ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΣΑΒΒΑ, Αριθμός υπόθεσης: 207/2020, 22/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B202 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αριθμός υπόθεσης: 207/2020 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν ΧΧΧΧΧ ΣΑΒΒΑ Κατηγορούμενος 22 Δεκεμβρίου, 2020 Για κατηγορούσα αρχή: κα Ναθαναήλ Για κατηγορούμενο: κ. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος, παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε τα αδικήματα της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης (άρθρο 3
(1)
(4)περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 και άρθρο 243 Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154) και της απειλής (άρθρο 91Α Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154). Τα αδικήματα διαπράχθηκαν κατά την εξέλιξη ενός περιστατικού που συνέβη στις 17.11.
- Σύμφωνα με τα γεγονότα, όπως τα εξέθεσε στο Δικαστήριο η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, στις 16.11.2019 ο κατηγορούμενος παρέλαβε από την πρώην σύζυγο του το παιδί τους με σκοπό να διανυκτερεύσει μαζί του. Συμφώνησαν όπως της παραδώσει πίσω το παιδί την επόμενη μέρα περί ώρα 1700, στον χώρο στάθμευσης του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Στις 17.11.2019 ο κατηγορούμενος συνάντησε την παραπονούμενη στο σημείο συνάντησης και ο κατηγορούμενος αφαίρεσε από το όχημα του το παιδικό κάθισμα του αυτοκινήτου μαζί με το παιδί για να το βάλει στο όχημα της παραπονούμενης. Όταν την πλησίασε την κλώτσησε με το πόδι του στο αριστερό της πόδι και άρχισαν να συζητούν. Ο κατηγορούμενος ακούμπησε στο έδαφος το κάθισμα του μωρού και με τα χέρια του κτύπησε την παραπονούμενη στο πίσω μέρος του δεξιού της ώμου και της έδωσε ένα χαστούκι στο πρόσωπο στο πλάι του κεφαλιού της. Παριστάμενο πρόσωπο αντιλήφθηκε το περιστατικό και πλησίασε και ρώτησε την παραπονούμενη εάν χρειάζεται βοήθεια. Εκείνη απάντησε ναι και τότε ο παραπονούμενος την απείλησε με τη φράση «μεν με αναγκάσεις να σου φκάλω το πιστόλι». Η παραπονούμενη έβαλε το παιδί τους στο αυτοκίνητο και αποχώρησε. Διευκρίνισε ότι ουδέποτε είδε τον κατηγορούμενο να έχει στην κατοχή του πιστόλι. Ο παριστάμενος ειδοποίησε την αστυνομία και η παραπονούμενη κατήγγειλε το περιστατικό. Την επομένη εξετάστηκε στο Τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και διαπιστώθηκε ότι έφερε κάκωση κεφαλής, δεξιού ώμου και δεξιού γονάτου, χωρίς οστική βλάβη. Όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε για κατάθεση, παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων. Ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη έχουν πλέον ομαλοποιήσει τις σχέσεις τους και επικοινωνούν συχνά για θέματα που αφορούν το ανήλικο παιδί τους. Η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι ένα σημαντικό μετριαστικό στοιχείο. Ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπο που απασχολεί το Δικαστήριο για πρώτη φορά και αυτό του δίδει το δικαίωμα να αναμένει μια πιο επιεική αντιμετώπιση[1]. Κατά την επιλογή του είδους και την επιμέτρηση της ποινής, το Δικαστήριο έχει καθήκον να εξατομικεύσει την ποινή την οποία θα επιβάλει. Πρέπει δηλαδή σε κάθε περίπτωση, να λαμβάνει υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου[2]. Προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου ετοιμάστηκε έκθεση από τις λειτουργό των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, με το περιεχόμενο της οποίας συμφώνησε ο δικηγόρος του. Συνοπτικά σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος είναι σήμερα 33 ετών, διαζευγμένος και πατέρας μιας κόρης 4 ετών. Παντρεύτηκε με την πρώην σύζυγο του το 2011 όμως χώρισαν το
- Η επικοινωνία του με τη θυγατέρα του ρυθμίζεται με διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου, διατηρεί τακτική επαφή με την κόρη του και το παιδί διανυχτερεύει συχνά μαζί του. Ο κατηγορούμενος συνεισφέρει επίσης οικονομικά στην ανατροφή της θυγατέρας του. Ο κατηγορούμενος είναι το δεύτερο παιδί τετραμελούς οικογένειας. Οι γονείς του, 65 ετών σήμερα, διαμένουν και οι δύο σε ίδρυμα φροντίδας ηλικιωμένων. Η μητέρα του πάσχει από Λύκο και ο πατέρας του αντιμετωπίζει σοβαρά καρδιακά προβλήματα. Το κόστος φροντίδας τους το επωμίζεται ο κατηγορούμενος και ο αδερφός του, ο οποίος είναι έγγαμος και έχει δύο ανήλικα παιδιά. Ο κατηγορούμενος, μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας άνοιξε δικό του εστιατόριο το οποίο όμως έκλεισε λόγω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που σχετίζονταν κυρίως με τα προβλήματα υγείας των γονιών του. Μετά από μια περίοδο ανεργίας, από τον Δεκέμβριο 2019 εργάζεται ως αποθηκάριος και οι απολαβές του ανέρχονται σε €854 μηνιαίως. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου εξήγησε ότι όταν έγινε το επίδικο περιστατικό ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη είχαν πρόσφατα χωρίσει. Επέλεξαν να συναντηθούν στο χώρο στάθμευσης του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας γιατί ο κατηγορούμενος θα επισκεπτόταν την μητέρα του που είχε υποβληθεί σε εγχείριση λόγω κατάγματος ισχίου που είχε υποστεί μετά από πτώση. Καθώς οδηγούσε προς το Νοσοκομείο με τη θυγατέρα του, έμαθε από τη θυγατέρα του ότι η πρώην σύντροφος του είχε συνάψει δεσμό με άλλον άντρα. Αναστατώθηκε όταν διαπίστωσε ότι η θυγατέρα του ερχόταν σε επαφή με το νέο σύντροφο της μητέρας της χωρίς τη γνώση και συγκατάθεση του ιδίου. Αυτό, μαζί με την αγωνία που ένιωθε για την υγεία της μητέρας του, είχε ως αποτέλεσμα να απολέσει στιγμιαία τον αυτοέλεγχο του και να αντιδράσει με λανθασμένο τρόπο και να διαπράξει τα αδικήματα που παραδέχτηκε. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου τόνισε ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε είχε όπλο στην κατοχή του. Δέχομαι την εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι τα πιο πάνω δεδομένα και ο τρόπος που εξελίχθηκαν τα γεγονότα δείχνει ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε παρορμητικά κάτω από συναισθηματική φόρτιση[3]. Δεν έχω ενώπιον μου στοιχεία που να δείχνουν ότι ενήργησε με πρόθεση ή προμελέτη, δηλαδή ότι είχε μεταβεί στο χώρο συνάντησης με την παραπονούμενη με σκοπό να διαπράξει τα επίδικα αδικήματα. Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη την παραδοχή του κατηγορούμενου στις κατηγορίες, τόσο στην αστυνομία αλλά και στο Δικαστήριο, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Θεωρώ ότι αυτό δείχνει έμπρακτα τη μεταμέλεια του, την οποία εξέφρασε και στο Δικαστήριο μέσω του δικηγόρου του. Σε συνάρτηση με το λευκό του ποινικό μητρώο ενισχύουν την εντύπωση ότι η παρούσα υπόθεση συνιστά ένα μεμονωμένο περιστατικό. Έχω κατά νου όλα τα πιο πάνω τα οποία ασφαλώς λαμβάνω υπόψη. Παράλληλα όμως σημειώνω ότι το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να επενεργεί με τέτοιο τρόπο ώστε να εξουδετερώνει ή να υποβαθμίζει τη σοβαρότητα των αδικημάτων[4]. Τα αδικήματα που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος είναι αναμφίβολα πολύ σοβαρά. Ενδεικτικές της σοβαρότητας είναι οι προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη (1η κατηγορία, άρθρο 3
(4)περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000) τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 5 χρόνια και/ή πρόστιμο μέχρι Λ.Κ.3.000. Η απειλή (2η κατηγορία, άρθρο 91Α Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154) τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια. Γενικά το αδίκημα της επίθεσης είναι σοβαρό επειδή ενέχει πράξεις που δημιουργούν αίσθημα φόβου και ανασφάλειας στον παραπονούμενο και το κοινό. Στρέφεται ενάντια στην προσωπικότητα, καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του θύματος και πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας[5]. Με τη θέσπιση του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000, ο νομοθέτης έχει προσδώσει σε επιθέσεις που διενεργούνται από ένα μέλος τα οικογένειας προς, αυξημένη σοβαρότητα καθορίζοντας επαυξημένες ποινές. Το γεγονός ότι, στην παρούσα περίπτωση, η βία διενεργήθηκε από ένα μέλος της οικογένειας προς άλλο στην παρουσία της ανήλικης θυγατέρας του πρώην ζεύγους, προσδίδει μια ιδιαίτερη σοβαρότητα[6]. Όπως και το γεγονός ότι η επίθεση διενεργήθηκε σε δημόσιο χώρο και έγινε αντιληπτή από τρίτο πρόσωπο, που εντείνει το αίσθημα της προσβολής που προκαλεί στο θύμα αυτή η συμπεριφορά. Οι αρμόζουσες ποινές σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να είναι αρκούντως αυστηρές ώστε να αντικατοπτρίζουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων αλλά και να λειτουργούν αποτρεπτικά. Με τα δεδομένα που έχω ενώπιον μου, ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή για τα αδικήματα που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος είναι η ποινή της φυλάκισης[7]. Οι διάφοροι μετριαστικοί παράγοντες στους οποίους έχω αναφερθεί δεν μπορούν να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής. Τους λαμβάνω όμως υπόψη σε σχέση με το ύψος της. Σταθμίζοντας όλα όσα έχω προαναφέρει, στη βάση της αρχής της συνολικότητας της ποινής[8], επιβάλλω στον κατηγορούμενο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης: (α) 3 μηνών στην 1η κατηγορία, και (β) 1 μήνα στην 2η κατηγορία. Εξέτασα, όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος του κατηγορούμενου, κατά πόσο το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης[9]. Η διακριτική ευχέρεια που παρέχει στο Δικαστήριο ο Νόμος 95/1972 είναι ευρεία και κατά την άσκηση της μπορεί και πρέπει να λαμβάνει υπόψη διάφορους παράγοντες[10]. Σε αυτή την περίπτωση, θεωρώ ότι είναι ορθό και δίκαιο να δοθεί στον κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Οδηγούμαι σε αυτό το συμπέρασμα λαμβάνοντας υπόψη, κατά κύριο λόγο, τρεις παράγοντες. Ο πρώτος είναι η παραδοχή του κατηγορούμενου, κάτι που μου δείχνει ότι έχει αναγνωρίσει το λάθος του. Αυτή η έμπρακτη έκφραση μεταμέλειας καθιστά, θεωρώ, λιγότερο πιθανό το ενδεχόμενο επανάληψης αυτής της συμπεριφοράς. Ο δεύτερος παράγοντας που λαμβάνω υπόψη είναι οι επιπτώσεις που θα είχε ο εγκλεισμός του κατηγορούμενου στην ανήλικη θυγατέρα του και στους γονείς του. Από τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον μου προκύπτει ότι με τα εισοδήματα από την εργασία του ο κατηγορούμενος συνεισφέρει οικονομικά για την ανατροφή της ανήλικης θυγατέρας του ενώ συνεισφέρει οικονομικά και στην κάλυψη των εξόδων διαμονής των γονέων του σε στέγη φροντίδας ηλικιωμένων. Ο εγκλεισμός του θα είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια της εργασίας του και, αυτόματα θα τον εμπόδιζε να συνεχίσει αυτή τη συνεισφορά. Επιπρόσθετα, διακρίνω ότι διατηρεί στενούς δεσμούς με τη θυγατέρα του, η οποία βρίσκεται σε ηλικία που έχει ανάγκη πατρικής παρουσίας και αγάπης. Ο εγκλεισμός του στη φυλακή θα διατάρασσε τις σημερινές ισορροπίες και θα επηρέαζε δυσμενώς τη μεταξύ τους σχέση. Τέλος, έλαβα υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου. Η καλή διαγωγή που επέδειξε στο παρελθόν ενισχύει το επιχείρημα ότι πρέπει να του δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία. Τα πιο πάνω, κατά την κρίση μου, συνηγορούν στο ότι η επιβληθείσα ποινή πρέπει να ανασταλεί και αναστέλλεται για 3 χρόνια από σήμερα. ............. Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565 [2] Φιλίππου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 [3] Γενικός Εισαγγελέας ν Βίκτωρα Μενελάου Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603 [4] Ιωάννου άλλως Μουσικός v Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286 [5] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) [6] ΓΕ ν. Αεροπόρου
(1997)2 ΑΑΔ 18 [7] Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, σελ. 115-118 [8] Παπαχρίστου ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 62 [9] Άρθρο 3, Ν. 95/1972, Siminoiu v Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583 [10] Demetriou v. R
(1976)2 JSC 386 και Γενικός Εισαγγελέας v Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο