Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ ν. SPIRITO CONCRETE LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 26655/2014, 25/8/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B184 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Χρ. Φούλια, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 26655/2014 Μεταξύ: Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ Κατηγορούσα Αρχή εναντίον
- SPIRITO CONCRETE LTD (H.E. C29120)
- XXXXX Σπίριτου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 25.8.2020 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Κόκκινος Για τους Κατηγορούμενους: κ. Στ. Χριστοδούλου Κατηγορούμενος 2: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνει 12 κατηγορίες. Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9 και 11 και ο κατηγορούμενος 2 τις κατηγορίες 2, 4, 6, 8, 10 και 12 αντίστοιχα. Οι επίδικες κατηγορίες στηρίζονται στα άρθρα 305 Α
(1)και 2 και 20, 21 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των επίδικων κατηγοριών η κατηγορούμενη 1 εταιρεία κατηγορείται ότι εξέδωσε 6 επιταγές της Λαϊκής Τράπεζας για διάφορα ποσά που ήταν πληρωτέες κατά την περίοδο από 7.3.2013 μέχρι 12.4.2013 οι οποίες εκδόθηκαν προς όφελος του Σωτήρη Σπίριτου και αφού οπισθογραφήθηκαν από αυτόν παραδόθηκαν στους παραπονούμενους. Οι τελευταίοι τις παρουσίασαν στην τράπεζα για πληρωμή αλλά οι επιταγές δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - ανεπαρκή υπόλοιπα». Ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας συνέδραμε ή/και συνέργησε στην έκδοση από την εν λόγω εταιρεία των επίδικων επιταγών. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Βανέζης ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι είναι υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου στην οποία μεταφέρθηκαν οι εργασίες της Λαϊκής Τράπεζας. Ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό στη Λαϊκή Τράπεζα και κατέθεσε ως τεκμήριο 1 αντίγραφο σχετικής κατάστασης λογαριασμού για την περίοδο από την 1.3.2013 έως τις 30.4.
- Ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν από εκείνο τον λογαριασμό προς όφελος της Hellenic Petroleum Cyprus Ltd. Όταν οι επιταγές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα προς πληρωμή δεν τιμήθηκαν λόγω ανεπαρκών υπολοίπων του λογαριασμού και σε αυτές τοποθετήθηκε η σχετική σφραγίδα. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 2 αντίγραφο του δείγματος υπογραφής το οποίο ο κατηγορούμενος 2 έδωσε προς την τράπεζα. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι δικαιούχος των επίδικων επιταγών ήταν η παραπονούμενη εταιρεία και πως η μοναδική ένδειξη που υπάρχει σε αυτές είναι ότι τα υπόλοιπα του λογαριασμού δεν ήταν επαρκή ούτως ώστε να μπορούν να τιμηθούν. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η παραπονούμενη είναι δικαιούχος και της επίδικης επιταγής με αριθμό 02480369 στην οποία στο όνομα του δικαιούχου αναγράφονται μόνο οι λέξεις «Hellenic Petroleum» αντί των λέξεων «Hellenic Petroleum Cyprus Ltd». Ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη 1 διατηρούσε τρεχούμενο λογαριασμό στη Λαϊκή Τράπεζα με εγκεκριμένο όριο κατά τον επίδικο χρόνο για το ποσό των €360.
- Ισχυρίστηκε επίσης πως βλέποντας αφενός το δείγμα υπογραφής στο τεκμήριο 2 και αφετέρου τις υπογραφές που τέθηκαν στις επίδικες επιταγές ότι πρόκειται για την ίδια υπογραφή. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Σεργίου ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι είναι υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι 2 από τις επίδικες επιταγές και συγκεκριμένα οι επιταγές με αριθμό 02480364 και 02480369 ημερομηνίας 7.3.2013 και 14.3.2013 αντίστοιχα παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή αλλά δεν τιμήθηκαν και σφραγίστηκαν με τη σφραγίδα «Να παρουσιαστεί ξανά - ανεπαρκή υπόλοιπα». Η πρώτη από τις πιο πάνω επιταγές παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 7.3.
- 15.3.2013 και 28.3.2013 και επιστράφηκε και τις 3 φορές απλήρωτη ενώ η δεύτερη επιταγή παρουσιάστηκε στις 29.3.
- Ο Μ.Κ.2 κατά τη σύντομη αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι δεν είχε πρόσβαση στα δείγματα υπογραφής τα οποία κατείχε η Λαϊκή Τράπεζα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι από το δείγμα υπογραφής τεκμήριο 2 και την υπογραφή στις 2 ως άνω επιταγές διαπίστωσε πως μεταξύ των εν λόγω υπογραφών δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν γνωρίζει τι συμφωνία είχε η Λαϊκή Τράπεζα με την κατηγορούμενη 1 εταιρεία σχετικά με το όριο παρατραβήγματος το οποίο της είχε παραχωρήσει. Ως Μ.Κ.3 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Ανδρέου ο οποίος κατέθεσε γραπτή του δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Ισχυρίστηκε ότι είναι υπάλληλος της παραπονούμενης εταιρείας η οποία προμήθευσε με πετρελαιοειδή την κατηγορούμενη 1 εταιρεία στη βάση σχετικής μεταξύ τους συμφωνίας ημερομηνίας 15.5.2008 την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο
- Στα πλαίσια της μεταξύ τους συμφωνίας η παραπονούμενη τηρούσε σχετικό λογαριασμό κατάσταση του οποίου κατέθεσε ως τεκμήριο
- Ο εν λόγω λογαριασμός παρουσίαζε αυξομειώσεις στο υπόλοιπό του και η κατηγορούμενη 1 αποπλήρωνε το υπόλοιπό της ως επί το πλείστο με επιταγές. Ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες επιταγές παραδόθηκαν στην παραπονούμενη εταιρεία προς εξόφληση του υπολοίπου που υπήρχε προς όφελός της από τις πωλήσεις των προϊόντων της προς την κατηγορούμενη 1 εταιρεία και πως όταν αυτές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή δεν τιμήθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη τους. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι εν λόγω επιταγές, οι οποίες αρχικά είχαν κατατεθεί ως τεκμήριο 1 προς αναγνώριση και μετά που τις αναγνώρισε σημειώθηκαν ως τεκμήριο 7, όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή δεν τιμήθηκαν και παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών από την ημέρα της παρουσίασής τους παρόλο που είχε ειδοποιήσει προσωπικά τον κατηγορούμενο 2 για αυτό. Ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες επιταγές εξακολουθούν να παραμένουν απλήρωτες μέχρι σήμερα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν ο μοναδικός διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και το πρόσωπο το οποίο είχε εξουσία να υπογράψει τις επίδικες επιταγές από τον λογαριασμό της εταιρείας. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.3 ισχυρίστηκε ότι στις 7.3.2013 μετέβηκε στα γραφεία της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και παρέλαβε ένα κλειστό φάκελο τον οποίο άνοιξε και μέσα βρισκόταν η επιταγή με αριθμό XXXXX0364 για το ποσό των €6.
- Ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες επιταγές δεν ήταν μεταχρονολογημένες και πως του δόθηκαν όλες με τον ίδιο τρόπο δηλαδή σε κλειστό φάκελο τον οποίο κάθε φορά άνοιγε και έλεγχε πριν την αποχώρησή του από τα γραφεία της κατηγορούμενης
- Ισχυρίστηκε επίσης ότι είχε δει πολλές φορές την υπογραφή του κατηγορουμένου 2 και γνώριζε ότι στις επίδικες επιταγές ήταν η υπογραφή του παρόλο που δεν τον είδε να τις υπογράφει ούτε να τις συμπληρώνει. Ισχυρίστηκε ότι η παραπονούμενη εταιρεία στα αγγλικά ονομάζεται «Hellenic Petroleum Cyprus Ltd» και ότι πολλές επιταγές στις οποίες αναγράφονταν μόνο οι λέξεις«Hellenic Petroleum» πληρώνονταν από την τράπεζα. Μετά που το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων ούτως ώστε αυτοί να υποχρεώνονται να παρουσιάσουν την υπεράσπισή τους αυτοί επέλεξαν να τηρήσουν το δικαίωμα της σιωπής. Μετά που η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις ο δικηγόρος της κατηγορούσας αρχής ετοίμασε γραπτό κείμενο με τις θέσεις και εισηγήσεις του το οποίο παρέδωσε στο Δικαστήριο ενώ ο δικηγόρος των κατηγορουμένων ανέπτυξε προφορικά τις δικές τους θέσεις και εισηγήσεις. Έχω μελετήσει τις θέσεις τους, τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου είναι αναγκαίο. Ο κ. Κόκκινος για την κατηγορούσα αρχή εισηγήθηκε ότι αποδείχθηκε η υπόθεσή της εναντίον των κατηγορουμένων πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και κάλεσε το Δικαστήριο να τους βρει ένοχους των κατηγοριών τις οποίες αντιμετωπίζουν. Ο κ. Χριστοδούλου από την άλλη πλευρά εισηγήθηκε ότι οι κατηγορούμενοι πρέπει να αθωωθούν αφού οι λεπτομέρειες των αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζουν δεν ταιριάζουν με τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Εισηγήθηκε επίσης ότι δεν δόθηκε καμιά απόδειξη της νόμιμης αντιπαροχής για την οποία δόθηκαν οι επίδικες επιταγές καθώς επίσης ότι οι υπογραφές στις επίδικες επιταγές διαφέρουν από το δείγμα το οποίο υπάρχει στην τράπεζα. Εισηγήθηκε τέλος ότι η πρακτική της τράπεζας να πληρώνει επιταγές της κατηγορούμενης 1 εταιρείας παρόλο που ο λογαριασμός της βρισκόταν σε υπέρβαση του εγκεκριμένου ορίου της αποδεικνύει ότι η κατηγορούμενη 1 κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών δεν είχε ένοχη διάνοια και συνεπώς πρέπει να αθωωθεί. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246) «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούμενη 1 εταιρεία αντιμετωπίζει κατηγορίες έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές». Σχετικό είναι επίσης και το εδάφιο 3 του ίδιου άρθρου το οποίο έχει ως εξής: «
(3). Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους .». Έχοντας υπόψη μου το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 κρίνω πως από αυτό συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τα ακόλουθα: α) η έκδοση της επιταγής, β) η παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε, γ) η παρουσίαση της επιταγής να έγινε κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή ήταν πληρωτέα, δ) η μη εξόφληση της επιταγής να οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή στο ότι ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της επιταγής για πληρωμή και ε) η επιταγή να παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίασή της. Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(3)συνάγεται επίσης ότι το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο παρουσιάζεται μια επιταγή για πληρωμή οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή και τα πιο πάνω αποτελούν μαχητό τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής προϋποθέτει, κατά πρώτον, την έγκυρη και κανονική έκδοση της επιταγής (L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, ημερομηνίας 30.1.2015). Η εξέταση της παραμέτρου αυτής γίνεται με οδηγό τον νομοθετικό ορισμό της επιταγής. Στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Κεφ. 154, δίδεται ο εξής ορισμός της επιταγής: «Επιταγή σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή». Επειδή η επιταγή αποτελεί είδος συναλλαγματικής ο διά του άρθρου 4 του Κεφ. 154 νομοθετικός ορισμός της πρέπει να αντιμετωπίζεται ως συγκλίνων με τις σχετικές διατάξεις του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 (L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.ά., (ανωτέρω). Το άρθρο 3
(1)και
(2)του Κεφ. 262 διαλαμβάνει τα εξής: «3. Ορισμός συναλλαγματικής
(1)Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφάνισει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.
(2)Έγγραφο το οποίο δεν πληροί τους όρους αυτούς, ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωμή χρημάτων, δεν αποτελεί συναλλαγματική». Συνεπώς, προϋπόθεση εγκυρότητας μίας συναλλαγματικής και κατ' επέκταση μιας επιταγής, είναι η υπογραφή της από τον εκδότη της (Poly G. Knitwear Ltd v. Εφόρου Εταιρειών κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 96). Στην υπόθεση Χ'' Ιωάννου ν. Δημητρίου
(2000)2 Α.Α.Δ. 62 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Από τη στιγμή που η εφεσείουσα αρνήθηκε την υπογραφή της επιταγής - και αυτό διαφάνηκε από την αρχή - ο κατήγορος όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής, με ένα από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους απόδειξης. Για παράδειγμα, μπορούσε να κληθεί μάρτυς που είδε ποίος υπέγραψε ή να κληθεί γραφολόγος. Το θέμα πραγματεύεται ο Phipson on Evidence, 14η έκδοση στην παράγραφο 35-03, σελ. 936». Στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Β' Έκδοση» των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Γ. Σάντη, στις σελίδες 365 και επ. αναγράφεται ότι η απόδειξη του γραφικού χαρακτήρα ενός προσώπου μπορεί να γίνει είτε με άμεση μαρτυρία από το πρόσωπο που υπέγραψε το έγγραφο ή με τη μαρτυρία πραγματογνώμονα γραφολόγου ή με τη μαρτυρία γνώστη του γραφικού χαρακτήρα του υπογράψαντος. Στη σελ. 368 αναγράφεται ότι «ο γραφικός χαρακτήρας μπορεί να αποδειχθεί και από μαρτυρία ατόμου που δεν είναι πραγματογνώμονας, εάν γνωρίζει τον γραφικό χαρακτήρα του προσώπου του οποίου η υπογραφή αμφισβητείται. Η γνώση αυτή μπορεί να προκύψει από το αν είδε τον φερόμενο ως υπογράψαντα να υπογράφει προσφάτως αριθμό εγγράφων, από το αν ο ίδιος ήταν παραλήπτης εγγράφων που κατ' ισχυρισμό υπογράφηκαν από το πρόσωπο του οποίου η υπογραφή αμφισβητείται και από το αν είχε παρατηρήσει στη συνήθη ροή των πραγμάτων έγγραφα που να φέρουν την υπογραφή του παρουσιαζόμενου ως υπογράψαντα». Επίσης στη σελ. 369 του ως άνω συγγράμματος γίνεται αναφορά στην υπόθεση Doe d Mudd v. Suckermore
(1837)5 Ad & El 703 στην οποία επετράπη σε υπάλληλο που γνώριζε τον τρόπο γραφής του εργοδότη του, να εκφράσει γνώμη αν συγκεκριμένο έγγραφο είχε γραφτεί από τον τελευταίο. Ο υπάλληλος δεν ήταν πραγματογνώμονας, αλλά η πείρα που είχε αποκτήσει με τον καθημερινό χειρισμό των επιστολών του εργοδότη του κρίθηκε ικανοποιητική για να του επιτραπεί να τοποθετηθεί σχετικώς. Σε ό,τι αφορά τον συνεργό σχετικό είναι το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο έχει ως εξής: «20. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη». Σε σχέση με το αδίκημα της συνέργειας το οποίο αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2 αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή ότι ποινική ευθύνη διευθυντή νομικού προσώπου μπορεί να προκύψει μέσω του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Νίκος Ιωάννου ν. Nanaimo Ltd κ.ά.
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Χρ. Ορφανίδης, Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014, ημερομηνίας 23.10.2015 και Terezian v. Θεοδώρου, Ποινική Έφεση Αρ. 198/2015, ημερομηνίας 2.12.2016. Επί του προκειμένου τονίζεται ότι η ιδιότητα του διευθυντή δεν επαρκεί από μόνη της για την καταδίκη του φερόμενου ως συνέργου (Ευρυβιάδης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 600). Είναι αναγκαίο να προσκομίζεται μαρτυρία με την οποία να στοιχειοθετείται η συνδρομή ή η συμμετοχή του ή συμπεριφορά του διευθυντή που θα ήταν δυνατό να θεμελιώσει καταδίκη του δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Η συνέργεια κατά το άρθρο 20 του Κεφ. 154 δεν είναι στατική. Καλύπτει όλο το χρονικό διάστημα της παροχής συνδρομής στη διάπραξη αδικήματος ή της παράλειψης εκείνης που συνεισφέρει στη δημιουργία και τέλεση του ποινικού αδικήματος από την αρχή της παροχής της συνδρομής μέχρι και την τυχόν αναίρεση της συνδρομής αυτής (VRONDIS BUILDERS LTD v. Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ, Ποινικές Εφέσεις 297/2014 και 298/2014, ημερομηνίας 17.6.2016). Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factrory Ltd
(2003)2 A.A.Δ. 261, αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη αλλά η αστική ευθύνη βαρύνει την εταιρεία που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν όπως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα ως αυτουργοί δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποδειχθεί πρώτον η ένοχη πράξη (actus reus) από τον συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση (β) σε αδίκημα και δεύτερον η ένοχη διάνοια (mens rea), η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για τον συνεργό είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτείται πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν. GASTOP BOUTIQUE LTD κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 161/2014, ημερομηνίας 30.6.2017 λέχθηκε ότι: «είναι θεμελιωμένο ότι ένας διευθυντής ή διευθύνων σύμβουλος μιας εταιρείας, ο οποίος υπογράφει επιταγή (της εταιρείας) άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε, μπορεί να έχει ποινική ευθύνη δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως συνεργός, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις (Δέστε: Ajini και Άλλη ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ, 319)». Η προϋπόθεση της ύπαρξης γνώσης εκ μέρους του συνεργού έχει εφαρμογή ακόμη και στις περιπτώσεις όπου το κύριο αδίκημα είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης (Callow v. Tillstone [1900] 83 LT 411, Παυλόπουλος (ανωτέρω) και Pavlos Zenonos General Motors Ltd ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 5). Περαιτέρω, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Παυλόπουλος (ανωτέρω) και στην υπόθεση Militos Trading Limited v. Μαλέκκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 609, η συνέργεια σε σχέση με το αδίκημα του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα επιτελείται κατά τον χρόνο της υπογραφής της επιταγής. Θα πρέπει, βεβαίως, να προστεθεί ότι η ένοχη διάνοια κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί, στις κατάλληλες περιπτώσεις, με περιστατική μαρτυρία (Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73 και Παντελή ν. Κωνσταντίνου
(2001)2 Α.Α.Δ. 708). Στην υπόθεση Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 102/14 και 115/14, ημερομηνίας 22.10.2015, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε ζήτημα γνώσης και ένοχης διάνοιας του υπογράφοντος επιταγή μιας εταιρείας και ανέφερε ότι το στοιχείο της γνώσης ανάγεται συνήθως στην πνευματική λειτουργία των κατηγορούμενων και η κατηγορούσα αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση. Στην υπόθεση Θεοχάρους (ανωτέρω) ο ένας εφεσίβλητος ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και εκτελεστικός σύμβουλος της εταιρείας και η άλλη εφεσίβλητη ήταν σύζυγος του πρώτου και εξουσιοδοτημένη να υπογράφει επιταγές της εταιρείας. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι και οι δύο εφεσίβλητοι γνώριζαν ή «όφειλαν να γνωρίζουν» ότι ο λογαριασμός της εταιρείας είχε παγοποιηθεί από προηγουμένως και ότι για την πληρωμή των επιταγών που εξέδωσαν θα έπρεπε να υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο, που δεν υπήρχε, και αυτό παρά το ότι κατά τον ίδιο χρόνο είχαν τιμηθεί άλλες επιταγές της εταιρείας. Στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν. GASTOP BOUTIQUE LTD κ.ά., (πιο πάνω) λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα: «Συμφωνούμε με την απόφαση Θεοχάρους (ανωτέρω) και θεωρούμε ότι ο όρος «γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν», που χρησιμοποιήθηκε σε εκείνη την απόφαση, δημιουργεί την υποχρέωση επίδειξης εύλογης επιμέλειας εκ μέρους των υπογραφόντων επιταγές εταιρειών και καθήκον να μην επιδεικνύουν αδιαφορία ή απερισκεψία (recklessness) αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδίδεται, παραδίδεται και παρουσιάζεται προς πληρωμή μια επιταγή. Το γεγονός ότι ένας διοικητικός σύμβουλος εταιρείας με δικαίωμα υπογραφής επιταγών της εταιρείας δεν έχει ενεργό ανάμειξη στις καθημερινές εργασίες της εταιρείας δεν τον απαλλάσσει από το καθήκον επιμέλειας αναφορικά με το κατά πόσον οι επιταγές που εκδίδονται με δική του υπογραφή συμπληρωμένες ή εν λευκώ θα τιμηθούν, κατά την παρουσίαση τους, ή όχι. Συναφώς παρατηρούμε ότι προηγούμενη υπεράσπιση που υπήρχε στο άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με την οποίαν κάποιος δεν θεωρείτο ένοχος αν μπορούσε να αποδείξει ότι κατά το χρόνο που εξέδωσε την επιταγή είχε εύλογη αιτία να πιστεύει ότι κατά την εμφάνιση της θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την εξόφληση της, καταργήθηκε, όπως παρατήρησε το Εφετείο και στην Παυλόπουλος (ανωτέρω). Επομένως ούτε η μή ανάμειξη της εφεσίβλητης 2 στις καθημερινές οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας αλλά ούτε και η υπόσχεση, γενική και αόριστη, του συζύγου της, ότι θα κατέθετε τα λεφτά που θα εισέπραττε από μια δικαστική υπόθεση του, στο λογαριασμό της εταιρείας από τον οποίο εκδόθηκε η επιταγή, θα μπορούσαν να αποτελέσουν υπεράσπιση για την εφεσίβλητη 2 στο αδίκημα του άρθρου 20 (γ) του Ποινικού Κώδικα σε συνάρτηση με το άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα». Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Είναι νομολογημένο ότι τα επίδικα θέματα σε μια υπόθεση είναι όσα αποκρυσταλλώνονται από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία και μόνο όσα από αυτά έχουν αμφισβητηθεί. Στην παρούσα υπόθεση δεν αμφισβητήθηκε η έκδοση των επίδικων επιταγών. Ό,τι αμφισβητήθηκε ήταν το κατά πόσο ο κατηγορούμενος 2 τις υπέγραψε. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε θα γίνει με αποκλειστικό γνώμονα τη σχετικότητά της με τα αμφισβητούμενα επίδικα θέματα ως αυτά αναφέρθηκαν πιο πάνω και έχοντας αυτό κατά νου προχωρώ ευθύς αμέσως σε τούτο. Ο Μ.Κ.1 μου έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας αφού η μαρτυρία του είχε συνοχή και δεν περιείχε αντιφάσεις. Κρίνω ότι ως ανεξάρτητος μάρτυρας που ήταν ανέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια χωρίς να προσπαθήσει να ευνοήσει κάποιο από τους διαδίκους. Στην ουσία η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε και λόγω τούτου γίνεται αποδεκτή. Από τη μαρτυρία του προκύπτει ότι δικαιούχος των 6 επίδικων επιταγών, τεκμήριο 7, ήταν η παραπονούμενη εταιρεία και ότι οι εν λόγω επιταγές όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά ανεπαρκή υπόλοιπα». Ο ισχυρισμός του ότι οι επίδικες επιταγές δεν τιμήθηκαν λόγω ανεπαρκών υπολοίπων του λογαριασμού της κατηγορούμενης 1 εταιρείας επιβεβαιώνεται και από τις σχετικές σφραγίδες τις οποίες η τράπεζα τοποθέτησε στις επιταγές αυτές όταν παρουσιάστηκαν προς πληρωμή. Παρά όμως τη γενική θετική εντύπωση που μου έκανε ως μάρτυρας δεν προσδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα στον ισχυρισμό του ότι η υπογραφή στις επίδικες επιταγές ομοιάζει με την υπογραφή που δόθηκε στο δείγμα τεκμήριο 2 αφού όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε δεν είναι γραφολόγος, οι εν λόγω επιταγές δεν υπογράφηκαν στην παρουσία του ούτε και ισχυρίστηκε ότι είχε οποιοδήποτε λόγο να γνωρίζει την υπογραφή του κατηγορουμένου
- Ο Μ.Κ.2 κρίνω ότι επίσης ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας ο οποίος ανέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Στην ουσία η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε κατά την πολύ σύντομη αντεξέτασή του και λόγω τούτου γίνεται αποδεκτή αφού πέραν τούτου συνάδει και με τη σχετική μαρτυρία του Μ.Κ.1 η οποία για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω έγινε αποδεκτή. Με τη μαρτυρία του επιβεβαιώνεται ότι οι 2 από τις επίδικες επιταγές που αποτελούν μέρος του τεκμηρίου 7 ήτοι οι επιταγές ημερομηνίας 7.3.2013 και 14.3.2013 όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά ανεπαρκή υπόλοιπα». Παρά όμως τη θετική εντύπωση που μου έκανε ως μάρτυρας δεν προσδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα ούτε στον δικό του ισχυρισμό πως η υπογραφή στις 2 ως άνω επίδικες επιταγές ομοιάζει με την υπογραφή που δόθηκε στο δείγμα τεκμήριο 2 επειδή δεν είναι γραφολόγος ούτε ισχυρίστηκε ότι είχε οποιοδήποτε λόγο να γνωρίζει την υπογραφή του κατηγορουμένου 2 ή ότι ο τελευταίος υπέγραψε τις επίδικες επιταγές στην παρουσία του. Ο Μ.Κ.3 έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας αφού η μαρτυρία του είχε λογική και συνοχή και δεν περιείχε αντιφάσεις. Η μαρτυρία του επίσης παρέμεινε αναντίλεκτη αφού δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία για να την αντικρούσει. Ο μάρτυρας κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες επιταγές του παραδίδονταν υπογεγραμμένες μέσα σε κλειστό φάκελο τον οποίο άνοιγε αλλά δεν είχε δει ποιος τις υπέγραψε. Ισχυρίστηκε ότι γνώριζε την υπογραφή του κατηγορουμένου 2 εκ πείρας όπως ανέφερε επί λέξει και ότι αναγνώρισε την υπογραφή του στις επίδικες επιταγές τεκμήριο
- Αποδέχομαι ως αληθή αυτόν τον ισχυρισμό του επειδή λόγω της μακράς συνεργασίας του με τον κατηγορούμενο 2 είχε δει πολλές φορές την υπογραφή του και ήταν γνώστης αυτής. Κρίνω ότι λόγω των πιο πάνω η μαρτυρία του μπορεί να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθεί το Δικαστήριο σε αυτή και πως από αυτή μπορεί να συναχθεί με την απαιτούμενη βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε τις επίδικες επιταγές. Δεν μου διαφεύγει ότι η υπογραφή η οποία τέθηκε στις επίδικες επιταγές έχει 2 πολύ μικρούς κύκλους στο πάνω μέρος της οι οποίοι δεν υπάρχουν στο δείγμα υπογραφής που έδωσε στην τράπεζα τεκμήριο
- Δεδομένου όμως ότι ο κατηγορούμενος 2 είχε πρόθεση αυτό που υπέγραψε να θεωρείτο ως υπογραφή του, οποιοσδήποτε τρόπος αποτύπωσης της υπογραφής του είναι αποδεκτός (βλ. στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Β' Έκδοση» των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Γ. Σάντη, στη σελίδα 366 όπου αναγράφεται ότι μια μερική ή ελλιπής υπογραφή (Re Chalcraft (Deceased) Chalcraft v. Giles and Another
(1948)1 All ER 700) μπορεί να θεωρηθεί ως κανονική υπογραφή). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Από τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο καθώς επίσης και από τη μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: η παραπονούμενη είναι αλλοδαπή εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία με την επωνυμία «Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ». Η παραπονούμενη συναλλασσόταν εμπορικά με την κατηγορούμενη 1 και για τα έτη 2008 έως 2013 είχαν υπογράψει σχετική συμφωνία με βάση την οποία προμήθευε την κατηγορούμενη 1 με πετρελαιοειδή. Για τις μεταξύ τους συναλλαγές η παραπονούμενη διατηρούσε σχετικό λογαριασμό ο οποίος περί το έτος 2013 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο που κυμαινόταν στο ποσό των €130.000 περίπου. Στα πλαίσια της συνεργασίας τους η κατηγορούμενη 1 διά της υπογραφής του κατηγορουμένου 2 εξέδωσε και παρέδωσε στην παραπονούμενη 6 επιταγές επί της Λαϊκής Τράπεζας. Οι εν λόγω επιταγές ήταν πληρωτέες στις 7.3.2013, 14.3.2013, 22.3.2013, 29.3.2013, 5.4.2013 και 12.4.2013 και είχαν εκδοθεί για το ποσό των €6.000, 6.000, €5.000, €5.500, €5.000 και €5.000 αντίστοιχα. Οι εν λόγω επιταγές εκδόθηκαν επί συγκεκριμένου λογαριασμού της κατηγορούμενης 1 στη Λαϊκή Τράπεζα ο οποίος κατά τον Μάρτη του έτους 2013 είχε εγκεκριμένο όριο €360.
- Το υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού της κατηγορούμενης 1 στη Λαϊκή Τράπεζα κατά την περίοδο από 7.3.2013 μέχρι 30.4.2013 βρισκόταν σε υπέρβαση του εγκεκριμένου ορίου του. Οι 5 από τις εν λόγω επιταγές αναγράφουν ως δικαιούχο τους την εταιρεία «Hellenic Petroleum Cyprus Ltd» και η μία τις λέξεις «Hellenic Petroleum». Οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν για την πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου το οποίο η κατηγορούμενη 1 όφειλε προς την παραπονούμενη στα πλαίσια της μεταξύ τους συνεργασίας και παρουσιάστηκαν για πληρωμή στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν σε διάφορες ημερομηνίες μετά την ημερομηνία που κάθε μια από αυτές ήταν πληρωτέα. Οι επιταγές δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά ανεπαρκή υπόλοιπα». Οι εν λόγω επιταγές παραμένουν απλήρωτες μέχρι σήμερα. Από τα πιο πάνω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί ότι η κατηγορούμενη 1 εξέδωσε τις επίδικες επιταγές νομιμοποιημένος κομιστής των οποίων, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης στην οποία αναγράφονται στο όνομα του δικαιούχου οι λέξεις «Hellenic Petroleum», είναι η παραπονούμενη εταιρεία. Κρίνω ότι το γεγονός της αναγραφής στη μία επιταγή ως δικαιούχου της εν λόγω επιταγής των λέξεων «Hellenic Petroleum» αντί των λέξεων «Hellenic Petroleum Cyprus Ltd» πρόκειται για απλή λανθασμένη περιγραφή νομικής οντότητας αφού από τις υπόλοιπες 5 επιταγές προκύπτει με βεβαιότητα ότι ο δικαιούχος τους δεν μπορούσε να είναι άλλο πρόσωπο εκτός από την παραπονούμενη εταιρεία με την οποία η κατηγορούμενη 1 είχε εμπορική συνεργασία (βλ. Iacovou Brothers (Concrete) Ltd v. Action Construction & Development Ltd κ.ά. Ποινική Έφεση Αρ. 184/2014, ημερομηνίας 10.2.2016) και ότι η λανθασμένη περιγραφή δεν επηρεάζει το δικαίωμά της να προωθήσει την παρούσα υπόθεση. Κρίνω επίσης ότι έχει αποδειχθεί ότι οι επίδικες επιταγές όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα προς πληρωμή μετά την ημέρα που κατέστησαν πληρωτέες δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες λόγω του γεγονότος ότι ο σχετικός λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 εταιρείας δεν είχε επαρκή υπόλοιπα και παρέμειναν απλήρωτες παρά την πάροδο 15 ημερών από την ημερομηνία της παρουσίασής τους. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 1 την οποία κρίνω ένοχη στις κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9 και 11 τις οποίες αντιμετωπίζει. Κρίνω επίσης ότι από τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν ο μοναδικός διευθυντής της κατηγορούμενης 1 και το άτομο το οποίο υπέγραψε τις επίδικες επιταγές. Κρίνω περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος 2 όφειλε να γνωρίζει ότι ο λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 είχε υπερβεί το εγκεκριμένο όριό του των €360.000 αφού από το τεκμήριο 1 προκύπτει ότι για όλη την περίοδο από την 1.3.2013 μέχρι τις 30.4.2013 βρισκόταν σε υπέρβαση και πως δεν υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα για να τιμηθούν οι επίδικες επιταγές όταν θα παρουσιάζονταν στην τράπεζα για πληρωμή. Λόγω τούτου κρίνω ότι η μαρτυρία την οποία παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει στον αναγκαίο για ποινική υπόθεση βαθμό ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε τις επίδικες επιταγές και το οποίο όφειλε να γνωρίζει ότι ο λογαριασμός επί του οποίου αυτές εκδόθηκαν δεν είχε επαρκή υπόλοιπα για να τιμηθούν και συνακόλουθα τη συνέργειά του στην τέλεση των αδικημάτων των επίδικων κατηγοριών τις οποίες αντιμετωπίζει. Λόγω των πιο πάνω η κατηγορούμενη 1 εταιρεία κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9 και 11 και ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 2, 4, 6, 8, 10 και
- (Υπ.) ................ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο