← Κύπρος

CYPRUS RADIOLECTRIX CO LTD ν. Ι. Π. Κ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8026/2014, 27/8/2020

CYPRUS RADIOLECTRIX CO LTD ν. Ι. Π. Κ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8026/2014, 27/8/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B185 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8026/2014 Μεταξύ: CYPRUS RADIOLECTRIX CO LTD Παραπονούμενη εναντίον

  1. Ι. Π. Κ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ
  2. XXXXX ΚΑΤΤΟΥ
  3. XXXXX ΠΙΣΣΑΡΙΔΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 27.8.2020 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Χρ. Δημητριάδης Για τους κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Μ. Μούρος Κατηγορούμενος 2: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνει 6 κατηγορίες. Η υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης 3 αναστάληκε στις 21.6.2019 κατόπιν σχετικής απόφασης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και προωθήθηκε μέχρι τέλους μόνο εναντίον των κατηγορουμένων 1 και
  4. Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 1, 3 και 5 που αφορούν την χωρίς εύλογη αιτία ανάκληση της πληρωμής 3 επιταγών και ο κατηγορούμενος 2 τις κατηγορίες 2, 4 και 6 που αφορούν σε συνέργεια στη διάπραξη των ως άνω αδικημάτων. Τα εν λόγω αδικήματα φέρεται να διαπράχθηκαν στις 13.7.2010 και 11.8.2010 αντίστοιχα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας «οι κατηγορούμενοι αρ. 1 στις 10.7.2010 εξέδωσαν την επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με αριθμό XXXXX2461 του λογαριασμού με αριθμό XXXXX19-01 για το ποσό των €3.000 στους παραπονούμενους οι οποίοι την παρουσίασαν στην Τράπεζα τους για εξαργύρωση κατά ή μετά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Η εν λόγω επιταγή δεν εξοφλήθηκε και επιστράφηκε ανεξαργύρωτη στις 13.7.2010 με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ» γιατί οι κατηγορούμενοι προ ή κατά την ημερομηνία που η εν λόγω επιταγή κατέστη πληρωτέα ανακάλεσαν την πληρωμή της χωρίς εύλογη αιτία». Οι λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 3 και 5 είναι όμοιες με τις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας εκτός από τον αριθμό των επιταγών που αφορούν και την ημερομηνία έκδοσής τους και ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν είναι αναγκαίο να επαναληφθούν. Οι επιταγές που αφορούν οι κατηγορίες 3 και 5 είναι ποσού €50.000 και €3.627,30 αντίστοιχα. Η παραπονούμενη προς απόδειξη της υπόθεσής της κάλεσε ως Μ.Κ.1 την κα XXXXX Πέτρου η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της κατέθεσε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Ισχυρίστηκε ότι είναι υπάλληλος της παραπονούμενης εταιρείας από το έτος
  5. Ισχυρίστηκε ότι η παραπονούμενη εταιρεία πώλησε και παρέδωσε στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία κατά την περίοδο από τον Φεβρουάριο του 2010 έως τον Ιούνιο του 2010 διάφορα ηλεκτρικά είδη αξίας €464.625,
  6. Για τις μεταξύ τους δοσοληψίες η παραπονούμενη τηρούσε λογαριασμό ο οποίος παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο €238.791,
  7. Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία έναντι της οφειλής της προς την παραπονούμενη εξέδωσε στο όνομα της παραπονούμενης τις 3 επίδικες επιταγές τις οποίες κατέθεσε ως τεκμήρια 6, 7 και
  8. Οι εν λόγω επιταγές όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ». Ισχυρίστηκε επίσης ότι ήταν παρούσα όταν οι κατηγορούμενοι 2 και 3 υπέγραψαν την επιταγή με αριθμό XXXXX
  9. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι είχε δει τον κατηγορούμενο 2 όταν επισκέφθηκε μερικές φορές τα γραφεία της παραπονούμενης εταιρείας και τους έφερε κάποιες επιταγές. Ισχυρίστηκε ότι τα τιμολόγια τα οποία εξέδιδε η παραπονούμενη υπογράφονταν από τον κατηγορούμενο 2 αλλά δεν γνώριζε σε ποιον παραδίδονταν τα εμπορεύματα που αναγράφονταν σε αυτά επειδή εργαζόταν στο λογιστήριο της παραπονούμενης και δεν βρισκόταν στον χώρο της αποθήκης που γινόταν η παράδοση. Παραδέχθηκε ότι σε ορισμένα από τα τιμολόγια τα οποία της υποδείχθηκαν κατά την αντεξέτασή της δεν υπάρχει υπογραφή παραλήπτη και ότι σε άλλα η υπογραφή που υπάρχει δεν είναι του κατηγορουμένου
  10. Ισχυρίστηκε ότι γνώριζε την υπογραφή του κατηγορουμένου 2 αφού την είχε δει πολλές φορές στις επιταγές τις οποίες εκείνος τους έδιδε. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ήταν παρούσα στο γραφείο του διευθυντή της παραπονούμενης όταν ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε μία από τις επίδικες επιταγές. Μετά που ολοκληρώθηκε η μαρτυρία της Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ως Μ.Κ.2 ο κ. XXXXX Πογιατζής ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Ισχυρίστηκε ότι είναι υπάλληλος της παραπονούμενης και ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 υπέγραψαν τις επιταγές με αριθμό XXXXX2461 και XXXXX2462 οι οποίες όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή επιστράφηκαν απλήρωτες και εξακολουθούν έως σήμερα να μην έχουν τιμηθεί. Κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος προσωπικά παρέλαβε 2 από τις επίδικες επιταγές από το γραφείο του κατηγορούμενου 2 οι οποίες ήταν ποσού €3.000 και €50.000 αντίστοιχα. Ισχυρίστηκε ότι επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο 2 και του παρέδωσε κάποια τιμολόγια τα οποία εκείνος υπέγραψε και ότι τα ποσά για τα οποία εκδόθηκαν οι εν λόγω επιταγές αφορούσαν τα εμπορεύματα για τα οποία είχαν εκδοθεί τα τιμολόγια. Ισχυρίστηκε επίσης πως όταν πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 2 ότι οι επιταγές που τους είχε παραδώσει δεν τιμήθηκαν εκείνος του απάντησε ότι αδυνατούσε να τους πληρώσει επειδή δεν είχε λεφτά. Ως Μ.Κ.3 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Μυλωνάς ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Ισχυρίστηκε ότι κατά τον Φεβρουάριο του 2000 ανοίχθηκε στην Ελληνική Τράπεζα ο λογαριασμός με αριθμό XXXXX1901 στο όνομα «Ι. Π. Κ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ» και κατέθεσε σε δέσμη αντίγραφα των σχετικών εγγράφων τα οποία σημειώθηκαν ως τεκμήριο
  11. Δικαίωμα υπογραφής στον εν λόγω λογαριασμό είχαν οι κατηγορούμενοι 2 και
  12. Ισχυρίστηκε ότι οι υπογραφές που φαίνονται στις επίδικες επιταγές τεκμήρια 6, 7 και 8 ανταποκρίνονται στο δείγμα υπογραφών που δόθηκε στην τράπεζα και ανήκουν στους κατηγορούμενους 2 και
  13. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι επίδικες επιταγές τεκμήρια 6, 7 και 8 παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή, οι μεν 2 πρώτες στις 12.7.2010 και η 3η στις 10.8.2010, αλλά δεν τιμήθηκαν επειδή σύμφωνα με τις σφραγίδες που φέρουν η πληρωμή τους ανακλήθηκε από τον εκδότη τους με βάση σχετικό γραπτό αίτημά του ημερομηνίας 6.7.2010 αντίγραφο του οποίου κατατέθηκε ως τεκμήριο
  14. Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 18 αντίγραφο της κατάστασης του λογαριασμού τον οποίο η κατηγορούμενη 1 διατηρούσε στην Ελληνική Τράπεζα η οποία αφορούσε την περίοδο από 1.7.2010 έως τις 30.9.
  15. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.3 ισχυρίστηκε ότι τα έγγραφα τα οποία κατέθεσε αποτελούν αντίγραφα των πρωτοτύπων τα οποία φυλάσσονται σε ηλεκτρονική μορφή στο σύστημα της τράπεζας. Ισχυρίστηκε ότι δεν είναι γραφολόγος και ουδέποτε είδε τον κατηγορούμενο 2 να υπογράφει βλέποντας όμως τα δείγματα υπογραφών που δόθηκαν στην τράπεζα καθώς επίσης και τις υπογραφές στις επίδικες επιταγές και στην εντολή ανάκλησης της πληρωμής αντιλαμβάνεται ότι οι υπογραφές μοιάζουν. Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων και τους κάλεσε να προβάλουν την υπεράσπισή τους ο κατηγορούμενος 2 επέλεξε να δώσει μαρτυρία από το εδώλιο του εξεταζόμενου μάρτυρα. Ο κατηγορούμενος 2 κατέθεσε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ και αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασής του. Ισχυρίστηκε ότι είναι ένας από τους διευθυντές της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και ότι είχε συμφωνήσει με τον διευθυντή της παραπονούμενης να παραδίδει εκείνη εμπορεύματά της προς κάποιον XXXXX Καρβέλλη και να χρεώνει την κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Η συμφωνία έγινε τον Μάη του 2010 και αφορούσε πίστωση μέχρι του ποσού των €20.000 αλλά σύντομα ο Καρβέλλης έπεισε τον διευθυντή της παραπονούμενης να αυξήσει το ποσό της πίστωσης και συμφωνήθηκε μεταξύ τους όπως υπογράφει στον Καρβέλλη γραπτή παραγγελία για τα εμπορεύματα που θα παραλάμβανε από τους παραπονούμενους. Ισχυρίστηκε ότι το υπόλοιπο του Καρβέλλη προς την εταιρεία του είχε υπερβεί το ποσό των €50.000 και λόγω τούτου του έλεγε ότι δεν μπορεί να του δώσει άλλα εμπορεύματα εκείνος όμως τον απειλούσε ότι δεν θα του πλήρωνε τα οφειλόμενα. Ισχυρίστηκε ότι μετά την παράδοση των εμπορευμάτων στον Καρβέλλη ο XXXXX Πογιατζής του έφερνε τα τιμολόγια τα οποία υπέγραφε χωρίς να τα ελέγξει λόγω έλλειψης χρόνου και επειδή έδειχνε εμπιστοσύνη. Επισκέφθηκε τον διευθυντή της παραπονούμενης εταιρείας και αυτός του έδειξε τις παραποιημένες παραγγελίες και αμέσως αντιλήφθηκε ότι εκείνος ήθελε να ξεφορτωθεί το παλιό απόθεμα που είχε η παραπονούμενη εταιρεία εις βάρος των συμφερόντων της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Αμέσως μετέβηκε στην τράπεζα και έδωσε οδηγίες να σταματήσουν όλες οι επιταγές της εταιρείας του που ήταν πληρωτέες μετά τις 30.6.2010 επειδή δεν γνώριζε ποιες από αυτές είχε δώσει στους παραπονούμενους και ποιες σε τρίτους. Ισχυρίστηκε ότι οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 ουδέποτε τον είδαν να υπογράφει τις επίδικες επιταγές γιατί πάντα ήταν έτοιμες από προηγουμένως. Ισχυρίστηκε ότι τον είδαν να υπογράφει μόνο τα τιμολόγια τα οποία υπέγραφε χωρίς κανένα έλεγχο γιατί είχε πλήρη εμπιστοσύνη στους παραπονούμενους μέχρι που ανακάλυψε τις παρανομίες τους και τη συνεργασία τους με τον Καρβέλλη εις βάρος των συμφερόντων της δικής του εταιρείας. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του σε προφορικές ερωτήσεις που του τέθηκαν από τον δικηγόρο του ισχυρίστηκε ότι τα εμπορεύματα που φαίνονται στις σελίδες 53 και 54 του τεκμηρίου 4 παραδόθηκαν σε τρίτα πρόσωπα κατά παράβαση της συμφωνίας που είχε κάνει με τον διευθυντή της παραπονούμενης ότι τα εμπορεύματα θα παραδίδονταν μόνο στις αποθήκες της παραπονούμενης και όχι οπουδήποτε αλλού. Ισχυρίστηκε επίσης ότι τα τιμολόγια στις σελίδες 81 και 82 του τεκμηρίου 4 είναι ανυπόγραφα και ότι οι υπογραφές στα τιμολόγια στις σελίδες 87 και 88 του είναι άγνωστες. Κατά την αντεξέτασή του ο κατηγορούμενος 2 αναγνώρισε ότι οι επίδικες επιταγές είναι επιταγές της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Παραδέχθηκε επίσης ότι αυτές φέρουν τη δική του υπογραφή και ισχυρίστηκε ότι η άλλη υπογραφή που φαίνεται σε αυτές μοιάζει με της συζύγου του. Ισχυρίστηκε ότι όσες επιταγές έδωσε κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του με τους παραπονούμενους τους τις έδωσε οικειοθελώς. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι αλλοιώσεις στα έγγραφα των παραγγελιών που δίδονταν στους παραπονούμενους έγιναν από τον διευθυντή των παραπονουμένων και τον XXXXX Καρβέλη χωρίς όμως ο ίδιος να ήταν παρών για να μπορεί να το επιβεβαιώσει. Μετά που ολοκληρώθηκε η ακρόαση και η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις ο δικηγόρος των κατηγορουμένων αγορεύοντας εισηγήθηκε ότι φάνηκε πως οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 κατά τη μαρτυρία τους ισχυρίστηκαν ψευδώς ότι οι επίδικες επιταγές υπογράφηκαν στην παρουσία τους από τον κατηγορούμενο 2 αφού από τη μαρτυρία του, η οποία πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη, προέκυψε ότι αυτές είχαν εκδοθεί από προηγουμένως. Εισηγήθηκε επίσης ότι οι παραπονούμενοι ενεργούσαν εις βάρος των συμφερόντων των κατηγορουμένων αφού λόγω των τροποποιήσεων που υπήρχαν στις παραγγελίες όφειλαν να μην τις εκτελούσαν ή να ενημέρωναν τους κατηγορούμενος. Εισηγήθηκε επίσης ότι οι παραποιήσεις που έγιναν στις παραγγελίες προς τους παραπονούμενους αποτελούσαν, μετά που οι κατηγορούμενοι διαπίστωσαν τη διάπραξή τους, εύλογη αιτία για να ανακαλέσουν τις επίδικες επιταγές και κάλεσε το Δικαστήριο να τους αθωώσει. Ο δικηγόρος των παραπονουμένων από την άλλη πλευρά εισηγήθηκε ότι η ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών από τους κατηγορούμενους έγινε λόγω των οικονομικών προβλημάτων τα οποία αντιμετώπιζαν και όχι επειδή είχαν οποιαδήποτε εύλογη αιτία για τούτο αφού ουδέποτε πριν τον επίδικο χρόνο εξέφρασαν οποιοδήποτε παράπονο και πάντοτε υπέγραφαν αδιαμαρτύρητα τα σχετικά τιμολόγια τα οποία τους απέστελλαν οι παραπονούμενοι. Εισηγήθηκε επίσης ότι οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου 2 περί ατασθαλιών εκ μέρους των παραπονουμένων παρέμειναν αόριστοι και πρέπει να απορριφθούν από το Δικαστήριο το οποίο κάλεσε να κρίνει τους κατηγορούμενους ένοχους στις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει κατηγορίες ότι χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε τη μη εξόφληση των επίδικων επιταγών κατά παράβαση του άρθρου 305 Α

(2)του Ποινικού Κώδικα. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της». Σχετικό είναι επίσης και το εδάφιο 3 του ίδιου άρθρου το οποίο έχει ως εξής: «
(3). Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους .». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305Α
(2)όπως αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29 και TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου, Ποινική Έφεση Αρ. 96, ημερ. 15.4.2016 είναι τα ακόλουθα: (α) η έκδοση της επιταγής και (β) η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος τότε το βάρος μετατίθεται στον κατηγορούμενο να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση της πληρωμής της επιταγής. Αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο το ότι η ανάκληση της επιταγής έγινε στη βάση εύλογης αιτίας (G.P. Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομία
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763). Το τι συνιστά σε αυτό το πλαίσιο «εύλογη αιτία» ερμηνεύθηκε στην υπόθεση N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω) στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην υπόθεση Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374, όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Έγινε συναφώς αναφορά στην αγγλική νομολογία σύμφωνα με την οποία η καλή πίστη (bona fide) συναρτάται με την έννοια της δίκαιης αιτίας και η έννοιά της θεωρείται ταυτόσημη με τη λέξη ειλικρινής (honestly). Ακολουθώντας αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστηρίου αναφορικά με την υπό συζήτηση υπεράσπιση ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος θα πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι επιπρόσθετα αυτό ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογο (αντικειμενικό κριτήριο) ήταν ορθή. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε εξάλλου ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει η επιφύλαξη του εδαφίου
(2)και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια για επίκληση της υπεράσπισης την οποία η εν λόγω επιφύλαξη προσφέρει. Στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, ημερομηνίας 16.4.2014 αναφέρθηκε το τι συνιστά εύλογη αιτία: «Εύλογη αιτία, με την έννοια της οποίας επίσης λανθασμένα δεν ασχολήθηκε το Δικαστήριο, αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575». Το βάρος απόδειξης της «εύλογης αιτίας» από τον κατηγορούμενο είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην υπόθεση (TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου (πιο πάνω), λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο εκδότης της επιταγής κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησής της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά ή περί την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή ο εκδότης της παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα τον λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύθηκε (βλ. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ. 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής». Σε σχέση με το αδίκημα της συνέργειας, το οποίο αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2, αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή ότι ποινική ευθύνη διευθυντή νομικού προσώπου μπορεί να προκύψει μέσω του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Νίκος Ιωάννου ν. Nanaimo Ltd κ.ά.
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Χρ. Ορφανίδης, Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014, ημερομηνίας 23.10.2015 και Terezian v. Θεοδώρου, Ποινική Έφεση Αρ. 198/2015, ημερομηνίας 2.12.2016. Επί του προκειμένου τονίζεται ότι η ιδιότητα του διευθυντή δεν επαρκεί από μόνη της για την καταδίκη του φερόμενου ως συνεργού (Ευρυβιάδης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 600). Είναι αναγκαίο να προσκομίζεται μαρτυρία με την οποία να στοιχειοθετείται η συνδρομή ή η συμμετοχή του ή συμπεριφορά του διευθυντή που θα ήταν δυνατό να θεμελιώσει καταδίκη του δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Η συνέργεια κατά το άρθρο 20 του Κεφ. 154 δεν είναι στατική. Καλύπτει όλο το χρονικό διάστημα της παροχής συνδρομής στη διάπραξη αδικήματος ή της παράλειψης εκείνης που συνεισφέρει στη δημιουργία και τέλεση του ποινικού αδικήματος από την αρχή της παροχής της συνδρομής μέχρι και την τυχόν αναίρεση της συνδρομής αυτής (VRONDIS BUILDERS LTD v. Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ, Ποινικές Εφέσεις 297/2014 και 298/2014, ημερομηνίας 17.6.2016). Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Η Μ.Κ.1 έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας αφού η μαρτυρία της είχε λογική και συνοχή και δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις κατά την αντεξέτασή της. Ο ισχυρισμός της ότι οι επίδικες επιταγές υπογράφηκαν από τους κατηγορούμενους 2 και 3 επιβεβαιώθηκε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο 2 κατά την αντεξέτασή του. Ο ισχυρισμός της ότι η κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 5 την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο καταγράφει ορθά τις μεταξύ των διαδίκων δοσοληψίες δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή της και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτός. Κρίνω ότι υπήρξε μάρτυρας της αλήθειας και ότι η μαρτυρία της αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθώ σε αυτή. Ο Μ.Κ.2 επίσης έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Ο ισχυρισμός του ότι οι επίδικες επιταγές υπογράφηκαν από τους κατηγορούμενους 2 και 3 γίνεται αποδεκτή επειδή συνάδει με τη μαρτυρία της Μ.Κ.1 την οποία για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω αποδέχθηκα ως αξιόπιστη. Ο ισχυρισμός του ότι ο κατηγορούμενος 2 υπέγραφε τα τιμολόγια τα οποία του παρέδιδε στα πλαίσια της μεταξύ των διαδίκων συνεργασίας επίσης επιβεβαιώθηκε από τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος τόσο κατά την κυρίως εξέτασή του αλλά και κατά την αντεξέτασή του επιβεβαίωσε τον σχετικό ισχυρισμό. Κρίνω ότι υπήρξε μάρτυρας της αλήθειας και ότι η μαρτυρία του αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθώ σε αυτή. Ο Μ.Κ.3 ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας ο οποίος δεν είχε κανένα λόγο να ευνοήσει οποιοδήποτε με τη μαρτυρία του και η μαρτυρία του κρίνεται ως αξιόπιστη. Ο ισχυρισμός του ότι η εντολή ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων επιταγών υπογράφηκε από τους κατηγορούμενους 2 και 3 επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του κατηγορουμένου 2. Το συμπέρασμά του ότι η υπογραφή στις επίδικες επιταγές ανήκει στους κατηγορούμενους 2 και 3 επίσης επιβεβαιώθηκε από τη μαρτυρία του κατηγορούμενου 2. Τέλος, ο ισχυρισμός του ότι οι επίδικες επιταγές δεν τιμήθηκαν επειδή η πληρωμή τους ανακλήθηκε από τον εκδότη τους επιβεβαιώνεται από τις σχετικές σφραγίδες οι οποίες τέθηκαν σε αυτές. Κρίνω ότι η μαρτυρία του αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθώ σε αυτή. Ο κατηγορούμενος 2 δεν έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Κρίνω πως οι ισχυρισμοί του ότι η παραπονούμενη εταιρεία τον ξεγέλασε προβαίνοντας δήθεν σε ατασθαλίες, όπως έγραψε στο σχετικό έντυπο ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων επιταγών που αφορούσαν παραποιήσεις παραγγελιών, δεν είναι λογικοί και ως εκ τούτου δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε στη γραπτή του δήλωση υπέγραφε τα τιμολόγια τα οποία του παρουσίαζε ο υπάλληλος της παραπονούμενης Μ.Κ.2 χωρίς να τα ελέγχει γιατί είχε πλήρη εμπιστοσύνη στους παραπονούμενους. Όπως αναφέρθηκε στην Αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee
(1971)A.C. 1004 το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του (Χατζηστυλλή ν. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 989). Έχοντας υπόψη μου τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου 2 ότι υπέγραφε τα τιμολόγια τα οποία του παρουσιάζονταν από τον Μ.Κ.2 χωρίς να τα ελέγχει καθώς επίσης και όσα αναφέρθηκαν στις ως άνω αποφάσεις Gallie v. Lee και Χατζηστυλλή ν. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ κρίνω ότι ο ισχυρισμός του ότι προχώρησε στην ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών επειδή διαπίστωσε ατασθαλίες εκ μέρους της παραπονούμενης αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις του τις οποίες επιστράτευσε για να περιβάλει με αληθοφάνεια την ως άνω ενέργειά του και ως εκ τούτου δεν τον αποδέχομαι. Κρίνω επίσης ότι ο ισχυρισμός του ότι προχώρησε στην εντολή μη πληρωμής όλων των επιταγών της εταιρείας του επειδή είχε εντοπίσει ατασθαλίες εκ μέρους της παραπονούμενης και δεν γνώριζε ποιες επιταγές είχε δώσει στην παραπονούμενη και ποιες σε τρίτα πρόσωπα, δείχνει πως πρόκειται για άτομο το οποίο αδιαφορεί για τα δικαιώματα των άλλων με τους οποίους είχε εμπορικές συναλλαγές και που ενεργεί με αποκλειστικό γνώμονα την εξυπηρέτηση των δικών του συμφερόντων. Η ενέργειά του να προχωρήσει στη συλλήβδην ανάκληση της πληρωμής στο σύνολο 20 επιταγών τις οποίες είχε εκδώσει η εταιρεία του, όπως προκύπτει από το τεκμήριο 17, ενώ μπορούσε εύκολα να είχε εντοπίσει τις 3 που δόθηκαν στην παραπονούμενη και να προχωρούσε στην ανάκληση της πληρωμής μόνο εκείνων φανερώνει ότι ενδιαφερόταν μόνο να εξυπηρετήσει τα δικά του συμφέροντα. Αυτό προκύπτει ως λογικό συμπέρασμα από την επιλογή του να προκαλέσει ταλαιπωρία και στους υπόλοιπους που είχαν λάβει επιταγές της κατηγορούμενης 1 εταιρείας για τους οποίους δεν είχε κανένα λόγο να ανακαλέσει την πληρωμή των επιταγών που τους έδωσε. Η επιλογή του να ανακαλέσει την πληρωμή τόσο μεγάλου αριθμού επιταγών για τις οποίες δεν είχε εύλογη αιτία να πράξει τούτο δείχνει, κατά την κρίση μου, ότι αυτός δεν ήταν ο πραγματικός λόγος για τον οποίο ενήργησε έτσι. Κρίνω ότι δεν είχε γνήσια και καλή αιτία να προχωρήσει στην ανάκληση της πληρωμής τους και λόγω τούτου ο ισχυρισμός του ότι ανακάλεσε την πληρωμή των επίδικων επιταγών επειδή υποψιάστηκε ατασθαλίες εκ μέρους της παραπονούμενης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου 2 ότι τα εμπορεύματα που φαίνονται στις σελίδες 53 και 54 του τεκμηρίου 4 κακώς είχαν παραδοθεί από την παραπονούμενη σε τρίτους εκτός των αποθηκών της κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας κρίνω ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός αφού και αυτό το τιμολόγιο υπογράφηκε από τον ίδιο αδιαμαρτύρητα. Κρίνω πως θα ήταν λογικό από τη στιγμή που ισχυρίζεται ότι διαφωνούσε με την εν λόγω παράδοση να μην το υπέγραφε και ότι ο σχετικός ισχυρισμός του προβάλλεται όψιμα για να δικαιολογήσει την ενέργειά του να προχωρήσει στην ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Κρίνω επίσης ότι η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού ούτε ο ίδιος δεν ήταν σίγουρος για τη βασιμότητα των ισχυρισμών τους οποίους προέβαλε. Αναφέρω ενδεικτικά τον ισχυρισμό του, που αποτέλεσε και την ουσία της υπεράσπισής του, ότι προχώρησε στην ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών επειδή διαπίστωσε ότι τα έγγραφα των παραγγελιών είχαν αλλοιωθεί. Ισχυρίστηκε ότι ο διευθυντής των παραπονούμενων και ο XXXXX Καρβέλης αλλοίωσαν τα έγγραφα των παραγγελιών, ισχυρισμό για τον οποίο κατά την αντεξέτασή του παραδέχθηκε ότι δεν ήταν σίγουρος για τη βασιμότητά του αφού δεν ήταν παρών όταν αυτές διενεργούνταν. Κρίνω πως ήταν λογικά αναμενόμενο ότι θα ήταν σίγουρος για τη βασιμότητα του πιο πάνω βασικού ισχυρισμού του όταν τον προωθούσε και τελικά αποδείχθηκε ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε. Κρίνω ότι το πιο πάνω είναι ενδεικτικό του γεγονότος ότι η ποιότητα της μαρτυρίας του δεν είναι καλή, στερείται πειστικότητας και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Σε σχέση με το κατά πόσο πληρούται το 1ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αυτό της έκδοσης των επίδικων επιταγών κρίνω ότι έχει αποδειχθεί ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Το ότι οι επίδικες επιταγές είναι επιταγές εντός της έννοιας του νόμου δεν έχει αμφισβητηθεί. Ουδέποτε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας δεν αμφισβητήθηκε ότι τα τεκμήρια 6, 7 και 8 αποτελούν επιταγές που εκδόθηκαν από την κατηγορούμενη 1, τουναντίον, και ο κατηγορούμενος 2 επιβεβαίωσε τούτο. Για την έκδοσή τους είχαν υπογράψει οι κατηγορούμενοι 2 και 3 οι οποίοι είχαν αυτό το δικαίωμα σύμφωνα με τα σχετικά έγγραφα που είχαν παραχωρήσει στην Ελληνική Τράπεζα. Οι εν λόγω επιταγές ήταν πληρωτέες στις 10.7.2010, 12.7.2010 και 10.8.2010 αντίστοιχα. Λόγω των πιο πάνω καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της έκδοσης των επίδικων επιταγών από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Δεν μου διαφεύγει ότι στις επιταγές τεκμήρια 6 και 8 τέθηκε σφραγίδα στον χώρο όπου αναγράφεται το όνομα του δικαιούχου το οποίο εμφανίζει ως δικαιούχο τους την εταιρεία με την επωνυμία «CYPRUS RADIOLECTRICS CO. LTD» αντί της επωνυμίας «CYPRUS RADIOLECTRIX COMPANY LIMITED» με την οποία η παραπονούμενη εταιρεία είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών όπως προκύπτει από το σχετικό πιστοποιητικό τεκμήριο 1 το οποίο δεν αμφισβητήθηκε. Κρίνω πως πρόκειται για απλή λανθασμένη περιγραφή νομικής οντότητας αφού από την υπόλοιπη μαρτυρία προκύπτει με βεβαιότητα ότι ο δικαιούχος τους δεν μπορούσε να είναι άλλο πρόσωπο εκτός από την παραπονούμενη εταιρεία με την οποία η κατηγορούμενη 1 είχε εμπορική συνεργασία (βλ. Iacovou Brothers (Concrete) Ltd v. Action Construction & Development Ltd κ.ά. Ποινική Έφεση Αρ. 184/2014, ημερομηνίας 10.2.2016) η οποία δεν επηρεάζει το δικαίωμα της παραπονούμενης να προωθήσει την παρούσα υπόθεση. Αναφορικά με το συστατικό στοιχείο της πρόκλησης της μη εξόφλησης των επίδικων επιταγών από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτές κατέστησαν πληρωτέες σημειώνω ότι και αυτό έχει αποδειχθεί από τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Σχετικό είναι το έντυπο ανάκλησης της πληρωμής τους, τεκμήριο 17, ημερομηνίας 6.7.2010, καθώς και οι σφραγίδες οι οποίες τέθηκαν στις επίδικες επιταγές και φέρουν ημερομηνία μεταγενέστερη αυτής, οι οποίες επίσης δεν αμφισβητήθηκαν ούτε και προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία προς αντίκρουσή τους. Αποδείχθηκε ότι οι επιταγές τεκμήρια 6 και 7 παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή στις 12.7.2010 και η επιταγή τεκμήριο 8 στις 10.8.2010 και επιστράφηκαν όλες απλήρωτες με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ». Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 υπέγραψαν τις επίδικες επιταγές οι οποίες εκδόθηκαν από τον λογαριασμό τον οποίο η κατηγορούμενη 1 εταιρεία διατηρούσε στην Ελληνική Τράπεζα. Παρέδωσαν τις εν λόγω επιταγές στην παραπονούμενη εταιρεία και στη συνέχεια προχώρησαν με εντολή τους στην ανάκληση της πληρωμής τους. Ενόψει των πιο πάνω απομένει να εξεταστεί κατά πόσο οι κατηγορούμενοι έχουν αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είχαν οποιαδήποτε «εύλογη αιτία» να ανακαλέσουν την πληρωμή των επίδικων επιταγών. Η επίκληση της υπεράσπισης της ανάκλησης της επιταγής για εύλογη αιτία προϋποθέτει όπως ο εκδότης της πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή παρουσιάζεται για πληρωμή να έχει παραθέσει γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου αυτή εκδόθηκε τον λόγο της ανάκλησής της (TTOZIOS MANAGEMENT LTD κ.ά. ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ (πιο πάνω). Το κατά πόσο ένας κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία για να ανακαλέσει μία επιταγή εξετάζεται αποκλειστικά στη βάση του ευλόγου ή μη του λόγου που επικαλέστηκε στις γραπτές εντολές που παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα για μη πληρωμή της επιταγής. Αποτυχία απόδειξης τούτου εκθεμελιώνει την οποιαδήποτε δυνατότητα επίκλησης της υπεράσπισης της ύπαρξης «εύλογης αιτίας» σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου 2 του Άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα. Στην παρούσα υπόθεση δεν παρουσιάστηκε από τους κατηγορούμενους αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπήρχε «εύλογη αιτία» που να δικαιολογούσε την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών αφού ο σχετικός ισχυρισμός τον οποίο προέβαλε ο κατηγορούμενος 2 για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω δεν έγινε αποδεκτός. Κρίνω επομένως ότι η «εύλογη αιτία» που επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος 2 για την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών δεν έχει αποδειχθεί. Συνεπώς η κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 1, 3 και 5 και ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 2, 4 και 6. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.