Τσιακλίδης ν. ΠΡΙΝΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2324/2016, 31/8/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B186 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2324/2016 Μεταξύ: XXXXX Τσιακλίδης Παραπονούμενος εναντίον
- ΠΡΙΝΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (Η.Ε.61970)
- XXXXX Μαρίνου
- XXXXX Κ. Λόρδος
- XXXXX Γ. Λόρδος Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 31.8.2020 Για τον Παραπονούμενο: κ. Χαράλαμπος Τσέλιγκας Για την Κατηγορούμενη 1: κ. Νικόλας Καπελάκης ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιέχει 9 κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της μη καταβολής μισθού κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 5, 9, 10 και 20 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου αρ. 35(Ι)/
- Η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 1 έως 3, οι κατηγορούμενοι 2 και 3 τις κατηγορίες 4 έως 6 και ο κατηγορούμενος 4 τις κατηγορίες 7 έως
- Η υπόθεση προωθήθηκε μέχρι τέλους μόνο σε σχέση με τις κατηγορίες 1 έως
- Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία κατηγορείται ότι κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2013 και του 2014 ως εργοδότρια του παραπονούμενου παρέλειψε να του καταβάλει τον 13ο μισθό του για τα ως άνω έτη ο οποίος ανέρχεται για κάθε έτος στο ποσό των €2.398,00 (κατηγορίες 1 και 2). Κατηγορείται επίσης ότι κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2015 παρέλειψε να του καταβάλει την αναλογία του μισθού του για το έτος 2015 η οποία ανέρχεται στο ποσό των €2.198,00 (3η κατηγορία). Ο παραπονούμενος ήταν ο μοναδικός μάρτυρας ο οποίος παρουσιάστηκε προς απόδειξη της υπόθεσής του. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο παραπονούμενος κατέθεσε γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Ισχυρίστηκε ότι ήταν υπάλληλος της κατηγορούμενης 1 εταιρείας από τον Σεπτέμβριο του 2007 έως τις 27 Οκτωβρίου
- Κατέθεσε ως τεκμήριο 1 πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με το εγγεγραμμένο γραφείο της κατηγορούμενης
- Ο μισθός του περιελάμβανε και 13ο μισθό ο οποίος του πληρωνόταν μεταξύ της 18ης και 20ης Δεκεμβρίου κάθε έτους. Από το έτος 2010 ο μισθός του ανερχόταν στο ποσό των €2.398,00 πριν την αφαίρεση των νόμιμων αποκοπών και ο καθαρός μισθός του ήταν €2.200,
- Στις 27.10.2015 η κατηγορούμενη 1 τερμάτισε την απασχόλησή του. Κατέθεσε ως τεκμήριο 2 πιστοποιητικό των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναφορικά με τις αποδοχές του για το έτος
- Ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη 1 για τα έτη 2007 έως 2012 του κατέβαλλε κάθε χρόνο 13ο μισθό ενώ το 2013 παρέλειψε να πράξει το ίδιο με τη δικαιολογία ότι είχε επηρεαστεί από την οικονομική κρίση. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν του καταβλήθηκε ο 13ος μισθός του ούτε για το έτος 2014 ούτε η αναλογία 13ου μισθού για το έτος 2015 χωρίς να του δοθεί οποιοσδήποτε λόγος για τούτο. Κατά την αντεξέτασή του ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι καταχώρησε αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών με την οποία αξίωνε τον 13ο μισθό του για τα έτη 2013 έως 2015 αντίγραφο της οποίας κατέθεσε ως τεκμήριο
- Ισχυρίστηκε ότι ο καθαρός μισθός του ανερχόταν στο ποσό των €2.200,00 μηνιαίως και ότι κάποιες διαφοροποιήσεις που φαίνονται στο τεκμήριο 2 οφείλονται αφενός στο ότι για κάποια περίοδο κατά το έτος 2015 βρισκόταν με αναρρωτική άδεια και αφετέρου στο ότι κατά τον Αύγουστο γινόταν αποκοπή της καλοκαιρινής του άδειας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι κατά το έτος 2014 υπήρχαν οικονομικές διαφορές μεταξύ των μετόχων της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και ότι ο ίδιος στοχοποιήθηκε για αυτό και στις 27.10.2015 απολύθηκε. Ισχυρίστηκε ότι λόγω του γεγονότος ότι ήταν διευθυντής σε 3 λαχαναγορές της κατηγορούμενης 1 στη Λάρνακα και Λευκωσία ήταν σε θέση από τις πωλήσεις τις οποίες έβλεπε να αντιληφθεί ότι η οικονομική κρίση του 2013 δεν την είχε πλήξει. Αρνήθηκε υποβολή που του τέθηκε ότι συγκατατέθηκε μαζί με όλους τους υπόλοιπους υπαλλήλους της κατηγορούμενης 1 να τους γίνει αποκοπεί ο 13ος μισθός. Μετά που το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης 1 ούτως ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει την υπεράσπισή της αυτή παρουσίασε 3 μάρτυρες. Ως Μ.Υ.1 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Γεωργόπουλος ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην κατηγορούμενη 1 στη θέση του γενικού εμπορικού διευθυντή από την 1.11.
- Ισχυρίστηκε ότι λόγω της διαμάχης μεταξύ των μετόχων της κατηγορούμενης 1 που συνέβηκε το έτος 2015 πολλά στοιχεία της περιέργως εξαφανίστηκαν από το λογιστήριό της και ότι δεν έχει πολλά στοιχεία για τα έτη 2013 έως
- Ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία εκείνα τα έτη είχε μειωμένο τζίρο και ελλειμματική ρευστότητα λόγω της οικονομικής κρίσης που έπληξε την Κύπρο. Από τις συζητήσεις που είχε με υπαλλήλους της κατηγορούμενης 1, οι οποίοι εργοδοτούνταν τότε και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να εργάζονται σε αυτή, πληροφορήθηκε ότι λήφθηκε απόφαση να σταματήσει η καταβολή του 13ου μισθού. Ισχυρίστηκε ότι οι εν λόγω υπάλληλοι του δήλωσαν ότι συμφώνησαν στη μη καταβολή του 13ου μισθού και τους δόθηκε κάποιο έγγραφο για να το υπογράψουν. Συμφώνησαν επίσης όπως η ίδια απόφαση ισχύσει και για τα έτη 2014 και
- Ισχυρίστηκε επίσης ότι το εν λόγω έγγραφο δεν εντοπίστηκε, λόγω όμως του γεγονότος ότι όλοι οι υπάλληλοι είχαν συμφωνήσει με την ως άνω απόφαση, ισχυρίστηκε περαιτέρω, πως λογικά με αυτή την απόφαση θα είχε συμφωνήσει και ο παραπονούμενος. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι αντλεί τη γνώση του από όσα του ανέφεραν οι υπάλληλοι της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Ισχυρίστηκε πως οι υπάλληλοι δεν αναφέρθηκαν προσωπικά στον παραπονούμενο ότι υπέγραψε κάποιο έγγραφο αλλά πως του ανέφεραν ότι όλοι τους υπέγραψαν εκείνο το έγγραφο προκειμένου να διασφαλίσουν τις θέσεις εργασίας τους. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το εν λόγω έγγραφο δεν δόθηκε στους υπαλλήλους της εταιρείας και ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο ο παραπονούμενος υπέγραψε τέτοιο έγγραφο. Ως Μ.Υ.2 παρουσιάστηκε η κα XXXXX Alexandru - Brindusa η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της κατέθεσε γραπτή της δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην κατηγορούμενη 1 από το έτος
- Κατά το έτος 2013 ενημερώθηκαν από την εταιρεία τους ότι τα οικονομικά της δεν πήγαιναν καλά και πως έπρεπε λόγω τούτου να προχωρούσαν είτε σε απολύσεις λόγω πλεονασμού ή σε αποκοπές στους μισθούς όλων των υπαλλήλων είτε να μην κατέβαλλαν σε κανένα υπάλληλό της τον 13ο μισθό. Ισχυρίστηκε ότι όλοι οι υπάλληλοι αποφάσισαν να μην λάβουν τον 13ο μισθό τους για να μην γίνουν απολύσεις. Την ίδια συμφωνία επανέλαβαν και τα έτη 2014 και 2015 και υπέγραψαν και σχετικό έγγραφο το οποίο παρέλαβε ο κ. XXXXX Σιακόλας χωρίς να τους δοθεί αντίγραφο. Κατά την αντεξέτασή της όταν ρωτήθηκε κατά πόσο ο παραπονούμενος υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο αναφορικά με τον 13ο μισθό του απάντησε «δεν το ξέρω». Ισχυρίστηκε ότι η δουλειά τους ήταν μειωμένη και πως λόγω τούτου όλοι μαζί αποφάσισαν να μην αξιώσουν τον 13ο μισθό. Ισχυρίστηκε τέλος ότι δεν έχει προσωπική γνώση κατά πόσο ο παραπονούμενος συμφώνησε σε κάτι τέτοιο. Ως Μ.Υ.3 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Ciucasu o οποίoς κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ. Ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην κατηγορούμενη 1 από το έτος
- Κατά το έτος 2013 ενημερώθηκαν από την εταιρεία τους ότι τα οικονομικά της δεν πήγαιναν καλά και πως έπρεπε λόγω τούτου να προχωρούσαν είτε σε απολύσεις λόγω πλεονασμού ή σε αποκοπές στους μισθούς όλων των υπαλλήλων είτε να μην κατέβαλλαν σε κανένα υπάλληλό της τον 13ο μισθό. Ισχυρίστηκε ότι όλοι οι υπάλληλοι αποφάσισαν να μην λάβουν τον 13ο μισθό τους για να μην γίνουν απολύσεις. Την ίδια συμφωνία επανέλαβαν και τα έτη 2014 και 2015 και υπέγραψαν και σχετικό έγγραφο το οποίο παρέλαβε ο κ. Πέτρος Σιακόλας χωρίς να τους δοθεί αντίγραφο. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Υ.3 ισχυρίστηκε ότι το έτος 2013 υπέγραψαν να μην τους καταβληθεί ο 13ος μισθός. Ισχυρίστηκε ότι υπέγραψαν αυτό το χαρτί μόνο μια φορά το έτος 2013 και ότι το έχει στην κατοχή του ο κ. Σιακόλας. Όταν ρωτήθηκε αν γνωρίζει κατά πόσο ο παραπονούμενος υπέγραψε τέτοιο έγγραφο απάντησε «δεν πήγα μαζί του. Δεν ξέρω άμα υπόγραψε». Μετά που η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτό κείμενο με τις θέσεις και εισηγήσεις τους το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Ο κ. Τσέλιγκας εκ μέρους του παραπονούμενου εισηγήθηκε ότι τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων δεν έχουν αμφισβητηθεί καθώς επίσης ότι τα επίδικα αδικήματα αποτελούν αδικήματα αυστηρής ευθύνης για τα οποία δεν απαιτείται να αποδειχθεί ένοχη διάνοια (mens rea). Εισηγήθηκε επίσης ότι ο σχετικός νόμος επιτρέπει μόνο αποκοπές από τον μισθό του εργοδοτουμένου και όχι ολοκληρωτική μη πληρωμή όλου του μισθού του και ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία δεν προσκόμισε μαρτυρία για να αποδείξει με θετικό τρόπο τη συγκατάθεση του παραπονούμενου να μην του καταβληθεί 13ος μισθός ως είναι η υπεράσπισή της. Ο κ. Καπελάκης από την άλλη εισηγήθηκε ότι ο παραπονούμενος δεν λέει την αλήθεια και ότι προχώρησε στην καταχώριση της παρούσας υπόθεσης μετά που διαπίστωσε ότι το δικαίωμά του να προσφύγει στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, τουλάχιστον για τους μισθούς των ετών 2013 και 2014, είχε παραγραφεί. Εισηγήθηκε επίσης ότι ο παραπονούμενος καταχρηστικά κίνησε την παρούσα διαδικασία για να βοηθήσει το φιλικό στον ίδιο απερχόμενο διοικητικό συμβούλιο της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και ότι δεν κατόρθωσε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Έχω μελετήσει με προσοχή όσα εισηγήθηκαν, τα έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτά όπου είναι αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου αρ. 35(Ι)/2007 δίδονται οι ακόλουθοι ορισμοί: "εργοδοτούμενος" σημαίνει πρόσωπο που εργάζεται για άλλο πρόσωπο, είτε δυνάμει σύμβασης εργασίας ή μαθητείας, είτε κάτω από τέτοιες περιστάσεις, από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου και ο όρος "εργοδότης" θα ερμηνεύεται ανάλογα και θα περιλαμβάνει την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας· "μισθός" σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές· Το άρθρο 3 του ως άνω νόμου προνοεί ότι οι μισθοί των εργοδοτουμένων πρέπει να πληρώνονται τοις μετρητοίς σε νόμιμο χρήμα και το άρθρο 5 ότι ο μισθός πρέπει να πληρώνεται απευθείας προς τον εργοδοτούμενο. Σύμφωνα με το άρθρο 10
(1)δεν επιτρέπονται αποκοπές ποσών από τον μισθό παρά μόνο για τις 5 περιπτώσεις που ρητά αναφέρονται εκεί. Το άρθρο 12 του ως άνω νόμου προνοεί τα ακόλουθα: 12.-
(1)Ο εργοδότης οφείλει να τηρεί αρχεία στα οποία να φαίνονται, για κάθε εργοδοτούμενο τα στοιχεία σχετικά με τον ακάθαρτο και τον καθαρό μισθό του, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν αποκοπών που έγιναν στο μισθό και τους λόγους για τους οποίους έγιναν οι αποκοπές αυτές.
(2)Τα τηρούμενα δυνάμει του εδαφίου
(1)αρχεία θα πρέπει να φυλάσσονται από τον εργοδότη ή για λογαριασμό του και να είναι διαθέσιμα κατά πάντα εύλογο χρόνο για έλεγχο από Επιθεωρητή ή άλλο λειτουργό, που ορίζεται δυνάμει του άρθρου 13.
(3)Το βάρος της απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο φέρει ο εργοδότης. Στην υπόθεση Ροδοσθένους ν. AQUA MASTERS PLC, Ποινική Έφεση Αρ. 138/2017, ημερομηνίας 4.7.2018, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σκοπός βεβαίως θέσπισης του Νόμου είναι η προστασία των εργοδοτουμένων και, πιο συγκεκριμένα, η διασφάλιση του δικαιώματός τους προς λήψη του μισθού και των ωφελημάτων που δικαιούνται με βάση τη συμφωνία που διέπει την εργασιακή τους σχέση. Υπό το πρίσμα αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι το άρθρο 12
(3)του Νόμου προβλέπει περί μετάθεσης του βάρους απόδειξης για την καταβολή του μισθού στους ώμους του εργοδότη». Το άρθρο 20
(1)του σχετικού νόμου προνοεί ότι εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15.000) ή και στις δύο αυτές ποινές. Το άρθρο 20
(2)προνοεί ότι το Δικαστήριο επιπρόσθετα από τις ποινές που προβλέπονται στο εδάφιο
(1), δύναται, με την καταδίκη του εργοδότη, να εκδώσει και Διάταγμα καταβολής του οφειλόμενου ποσού προς τον εργοδοτούμενο. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Είναι νομολογημένο ότι τα επίδικα θέματα σε μια υπόθεση είναι όσα αποκρυσταλλώνονται από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία και μόνο όσα από αυτά έχουν αμφισβητηθεί. Στην παρούσα υπόθεση δεν αμφισβητήθηκε ότι ο παραπονούμενος ήταν εργοδοτούμενος της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και ότι στο τέλος κάθε έτους πληρωνόταν 13ο μισθό. Ό,τι αμφισβητήθηκε ήταν το ακριβές ποσό του μισθού του και το κατά πόσο ο παραπονούμενος συγκατατέθηκε να μην του καταβληθεί ο 13ος μισθός του για τα έτη 2013 έως
- Η αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε θα γίνει με αποκλειστικό γνώμονα τη σχετικότητά της με τα αμφισβητούμενα επίδικα θέματα ως αυτά αναφέρθηκαν πιο πάνω και έχοντας αυτό κατά νου προχωρώ ευθύς αμέσως σε τούτο. Ο παραπονούμενος μου έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας αφού η μαρτυρία του είχε συνοχή και δεν περιείχε αντιφάσεις. Κρίνω ότι λόγω του γεγονότος της άμεσης εμπλοκής του με τα επίδικα θέματα ήταν σε ευνοϊκή θέση να τα θυμάται καλά και να τα μεταφέρει με ικανοποιητική επάρκεια στο Δικαστήριο. Ο ισχυρισμός του ότι από το έτος 2010 μέχρι και τις 27.10.2015 που απολύθηκε από την κατηγορούμενη 1 ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν στο ποσό των €2.398,00 επιβεβαιώνεται από τη σχετική κατάσταση αποδοχών των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο στη διαδικασία και η ορθότητά των όσων καταγράφονται σε αυτή δεν αμφισβητήθηκε και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτός. Ο ισχυρισμός του ότι δεν του καταβλήθηκε ο 13ος μισθός για τα έτη 2013, 2014 και η σχετική αναλογία για το έτος 2015 δεν αντικρούστηκε από αντίθετη αξιόπιστη μαρτυρία και ως εκ τούτου επίσης γίνεται αποδεκτός. Κρίνω ότι η μαρτυρία του Μ.Υ.1 δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθώ σε αυτή επειδή δεν στηρίζεται σε άμεση προσωπική γνώση του για τα κρίσιμα για την παρούσα υπόθεση θέματα. Όπως ανέφερε, μεταγενέστερα εργοδοτήθηκε στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία και ο ισχυρισμός του ότι οι υπάλληλοί της συγκατατέθηκαν να μην τους καταβληθεί ο 13ος μισθός τους για τα επίδικα έτη 2013 έως 2015 στηρίζεται σε όσα του μετέφεραν οι υπάλληλοί της και όχι σε δική του γνώση. Κρίνω επίσης ότι η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή επειδή δεν προσκόμισε κανένα έγγραφο για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του με αποτέλεσμα αυτοί τελικά να παραμείνουν ανυποστήρικτοι. Παρά τον ισχυρισμό του ότι η κατηγορούμενη 1 πλήγηκε οικονομικά κατά τα έτη 2013 έως 2015 και είχε έλλειψη ρευστότητας δεν προσκόμισε τις οικονομικές της καταστάσεις για να υποστηρίξει τον εν λόγω ισχυρισμό του με αποτέλεσμα αυτός να μην μπορεί να γίνει αποδεκτός. Ο ισχυρισμός του ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία απώλεσε το σχετικό έγγραφο με το οποίο οι υπάλληλοί της, περιλαμβανομένου και του παραπονούμενου, συγκατατέθηκαν να μην τους καταβληθεί ο 13ος μισθός τους για τα επίδικα έτη δεν είναι πειστικός λαμβανομένης υπόψη αφενός της νομικής υποχρέωσης που η εταιρεία ως εργοδότης έχει σύμφωνα με το άρθρο 12 να τηρεί στοιχεία, αρχεία και αποδείξεις για τον μισθό κάθε εργοδοτούμενού της και αφετέρου του βάρους απόδειξης που φέρει να αποδείξει την καταβολή του μισθού τους σε αυτούς. Κρίνω ότι οι όποιες διαφωνίες μεταξύ των μετόχων της κατηγορούμενης 1 για την οικονομική διαχείρισή της δεν την απαλλάσσουν από τις ως άνω νομικές υποχρεώσεις της. Αναφορικά με την Μ.Υ.2 κρίνω ότι η μαρτυρία της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τον λόγο ότι στα κρίσιμα για την παρούσα υπόθεση θέματα ήταν γενική και αόριστη και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Επίσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τον λόγο ότι η ίδια δεν είχε άμεση προσωπική γνώση για τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης. Το γεγονός ότι κατά την αντεξέτασή της απάντησε ότι δεν ξέρει κατά πόσο ο παραπονούμενος υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο για να μην πληρωθεί τον 13ο μισθό του κρίνω ότι είναι ενδεικτικό της πτωχής εικόνας που προκύπτει από τη μαρτυρία της. Κρίνω επίσης ότι ούτε η μαρτυρία του Μ.Υ.3 μπορεί να γίνει αποδεκτή για τον λόγο ότι στα κρίσιμα για την παρούσα υπόθεση θέματα ήταν γενική και αόριστη και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Επίσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τον λόγο ότι ο ίδιος δεν είχε άμεση προσωπική γνώση για τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης. Το γεγονός ότι κατά την αντεξέτασή του απάντησε ότι δεν πήγε μαζί με τον παραπονούμενο και δεν ξέρει κατά πόσο εκείνος υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο για να μην πληρωθεί τον 13ο μισθό του κρίνω ότι είναι ενδεικτικό της πτωχής εικόνας που προκύπτει από τη μαρτυρία του. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία η οποία για τους λόγους τους οποίους ανέφερα πιο πάνω έγινε αποδεκτή καθώς επίσης και τη μαρτυρία η οποία δεν αμφισβητήθηκε τα ακόλουθα είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: ο παραπονούμενος ήταν εργοδοτούμενος της κατηγορούμενης 1 από τον Σεπτέμβρη του 2007 μέχρι τις 27 Οκτωβρίου
- Από το έτος 2010 ο μηνιαίος μεικτός μισθός του ανερχόταν στο ποσό των €2.398,00 και ο καθαρός σε €2.200,
- Κατά τη διάρκεια της εργοδότησής του ο παραπονούμενος κάθε Δεκέμβρη πληρωνόταν και 13ο μισθό. Η κατηγορούμενη 1 δεν του κατέβαλε τον 13ο μισθό του για τα έτη 2013, 2014 και την αναλογία για το έτος
- Οι καθαροί μισθοί που δεν του κατέβαλε ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €6.233,33 (€2.200,00 για το 2013, €2.200,00 για το 2014 και €1.833,33 για τους 10 μήνες του έτους 2015 (€2.200,00 / 12 μήνες Χ 10 μήνες). Κρίνω από τα πιο πάνω ότι ο παραπονούμενος κατόρθωσε να αποδείξει ότι ήταν εργοδοτούμενος της κατηγορούμενης 1 και ότι πληρωνόταν τον Δεκέμβρη κάθε έτους και 13ο μισθό. Μετά που ο παραπονούμενος απέσεισε το δικονομικό βάρος που είχε στους ώμους του για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του το βάρος μετατέθηκε στην κατηγορούμενη 1 να αποδείξει ότι του κατέβαλε τους εν λόγω μισθούς σύμφωνα με το άρθρο 12
(3)του σχετικού νόμου. Κρίνω ότι η κατηγορούμενη 1 δεν απέσεισε το βάρος το οποίο μετατέθηκε σε αυτή με αναπόφευκτο αποτέλεσμα την καταδίκη της στις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι ο παραπονούμενος είχε αποδείξει την υπόθεσή του εναντίον της κατηγορούμενης 1 την οποία κρίνω ένοχη στις κατηγορίες 1, 2 και 3. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο