← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Βιολάρη, Αρ. Υπόθεσης: 6491 /19, 18/8/2020

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Βιολάρη, Αρ. Υπόθεσης: 6491 /19, 18/8/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B183 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6491 /19 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX Βιολάρη Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 18 Αυγούστου, 2020 Για κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο : κ. Σ. Στυλιανού Κατηγορούμενος : Παρών. Απόφαση Εισαγωγή Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά τρεις κατηγορίες για αδικήματα που κατ' ισχυρισμόν προέκυψαν κατά παράβαση του άρθρου 37

(2)(β) και (δ) του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου 96 (Ι)
  1. Συγκεκριμένα, Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία για καταρτισμό εγγράφου που ομοιάζει πολύ προς οιονδήποτε πιστοποιητικό ή έγγραφο που εκδόθηκε βάσει των διατάξεων του Νόμου. Επίσης, αντιμετωπίζει μια κατηγορία για κατοχή τέτοιου εγγράφου και μια κατηγορία για χρήση πλαστογραφημένου πιστοποιητικού ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος μεταξύ του μηνός Φεβρουαρίου του '17 και της 7ης .7.17 στην Κυπριακή Δημοκρατία είχε πρόθεση να καταρτίσει έγγραφο που ομοιάζει πολύ προς οποιοδήποτε πιστοποιητικό ή έγγραφο που εκδόθηκε με βάσει τις διατάξεις του Νόμου. Συγκεκριμένα, κατήρτισε το πιστοποιητικό ασφάλισης με αριθμούς XXXXX5248 της Olympic Insurance Company Ltd για το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX
  2. Επιπλέον, στις 7.7.2017 στο επαρχιακό γραφείο του Τμήματος Οδικών Μεταφορών στα Λατσία της επαρχίας Λευκωσίας ο Κατηγορούμενος διέπραξε και τα υπόλοιπα αδικήματα επί του Κατηγορητηρίου. Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχτηκε τις εναντίον του κατηγορίες και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του έντιμου πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σελ. 100, το Κατηγορητήριο προσδιορίζει το πλαίσιο της δίκης. Έτσι στην υπό κρίση υπόθεση κρίσιμο για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων μέσα στο πλαίσιο που οριοθετεί το κατηγορητήριο. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε επτά μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο XXXXX Νικηφόρου, υπεύθυνος στο Επαρχιακό Γραφείο Λευκωσίας στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών ως ΜΚ
  3. Ο ΜΚ1 υιοθέτησε την κατάθεσή του ημερομηνίας 10.7.17, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο A. Περαιτέρω, κατά την κυρίως εξέτασή του αναγνώρισε το έγγραφο που του παρουσίασε ο εξεταστής ως την ασφάλεια που παρουσίασε το πρόσωπο ονόματι XXXXX Αντωνίου. Το εν λόγω έγγραφο, συνοδευόμενο από το πρότυπο που στάλθηκε από την ασφάλεια, κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  4. Κατά την αντεξέτασή του δέχτηκε ότι ο ίδιος δεν είδε σε οποιοδήποτε στάδιο τον Κατηγορούμενο να έχει στην κατοχή του το επίδικο έγγραφο. Επίσης, δέχθηκε ότι το επίδικο έγγραφο, Τεκμήριο 1, το κρατούσε ο εξεταζόμενος. Ερωτηθείς αν είχε οποιανδήποτε συνομιλία με τον Κατηγορούμενο, απάντησε ότι είχε συνομιλία με τον κατηγορούμενο όπου τον ενημέρωσε ότι το Τεκμήριο 1 ήταν πλαστό. Τότε ο Κατηγορούμενος απολογήθηκε αναφέροντάς του ότι δεν το ξαναέκανε και ούτε επρόκειτο να το ξανακάνει. Σε ερώτηση γιατί δεν αναφέρθηκε στο εν λόγω περιστατικό στην κατάθεσή του, απάντησε ότι η όλη συζήτηση που έγινε στο γραφείο του με τον Κατηγορούμενο έγινε σε φιλικό επίπεδο. Επιπρόσθετα, δέχτηκε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών όταν παραδίδονταν τα έγγραφα από τον εξεταζόμενο στον εξεταστή. Επόμενη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η Αστυφύλακας XXXXX, XXXXX Χρίστου ως ΜΚ
  5. Η ΜΚ2 κατέθεσε ως Έγγραφο Β την κατάθεσή της ημερομηνίας 15.4.18 και υιοθέτησε το περιεχόμενο αυτής. Σε σχέση με την πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 1 ανέφερε ότι αυτό αποτελεί το έγγραφο που έλαβε από τον ΜΚ
  6. Επιπρόσθετα, η ίδια κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 στη διαδικασία έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ημερομηνίας 13.2.
  7. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης. Σε σχέση με το Τεκμήριο 1 εξήγησε ότι το πρώτο φύλλο ήταν το πιστοποιητικό ασφάλειας που παρουσιάστηκε στο Τ.Ο.Μ και το δεύτερο φύλλο είναι το πιστοποιητικό ασφάλισης που παρουσίασε η ασφαλιστική εταιρεία ως δείγμα. Κατά την αντεξέτασή της ανέφερε ότι το πρόσωπο ονόματι XXXXX Αντωνίου παρουσίασε το συγκεκριμένο πιστοποιητικό στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών για να εκδοθεί άδεια οδήγησης. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι ο λόγος που κατηγόρησε τον Κατηγορούμενο ήταν επειδή ο XXXXX Αντωνίου ανέφερε στην κατάθεσή του ότι το εν λόγω έγγραφο, Τεκμήριο 1, του δόθηκε από τον Κατηγορούμενο. Η ίδια δήλωσε ότι δεν έγινε οποιαδήποτε γραφολογική εξέταση ώστε να διαπιστωθεί το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που πλαστογράφησε το εν λόγω έγγραφο. Επόμενη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η Ειδική Αστυφύλακας XXXXX, XXXXX Σιακαλλή ως ΜΚ
  8. Η ΜΚ3 κατέθεσε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της την κατάθεσή της ημερομηνίας 15.4.2018, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ. Η ΜΚ3 ήταν το πρόσωπο, το οποίο παρέλαβε από την εξεταστή της υπόθεσης τα έγγραφα που αποτελούν το Τεκμήριο 1 και τα παρέδωσε στο Εργαστήριο Εντύπων και Εκτυπώσεων Ασφάλειας της ΥΠΕΓΕ. Εξήγησε περαιτέρω ότι τα εν λόγω έγγραφα τα πήρε σφραγισμένα και τα μετέφερε σφραγισμένα. Παραταύτα, στην κυρίως εξέτασή της δήλωσε ότι αναγνωρίζει το Τεκμήριο
  9. Κατά την αντεξέτασή της δήλωσε ότι η ίδια είδε τελικά τα έγγραφα πριν τοποθετηθούν στον φάκελο. Επίσης δέχτηκε ότι δεν γνωρίζει το από πού παρέλαβε τα εν λόγω έγγραφα η ανακρίτρια της υπόθεσης. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Αστυφύλακας XXXXX, XXXXX Χειμωνής ως ΜΚ
  10. Ο ΜΚ4 υιοθέτησε την κατάθεσή του ημερομηνίας 15.4.18 ως μέρος της κυρίως εξέτασής του και η εν λόγω κατάθεση σημειώθηκε ως Έγγραφο Δ στη διαδικασία. Ο ΜΚ4 ήταν το πρόσωπο που έλαβε κατάθεση από τον XXXXX Αντωνίου. Επίσης, έλαβε κατάθεση από τον Κατηγορούμενο στην οποία του προσήψε και την κατηγορία εναντίον του. Η εν λόγω κατάθεση ημερομηνίας 14.7.17, κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  11. Επιπλέον, η γραπτή κατηγορία που προσήφθη εναντίον του Κατηγορουμένου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  12. Κατά την αντεξέτασή του σε ερώτηση για το κατά πόσο κατά τον χρόνο που λάμβανε κατάθεση από τον κύριο XXXXX Αντωνίου του υπέδειξε οποιοδήποτε έγγραφο, απάντησε ότι δεν μπορεί να θυμάται τι έκανε στην ανακριτική κατάθεση. Επόμενη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η XXXXX Ευσταθίου ως ΜΚ
  13. Η ΜΚ5 τον Ιούλιο του 2017 εργαζόταν στην ασφαλιστική εταιρεία Olympic. Η εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής της ημερομηνίας 10.7.17, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Ε. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στην αυθεντικότητα του Τεκμηρίου 1 εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους το έγγραφο δεν είναι αυθεντικό. Κατά την αντεξέτασή της δήλωσε ότι δεν γνωρίζει ποιος προχώρησε στην πλαστογράφηση του εν λόγω εγγράφου. Επόμενη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η Αστυφύλακας XXXXX, XXXXX Ηλιάδου, ως ΜΚ
  14. Η ΜΚ6 υπηρετεί στο Εργαστήριο Εντύπων και Εκτυπώσεων Ασφάλειας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών στο Αρχηγείο της Αστυνομίας. Ανάμεσα στα καθήκοντά της είναι η εξέταση αμφισβητούμενων εγγράφων που έχουν εκτυπωτικές μεθόδους. Η ΜΚ6 υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης της η οποία ήταν ήδη Τεκμήριο
  15. Επίσης, κατέθεσε έγγραφο με τίτλο «πιστοποιητικό ασφάλισης» ως Τεκμήριο
  16. Επιπρόσθετα, κατέθεσε έγγραφο με τίτλο «πιστοποιητικό ασφάλισης» το οποίο καταγράφει τη λέξη «specimen» ως Τεκμήριο
  17. Δήλωσε, επίσης, ότι η διαφορά του Τεκμηρίου 1 με το Τεκμήριο 5 είναι ότι το Τεκμήριο 1 αποτελεί φωτοτυπία του Τεκμηρίου
  18. Η ΜΚ6 εξήγησε τα ευρήματά της στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, Τεκμήριο 2, και εξήγησε ότι η ίδια αντιπαρέβαλε το αμφισβητούμενο έγγραφο με το Τεκμήριο
  19. Κατά την αντεξέτασή της εξήγησε ότι το Τεκμήριο 5 είναι το αμφισβητούμενο ασφαλιστήριο έγγραφο. Η ίδια, όμως, δεν γνώριζε κατά πόσο ήταν το εν λόγω έγγραφο που διακινήθηκε την εν λόγω επίδικη ημερομηνία στο Τ.Ο.Μ. Επέμεινε ότι το Τεκμήριο 5 δεν ήταν πρωτότυπο έγγραφο καθότι έχει διαφορές ως προς τη μορφή και το λεκτικό σε κάποια σημεία με το Τεκμήριο
  20. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο XXXXX Αντωνίου ως ΜΚ
  21. Ο ΜΚ7 κατέθεσε την κατάθεσή του ημερομηνίας 10.7.17 συνοδευόμενη από τη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα ως Έγγραφο ΣΤ. Επίσης, ο μάρτυρας αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο στο οποίο κάνει αναφορά στην κατάθεσή του. Σε ερώτηση εάν αναγνωρίζει το Τεκμήριο 5, απάντησε ότι λόγω της παρόδου 4 ετών δεν θυμόταν αν ήταν αυτό το έγγραφο που του δόθηκε την επίδικη ημερομηνία. Κατά την αντεξέτασή του δήλωσε εκ νέου ότι δεν μπορεί να θυμάται ποιο έγγραφο του δόθηκε την επίδικη ημερομηνία. Επίσης, συμφώνησε ότι ο ίδιος δεν είχε δει τον Κατηγορούμενο να καταρτίζει οποιοδήποτε έγγραφο την επίδικη ημερομηνία. Ο Κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία επέλεξα να παραμείνει σιωπηλός και να μην προσφέρει μαρτυρία. Εισηγήσεις των διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προωθώντας ο κάθε ένας τη θέση του. O κ. Στυλιανού εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της στον αναγκαίο βαθμό. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση της κας Θεοδότου. Αξιολόγηση μαρτυρίας. Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Επιπλέον, σχετική είναι η απόφαση Βούτουνος Χαράλαμπος ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 71, όπου υποδείχθηκε ότι είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα που τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης και όχι μόνο η εξωτερική εντύπωση που αυτός άφησε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Παράλληλα τονίζεται ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετική, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι η απόφαση Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527. Σχετική, επίσης, είναι η πρόσφατη απόφαση Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, ECLI:CY:AD:2017:B454, Ποιν. Έφ. Αρ. 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Επιπλέον είναι καλά νομολογημένο ότι η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Σχετική είναι απόφαση Pal Tekinder κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551 Διευκρινίζω, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
  1. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ με αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΚ
  2. Ο ΜΚ 1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του, κατά το μεγαλύτερο μέρος αυτής, χαρακτηρίζεται από συνοχή, ειλικρίνεια και πειστικότητα. Ο ΜΚ1 με ειλικρίνεια δέχθηκε ότι ουδέποτε είδε τον Κατηγορούμενο να καταρτίζει οποιοδήποτε έγγραφο. Επίσης, η θέση του ότι το Τεκμήριο 1 ήταν το έγγραφο που παρουσιάστηκε από τον XXXXX Αντωνίου στο Τ.Ο.Μ δεν έχει αμφισβητηθεί. Όμως, η αναφορά του ότι ο Κατηγορούμενος απολογήθηκε για το πιο πάνω συμβάν δεν είναι πειστική και δεν υποστηρίζεται από το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Συγκεκριμένα ο ΜΚ1 παρέλειψε να αναφέρει το πιο πάνω κατ΄ισχυρισμόν συμβάν στην κατάθεσή του στην Αστυνομία. Θα ανέμενε κανείς πως μια τέτοια δήλωση, εάν όντως λάμβανε χώρα, να αναφερόταν στον αρμόδιο αστυνομικό για να διερευνηθεί. Παράλληλα, ενώ ο ΜΚ1 παρουσίασε εν πολλοίς την πιο πάνω κατ΄ ισχυρισμόν δήλωση ως παραδοχή του Κατηγορουμένου, εντούτοις δεν θυμόταν τι δικαιολογία έδωσε ο Κατηγορούμενος. Επιπρόσθετα, η κατ' ισχυρισμόν στιχομυθία δεν επιβεβαιώνεται από τον ΜΚ 7, ο οποίος σύμφωνα με τον ΜΚ1 ήταν παρών στην κατ΄ ισχυρισμόν συνάντηση. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι είναι ακροσφαλές να βασισθώ στη μαρτυρία του ΜΚ1 και να εξάξω εύρημα ότι ο Κατηγορούμενος απολογήθηκε για την παρουσίαση του πλαστού εγγράφου και υποσχέθηκε ότι δεν θα το ξανακάνει. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ μερικώς στη μαρτυρία του ΜΚ1 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση ΜΚ2 H ΜΚ2 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από συνοχή, σταθερότητα και πειστικότητα. Επιπρόσθετα, η μαρτυρία της ως προς τις ενέργειες στις οποίες προέβη, ως ανακρίτρια, δεν έχει αμφισβητηθεί. Επιπλέον, η θέση της ότι το επίδικο ασφαλιστήριο έγγραφο Τεκμήριο 1 ήταν το έγγραφο που παρέδωσε ο XXXXX Αντωνίου στο Τ.Ο.Μ δεν έχει αμφισβητηθεί. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία της ΜΚ2 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση ΜΚ3 H MK3 ήταν τυπική μάρτυρας και η μαρτυρία της περιστράφηκε γύρω από τις ενέργειες της κατά τη μεταφορά των τεκμήριων. Η αναφορά της, όμως, ότι είδε το τι περιείχε ο κλειστός φάκελος που μετέφερε αντιβαίνει στη λογική και δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πλην του πιο πάνω ισχυρισμού, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία της για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Αξιολόγηση ΜΚ4 Ο ΜΚ4 ήταν επίσης τυπικός μάρτυρας και η εμπλοκή του περιορίστηκε στη λήψη κατάθεσης από τον XXXXX Αντωνίου ΜΚ7 και στην πρόσαψη της Κατηγορίας εναντίον του Κατηγορουμένου. Η μαρτυρία του ουσιαστικά δεν έχει αμφισβητηθεί και ως εκ τούτου γίνεται δεκτή. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΚ5 Η ΜΚ5 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από συνοχή και πειστικότητα. Η ΜΚ 5 εξήγησε με λεπτομέρεια και πειστικότητα του λόγους για τους οποίους το έγγραφο που παρουσιάστηκε στο Τ.Ο.Μ. την επίδικη ημερομηνία δεν ήταν αυθεντικό. Επιπλέον, κατά την αντεξέτασή της εξήγησε με σαφήνεια τον τρόπο που τίθετο η αρίθμηση στα ασφαλιστήρια συμβόλαια της ασφαλιστικής εταιρείας Olympic, εξηγώντας έτσι τη θέση της ότι ήταν αδύνατο να υπήρχε η αρίθμηση συμβολαίου που κατέγραφε το επίδικο έγγραφο. Πέραν της πιο πάνω ερώτησης οι αναφορές της ως προς τα στοιχεία που καθιστούσαν αδύνατο το επίδικο έγγραφο να εκδόθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία δεν έχουν αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση. Συνεπώς, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία της ΜΚ5 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΚ6 Στην υπό κρίση υπόθεση μέσα από τα όσα ανέφερε η ίδια η μάρτυρας ως προς τα καθήκοντα της, δέχομαι ότι η ΜΚ6 είναι μάρτυρας πραγματογνώμονας. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Evangelou & another v. Ambizas & another
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Θεοσκέπαστη Φάρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 934. Σε σχέση με τη μαρτυρία της ΜΚ6 παρατηρώ ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα και επί της ουσίας δεν έχει αμφισβητηθεί. Ουσιαστικά αυτό που τέθηκε στη μάρτυρα ήταν ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε σχέση με τον καταρτισμό του επιδίκου εγγράφου. Όμως, το πιο πάνω δεν επηρεάζει τη μαρτυρία της ΜΚ6, αφού η ΜΚ6 προσδιόρισε ότι η έρευνά της αφορούσε τις διαφορές μεταξύ του αμφισβητούμενου - επιδίκου εγγράφου ασφάλισης και του προτύπου εγγράφου που στάληκε από την ασφάλεια. Επιπλέον, το γεγονός ότι δεν ήταν η ίδια που παρέλαβε τα πιο πάνω έγγραφα δεν επηρεάζει τη μαρτυρία της. Επιπρόσθετα, κρίνω ότι η μάρτυρας εφοδίασε το Δικαστήριο με τα απαραίτητα στοιχειά, ώστε το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει στα δικά του συμπεράσματα σε σχέση με το θέμα της αυθεντικότητας του επιδίκου εγγράφου. Συνεπώς, αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΚ6 για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΚ7 Σε σχέση με τη μαρτυρία του ΜΚ7 παρατηρώ ότι στα κυρία σημεία της δεν έχει αμφισβητηθεί. Συγκεκριμένα δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση του ότι συμβλήθηκε με τον Κατηγορούμενο για να του ετοιμάσει τα απαραίτητα έγγραφα για την εξέταση που θα υποβαλλόταν στο Τ.Ο.Μ. Επίσης, δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση του ότι την επίδικη ημερομηνία ο Κατηγορούμενος του έδωσε τα έγγραφα που τελικά υπέβαλε προς τον αρμόδιο υπάλληλο του Τ.Ο.Μ. Στα εν λόγω έγγραφα συμπεριλαμβανόταν και ασφαλιστήριο έγγραφο, το οποίο του παρέδωσε ο Κατηγορούμενος στα γραφεία του Τ.Ο.Μ. Το ασφαλιστήριο που του παρέδωσε την επίδικη ημερομηνία ήταν το ασφαλιστήριο για το οποίο ενημερώθηκε από τον ΜΚ1 ότι ήταν πλαστό. Το γεγονός ότι δεν θυμόταν την ημερομηνία που έδιδε μαρτυρία στο Δικαστήριο ποιο ήταν το Τεκμήριο που του δόθηκε την επίδικη ημερομηνία δεν επηρεάζει τις πιο πάνω αναφορές, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση. Επιπρόσθετα, το ότι ο ΜΚ1 δεν θυμόταν ποιο ακριβώς ήταν το έγγραφο που του παραδόθηκε την επίδικη ημερομηνία δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του. Άλλωστε είναι λογικά αναμενόμενο κάποιο πρόσωπο με την πάροδο περίπου τριών ετών να αδυνατεί να θυμηθεί κάποιο έγγραφο, το όποιο περιήλθε στην κατοχή του για μικρό χρονικό διάστημα. Συνεπώς, κρίνω ότι η πιο πάνω αδυναμία μνήμης του μάρτυρος δεν επηρεάζει την αξιοπιστία αυτού. Συνακόλουθα, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του ΜΚ7 για την εξαγωγή ευρημάτων. Ευρήματα Υπό το φως των πιο πάνω προχωρώ με τη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης. Ο Κατηγορούμενος συμβλήθηκε με τον XXXXX Αντωνίου για να τακτοποιήσει όλα όσα χρειάζονται, ώστε ο XXXXX Αντωνίου να λάβει μέρος σε εξέταση για εξασφάλιση άδειας οδήγησης. Ο XXXXX Αντωνίου έλαβε μήνυμα στο κινητό του από το Τ.Ο.Μ, στο οποίο αναγραφόταν ότι στις 7.7.2017 είχε διευθετηθεί η εξέτασή του για τη λήψη άδειας οδήγησης. Στις 6.7.2017 ο Κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον XXXXX Αντωνίου και τον ενημέρωσε ότι χρειαζόταν ακόμη € 200 και του ζήτησε να του δώσει το πιο πάνω ποσό στα γραφεία του Τ.Ο.Μ. Την 7η.7.2017 ο Κατηγορούμενος συναντήθηκε με τον XXXXX Αντωνίου στα γραφεία του Τ.Ο.Μ στα Λατσία. Τότε ο Κατηγορούμενος παρέδωσε στον XXXXX Αντωνίου τα αναγκαία έγγραφα για την εξέταση για την άδεια οδήγησης. Μεταξύ των εγγράφων που του παρέδωσε ήταν και έγγραφο που εμφανίζονταν να ήταν ασφαλιστήριο έγγραφο εκδοθέν από την εταιρεία Olympic Insurance Company Ltd. Ο XXXXX Αντωνίου παρέδωσε τα έγγραφα του στον υπάλληλο του Τ.Ο.Μ. Τα εν λόγω έγγραφα περιήλθαν εις γνώση του ΜΚ1 ο οποίος επικοινώνησε με την ασφαλιστική εταιρεία Olympic αποστέλνωντας το επίδικο ασφαλιστήριο έγγραφο. Ο ΜΚ1 ενημερώθηκε από την εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία ότι το επίδικο έγγραφο ήταν πλαστό. Μετά τη παρέλευση περίπου 15 λεπτών ο Αντωνίου κλήθηκε από τον κ. Νικηφόρου, ΜΚ1, στο γραφείο του. Εκεί ενημερώθηκε ότι το ασφαλιστήριο έγγραφο που παρουσίασε ήταν πλαστό. O MK1 παρέδωσε το επίδικο έγγραφο στην Αστυνομία. Ο Κατηγορούμενος ανακρινόμενος τήρησε το δικαίωμα σιωπής που είχε. Το έγγραφο που παρουσιάστηκε στα γραφεία του Τ.Ο.Μ έφερε αριθμό XXXXX5248 και ο όρος 7 αυτού κατέγραφε ότι εκδίδεται «για σκοπούς εξετάσεως απόκτησης άδεια οδήγησης». Επιπρόσθετα, το πιο πάνω έγγραφο φερόταν να ισχύει μόνο για μία ημέρα. Το επίδικο έγγραφο φαίνεται να είχε εκδοθεί προς όφελος του XXXXX Χαραλάμπους και κατονόμαζε ως δικαιούχο οδηγό και τον XXXXX Αντωνίου. Η ασφαλιστική εταιρεία Olympic ουδέποτε εξέδωσε οποιοδήποτε ασφαλιστήριο με τον πιο πάνω αριθμό και ουδέποτε εκδίδει πιστοποιητικά ασφάλισης για διάρκεια μια ημέρας ή για σκοπό εξέτασης απόκτησης άδειας οδήγησης. Νομική Πτυχή Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης της συνδρομής των συστατικών στοιχείων του επίδικου αδικήματος βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας αρχής, η οποία όφειλε να αποδείξει την υπόθεσή της στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 CLR 40. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ότι η αμφιβολία μπορεί να δημιουργηθεί είτε από τη μαρτυρία που υπάρχει είτε από την απουσία μαρτυρίας. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι αποτελεί αξίωμα στο δικαιϊκό μας σύστημα ότι η απόδειξη κάθε στοιχείου που συγκροτεί την κατηγορία βαρύνει την κατηγορούσα αρχή και υποθέσεις αναφορικά με γεγονότα όσο εύλογες και να είναι δεν είναι επιτρεπτές. Κενά, αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Σχετική είναι η απόφαση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363. Περαιτέρω, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ηρακλέους ν. Δήμου Λεμεσού,
(1993)2 Α.Α.Δ. 410, αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη είναι η ενοχή του κατηγορουμένου που συνιστά τη βάση και το περιεχόμενο της εναντίον του κατηγορίας. Η αθωότητα του κατηγορουμένου δεν αποτελεί αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη. Όπως εύστοχα έχει υποδειχθεί από τη Νομολογία, η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης. Η πιο πάνω αρχή χαρακτηρίστηκε ως η πεμπτουσία της ποινικής δίκης στις πρόσφατες αποφάσεις ΧΧ ΧΧ ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 294/2018, ημερομηνίας 19.11.19 και Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 231/2018, ημερομηνίας 19.11.2019. Με γνώμονα τα πιο πάνω θα εξετάσω το κατά πόσο η Κατηγορούσα αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό. Στην υπό κρίση υπόθεση τα επίδικα αδικήματα θεσπίζονται στο άρθρο 37
(2)(β) και (δ) του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου 96 (Ι) 2000. Τα κρίσιμα άρθρου του Νόμου διαλαμβάνουν τα ακόλουθα :
(2)Πρόσωπο το οποίο με πρόθεση να εξαπατήσει- (β) χρησιμοποιεί ή επιτρέπει να χρησιμοποιηθεί από άλλο πρόσωπο πλαστογραφημένο, αλλαγμένο, παραποιημένο ή καταστραμμένο πιστοποιητικό ασφάλισης ή οποιοδήποτε άλλο πιστοποιητικό ή έγγραφο που εκδόθηκε βάσει του Νόμου αυτού ή (δ) καταρτίζει ή έχει στην κατοχή του έγγραφο που ομοιάζει πολύ προς οποιοδήποτε πιστοποιητικό ή έγγραφο που εκδόθηκε βάσει των διατάξεων του Νόμου αυτού ώστε να θεωρηθεί ότι εξαπατεί ή (ε)......., είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες λίρες ή και στις δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής ποινής. Από το λεκτικό της πιο πάνω νομοθετικής διάταξής προκύπτει ότι στην υποπαράγραφο (β) ποινικοποιείται τόσο η χρήση όσο και επίτρεψη χρήσης πλαστογραφημένου ή παραποιημένου πιστοποιητικού ασφάλισης. Ενώ στην υποπαράγραφο (δ) ποινικοποιείται ο καταρτισμός ή η κατοχή έγγραφου που ομοιάζει πολύ με οποιουδήποτε πιστοποιητικό ή έγγραφο που εκδόθηκε βάσει των διατάξεων του Νόμου. Η ουσιώδης διαφορά μεταξύ της υποπαραγράφου (β) και (δ) είναι το ότι η υποπαράγραφος (δ) αναφέρεται μόνο σε πιστοποιητικό ή έγγραφο που εκδόθηκε βάσει του Νόμου. Αντίθετα το πρώτο σκέλος της υποπαραγράφου β αναφέρεται σε χρήση πλαστογραφημένου πιστοποιητικού ασφάλισης. Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, κεντρικής σημασίας είναι η ερμηνεία του όρου πλαστογραφημένο πιστοποιητικό ασφάλισης. Θεμελιακή ως προς την έννοα όρου πλαστό έγγραφο είναι η απόφαση, Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65, όπου στη σελίδα 91 αναφέρονται τα ακόλουθα: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences 29η έκδοση παράγραφος 16-09 τυγχάνει πραγμάτευσης ο όρος « forges» για σκοπούς του παρεμφερούς άρθρου 173
(1)του Αγγλικού Road Traffic Act του 1988. Στο εν λόγω σύγγραμμα καταγράφεται η θέση ότι ο όρος «πλαστογραφεί» σημαίνει τον καταρτισμό εγγράφου ή άλλου αντικειμένου με τρόπο, ώστε πιθανόν χρησιμοποιηθεί ως γνήσιο. Εν πάση περιπτώσει, η ουσία του πράγματος δεν μεταβάλλεται αλλά μπορεί να λεχθεί ότι για σκοπούς του Νόμου πλαστό είναι ένα έγγραφο που λέει ψέματα για τον εαυτό του. Στην πιο πάνω έννοια συμπεριλαμβάνεται και το έγγραφο που καταρτίζεται με τρόπο, ώστε πιθανόν να χρησιμοποιηθεί ως γνήσιο ενώ δεν είναι. Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι το έγγραφο που παρουσιάστηκε στο Τ.Ο.Μ. φέρετο να είναι πιστοποιητικό ασφάλισης εκδοθέν από την εταιρεία Olympic insurance company Ltd. Όμως, το εν λόγω έγγραφο ουδέποτε εκδόθηκε από την εταιρεία Olympic. Συνεπώς, προκύπτει ότι το επίδικο έγγραφο ήταν έγγραφο που εμφανίζετο να είναι πιστοποιητικό ασφάλισης αλλά δεν ήταν και ως εκ τούτου εμπίπτει στην έννοια του πλαστού εγγράφου για σκοπούς του Νόμου. Με βάση τα πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των επιδίκων αδικημάτων. Επειδή τα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 3 ομοιάζουν για σκοπούς πρακτικότητας θα εξετάσω πρώτα το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, ακολούθως το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας και τέλος το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας. Το αδίκημα της πρώτης Κατηγορίας Στην πρώτη κατηγορία ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατήρτισε το επίδικο έγγραφο. Όμως, μέσα από ευρήματα του Δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι σε οποιοδήποτε στάδιο ο Κατηγορούμενος κατήρτισε το επίδικο έγγραφο. Συνακόλουθα, κρίνω ότι δεν αποδειχθεί το αδίκημα της 1ης κατηγορίας. Το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας Σε σχέση με το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας, μέσα και από τη διατύπωση των λεπτομερειών του αδικήματος, διαπιστώνω ότι η βάση του είναι το αδίκημα του άρθρου 37
(2)υποπαράγραφος β. Συγκεκριμένα με τις λεπτομέρειες της τρίτης κατηγορίας αποδίδεται στον Κατηγορούμενο ότι με πρόθεση να εξαπατήσει χρησιμοποίησε πλαστογραφημένο πιστοποιητικό ασφάλισης. Στην υπό κρίση υπόθεση, προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος παρέδωσε στον XXXXX Αντωνίου έγγραφο το οποίο φέρετο να ήταν πιστοποιητικό ασφάλισης ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν και ως εκ τούτου το επίδικο έγγραφο ήταν πλαστογραφημένο. Όμως, για τη καταδίκη του Κατηγορουμένου δεν αρκεί η χρήση πλαστογραφημένου εγγράφου αλλά απαιτείται να το χρησιμοποίησε με πρόθεση να εξαπατήσει. Η πρόθεση εξαπάτησης περιλαμβάνει, κατά λογική αναγκαιότητα, και τη γνώση περί της πλαστότητας του εγγράφου που χρησιμοποιήθηκε. Συνεπώς, το ερώτημα που αναδύεται είναι το κατά πόσο έχει αποδειχθεί το ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι το έγγραφο που χρησιμοποιήθηκε ήταν πλαστό. Η γνώση του Κατηγορουμένου ανάγεται στη πνευματική του λειτουργία και ως εκ τούτου μπορεί να στοιχειοθετηθεί τόσο με άμεση μαρτυρία όσο και με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301 και Φανιέρος v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104. Ιδίως δε το ζήτημα της γνώσης κατά κανόνα συνάγεται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 706. Είναι καλά εμπεδωμένη αρχή ότι η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει σε καταδίκη μόνο όταν η ενοχή αναδύεται ως το μόνο λογικό συμπέρασμα που προκύπτει από τα γεγονότα που αποδείχθηκαν. Θεμελιακές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Fournides v. The Republic
(1986)2 CLR 73 και Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, 120. Επιπρόσθετα, σε ορισμένες περιπτώσεις η γνώση μπορεί να συναχθεί μεσώ της απόδειξης περί εθελοτυφλίας του Κατηγορουμένου. Επί του προκείμενου διαφωτιστική είναι η απόφαση Henry Hodfield v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2002)2 Α.Α.Δ. 414, Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος συμφώνησε έναντι αμοιβής να ετοιμάσει τα αναγκαία έγγραφα, ώστε ο XXXXX Αντωνίου να μπορεί να παρακαθίσει στην εξέταση για λήψη άδειας οδήγησης. Ο Κατηγορούμενος την ημερομηνία που ορίσθηκε η εξέταση του εν λόγω προσώπου, στον χώρο του Τ.Ο.Μ, παρέδωσε το επίδικο πιστοποιητικό ασφάλισης στον εξεταζόμενο. Από τα πιο πάνω είναι προφανές ότι το επίδικο έγγραφο δόθηκε από τον Κατηγορούμενο στον XXXXX Αντωνίου ως μέρος της συμφωνίας μεταξύ των δυο προσώπων και ήταν στα απαραίτητα έγγραφα που ο Κατηγορούμενος ανέλαβε να προμηθεύσει τον εξεταζόμενο. Πέραν των πιο πάνω δεν προκύπτει οτιδήποτε που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε πως το έγγραφο που παρέδωσε στον XXXXX Αντωνίου ήταν πλαστό. Το γεγονός ότι το παρέδωσε δεν οδηγεί στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι γνώριζε περί της πλαστότητας αυτού. Επίσης, το σύνολο των ενώπιον μου γεγονότων δεν έχει τον ειρμό και τη συνοχή που απαιτείται για να οδηγήσει σε εύρημα ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε για την πλαστότητα του επίδικου έγγραφου. Επιπρόσθετα, δεν προκύπτει ότι για τον Κατηγορούμενο ήταν φανερό πως το επίδικο έγγραφο ήταν πλαστό ή ότι υποψιάστηκε την αλήθεια αλλά εθελοτυφλώντας δεν διερεύνησε περισσότερο της γνησιότητα του επίδικου έγγραφου. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση για το επίδικο έγγραφο, ασκώντας το δικαίωμα σιωπής που είχε, δεν μπορεί να επενεργήσει εις βάρος του και να οδηγήσει σε εύρημα ότι αποδείχθηκε η σχετική γνώση. Μάλιστα στην υπό κρίση υπόθεση το επίδικο έγγραφο παρουσιάζεται να είχε εκδοθεί επ' όνοματι συγκεκριμένου προσώπου η εμπλοκή του οποίου δεν έχει διερευνηθεί. Το πιο πάνω κενό σε συνδυασμό με τη μη απόδειξη του προσώπου που κατήρτισε το επίδικο έγγραφο δημιουργεί τουλάχιστον υποβόσκουσα αμφιβολία ως προς το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι το επίδικο έγγραφο ήταν πλαστό. Συνακόλουθα, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό η ενοχή του Κατηγορουμένου στην Τρίτη Κατηγορία. Το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας Η πιο πάνω κατάληξη ως προς τη μη απόδειξη πρόθεσης εξαπάτησης συμπαρασύρει σε απόρριψη και τη δεύτερη κατηγορία. Όμως, ανεξάρτητα με τα πιο πάνω θα απέρριπτα τη δεύτερη και για τους ακόλουθους λόγους. Σε σχέση με το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας διαπιστώνω ότι αυτό θεμελιώνεται στο άρθρο 37
(2)υποπαράγραφος (δ) όπου απαιτείται το επίδικο έγγραφο να ομοιάζει με οποιοδήποτε έγγραφο που έχει εκδοθεί δυνάμει του Νόμου. Στο σημείο αυτό υπενθυμίζεται η βασική ερμηνευτική αρχή ότι όπου το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές, τότε για σκοπούς διακρίβωσης του πραγματικού σκοπού του νομοθέτη, το μόνο αυθεντικό οδηγό αποτελεί το κείμενο του νόμου. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Γεωργίου v. Total Properties Ltd
(2011)1B 1358 και Κ.Ο.Τ. ν. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 86. Έτσι, η χρήση της φράσης «που εκδόθηκε βάσει των διατάξεων του Νόμου αυτού» προϋποθέτει έγγραφο ή πιστοποιητικό που έχει ήδη εκδοθεί. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν υφίσταται μαρτυρία ότι το επίδικο έγγραφο έμοιαζε με έγγραφο που είχε ήδη εκδοθεί βάσει του Νόμου. Επομένως, ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται στη δεύτερη κατηγορία και για αυτό τον λόγο. Κατάληξη Ενόψει των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στο σύνολο των κατηγοριών που αντιμετωπίζει. [Υπ.] ............. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.