυλάκισης 15, 15, 30 και 30 μηνών αντίστοιχα. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Παπαχαραλάμπους
(2007)2 Α.Α.Δ. σελ. 11 όπου η πρώτη κατηγορία αφορούσε στη παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου, δηλαδή 419.96 γραμμάρια φυτού κάνναβης, από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, Τάξεως Β', η δεύτερη ήταν για κατοχή της πιο πάνω παράνομης ουσίας, με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα και η τρίτη ότι ο εφεσίβλητος κάπνισε φυτό κάνναβης, ανατράπηκαν οι πρωτοδίκως επιβληθείσες ποινές και επιβλήθηκαν ποινή φυλάκισης ενός χρόνου στην 1η κατηγορία, 2 χρόνια στη 2η κατηγορία και 6 μήνες στην 3η κατηγορία. Στην υπόθεση Παρασκευά Παπαπαντελή ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 11/2016 ημερομηνίας 17.10.16 όπου αφορούσε 618,315 γρ. κάνναβης επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 18 μηνών και κρίθηκε ότι δεν δικαιολογείτο η αναστολή ποινής φυλάκισης. Στρεφόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος καθώς και αυτή των περιστάσεων διάπραξης τους, είναι δεδομένη. Ως επιβαρυντικό παράγοντα λαμβάνω υπόψη μου, τη μεγάλη ποσότητα την οποία κατείχε ο κατηγορούμενος αλλά και τον σκοπό που την κατείχε, δηλαδή για να προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο αλλά και το γεγονός ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των ανευρεθέντων ναρκωτικών ήταν κρυμμένο σε ειδική κρύπτη. Τέτοιες ενέργειες και συμπεριφορές είναι απαράδεκτες, ενέχουν κινδύνους για το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο και θα πρέπει να αποτρέπονται. Κατοχή ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα και ουσιαστικά η διάδοση του αργού θανάτου όπως έχει χαρακτηριστεί, είναι αδίκημα ιδιαίτερης σοβαρότητας και θα πρέπει να αντιληφθούν τα άτομα που εμπλέκονται σε τέτοιες υποθέσεις ότι τα Δικαστήρια θα είναι αμείλικτα και οι ποινές που θα επιβάλλονται αυστηρότατες. Από την άλλη όμως η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από την μία, και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Παρά τη διαπιστούμενη σοβαρότητα των αδικημάτων, η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί. Στόχος του Δικαστηρίου είναι η επιβολή δίκαιης ποινής, η οποία να αρμόζει τόσο στο έγκλημα όσο και στο δράστη (Θεοχάρης Θεοχάρους (ανωτέρω). Προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψιν την άμεση παραδοχή του από την πρώτη στιγμή τόσο στην Αστυνομία σε σχέση με την διάπραξη του αδικήματος της 1η κατηγορίας. Ο κατηγορούμενος προέβαλε τη θέση ότι τα ανευρεθέντα ναρκωτικά ήταν αποκλειστικά για δική του χρήση, θέση η οποία, μέσω της ακρόασης, έχει απορριφθεί. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή καθ'ότι η παραδοχή αποτελεί έκφραση της μεταμέλειας του και συγχρόνως εξοικονομεί πολύτιμο χρόνο του Δικαστηρίου (Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Επίσης προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του. Σημειώνω όμως ότι αυτές είναι ήσσονος σημασίας σε αδικήματα σοβαρά όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής (Γενικός Εισαγγελεάς v Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ 331). Λαμβάνω επίσης υπόψιν το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έχει αναπτύξει πλέον δεσμούς με το ανήλικο παιδί του και του συμπαραστάκεται τόσο ως γονέας όσο και οικονομικά. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Λεωνίδα Ματθαίου
(1994)2 ΑΑΔ). Προς όφελος επίσης του κατηγορουμένου λαμβάνω επίσης υπόψη το γεγονός ότι αυτός, από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, δεν έχει διαπράξει οποιοδήποτε άλλο ποινικό αδίκημα και ότι ο ίδιος, προσπαθεί, να απεξαρτητοποιηθεί από την χρήση των ναρκωτικών ουσιών. Η προσπάθεια ενός χρήστη να απεγκλωβιστεί από τον εθισμό του αποτελεί ένα επιπρόσθετο μετριαστικό παράγοντα. Τέτοια προσπάθεια, σύμφωνα με τη νομολογία, πρέπει να ανταμείβεται ανάλογα, καθ' ην έκταση με την ενδεχόμενη απεξάρτηση θα εκλείψει και η ανάγκη διάπραξης αδικημάτων προς εξασφάλιση της δόσης του χρήστη (Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ 148, Καρακάννας ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 463 και Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 82. Έχει αναφερθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου ότι αυτός έχει απεξαρτηθεί από τα ναρκωτικά σήμερα και προς τούτο έχουν παρουσιαστεί σήμερα στο Δικαστήριο σχετικές βεβαίωσεις σύμφωνα με την οποία η ανίχνευση ναρκωτικών ουσιών στο κατηγορούμενος ήταν αρνητική. Είναι δεδομένο από την νομολογία (Πέτρος Α. Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 7487, ημερ. 7487) ότι στις προσπάθειες απεξάρτησης οι οποίες είναι γνήσιες δίδεται μεγάλη σημασία από την νομολογία και μάλιστα δεν είναι ανάγκη οι προσπάθειες αυτές να είναι επιτυχείς σημασία έχει το κατά πόσον είναι γνήσιες. Τέλος λαμβάνω επίσης περαιτέρω υπόψιν το χρονικό διάστημα το οποίο έχει παρέλθει από την διάπραξη των αδικημάτων. Η καθυστέρηση ως συνάγεται βάρυνε στον μεγαλύτερο βαθμό τον κατηγορούμενο, εφόσον δήλωσε τη μη παραδοχή του στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε, με αποτέλεσμα να διεξαχθεί ακροαματική διαδικασία. Επομένως ο κατηγορούμενος έχει μεγάλο και σημαντικό μερίδιο ευθύνης στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να επιχειρήσει να αποκομίσουν οποιοδήποτε όφελος από την καθυστέρηση τη στιγμή που είναι συνυπεύθυνος και δεν είναι αμέτοχος για αυτήν, (Βίκτωρας Τιμοθέου ν. Αστυνομίας
(2012)2ΑΑΔ 671). Περαιτέρω από το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα δεν έχει διαφανεί ότι ο κατηγορούμενος έχει επηρεαστεί με οποιονδήποτε δυσμενή τρόπο από την καθυστέρηση που προκλήθηκε. Από την άλλη, πρέπει να σημειωθεί ότι η συνολική καθυστέρηση σίγουρα δεν βαρύνει αποκλειστικά τον κατηγορούμενο, αφού κάποια καθυστέρηση προκλήθηκε λόγω του βεβαρυμμένου προγράμματος του Δικαστηρίου. Επίσης καθυστέρηση προκλήθηκε και στην καταχώρηση του κατηγορητηρίου, χωρίς η κατηγορούσα αρχή να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση, εφόσον τα αδικήματα έχουν διαπραχθεί την 2.11.15 ενώ η καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης έγινε στις 15.2.17. Όλοι οι πιο πάνω παράγοντες προσμετρούν προς όφελος του κατηγορουμένου και μετριάζουν αναλόγως την επιβληθείσα ποινή. Ως προς τη σημασία της καθυστέρησης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.α. (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σενέκκη κ.α.
(2012)2 Α.Α.Δ. 285 και Γενικός Εισαγγελέας v. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267) σημειώνω όμως, ότι ένεκα της σοβαρότητας των αδικημάτων η καθυστέρηση δεν είναι αρκετή για να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής αλλά το ύψος της. Είναι παράγοντας που συντείνει στο να μειωθεί το ύψος της ποινής που θα επιβληθεί, χωρίς όμως τούτο να αποτελεί λόγο απογύμνωσης της ποινής από την αποτρεπτική χροιά που επιβάλλεται να έχει δεδομένου και της σοβαρότητας των αδικημάτων. Είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι η αρμόζουσα ποινή που πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο, με βάση τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση με δεδομνο της σοβαρότητας της αλλά και του στοιχείου της αποτροπής είναι αυτή της φυλάκισης. Λαμβάνοντας υπόψη μου τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης η επιβολή ποινής φυλάκισης στην παρούσα περίπτωση είναι απόλυτα αναγκαία. Οι μετριαστικοί παράγοντες που προανέφερα είναι ικανοί να μειώσουν δραστικά μόνο το εύρος της ποινής, αλλά όχι το είδος της. Οποιαδήποτε άλλη ποινή όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό του Νόμου, αλλά επιπλέον θα έστελνε λανθασμένα μνήματα στην κοινωνία. Το Δικαστήριο έχει καθήκον και υποχρέωση να στείλει το μήνυμα ότι τέτοιες αξιόποινες συμπεριφορές δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Συνεπώς, και έχοντας, περαιτέρω, κατά νου την αρχή της συνολικότητας της ποινής, επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην 1η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Στη 2η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 15 μηνών. Στη 3 κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 1 μηνός. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Έχω εξετάσει με προσοχή το ενδεχόμενο αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο δυνάμει των διατάξεων του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος με το νέο Άρθρο 3
(2)διεύρυνε την ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Πλέον «το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.» Σε σχέση με την εφαρμογή που έτυχε το νέο Άρθρο 3
(2), αντλώ καθοδήγηση από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583, Άγγελος Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 930. Στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) λέχθηκε πως το βασικό ερώτημα για την αναστολή ή όχι της ποινής, ήταν κατά πόσον οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου ήταν τέτοιες που ισοζυγίζοντας τις θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί σε αυτόν μια δεύτερη ευκαιρία. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφασίσει και όπως έχει λεχθεί: «Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Στην προκειμένη περίπτωση σημειώνω ότι δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε το οποίο θα οδηγούσε σε τέτοια διαταγή από το σύνολο των περιστάσεων και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου (Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323). Έλαβα υπόψη μου όλα τα μετριαστικά στοιχεία κατά την επιμέτρηση σε επαρκή βαθμό, πλην όμως δεν διαπιστώνω οποιοδήποτε λόγο που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής έκτισης της ποινής φυλάκισης. Στην προκειμένη περίπτωση, η επιείκεια του Δικαστηρίου έχει εξαντληθεί στο ύψος της ποινής που επιβλήθηκε και οι μετριαστικοί παράγοντες, είτε μεμονωμένα είτε σωρευτικά, δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετοί ώστε να δικαιολογείται ταυτόχρονα και η αναστολή της ποινής. Τα αδικήματα που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος, ειδικά αυτό της 2ης κατηγορίας, είναι ιδιαίτερα σοβαρά και η ανάγκη για αποτροπή τους είναι επιτακτική. Eνδεχόμενο αναστολής ποινής φυλάκισης θα έστελνε στην κοινωνία λανθασμένα μηνύματα και δε θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του Νόμου. Υπερτερεί στη προκειμένη περίπτωση η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής και η προστασία του δημοσίου συμφέροντος και της ίδιας της κοινωνίας από την εξάπλωση της μάστιγας των ναρκωτικών. Η ποινή φυλάκισης ξεκινά να προσμετρά από τις 30.10.20, ημερομηνία κατά την οποία ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση (Υπ.) ....................................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.