Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μιχαήλ, Αρ. Υπόθεσης:15539/2016, 30/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B188 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:15539/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή -και- XXXXX Μιχαήλ Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 30/10/
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Α. Σιαπανή Για Κατηγορούμενη: Ο κ. Λ. Βραχίμης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ Α Π Ο Φ Α Σ Η (κατά πόσο στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση) Η κατηγορούμενη, στην παρούσα υπόθεση, αντιμετωπίζει την κατηγορία της δήλωσης ψευδούς όρκου, κατά παράβαση των Άρθρων 117 και 35 του Ποινικού Κώδικα, Κεφάλαιο
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, η κατηγορούμενη, την 10/02/2016, στη Λευκωσία, προέβη σε ψευδή ένορκο δήλωση και υπόγραψε ενώπιον προσώπου εξουσιοδοτημένου να δεχθεί τέτοια δήλωση, δηλαδή δήλωσε ενόρκως ενώπιον της XXXXX Χαραλάμπους, υπεύθυνη για τις ένορκες δηλώσεις στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ότι η ανήλικη κόρη της είναι θύμα σεξουαλικής κακοποίησης από τον εν διαστάσει σύζυγό της, XXXXX Ππάγκο (στο εξής «ο παραπονούμενος»), και πατέρα της ανήλικης κόρης της, ενώ γνώριζε ότι κανένα από τα πιο πάνω γεγονότα δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η κατηγορούμενη δήλωσε τη μη παραδοχή της στην πιο πάνω κατηγορία και, ως εκ τούτου, η παρούσα υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Προς απόδειξη της υπόθεσής της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 4 μάρτυρες κατηγορίας, τη Γ/Αστυφύλακα XXXXX XXXXX Κουσουλίδου (Μ.Κ 1), την XXXXX Μαλεκίδου (Μ.Κ 2), Πρωτοκολλητή Α' κατά τον ουσιώδη χρόνο στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας, τον Υπαστυνόμο Γ. Θεμιστοκλέους (Μ.Κ 3) και τον παραπονούμενο (Μ.Κ 4). Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, o ευπαίδευτoς συνήγορος της κατηγορούμενης εισηγήθηκε, δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της έτσι ώστε να κληθεί σε απολογία. Και τούτο γιατί από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία, δεν πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Καταρχάς ήταν η θέση του ότι δεν τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία σε ποιά ακριβή παράγραφο της ένορκης δήλωσής της η κατηγορούμενη προέβη σε ψευδή όρκο αλλά και πού έγκειται το ψεύδος της. Σε κάθε όμως περίπτωση, ήταν περαιτέρω η εισήγηση του, από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της κατηγορούμενης, συνάγεται ότι, μέσω αυτής, η κατηγορούμενη αναφέρει τα όσα η ανήλικη μετέφερε στη μεγαλύτερη της θυγατέρα αλλά και όσα η ανήλικη μετέφερε προσωπικά στην ίδια, γεγονότα τα οποία καταδεικνύουν την πεποίθηση της και τους ισχυρισμούς της ότι η ανήλικη θυγατέρα της υπέστη θύμα σεξουαλικής κακοποίησης από τον πατέρα της. Το γεγονός ότι η κατηγορούμενη, μέσω της ένορκης της δήλωσης, εξέφρασε απλώς την γνώμη της σε καμία περίπτωση δεν ισοδυναμεί με ψευδή όρκο. Ούτε, περαιτέρω, έχει αποδειχθεί με οποιαδήποτε θετική μαρτυρία στη προκειμένη περίπτωση, ήταν πάντοτε η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορουμένης, ότι η ανήλικη θυγατέρα της κατηγορουμένης δεν υπήρξε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης από τον παραπονούμενο. Το γεγονός ότι τέθηκε μαρτυρία από την κατηγορούσα αρχή ότι η κατηγορούμενη, αφού προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία σε σχέση με το γεγονός αυτό, ενημερώθηκε, 3 μέρες πριν της καταχώρησης της ένορκής της δήλωσης, ότι από το ενώπιον της αστυνομίας μαρτυρικό υλικό δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε ποινική υπόθεση εναντίον του παραπονούμενου, δεν ενέχει καμιάς σημασίας στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, διότι απλά η απόφαση της Αστυνομίας, αποτελεί απλά γνώμη, χωρίς να έχει οποιανδήποτε αποδεικτική αξία. Επομένως από τη στιγμή που δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε ψευδής όρκος και ότι τα όσα ανάφερε η κατηγορούμενη είναι ψευδή, ήταν καταληκτικά η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούμενης, ότι δεν πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ως εκ τούτου, η κατηγορούμενη θα πρέπει να απαλλαχθεί από το στάδιο αυτό. Αντίθετη βεβαίως ήταν η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία μέσω της προφορικής της αγόρευσης, ανάφερε ότι από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία, πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις ώστε το Δικαστήριο να καλέσει την κατηγορούμενη να προβάλει την υπεράσπισή της. Στην συνέχεια θα αναφερθώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας των Μ.Κ 1, 2, 3 και 4 τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Η Μ.Κ 1, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στο ΤΑΕ Λευκωσίας, υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, τη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με αυτήν, την 28/05/2015, ανάλαβε τη διερεύνηση της καταγγελίας που υπέβαλε η κατηγορούμενη για σεξουαλική κακοποίηση της ανήλικης κόρης της από τον παραπονούμενο. Την 29/01/2016, ενημέρωσε τον παραπονούμενο και τη δικηγόρο του, σχετικά με την απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα, ότι δηλαδή δεν στοιχειοθετείτε υπόθεση εναντίον του, με βάση το μαρτυρικό υλικό της Αστυνομίας . Ακολούθως, τη 2/02/2016, ενημέρωσε τη λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας για την εν λόγω απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα να μην διωχθεί ο παραπονούμενος. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 12:30, στην παρουσία του Μ.Κ 2, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την κατηγορούμενη όπου την ενημέρωσε και αυτήν για την πιο πάνω απόφαση. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 2 το ημερολόγιο ενεργείας της Αστυνομίας αναφορικά με τις ενέργειες που έγιναν στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Η κατηγορούμενη, αφού πληροφορήθηκε για το πιο πάνω γεγονός, δεν υπέβαλε οποιανδήποτε διευκρινιστική ερώτηση εφόσον είχε κατανοήσει το τι της ανέφερε η ίδια. Εξήγησε ότι ο λόγος για τον οποίο δεν καταχωρίστηκε υπόθεση εναντίον του παραπονούμενου, ήταν κατόπιν εισήγησης της Νομικής Υπηρεσίας, η οποία αφού μελέτησε το φάκελο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι με βάση τη μαρτυρία δεν στοιχειοθετείτε οποιοδήποτε αδίκημα. Κατάθεσε περαιτέρω ιδιόχειρες σημειώσεις της (Τεκμήριο 3) στις οποίες έχει καταγράψει το γεγονός ότι ενημέρωσε την κατηγορούμενη. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 6 την ένορκη δήλωση της κατηγορούμενης η οποία καταχωρίστηκε στα πλαίσια της αίτησης υπ' αριθμόν XXXXX/2015, ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι η κατηγορούμενη καλέστηκε από την ίδια, μέσω του υπηρεσιακού σταθερού τηλεφώνου, όπου έγινε κλήση στο κινητό τηλέφωνο της κατηγορούμενης. Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της η κατάθεση της Γ/Αστυφύλακα XXXXX η οποία έλαβε γραπτώς το παράπονο του παραπονουμένου καθώς και ήταν το πρόσωπο το οποίο αφενός έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη (Τεκμήριο 4), αλλά και αφετέρου ήταν το πρόσωπο το οποίο την κατηγόρησε (Τεκμήριο 5). Δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός ότι η κατηγορούμενη στις 10/02/16, καταχώρησε το Τεκμήριο 6 στο Πρωτοκολλητείο του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και ότι η κατηγορούμενη ορκίστηκε ενώπιον της πρωτοκολλητού Μαρίνας Χαραλάμπους. Η Μ.Κ 2 υιοθέτησε επίσης, ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, τη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 8). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, η ίδια έχει στην κατοχή και φύλαξή της, τον φάκελο της πιο πάνω υπόθεσης γονικής μέριμνας με αριθμό 238/2015, στην οποία αιτητής είναι ο παραπονούμενος και καθ' ης η αίτηση είναι η κατηγορούμενη. Επιβεβαίωσε ότι στην πιο πάνω υπόθεση υπάρχει κατατεθειμένο το Τεκμήριο 6, το οποίο υπογράφεται από την κατηγορούμενη. Κατάθεσε περαιτέρω τη μονομερή αίτηση (Τεκμήριο 9), στα πλαίσια της οποίας καταχωρίστηκε η επίδικη ένορκη δήλωση της κατηγορουμένης. Κατάθεσε περαιτέρω το μονομερές διάταγμα του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 12/02/2016, (Τεκμήριο 10), το οποίο έχει εκδοθεί στα πλαίσια της πιο πάνω μονομερής αίτησης. Αντεξεταζόμενη, ανάφερε ότι προτού δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο, επικοινώνησε με τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής η οποία της ανάφερε προφορικά για το τί η ίδια έπρεπε να προσκομίσει στο Δικαστήριο από τον πιο πάνω φάκελο της υπόθεσης. Διευκρίνισε ότι δεν έκρινε σκόπιμο να καταθέσει ολόκληρο τον φάκελο της λόγω του ότι ο φάκελος είναι ογκώδης. Δεν γνωρίζει κατά πόσο έχει καταχωρηθεί αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο για την έκδοση προνομιακού εντάλματος τύπου Certiorari για την ακύρωση του πιο πάνω εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος. Ο Μ.Κ 3 ανάφερε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπηρετούσε στο ΤΑΕ Λευκωσίας ως υπεύθυνος αξιωματικός αλλαγής. Ανέφερε ότι το ημερολόγιο ενεργείας (Τεκμήριο 2) φέρει και τη δική του υπογραφή. Επιβεβαίωσε με τη σειρά του το γεγονός ότι η Μ.Κ 1, στην παρουσία του, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την κατηγορούμενη η οποία και ενημερώθηκε ότι, σύμφωνα με τις οδηγίες της Νομικής Υπηρεσίας, δεν στοιχειοθετείται κανένα ποινικό αδίκημα εναντίον του παραπονούμενου, με βάση το μαρτυρικό υλικό που υπήρχε στον φάκελο και περαιτέρω, ότι η ανήλικη θυγατέρα τους, θα έπρεπε να τεθεί κάτω από την φροντίδα των υπηρεσιών του κράτους. Η τηλεφωνική επικοινωνία έγινε σε ανοιχτή ακρόαση, ενόψει του γεγονότος ότι το ΤΑΕ Λευκωσίας είχε να διερευνήσει μια ευαίσθητη υπόθεση. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε τα όσα ανέφερε στην κυρίως εξέταση του και διευκρίνισε περαιτέρω ότι η κατηγορούμενη αντιλήφθηκε ότι το τηλεφώνημα που δέχτηκε ήταν από το ΤΑΕ Λευκωσίας εφόσον η Μ. Κ 1 της συστήθηκε. Ο παραπονούμενος υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 12) Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, η κατηγορουμένη, μετέβη στο ΤΑΕ Λευκωσίας υποβάλλοντας καταγγελία εναντίον του, ότι δηλαδή ο ίδιος κακοποιούσε σεξουαλικά τη θυγατέρα τους. Για όσο η καταγγελία ήταν υπό διερεύνηση ο ίδιος ούτε πλησίαζε, ούτε έβλεπε τη θυγατέρα του, εκτός σε δημόσιο χώρο συνοδευόμενος πάντοτε μαζί με μια από τις ενήλικες κόρες τους από τον προηγούμενό του γάμο. Στις 29.1.16 ενημερώθηκε από την Αστυνομία, ότι αφού διερευνήθηκε η καταγγελία της κατηγορουμένης και αποστάληκε προς τούτο σχετική επιστολή στον Γενικό Εισαγγελέα, ο τελευταίος αποφάνθηκε ότι δεν είχε διαπραχθεί ποινικό αδίκημα και η συγκεκριμένη καταγγελία έληξε. Επίσης ενημερώθηκε και με επιστολή του ΤΑΕ Λευκωσίας, η οποία απεστάλη προς τον δικηγόρο του, την 9.2.16 (Τεκμήριο 13) σε σχέση με το γεγονός αυτό. Επίσης ενημερώθηκε από το ΤΑΕ Λευκωσίας ότι και η κατηγορούμενη έτυχε ενημέρωσης για το ζήτημα αυτό. Στις 10.2.16 η κατηγορουμένη προέβη σε ένορκη δήλωση στον Πρωτοκολλητή του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ότι η υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης της θυγατέρας τους εκκρεμεί και χαρακτηρίζει την ανήλικη ακόμα ως θύμα του ιδίου, με σκοπό να εξασφαλίσει έκδοση διατάγματος αποκλειστικής μέριμνας. Έχει σημειώσει στην εν λόγω ένορκη δήλωση τα ψέματα που η κατηγορουμένη ανέφερε σε αυτήν. Το σημαντικότερο, για τον ίδιο, και για το οποίο έχει παράπονο είναι η αναφορά της και η επιμονή της να αναφέρει ακόμα και ενόρκως ότι η ανήλικη υπέστη θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης από τον ίδιο Το πιο σημαντικό όμως ψεύδος της είναι το γεγονός που αναφέρει η κατηγορούμενη στην παράγραφο 21 της ένορκης της δήλωσης ότι η καταγγελία της που υπέβαλε στην Αστυνομία ακόμα τελεί υπό διερεύνηση. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε τη θέση του ότι ο ίδιος έτυχε ενημέρωσης από την Αστυνομία για το γεγονός ότι η Νομική Εισαγγελία, με βάση το μαρτυρικό υλικό, αποφάσισε ότι δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί η διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΓΙΑ ΤΟ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ Αποτελεί καλά εδραιωμένη η αρχή ότι το ερώτημα που καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο για να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης είναι κατά πόσο η μαρτυρία, όπως έχει παρουσιαστεί ενώπιον του, είναι επαρκής (sufficient) έτσι ώστε να κληθεί να παρουσιάσει την υπεράσπισή της. Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται το ζήτημα του εκ πρώτης όψεως συνοψίζονται στην κλασσική επί του θέματος απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκαν τα εξής: «Η απαλλαγή του κατηγορουμένου δικαιολογείται μόνο όταν: α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ώστε κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του κατηγορουμένου». Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Στην υπόθεση Alfonso Razon Mariano v Aστυνομίας, Αρ. Ποινικής Έφεσης 112/2014, ημερομηνίας 20/11/15 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως πλειστάκις νομολογήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο όρος «εκ πρώτης όψεως» υποδηλώνει προκαταρκτική θεώρηση των πραγμάτων, γι' αυτό και ο όρος χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133 και Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Περαιτέρω, το δικαστήριο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και δεν υπεισέρχεται σε θέματα πειστικότητας μαρτυρίας, εκτός και αν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται παντελώς πειστικότητας, ώστε κανένα δικαστήριο να μην μπορεί να στηριχθεί σ' αυτήν (βλ. Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9). Τα πάντα σ' αυτό το στάδιο της δίκης θα πρέπει να έχουν αντικειμενικό έρεισμα, γι' αυτό εξάλλου και απαιτείται από τη νομολογία ότι για να μην κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία θα πρέπει η μαρτυρία να ήταν τέτοια που κάθε «λογικό δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα». Το κριτήριο είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί (Ευγένειος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191). Ο Κατηγορούμενος, όμως, πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ ΕΧΕΙ ΑΠΟΔΕΙΧΘΕΙ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗΣ Η νομική βάση της έκθεσης αδικήματος για το οποίο κατηγορείται η κατηγορούμενη, είναι το άρθρο 117 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο διαλαμβάνει ότι: «Όποιος ορκίζεται με ψευδή όρκο ή προβαίνει σε ψευδή βεβαίωση ή δήλωση ενώπιον προσώπου εξουσιοδοτημένου να επαγάγει όρκο ή να δεχτεί δήλωση υπό τέτοιες περιστάσεις, ώστε αν ο ψευδής όρκος δινόταν ή η ψευδής δήλωση γινόταν σε δικαστική διαδικασία θα ισοδυναμούσε με ψευδορκία, είναι ένοχος πλημμελήματος.» Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος ορκίζεται ψευδώς ή (β) προβαίνει σε ψευδή βεβαίωση ή δήλωση, (γ) ενώπιον προσώπου εξουσιοδοτημένου να επαγάγει όρκο ή να δεχτεί δήλωση, (δ) που αν διδόταν σε δικαστική διαδικασία θα ισοδυναμούσε με ψευδορκία. Είναι καλά εδραιωμένη η γενική αρχή στο ποινικό δίκαιο ότι το κατηγορητήριο είναι το έγγραφο που περιέχει τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, στη βάση του οποίου προσάγεται ενώπιον της δικαιοσύνης για ν' απαντήσει. Σκοπός του κατηγορητηρίου είναι να θέσει το πλαίσιο της δίκης. Οι λεπτομέρειες σε κάθε κατηγορία θα πρέπει να παρέχουν επαρκή ενημέρωση για το υπόβαθρο που η κατηγορούσα αρχή σκοπεύει να αποδείξει σε κάθε κατηγορία (Γεώργιος Ιωσηφίδης (Ππαϊλα) ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 204). Εφόσον οι λεπτομέρειες ενός αδικήματος διαδραματίζουν ουσιώδη ρόλο στην όλη ποινική διαδικασία ο κατηγορούμενος δικαιούται να γνωρίζει εκ των προτέρων τι επακριβώς αντιμετωπίζει ώστε να μπορεί να ετοιμάσει την υπεράσπιση του σε κάθε μια από τις κατηγορίες (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766). Ανατρέχοντας στις λεπτομέρειες του αδικήματος αυτό το οποίο προσάπτεται στην κατηγορούμενη είναι ότι προέβη σε ψευδή ένορκη δήλωση, δηλαδή δήλωσε ενόρκως, ότι η ανήλικη κόρη της είναι θύμα σεξουαλικής κακοποίησης από τον εν παραπονούμενο ενώ γνώριζε ότι κανένα από τα πιο πάνω γεγονότα δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Αποτελεί βασική εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, ως συνάγεται μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, πάντοτε αντικειμενικά κρινόμενη για τους σκοπούς μόνο του σταδίου του εκ πρώτης όψεως, ότι η κατηγορούμενη, ενώ ενημερώθηκε από την Αστυνομία, τηλεφωνικώς, ότι δεν στοιχειοθετείτε η διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος εκ μέρους του παραπονούμενου σε σχέση με την καταγγελία που υπέβαλε εναντίον του, εντούτοις, 3 ημέρες μετά, καταχώρησε την επίδικη ένορκη δήλωση στο Δικαστήριο, ορκιζόμενη ψευδώς ότι η ανήλικη θυγατέρα της υπέστη θύμα σεξουαλικής κακοποίησης από τον παραπονούμενο. Αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος, όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, το γεγονός ότι η κατηγορούμενη ορκίστηκε δηλώνοντας ψευδώς το πιο πάνω γεγονός. Μέσα, όμως, από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία δεν τέθηκε ίχνος μαρτυρίας ότι η πιο πάνω δήλωση της είναι όντως ψευδής και ότι αυτή δεν ανταποκρίνεται στη πραγματικότητα. Δεν έχει δηλαδή τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, από οποιονδήποτε μάρτυρα, της κατηγορούσας αρχής ότι η ανήλικη δεν υπέστη θύμα σεξουαλικής κακοποίησης από τον παραπονούμενο. Το γεγονός ότι η ίδια η κατηγορούμενη ενημερώθηκε, πριν την καταχώρηση της επίδικης ένορκης δήλωσης ότι οι οδηγίες της Νομικής Υπηρεσίας ήταν, μετά την μελέτη του μαρτυρικού υλικού που συνέλλεξε η Αστυνομία, πως δεν στοιχειοθετείτε οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα δεν ενέχει οποιασδήποτε ουσιώδη σημασία ως προς την διάπραξη του αδικήματος αλλά και ούτε η απόφαση της Νομικής Υπηρεσίας έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία ή βαρύτητα. Ούτε και σε καμία περίπτωση ισοδυναμεί η εν λόγω απόφαση με θετική μαρτυρία ότι η ανήλικη δεν υπέστη θύμα σεξουαλικής κακοποίησης από τον παραπονούμενο. Ούτε επιπρόσθετα τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής για ποιο λόγο αλλά και στη βάση ποιων στοιχείων ελήφθη η εν λόγω απόφαση, γεγονός το οποίο πιθανόν να οδηγούσε το Δικαστήριο σε άλλη κατάληξη. Από την άλλη, μέσα από την ένορκη δήλωση, η κατηγορούμενη προβάλλει τη γνώμη της και την πεποίθηση της μέσα από τα γεγονότα που η ίδια προσωπικά βίωσε, αλλά και όσα η μεγαλύτερη της θυγατέρα της ανάφερε, χωρίς βεβαίως να προβαίνω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά πάντοτε κρινόμενη μόνο αντικειμενικά, ότι υπάρχουν ενδείξεις πως η ανήλικη υπέστη θύμα σεξουαλικής κακοποίησης. Η ύπαρξη γνώμης και απλής πεποίθησης της κατηγορουμένης σε καμία περίπτωση δεν ισοδυναμούν με ψευδή όρκο απλά και μόνο γιατί η Νομική Υπηρεσία αποφάσισε ότι δεν στοιχειοθετείτε οποιοδήποτε αδίκημα σε συνάρτηση πάντοτε με το γεγονός ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε θετική μαρτυρία ότι πράγματι η ανήλικη δεν έπεσε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης. Στην απουσία των πιο πάνω δεδομένων το Δικαστήριο δεν έχει ίχνος μαρτυρίας έστω και σε αυτό το στάδιο ότι η κατηγορούμενη προέβη σε ψευδή όρκο γνωρίζοντας στην πραγματικότητα ότι η ανήλικη δεν υπέστη θύμα σεξουαλικής κακοποίησης από τον παραπονούμενο. Με βάση τα όσα η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε η μαρτυρία δεν είναι αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη της κατηγορούμενης μία πραγματική δυνατότητα. Επομένως δεν υπάρχει οποιοδήποτε νόημα η κατηγορούμενη να κληθεί σε απολογία και ως εκ τούτου θα πρέπει να απαλλαγεί από το στάδιο αυτό. Στο νομικό σύγγραμμα 'Archbold, Criminal Pleading, Evidence & Practice, 41th Edition στη παράγραφο 24-63, στην οποία αναλύεται το αδίκημα της ψευδούς ένορκης δήλωσης (false unsworn statement) και τα συστατικά στοιχεία αυτού αναφέρεται ότι: «Falsity Bv the statute the defendant must know the statement to be false or not believe it to be true. It would seem that perjury cannot be assigned on evidence stating the opinion of the witness as to the construction of a deed R. v. Crespigny
(1795)1 Esp.
- See also on this point 1 Russ.Cr . 12th.ed.
- The false oath must be taken deliberately and intentionally; for if taken from imadvertence or mistake, it cannot amount to wilful and corrupt perjury: 1 Hawk. c.69, s. 2; and see R. v. Mawbey
(1796)6 T.R. 619, 637, and post, § 24-80..» Θα ήταν ενδεχομένως, διαφορετική η κατάληξη του Δικαστηρίου στην περίπτωση που η κατηγορούμενη κατηγορείτο για τα όσα αναφέρει στην παράγραφο 21 της ένορκης της δήλωσης, ότι δηλαδή η καταγγελία της που υπέβαλε εναντίον του παραπονούμενου τυγχάνει ακόμη εξέτασης από την Αστυνομία. Δεν είναι όμως για το γεγονός αυτό που κατηγορείται, με βάση τις λεπτομέρειες αδικήματος, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω. Εξάλλου το παράπονο του παραπονουμένου, με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, είναι το πιο πάνω γεγονός, ότι δηλαδή η κατηγορούμενη ανάφερε ψευδώς ότι η καταγγελία της τυγχάνει διερεύνησης από την Αστυνομία. Επομένως στη βάση των πιο πάνω υπάρχει αναντιστοιχία μεταξύ των λεπτομερειών του αδικήματος και της προσκομισθείσας μαρτυρίας από την κατηγορούσα αρχή. Ούτε και είναι τέτοια η περίπτωση που μπορεί το Δικαστήριο να προβεί σε οποιαδήποτε τροποποίηση του κατηγορητηρίου στη βάση του άρθρου 83 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155. Και τούτο γιατί η υπεράσπιση της κατηγορούμενης βασίσθηκε και προωθήθηκε αποκλειστικά στη βάση των λεπτομερειών του κατηγορητηρίου και του αδικήματος, που σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή διέπραξε η κατηγορούμενη. Τυχόν τροποποίηση των λεπτομέρειών της κατηγορίας που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη στο στάδιο αυτό ασφαλώς και θα την επηρέαζε δυσμενώς και θα προσέκρουε στις νομικές αρχές της δίκαιας δίκης. Συνεπακόλουθα θεωρώ ότι με βάση τα πιο πάνω η κατηγορούσα αρχή απέδειξε να αποδείξει το συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ότι δηλαδή η κατηγορούμενη θα προέβη σε ψευδή δήλωση γνωρίζοντας ότι η ανήλικη θυγατέρα της δεν υπέστη θύμα σεξουαλικής κακοποίησης. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, τυχόν κλήση της κατηγορούμενης σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις οποιεσδήποτε ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Το Δικαστήριο εάν καλούσε την κατηγορούμενη σε απολογία επί της ουσίας θα μετακυλούσε το βάρος επί τους ώμους της να αποδείξουν την αθωότητα της, πράγμα ανεπίτρεπτο σε μία ποινική διαδικασία. Είναι καλά γνωστές οι αρχές ότι σε όλες τις ποινικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης, σωρευτικά, όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71. Συνεπακόλουθα ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης η οποία αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ) .................................. Μ.Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο