Δημοκρατία ν. G.D., Αρ. Υπόθεσης: 663/2020, 6/8/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2020:16 Αρ. Υπόθεσης: 663/2020 Δημοκρατία - ν - G.D. Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 6 Αυγούστου 2020 Για την Δημοκρατία: Θεοδώρα Παπακυριακού Για Κατηγορούμενο: Ειρήνη Κυπριανού Κατηγορούμενος: Παρών Π Ο Ι Ν Η Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, στις 27.3.2020 γύρω στις 20:40, σε ορεινό χωρίο της επαρχίας Λευκωσίας, ο 27 ετών κατηγορούμενος που κατάγεται από την Ινδία και εργαζόταν ως εργάτης σε φάρμα της περιοχής, παραβίασε το συρόμενο αλουμινένιο παράθυρο του υπνοδωματίου της κατοικίας της 79 ετών παραπονούμενης και ενώ αυτή κοιμόταν στο κρεβάτι της, επιχείρησε να την δολοφονήσει, αφού κάθισε πάνω της, κλείνοντας της το στόμα και σφίγγοντας τον λαιμό της. Η παραπονούμενη που δεν μπορούσε να αναπνεύσει, κατάφερε την τελευταία στιγμή να απελευθερωθεί, κτυπώντας τον κατηγορούμενο στο κεφάλι με το τηλεχειριστήριο που κρατούσε. Μόλις απελευθερώθηκε το στόμα της, άρχισε να φωνάζει και τότε ο κατηγορούμενος πανικοβλημένος πήδηξε και βγήκε από το παράθυρο του υπνοδωματίου της. Οι εξετάσεις της αστυνομίας οδήγησαν στην σύλληψη του κατηγορουμένου, τον οποίο αναγνώρισε η παραπονούμενη ως το πρόσωπο που εισήλθε στο δωμάτιο της και επιχείρησε να την δολοφονήσει. Στο κρεβάτι της παραπονούμενης, εντοπίστηκε επίσης από την αστυνομία ένα μαχαίρι με πράσινη χειρολαβή, το οποίο δεν της ανήκει. Στο εν λόγω μαχαίρι εντοπίστηκε γενετικό υλικό του κατηγορουμένου. Ως αποτέλεσμα, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει ενώπιον μας δύο κατηγορίες. Η πρώτη αφορά το αδίκημα της απόπειρας φόνου κατά παράβαση του άρθρου 204 (α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και η δεύτερη, το αδίκημα της διάρρηξης κατά την διάρκεια της νύχτας κατά παράβαση των άρθρων 291 και 292 (α) του Ποινικού Κώδικα. Ενώπιον του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε την διάπραξη και των δύο πιο πάνω αδικημάτων που αντιμετωπίζει. Τα πλήρη γεγονότα της υπόθεσης όπως εκτέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή και δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, έχουν ως ακολούθως:
- Η παραπονούμενη, Α.Π, ηλικίας 79 ετών, συνταξιούχα, διαμένει μόνη της σε μονοκατοικία στο χωριό χχχχχχχχχχχχχχχ.
- Στις 27/3/20 και περί ώρα 18:00, η παραπονούμενη ξάπλωσε στο κρεβάτι της και άναψε με το τηλεχειριστήριο την τηλεόραση η οποία βρίσκεται σε έπιπλο απέναντι από το κρεβάτι της. Αφού παρακολούθησε για λίγο τηλεόραση, αποκοιμήθηκε.
- Την ίδια μέρα, ήτοι στις 27/3/20 και περί ώρα 20:40 ο Κατηγορούμενος παραβίασε το συρόμενο αλουμινένιο παράθυρο του υπνοδωματίου της κατοικίας της παραπονούμενης. Η παραπονούμενη κοιμόταν γυρισμένη στο πλάι με το πρόσωπο της στραμμένο στην ανατολική πλευρά του σπιτιού της. Ένιωσε ένα χέρι να την αρπάζει από το πρόσωπο και να της κλίνει το στόμα. Ο κατηγορούμενος καθόταν πάνω της και την έσφιγγε με τα χέρια του στο λαιμό και στο στόμα. Η παραπονούμενη εκείνη τη στιγμή δεν ανέπνεε και όπως κρατούσε το τηλεχειριστήριο της τηλεόρασης, το οποίο βρισκόταν στο χέρι της γιατί είχε αποκοιμηθεί, αντέδρασε και τον κτύπησε με το τηλεχειριστήριο στο κεφάλι και τον έγδαρε. Μόλις απελευθερώθηκε το στόμα της κατάφερε να φωνάξει και τότε ο Κατηγορούμενος πανικοβλημένος πήδηξε και βγήκε από το παράθυρο του υπνοδωματίου της.
- Το υπνοδωμάτιο της παραπονούμενης βρίσκεται στο ισόγειο και έχει δύο παράθυρα. Το ένα είναι ξύλινο και βρίσκεται στην δυτική πλευρά προς δρόμο και είναι πάντοτε κλειστό και το άλλο παράθυρο, από το οποίο και εισήλθε ο Κατηγορούμενος, είναι στην ανατολική πλευρά ψηλά και είναι αλουμινένιο συρόμενο τζάμι. Πρόσβαση στο εν λόγω παράθυρο μπορεί να επιτύχει κάποιος αν ανέβει πάνω στις στέγες των σπιτιών. Τονίζεται, ότι το σπίτι όπου διαμένει ο Κατηγορούμενος είναι κολλητό με το σπίτι της παραπονούμενης. Επίσης, βρίσκεται στη βόρεια πλευρά εν σχέση με το σπίτι της παραπονούμενης.
- Η παραπονούμενη τότε, κάλεσε τον αδερφότεκνό της, ο οποίος διαμένει σε κατοικία δίπλα από την κατοικία της και αφού του ανέφερε τα όσα έγιναν εις βάρος της, κάλεσαν την Αστυνομία.
- Μετά την καταγγελία αυτή, στο μέρος μετέβησαν άμεσα μηχανοκίνητα περίπολα της ΑΔΕΜ και απέκοψαν την σκηνή ενώ η παραπονούμενη στην παρουσία του χχ και του Αστ. χχχχχχ, υπέδειξε τον Κατηγορούμενο ως το άτομο που της επιτέθηκε και προσπάθησε να την πνίξει.
- Ακολούθως η παραπονούμενη διακομίστηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου της παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες. Αφού της χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή έλαβε εξιτήριο.
- Η σκηνή εξετάστηκε από τον Αστ. xxxx και στο πλαίσιο των εξετάσεων παρέλαβε αριθμό τεκμηρίων, ήτοι ένα τρικό χρώματος ροζ, πέντε δειγματοληψίες και ένα μαχαίρι με πράσινη χειρολαβή.
- Από τις επιτόπιες εξετάσεις που διενήργησε ο Αστ.χχχχχχχ, διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος πέτυχε είσοδο/έξοδο στην οικία της παραπονούμενης, αφού παραβίασε με διαρρηκτικό εργαλείο το αλουμινένιο συρόμενο παράθυρο το οποίο βρίσκεται στο κυρίως υπνοδωμάτιο στην ανατολική πλευρά της οικίας της χωρίς να προκαλέσει ζημιά. Κατά τη φυγή του ο Κατηγορούμενος σκαρφάλωσε στο παράθυρο και έφυγε από το ίδιο σημείο που μπήκε στο δωμάτιο. Σημειώνεται ότι στο κρεβάτι της παραπονούμενης εντοπίστηκε επίσης ένα μαχαίρι με πράσινη χειρολαβή το οποίο δεν της ανήκει.
- Εναντίον του Κατηγορουμένου εξασφαλίστηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης και έρευνας και στις 28/3/20 και ώρα 01:20 ο Αστ. xxxxxx συνέλαβε τον Κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο, στα αγγλικά, αυτός απάντησε «I didn't go».
- .....................
- Από την Ιατροδικαστική εξέταση της παραπονούμενης, εντoπίστηκε θλαστική εκχύμωση στην κορυφή της γλώσσας αριστερά, τραύμα στο βλεννογόνο της δεξιάς παρειάς, τραύματα και εκχυμώσεις στην υπερώα του στόματος, θλαστική εκχύμωση βλεννογόνου άνω χείλους δεξιά, αιματοπήγματα στην μύτη (δεξιό και αριστερό ρώθωνα) και ερυθρότητα στην δεξιά και αριστερή ζυγωματική χώρα και μύτη.
- Από την Ιατροδικαστή εξέταση του Κατηγορουμένου, εντοπίστηκε θλαστική εκχύμωση στην δεξιά ωμοπλατιαία χώρα που προεκτείνεται μέχρι την δεξιά υποπλάτιο χώρα συνολικής διάστασης 35Χ10 εκ., παράλληλες εκδορές στην ραχιαία επιφάνεια άνω και μέσου τριτημορίου δεξιού μηρού διαστάσεων 20Χ4.5 εκ., εκδορά διαστάσεων 0.6Χ0.2 εκ. με απόσπαση της επιδερμίδας στην αριστερή έξω κογχική χώρα, θλαστική εκχύμωση διαστάσεων 3.5Χ2 εκ. στην αριστερή πλάγια τραχηλική χώρα και παλαιές πολλαπλές μικρές εκδορές μετά εφελκίδος σε διάφορα σημεία του σώματος.
- Ο Κατηγορούμενος, κατά την ανακριτική του κατάθεση αρνήθηκε την οποιαδήποτε εμπλοκή του εν σχέση με τις υπό κρίση προσαφθείσες κατηγορίες εναντίον του.
- Με βάση την Έκθεση του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, ημερ.28/5/20 προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα: (α) Το γενετικό υλικό που εντοπίστηκε στο μαχαίρι με πράσινη χειρολαβή το οποίο εντοπίστηκε στο υπνοδωμάτιο της παραπονούμενης, ταυτίζεται με το γενετικό προφίλ του κατηγορουμένου. (β) Από το γενετικό υλικό που εντοπίστηκε σε μια πλευρά της λεπίδας του πράσινου μαχαιριού, η παραπονούμενη δεν μπορεί να αποκλειστεί από δότρια μέρος του μικτού γενετικού υλικού που απομονώθηκε. (γ) Εντοπίστηκε πολύ μικρή ποσότητα μικτού γενετικού υλικού του κατηγορούμενου από το αλουμινένιο παράθυρο εσωτερικά του υπνοδωματίου στην ανατολική πλευρά της οικίας της παραπονούμενης.
- Ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες.
- Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 27 ετών, Η.Ε 15/5/1993, άγαμος, εργάτης σε φάρμα και κατάγεται από την Ινδία. Βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία από το
- Η συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση της για μετριασμό της ποινής, αναγνώρισε την σοβαρότητα των αδικημάτων. Εισηγήθηκε όμως ταυτόχρονα ότι η παρούσα υπόθεση, διαφοροποιείται από άλλες παρόμοιες υποθέσεις στη βάση των συνθηκών διάπραξης των αδικημάτων και των τραυματισμών που προκλήθηκαν στην παραπονούμενη. Η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος έδρασε με τρόπο ερασιτεχνικό. Πέτυχε είσοδο από το παράθυρο που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του σπιτιού της παραπονούμενης, χρησιμοποιώντας ως διαρρηκτικό εργαλείο, το μαχαίρι με την πράσινη χειρολαβή το οποίο πήρε από την κουζίνα της οικίας του. Με την είσοδο του στο υπνοδωμάτιο της παραπονούμενης, άμεσα ακολούθησαν τα γεγονότα που παρέθεσε η κατηγορούσα αρχή. Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι από την στιγμή της απόπειρας θανάτωσης της παραπονουμένης μέχρι και την άφιξη της αστυνομίας στο σπίτι της, πέρασαν 20 μόλις λεπτά. Το στοιχείο αυτό καταδεικνύει κατά την συνήγορο ότι ο χρόνος απόπειρας θανάτωσης της παραπονούμενης, διήρκησε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Η συνήγορος υπεράσπισης σημείωσε επίσης ότι ο κατηγορούμενος δεν χρησιμοποίησε το μαχαίρι που είχε στην κατοχή του εναντίον της παραπονουμένης αλλά το χρησιμοποίησε μόνο ως διαρρηκτικό εργαλείο για να παραβιάσει το αλουμινένιο συρόμενο παράθυρο του υπνοδωματίου και να εισέλθει στο σπίτι. Χρησιμοποίησε βία εναντίον της παραπονούμενης, μόνο με τα χέρια του. Κατά την συνήγορο, κανένα από τα τραύματα της παραπονούμενης όπως αυτά περιγράφονται στην παράγραφο 15 της Έκθεσης Γεγονότων δεν προκύπτει να προκλήθηκε από το εν λόγω μαχαίρι αλλά από την πίεση που ασκούσε ο κατηγορούμενος με τα χέρια του σε αυτήν. Τα δε τραύματα της παραπονουμένης ήταν επιπόλαια και δεν χρειάστηκε νοσηλεία η οποιαδήποτε περαιτέρω ιατρική φροντίδα στο νοσοκομείο όπου διακομίστηκε. Ήταν η θέση της συνηγόρου υπεράσπισης ότι οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων αλλά και οι τραυματισμοί της παραπονούμενης, καταδεικνύουν την προχειρότητα και τον ερασιτεχνισμό με τον οποίο έδρασε ο κατηγορούμενος. Επιπλέον, με το πρώτο άκουσμα της φωνής της παραπονούμενης, ο κατηγορούμενος τράπηκε πανικόβλητος σε άμεση και άτακτη φυγή, αφήνοντας ακόμη και το μαχαίρι που κουβαλούσε στο κρεβάτι της παραπονούμενης. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος δεν χρησιμοποίησε οτιδήποτε για κάλυψη των στοιχείων της ταυτότητας του. Εισήλθε στο σπίτι της παραπονούμενης χωρίς να καλύψει το πρόσωπο του, με αποτέλεσμα να αναγνωριστεί άμεσα από την παραπονούμενη αφού αυτός διέμενε στη διπλανή από αυτή οικία και σαν γείτονες που ήταν, ο κατηγορούμενος ήταν εύκολα αναγνωρίσιμος από αυτήν. Ακόμα, ο κατηγορούμενος δεν κάλυψε τα χέρια του, με αποτέλεσμα να αφήσει το γενετικό του υλικό στο χώρο, οδηγώντας έτσι στη βέβαιη ταυτοποίηση του και κατά συνέπεια όπως φάνηκε στην άμεση σύλληψη του και την ταχύτατη εξιχνίαση της υπόθεσης. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος αντί να σκεφτεί να κρυφτεί ή να διαφύγει από την περιοχή μετά το συμβάν και αφού ήξερε ότι αναγνωρίστηκε από την παραπονούμενη, αντιθέτως αμέσως μετά τη διάπραξη του αδικήματος, επέστρεψε στην οικία του όπου αργότερα εντοπίστηκε από την αστυνομία. Δεν σκέφτηκε και δεν φρόντισε επίσης να απαλλαγεί από την φανέλα την οποία φορούσε κατά την διάπραξη των αδικημάτων, η οποία είχε λερωθεί με κηλίδες αίματος της παραπονούμενης. Ο ερασιτεχνικός τρόπος με τον οποίο ενήργησε ο κατηγορούμενος σε συνδυασμό με την έλλειψη σοβαρών τραυμάτων της παραπονούμενης, καταδεικνύουν κατά την συνήγορο ότι απουσιάζουν στην παρούσα, όλοι εκείνοι οι επιβαρυντικοί παράγοντες, οι οποίοι θα κατέτασσαν την υπόθεση, στις σοβαρότερες του είδους. Η συνήγορος παρέπεμψε επί του προκειμένου, σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις οποίες φαίνεται η διακύμανση των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν σε υποθέσεις απόπειρας φόνου, αναλόγως των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος, του προσχεδιασμού, και των τραυματισμών στο θύμα. Η συνήγορος αναφέρθηκε στην συνέχεια στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου που είναι ηλικίας 27 ετών και ήρθε στην Κύπρο για να εργαστεί ως εργάτης φάρμας. Τόσο οι γονείς του κατηγορούμενου όσο και τα 4 αδέρφια του αλλά και η αρραβωνιαστικιά του με την οποία αρραβωνιάστηκε πέρσι τον Αύγουστο, βρίσκονται στην Ινδία και λόγω της χαμηλής οικονομικής τους κατάστασης δεν μπορούν να βρίσκονται σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου για να στηρίξουν ψυχολογικά τον κατηγορούμενο. Η συνήγορος ζήτησε τέλος όπως στην επιβολή ποινής, ληφθούν υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου όπως αυτές αναδύονται μέσα από την Έκθεση του Γραφείου Κοινωνικής Ευημερίας, το λευκό ποινικό μητρώο και η ηλικία του κατηγορούμενου καθώς επίσης η έμπρακτη μεταμέλεια του, η οποία καταδεικνύεται από την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Η σοβαρότητα των αδικημάτων Εξετάζοντας την πρέπουσα ποινή για τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος, το πρώτο στοιχείο που διαπιστώνουμε, είναι ότι αυτά είναι πάρα πολύ σοβαρά. Αυτό προκύπτει πρωτίστως, από τις υπό του Νόμου προβλεπόμενες ποινές. Για το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας της απόπειρας φόνου κατά παράβαση του άρθρου 204 (α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προβλέπεται κατ' ανώτατο όριο, η ποινή της δια βίου φυλάκισης. Για το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας της διάρρηξης κατά την διάρκεια της νύχτας κατά παράβαση των άρθρων 291 και 292 (α) του Ποινικού Κώδικα, προβλέπεται ποινή φυλάκισης 10 χρόνων. Η σοβαρότητα της πρώτης κατηγορίας, προκύπτει επίσης και από την φύση του αδικήματος αφού αυτό στρέφεται κατά της ανθρώπινης ζωής, που είναι το πολυτιμότερο αγαθό και το οποίο τυγχάνει πρωταρχικής προστασίας από τον Νόμο. Ο νομοθέτης έχει προνοήσει ως ανώτατη ποινή για την απόπειρα φόνου, εκείνη των ισόβιων δεσμών, εξισώνοντας την με την ποινή που προβλέπεται για το ολοκληρωμένο αδίκημα του φόνου. Είναι εμφανές ότι ο Νόμος προστατεύει την ανθρώπινη ζωή ως το ύψιστο αγαθό. Η αφαίρεση της ή η προσπάθεια αφαίρεσης της, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, συνιστά σοβαρότατο έγκλημα που επιφέρει αυστηρή τιμωρία. Η νομολογία καθορίζει ότι η φύση των αδικημάτων κατά της ανθρώπινης ζωής, απαιτεί την επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών. Ιδιαίτερα όταν διαπιστώνεται ότι διαπράττονται με ηθελημένη παράνομη πράξη (βλ. μεταξύ άλλων Ονησίλλου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 556, 584). Σχετική είναι και η υπόθεση Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 563, στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής χαρακτηριστικά: «Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι τα αδικήματα στα οποία ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος είναι από τα πλέον σοβαρά και οι προβλεπόμενες γι' αυτά ποινές, ειδικά για το αδίκημα της απόπειρας ανθρωποκτονίας, είναι ενδεικτικά της εν λόγω σοβαρότητας. Επισημαίνουμε ότι για το αδίκημα της απόπειρας ανθρωποκτονίας έγινε ειδική ρύθμιση από το νομοθέτη, ο οποίος πρόβλεψε την ίδια ποινή που πρόβλεψε και για την περίπτωση του τετελεσμένου εγκλήματος της ανθρωποκτονίας, δηλαδή η διά βίου φυλάκιση που είναι κατά πολύ αυστηρότερη από την προβλεπόμενη από τις γενικές πρόνοιες του άρθρου 368 του Ποινικού Κώδικα μέγιστη ποινή για το αδίκημα της απόπειρας, που είναι η φυλάκιση μέχρι επτά χρόνια. Όπως πολύ ορθά το Κακουργιοδικείο επισημαίνει "ο σκοπός είναι προφανής. Η ανθρώπινη ζωή αποτελεί το ύψιστο αγαθό. Η αφαίρεση της είναι το μέγιστο έγκλημα (Ονησίλλου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 556,584). Αλλά, και κάθε εκ προθέσεως πράξη που θέτει σε κίνδυνο την ανθρώπινη ζωή, το ύψιστο αυτό αγαθό, ενέχει σοβαρή ποινική, κοινωνική και ηθική απαξία.» Πέραν της εν γένει σοβαρότητας των αδικημάτων, επισημαίνουμε ακόμη μία σημαντική παράμετρο που θα πρέπει κατά την κρίση μας να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Αφορά το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών που πλήττεται από την έξαρση διάπραξης αδικημάτων διάρρηξης και ληστείας και στα πλαίσια αυτά, αδικημάτων κατά της ζωής όπως αυτά της παρούσας. Δυστυχώς, η διάπραξη σοβαρών αδικημάτων κατά της περιουσίας αλλά και της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας αθώων πολιτών, βρίσκονται τα τελευταία χρόνια σε έξαρση. Τούτο το διαπιστώνουμε όχι μόνο από τις επισημάνσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά και από τις δικές μας προσωπικές εμπειρίες με την καθημερινή και επαναλαμβανόμενη ενασχόληση μας με τέτοιου είδους υποθέσεις. Ο καιρός που οι πολίτες αυτού του τόπου μπορούσαν να αφήνουν τις πόρτες τους ανοικτές χωρίς να νιώθουν κίνδυνο για την ασφάλεια τους, έχει δυστυχώς παρέλθει ανεπιστρεπτί. Θα ανέμενε δε κανείς ότι μακριά από τα αστικά κέντρα σε ένα μικρό ορεινό χωριό όπου συνέβησαν τα γεγονότα της παρούσας, θα εξακολουθούσαν οι πολίτες να νιώθουν τέτοια ασφάλεια. Κάτι που αποδείχθηκε όμως ότι δεν ισχύει. Οι επισημάνσεις αυτές καθιστούν κατά την κρίση μας, επιτακτική την ανάγκη επιβολής αυστηρής ώστε αυτή να επενεργήσει αποτρεπτικά (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 304, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ.83 David Piliev ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587 και Ζακ v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 854). Τα δικαστήρια μας έχουν κατά καιρούς επιβάλει αυστηρές ποινές σε υποθέσεις αυτού του είδους, αναγνωρίζοντας ακριβώς την σοβαρότητα των υπό κρίση αδικημάτων. Οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα, χωρίς να αποτελούν ένα σταθερό δείκτη καθορισμού ποινής, καθότι η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση, είναι αλληλένδετη με τις χαρακτηριστικά των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Σάμπη ν, Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100). Όπως έχει χαρακτηριστικά λεχθεί στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 123, η μεγαλύτερη ίσως χρησιμότητα του δικαστικού προηγούμενου στον τομέα αυτό, έγκειται στον εντοπισμό των περιστάσεων που θεωρήθηκαν ως ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές Εντούτοις στην υπόθεση Μαυρόλουκα ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B73, Ποιν. Έφεση 212/13, ημερ. 5.2.2015, λέχθηκε ότι η προσφυγή σε προηγούμενες αποφάσεις έχει την σημασία της. Τονίστηκε ότι η επίκληση της προηγηθείσας νομολογιακής προσέγγισης είναι χρήσιμη όχι μόνο προς την κατεύθυνση εντοπισμού ελαφρυντικών ή επιβαρυντικών λόγων, αλλά και καθορισμού του γενικότερου πλαισίου της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν είναι χωρίς σημασία η παραπομπή σε δικαστικό προηγούμενο, ιδίως στις περιπτώσεις όπου επιβάλλεται ποινή στερητική της ελευθερίας. Ακόμη περισσότερο όπου η φυλάκιση είναι μακροχρόνια, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα και εξαλείφει την οποιαδήποτε υπόνοια για αυθαιρεσία ή τυχόν αίσθημα αδικίας του καταδικασθέντα (βλ. επίσης Παναγή ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 45/16, ημ. 23.11.18). Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, θα παραθέσουμε στην συνέχεια ενδεικτική νομολογία αναφορικά με το αδίκημα της απόπειρας φόνου, όχι ως δικαστικό προηγούμενο αλλά ως προαναφέρθηκε για σκοπούς παράθεσης του τρόπου που τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοιου είδους αδικήματα, έχοντας πάντοτε υπόψη ότι η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της γεγονότων. Στην Αναστασίου ν Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 ΑΑΔ 492, ο εφεσείων καταδικάστηκε μετά από ακροαματική διαδικασία, σε ποινή φυλάκισης 13 ετών για το αδίκημα της απόπειρας φόνου του εικοσιτετράχρονου συζύγου της ερωμένης του. Το κακούργημα τελέστηκε χωρίς προσχεδιασμό ή προγραμματισμό, με τον εφεσείοντα ωστόσο να απειλεί τον παραπονούμενο σε δύο περιπτώσεις πριν από το συμβάν πως θα τον σκοτώσει. Ο εφεσείων ήταν λευκού ποινικού μητρώου, πατέρας δύο ανήλικων παιδιών 8 και 10 ετών, με οικονομικές υποχρεώσεις έναντι τους. Είχε επίσης την ευθύνη του ναρκομανούς αδελφού του ηλικίας 30 ετών. Δεν αφέθηκε οποιαδήποτε σοβαρή μόνιμη αναπηρία στο θύμα από τον πυροβολισμό που δέχθηκε το θύμα. Στην Τσεκούρα ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 563, 604-608, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 13 ετών που είχε επιβληθεί στον ηλικίας 52 ετών εφεσείοντα μετά από ακροαματική διαδικασία για το κακούργημα της απόπειρας φόνου. Ο εφεσείων μετά από έντονη λογομαχία είχε πυροβολήσει πέντε φορές τον παραπονούμενο με πιστόλι ενώ βρίσκονταν και οι δύο στο αυτοκίνητο του πρώτου, εγκαταλείποντας τον με ορατό το ενδεχόμενο θανάτου του. Στην υπόθεση Wasel ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 682, το κακουργιοδικείο επέβαλε στον εφεσείοντα συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 14 ετών για απόπειρα φόνου και 6 ετών για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Το έγκλημα διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο μαζί με άλλα πρόσωπα. Θύματα ήταν τρεις αλλοδαποί οι οποίοι, ενώ κοιμόντουσαν ανυποψίαστοι στην οικία τους, τραυματίστηκαν σοβαρά από τρεις ή τέσσερις άντρες, μεταξύ των οποίων και ο εφεσείων. Το Εφετείο επικύρωσε την πιο πάνω ποινή, αναφέροντας ότι το κακουργιοδικείο έλαβε υπόψιν τους μετριαστικούς παράγοντες, σταθμίζοντας τους με την εγγενή σοβαρότητα των αδικημάτων, και την προμελετημένη και καλά σχεδιασμένη ενέργεια των δραστών. Στην Σεργίου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 172/15 ημ. 13.3.18, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 9 ετών για απόπειρα φόνου εναντίον της συμβίας του κατηγορουμένου. Ο εφεσείων ήταν ηλικίας 44 ετών, λευκού ποινικού μητρώου, με προβλήματα εξάρτησης από το αλκοόλ. Διέπραξε το αδίκημα υπό την επήρεια αλκοόλ και συναισθηματικής φόρτισης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, συνυπολόγισε και τη συμφιλίωση μεταξύ παραπονούμενης και κατηγορουμένου, τονίζοντας πως εάν εξέλειπε, η ποινή θα ήταν αυστηρότερη. Σε σχέση με την παρούσα, κρίνουμε ότι τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, καθιστούν τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος πολύ σοβαρά. Σημειώνουμε ότι ο κατηγορούμενος, εισήλθε παράνομα κατά τις βραδινές ώρες στην οικία της ανυποψίαστης και ανυπεράσπιστης ηλικιωμένης γειτόνισσας του και επιχείρησε εντελώς αναίτια και χωρίς να προηγηθεί οτιδήποτε άλλο να την δολοφονήσει, πνίγοντας την στον ύπνο της. Οι τραγικές στιγμές που έζησε η παραπονούμενη, η οποία ξύπνησε απότομα μη μπορώντας να αναπνεύσει, έχοντας από πάνω της τον κατηγορούμενο να της κλείνει το στόμα και να της σφίγγει τον λαιμό, παρατίθενται χαρακτηριστικά στα γεγονότα της υπόθεσης. Είναι δε ενδεικτικό ότι μόλις την τελευταία στιγμή, η παραπονούμενη γλύτωσε από βέβαια θάνατο αφού παρότι δεν μπορούσε να αναπνεύσει, βρήκε την δύναμη να κτυπήσει τον κατηγορούμενο στο κεφάλι με το τηλεχειριστήριο που κρατούσε ώστε να απελευθερωθεί το στόμα της για να πάρει ανάσες και να φωνάξει βοήθεια. Δεν συμφωνούμε επί του προκειμένου με την θέση της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος λειτούργησε ερασιτεχνικά επειδή δεν κατάφερε τον παράνομο σκοπό του να δολοφονήσει την παραπονούμενη. Αντιθέτως από τα γεγονότα της υπόθεσης, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος λειτούργησε προσχεδιασμένα, παραβιάζοντας το παράθυρο του υπνοδωματίου της παραπονούμενης, το οποίο προφανώς γνώριζε που βρισκόταν αφού ήταν γείτονας της και εισερχόμενος σε αυτό, το πρώτο πράγμα που επιχείρησε ήταν να φονεύσει την παραπονούμενη που εκείνη την στιγμή κοιμόταν. Η αποτυχία του κατηγορουμένου να ολοκληρώσει τον παράνομο σκοπό του δεν οφείλεται σε δικό του ερασιτεχνισμό, αλλά αποκλειστικά στην αντίδραση της παραπονουμένης που την τελευταία στιγμή κατάφερε να απελευθερωθεί από τα χέρια του. Το γεγονός ότι δεν χρησιμοποίησε το μαχαίρι του αλλά και τα ελαφρά τραύματα της παραπονουμένης δεν μειώνουν στο ελάχιστο την σοβαρότητα του αδικήματος. Υπενθυμίζουμε ότι ο κατηγορούμενος, επιχείρησε να πνίξει την παραπονούμενη με τα χέρια του αφού της έκλεισε το στόμα, προκειμένου να μην αναπνέει. Υπό τας περιστάσεις δεν ήταν αναμενόμενο η κατηγορούμενη να υποστεί σοβαρά σωματικά τραύματα όπως στις περιπτώσεις στις οποίες οι δράστες, χρησιμοποιούν μαχαίρι ή πυροβόλο όπλο. Ούτε βέβαια συμφωνούμε με την θέση ότι μειώνεται εκ του αποτελέσματος η σοβαρότητα του αδικήματος της απόπειρας φόνου γιατί δεν επετεύχθη η βασική επιδίωξη της δολοφονίας του θύματος. Δεν ήταν αυτός ο σκοπός του νομοθέτη όταν εξίσωνε την ποινή του αδικήματος της απόπειρας φόνου με αυτή του πλήρως τελεσθέντος αδικήματος της ανθρωποκτονίας. Αντιθέτως σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, η προσπάθεια αφαίρεσης της ανθρώπινης ζωής, ενέχει την ίδια σοβαρότητα με την περίπτωση αφαίρεσης της. Όλα τα πιο πάνω, καθιστούν κατά την κρίση μας τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος ιδιαιτέρως σοβαρά και την ανάγκη επιβολής αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής, ενδεδειγμένη. Ελαφρυντικοί παράγοντες Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του, τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα θα δικαιολογούσαν. Αποτελεί αξίωμα πως η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητα του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσης της. Παράλληλα βεβαίως, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να αφήνεται να οδηγεί σε εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος είτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Όπως έχει νομολογηθεί, στις περιπτώσεις που ενδείκνυται αποτρεπτική ποινή όπως στην παρούσα υπόθεση, οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου ναι μεν λαμβάνονται υπόψη, αλλά στο βαθμό και στην έκταση που δεν εξουδετερώνουν τον αποτρεπτικό της χαρακτήρα (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224, Περικλέους ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 397). Στην παρούσα υπόθεση λαμβάνουμε υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου αλλά και τις προσωπικές του συνθήκες όπως παρατίθενται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας και στην αγόρευση της συνηγόρου υπεράσπισης. Λαμβάνουμε επίσης πολύ σοβαρά υπόψη την παραδοχή του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου, στοιχείο που σύμφωνα με την νομολογία, δείχνει έμπρακτα τη μεταμέλεια του (βλέπε Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Δεν μας διαφεύγει ότι ο κατηγορούμενος αναγνωρίστηκε από την παραπονούμενη και επίσης η επιστημονική μαρτυρία που εντοπίστηκε στην σκηνή, τον συνδέει άμεσα με την διάπραξη των αδικημάτων. Υπό τας περιστάσεις η παραδοχή του δεν έχει την μετριαστική δυναμική που θα είχε αν εξέλειπαν τα πιο πάνω στοιχεία. Ακόμη όμως και σε τέτοια περίπτωση, όπως έχει αναφερθεί και στην υπόθεση Βασιλείου ν Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B428, Ποιν. Έφεση 110/2014, ημερ. 15.6.2015 όπου ο εφεσείοντας είχε συλληφθεί με τις βαλίτσες γεμάτες ναρκωτικά στο χέρι, παρόλο που η παραδοχή δεν έχει την αξία που θα μπορούσε να έχει υπό άλλες περιστάσεις, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το πάντοτε ευπρόσδεκτο μιας παραδοχής ως απτού στοιχείου μεταμέλειας. Επιπλέον, η παραδοχή δικαιολογεί έκπτωση στην ποινή αφού με αυτόν τον τρόπο δεν υποχρεώνονται τα θύματα να βιώσουν ξανά τις τραυματικές εμπειρίες τους (βλ. Hamieh v. Γενικού Εισαγγελέα
(2006)2 Α.Α.Δ. 259, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 658, Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού
(2010)2 Α.Α.Δ. 304). Όμως οι πιο πάνω μετριαστικοί παράγοντες παρότι λαμβάνονται υπόψη δεν μπορούν κατά την κρίση μας να εξουδετερώσουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που ενδείκνυται να έχει η ποινή στην παρούσα περίπτωση, λόγω της ιδιάζουσας σοβαρότητας των αδικημάτων όπως αναλυτικά επεξηγείται πιο πάνω. Συμπεράσματα Σταθμίζοντας την σοβαρότητα των αδικημάτων στην παρούσα υπόθεση όπως αναλυτικά έχει αναφερθεί πιο πάνω, με τους προαναφερθέντες μετριαστικούς παράγοντες και ιδιαίτερα την παραδοχή του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου και αφού λάβαμε υπόψη κάθε άλλο σχετικό παράγοντα, επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο τις πιο κάτω ποινές: I. Ποινή φυλάκισης 10 ετών στην 1η κατηγορία για το αδίκημα της απόπειρας φόνου, κατά παράβαση του άρθρου 204 (α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- ΙΙ. Ποινή φυλάκισης 4 ετών στην 2η κατηγορία για το αδίκημα της διάρρηξης κατά την διάρκεια της νύχτας, κατά παράβαση των άρθρων 291 και 292 (α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Όλες οι πιο πάνω ποινές να συντρέχουν. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 117 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι ποινές φυλάκισης να αρχίζουν από σήμερα αλλά η περίοδος να μειωθεί κατά το διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση για σκοπούς της παρούσας, δηλαδή από 18.5.
- ............... Αλέξανδρος Παναγιώτου, Π.Ε.Δ ............ Γιώτα Κυριακίδου, Α.Ε.Δ ............ Φάνη Καπετάνιου, Α.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο