ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Αρ. υπόθεσης: 853/2016, 19/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B190 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 853/2016 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν ΧΧΧΧΧ ΦΥΛΑΚΤΟΥ Κατηγορούμενη 19 Νοεμβρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα Ναθαναήλ Για κατηγορούμενη: κ. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει μια κατηγορία που αφορά το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη (άρθρο 243 Κεφ. 154). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, κατηγορείται ότι «την 21η Ιουνίου 2015 στον Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας στην 'Στέγη Ηλικιωμένων Αγία Μαρίνα' επιτέθηκε εναντίον της ΧΧΧΧΧ Παπαθεοχάρους από τη Λακατάμεια και της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη.» Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής είναι ότι την επίδικη ημέρα, στη Στέγη Ηλικιωμένων, η κατηγορούμενη επιτέθηκε στην παραπονούμενη προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη. Η πλευρά της υπεράσπισης, δέχεται ότι η κατηγορούμενη και η παραπονούμενη, που εργάζονταν ως φροντίστριες στη Στέγη Ηλικιωμένων, είχαν ένα διαπληκτισμό ο οποίος ξεκίνησε όταν η παραπονούμενη προσέγγισε την κατηγορούμενη στις τουαλέτες της Στέγης όπου αυτή φρόντιζε ένοικο. Η θέση της κατηγορούμενης όμως είναι ότι στα πλαίσια αυτού του διαπληκτισμού, η κατηγορούμενη ενεργώντας σε αυτοάμυνα, κτύπησε την παραπονούμενη και ότι η ενέργεια της αυτή ήταν εύλογη και όχι δυσανάλογη υπό τις περιστάσεις. Αρνείται όμως, η υπεράσπιση, ότι η παραπονούμενη υπέστη οποιαδήποτε σωματική βλάβη. Με αυτό το υπόβαθρο, προχωρώ στη μαρτυρία που παρουσιάστηκε κατά την ακρόαση. Προς απόδειξη της υπόθεσης της, η πλευρά της κατηγορούσας αρχής παρουσίασε στο Δικαστήριο τέσσερεις μάρτυρες. Παραθέτω πιο κάτω μια σύντομη αναφορά στη μαρτυρία τους. Επικεντρώνομαι στα σημεία της μαρτυρίας τους που έκρινα ως σημαντικά σε σχέση με τα επίδικα θέματα ή για σκοπούς αξιολόγησης. Πρώτη μάρτυρας ήταν η Αστ. XXXXX Ε. Καρακάννα (ΜΚ1) η οποία κατά τον επίδικο χρόνο ήταν τοποθετημένη στον Αστυνομικό Σταθμό Στροβόλου. Η ΜΚ1 παρουσίασε την κατάθεση της κατηγορούμενης (Τεκμήριο 2) και την γραπτή κατηγορία της (Τεκμήριο 3) για το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Όταν κατηγορήθηκε γραπτώς, η κατηγορούμενη απάντησε «ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Παρενθετικά, πριν προχωρήσω, θα αναφερθώ στο περιεχόμενο της κατάθεσης της κατηγορούμενης (Τεκμήριο 2) που λήφθηκε στις 21.6.
- Σύμφωνα με την κατάθεση, την επίδικη ημέρα γύρω στις 1300 είχε διαπληκτιστεί με την παραπονούμενη Άννα Παπαθεοχάρους στην Στέγη Ηλικιωμένων όπου εργάζονταν και οι δύο ως φροντίστριες. Εξηγώντας πως εξελίχθηκαν τα γεγονότα αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι φρόντιζε ηλικιωμένους στο θάλαμο μαζί με δύο άλλες φροντίστριες όταν την προσέγγισε η παραπονούμενη ΧΧΧΧΧ Παπαθεοχάρους «και άρχισε να μου φωνάζει λέγοντας μου μεταξύ άλλων 'Γιατί μόνο εσύ νομίζεις ότι δουλεύεις δαμέσα; Ποια είσαι εσύ; Είσαι ζηλιάρα. Οι φροντίστριες που ήταν εκεί τη διαβεβαίωσαν ότι δεν είπα τίποτα και τότε εγώ της ζήτησα να σταματήσει και να φύγει και αυτή συνέχισε να φωνάζει. Καθώς περπατούσαμε προς τον διάδρομο και ενώ συνέχισε να φωνάζει της είπα 'δεν φτάνει που σε κάλυψα που ήσουν με sickleave και εργαζόσουν αλλού και δεν είπα τίποτε αυτό είναι το ευχαριστώ; Αφού είσαι έτσι θα το μάθει ο διευθυντής'. Τότε άρχισε να μου φτύνει, με δεκάτιασε και με τράβηξε προς το μέρος της από την ρόπα της δουλείας που φορούσα και τότε εγώ την κτύπησα στο πρόσωπο από την αριστερή μεριά, προσπαθώντας να ξεφύγω. Από τον καυγά που είχαμε προκλήθηκε στην αριστερή πλευρά του μετώπου μου ένα γδάρσιμο περίπου δύο εκατοστών, αλλά δεν πήγα στον γιατρό επειδή δεν έπαθα κάτι σοβαρό. Εγώ αμέσως έφυγα και κάποιες από τις φροντήστριες κράτησαν την ΧΧΧΧΧ για να μην ξαναέρθει προς το μέρος μου». Αυτό είναι το περιεχόμενο της κατάθεσης που είχε δώσει στην Αστυνομία η κατηγορούμενη. Στην κυρίως εξέτασης της η ΜΚ1 ανέφερε επίσης ότι η παραπονούμενη είχε προβεί σε καταγγελία στις 21.6.2015 εναντίον της κατηγορούμενης. Τότε είχε ζητήσει από την αστυνομία να γίνουν συστάσεις προς την κατηγορούμενη. Σε μεταγενέστερο στάδιο επανήλθε και ζήτησε να προχωρήσει την καταγγελία της, όπως και έγινε. Η συγκεκριμένη μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Δεύτερη μάρτυρας ήταν η παραπονούμενη, ΧΧΧΧΧ Παπαθεοχάρους (ΜΚ2). Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της η ΜΚ2 ανέφερε ότι για την υπόθεση είχε δώσει δύο καταθέσεις στην αστυνομία. Η πρώτη κατάθεση (Τεκμήριο 6) δόθηκε την ημέρα που έγινε το επεισόδιο, στις 1620 το απόγευμα. Στην κατάθεση της Τεκμήριο 6 αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι περί τις 1300 της ίδιας μέρας «εγώ πήγα στις τουαλέτες όπου βρισκόταν μια φροντίστρια του ιδρύματος, η ΧΧΧΧΧ Φυλακτού, για να της ζητήσω εξηγήσεις λόγω του ότι την είχα ακούσει να με κατηγορεί για διάφορα θέματα της δουλείας. Τότε ξεκινήσαμε και συζητούσαμε έντονα και κατευθυνθήκαμε συζητώντας προς ένα μικρό σαλονάκι του ιδρύματος. Ενώ στεκόμουν κοντά της και συνεχίζαμε να συζητούμε με έντονο ύφος με χτύπησε δύο φορές με τη γροθιά της στο αριστερό μάγουλο. Εγώ έβαλα στο πρόσωπο μου το χέρι μου να αμυνθώ και τότε άλλες φροντίστριες με τράβηξαν πίσω να με προστατεύσουν.» Συνέχισε λέγοντας ότι μετά το περιστατικό ειδοποίησε τον υπεύθυνο της Στέγης και τον ενημέρωσε τι είχε συμβεί. Ακολούθως μετέβηκε στο Τμήμα Α' Βοηθειών του Απολλώνιου Νοσοκομείου όπου εξετάστηκε από τον Δρ. Παντζιαρά. Καταλήγει στην πρώτη της κατάθεση (Τεκμήριο 6) ότι «στο παρόν στάδιο θέλω να κληθεί στο σταθμό η γυναίκα που με χτύπησε η ΧΧΧΧΧ Φυλακτού και να της γίνει παρατήρηση για να μην επαναληφθεί.» Η ΜΚ2 έδωσε δεύτερη κατάθεση στην αστυνομία στις 15.7.2015 (Τεκμήριο 7) στην οποία αναφέρει ότι «μετά από δεύτερες σκέψεις που έκανα έχω παράπονο από την ΧΧΧΧΧ Φυλακτού για την επίθεση που έκανε προς το άτομο μου όταν με χτύπησε στο πρόσωπο και επιθυμώ την ποινική της δίωξη.» Επιπρόσθετα των όσων αναφέρει στις καταθέσεις της, στην κυρίως εξέταση της η ΜΚ2 εξήγησε ότι μετά το περιστατικό ήταν «σοκαρισμένη ψυχολογικά, δεν ήμουν καλά, δεν το περίμενα ότι θα συνέβαινε αυτό το περιστατικό σε χώρο εργασίας». Στο Απολλώνιο Νοσοκομείο «φάνηκε ότι είχα κάκωση αριστερά κάτω γνάθου». Ο γιατρός που την εξέτασε «μου έδωσε οδηγίες να σιτίζομαι μόνο με υγρά και από φαγητό μπορούσα να φάω σούπες και πουρέ. Στο διάστημα αυτό έχασα και κιλά. Επίσης συνέπεια ήταν ότι σίγουρα δεν θα πήγαινα εργασία, ήμουν στο σπίτι μου, περιορίστηκα και ήμουν με άδεια ασθενείας». Η ΜΚ2 αρνήθηκε ότι είχε προκαλέσει ή επιτεθεί η ίδια στην κατηγορούμενη, ότι την έφτυσε, ότι της φώναξε και ότι την τράβηξε από τη ρόμπα. Πρόσθεσε ότι μια από τις άλλε φροντίστριες που ήταν παρούσες «με έσπρωξε πίσω για να διακοπεί ο καυγάς». Στα πλαίσια της αντεξέτασης ζητήθηκε από τη ΜΚ2 να εξηγήσει την κατάσταση της μετά το περιστατικό. Η ΜΚ2 ανέφερε, μεταξύ άλλων ότι ήταν σοκαρισμένη όσο «σοκαρισμένος πρέπει να είναι κάποιος όταν δέχεται κτυπήματα», «πάρα πολλά σοκαρισμένη, πρώτη φορά μου συμβαίνει αυτό σε χώρο εργασίας», «χάλια, πονούσα», υποστήριξε ότι πρώτη φορά είχε έρθει σε αντιπαράθεση με κάποιο άτομο στη ζωή της. Αμφισβητήθηκε ότι η ψυχολογική κατάσταση της ΜΚ2 ήταν ως την περιέγραψε. Της τέθηκε ότι εάν αυτό ήταν αλήθεια τότε ο διευθυντής και οι υπόλοιπες φροντίστριες δεν θα της επέτρεπαν να οδηγήσει μόνη της για να πάει στο Νοσοκομείο. Η ΜΚ2 διαφώνησε προσθέτοντας ότι «ο διευθυντής έμεινε να εξακριβώσει το περιστατικό, οι φροντίστριες ήταν στον χώρο εργασίας, κάποιες εργάζονταν διπλοβάρδιες», «σχόλασαν οι κοπέλες, έχουν και υποχρεώσεις έχουν και παιδιά». Αναφορικά με τον τρόπο που εξελίχθηκε το περιστατικό και τις προθέσεις της όταν προσέγγισε την κατηγορούμενη στις τουαλέτες του ιδρύματος, η ΜΚ2 ανέφερε ότι «Καταρχήν επήγα στην άλλη πτέρυγα γιατί η υπεύθυνη βάρδιας, βασικά η απογευματινή βάρδυα ενώνεται με την πρωινή, η κατηγορούμενη το ξέρει, λόγω έλλειψης προσωπικού να βοηθήσουμε να βάλουμε τους ενοίκους να ξαπλώσουν. Οι απογευματινές έπρεπε η μια να πάει στην αριστερή πτέρυγα και η άλλη στη δεξιά, όταν ήρθαν οι απογευματινές δεν επήγε καμιά να βοηθήσει την κατηγορούμενη γιατί στο συγκεκριμένο ίδρυμα συνέχεια γίνονταν καυγάδες, έπρεπε να ληφθούν μέτρα από τη διεύθυνση η διεύθυνση ήταν ανύμπορη να λάβει οποιαδήποτε μέτρα. Συνεχώς γίνονταν καυγάδες, γίνονταν συνεδριάσεις και meetings. Έπρεπε να ληφθούν μέτρα, ο διευθυντής δεν λάμβανε κανένα μέτρο.. Τη συγκεκριμένη μέρα η κατηγορούμενη έκανε πρόβλημα στην υπεύθυνη. στην υπεύθυνη βάρδιας ΧΧΧΧΧ Χριστοφίδου ότι δεν επήγε καμία κοπέλα από την απογευματινή βάρδυα να τη βοηθήσει, η υπεύθυνη βάρδιας ΧΧΧΧΧ Χριστοφίδου ήρθε στην άλλη πτέρυγα, ζήτησε βοήθεια από τις κοπέλες του απογεύματος να πάει κάποια να βοηθήσει την κατηγορούμενη, για να βάλει τους ενοίκους να ξαπλώσουν. Είχαν προηγούμενους καυγάδες με την κατηγορούμενη. Δεν ήθελαν να πάνε και μου ζήτησε να πάω εγώ να βοηθήσω, επίσης από η ώρα 0700 μέχρι η ώρα 1300 δεχόμουν συνεχώς κριτική για τη δουλειά μου.» Τέθηκε στην ΜΚ2 ότι η αναφορά της ότι είχε πάει για να βοηθήσει την κατηγορούμενη μετά από οδηγίες από την υπεύθυνη βάρδιας είναι αντίθετη με την αναφορά στην κατάθεση της ότι είχε πάει για να της ζητήσει εξηγήσεις. Η ΜΚ2 διαφώνησε ότι υπάρχει αντίφαση λέγοντα ότι «μπορεί να μην διατυπώθηκαν σωστά», για να προσθέσει αργότερα ότι «όταν είσαι σοκαρισμένη δεν μπορείς να δώσεις με τόση λεπτομέρεια εκείνη την ώρα τη σωστή κατάθεση. Δίνεις κάποιες πληροφορίες και τώρα τα αναλύεις». Πρόσθεσε ότι είχε πάει κατόπιν εντολής από την υπεύθυνη της «για να βοηθήσω, επειδή δεχόμουν συνεχή κριτική όπως και το παράπονο ότι ήθελε κάποια να τη βοηθήσει και δεν πήγαινε καμιά να τη βοηθήσει επειδή μέσα στο ίδρυμα γίνονταν συνέχεια καυγάδες. Επήγα να ρωτήσω γιατί δεχόμουν αυτή την κριτική συν να βοηθήσω.. Επήγα να βοηθήσω και παράλληλα ζήτησα και εξηγήσεις για την κριτική.» Τέθηκε στη μάρτυρα ότι όταν προσέγγισε την κατηγορούμενη στις τουαλέτες της επιτέθηκε λεκτικά και αυτή απάντησε λέγοντας «δεν ήταν λεκτική επίθεση το να ρωτάς τον άλλο, γιατί μου κάνεις κριτική, δεν ήταν λεκτική επίθεση. Το θεωρώ διάλογο». Συμφώνησε ότι ενώ βρίσκονταν στις τουαλέτες η κατηγορούμενη δεν έκανε οποιαδήποτε επιθετική κίνηση προς το μέρος της. Αρνήθηκε ότι η ίδια ανέφερε στην κατηγορούμενη τα όσα εκείνη ισχυρίζεται στην κατάθεση της, Τεκμήριο
- Ερωτήθηκε τότε κατά πόσο «δηλαδή επήγες με φιλικές διαθέσεις να ζητήσεις τον λόγο; Αυτό μου λές;» και απάντησε «ο διάλογος μέσα στον χώρο εργασίας απαγορεύεται;» Αρνήθηκε ότι η ίδια ακολουθούσε την κατηγορούμενη όταν εκείνη κατευθυνόταν στο σαλόνι και συνέχιζε να της ζητά το λόγο και να την προκαλεί. Υποστήριξε ότι η ίδια πρώτη είχε πάει από τις τουαλέτες προς το σαλόνι και ακολούθησε η κατηγορούμενη η οποία «ήρθε να πιάσει άλλο ηλικιωμένο να τον αλλάξει», και τότε «δέχτηκα την επίθεση. Ήταν απέναντι μου και δέχτηκα την επίθεση». Ερωτήθηκε εάν συνέβη κάποιο περιστατικό αναφορικά με απουσία της ιδίας με άδεια ασθενείας. Η ΜΚ2 αρνήθηκε ότι είχε απουσιάσει από την εργασία της στην Στέγη και ενώ είχε δηλώσει ότι η απουσία της οφειλόταν σε λόγους ασθενείας, αυτή εργαζόταν αλλού. Πρόσθεσε ότι είχε απουσιάσει από την εργασία της γιατί ασθενούσε όμως την ίδια περίοδο είχε παρακολουθήσει πρακτική άσκηση σε νοσοκομείο, «ήμουν με άδεια ασθενείας, παράλληλα έκανα την εκπαίδευση μου στο νοσοκομείο και έπρεπε να παρευρίσκομαι, ενώ ήμουν με άδεια ασθενείας, αν η εκπαίδευση στον κλινικό χώρο θεωρείται ώρες εργασίας, υπάρχει σχετικό έντυπο από την εκπαιδεύτρια μου υπογραμμένο.» Δέχτηκε ότι «γενικά ήμουν νευριασμένη με το συγκεκριμένο περιστατικό και γενικά από τον χώρο εργασίας, γιατί είχαμε έναν διευθυντή που δεν λάμβανε μέτρα για τίποτε και ήταν χώρος εργασίας που είχε συνέχεια καυγάδες». Αρνήθηκε όμως ότι η ίδια προέβη σε οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια, «το μόνο που έκανα ήταν να βάλω το χέρι μου το δεξί, μπροστά στο πρόσωπο μου μετά τα κτυπήματα που έφαγα, για να μην φάω άλλα». Τέθηκε στην ΜΚ2 ότι «μόλις της τράβηξες τη ρόμπα, έκανε μια κίνηση πίσω με το χέρι της και σου κτύπησε στο πρόσωπο». Αρνήθηκε λέγοντας ότι «δεν έχω τραβήξει ποτέ την ρόμπα, δεν επιτέθηκα. Δέχτηκα επίθεση. Ευχαριστώ. Της ζητήθηκε να εξηγήσει γιατί ενώ αρχικά είχε ζητήσει από την αστυνομία να γίνουν μόνο συστάσεις στην κατηγορούμενη, στην πορεία άλλαξε ιδέα και ζήτησε την ποινική της δίωξη. Απάντησε ότι της είχε δοθεί χρόνος να σκεφτεί πως ήθελε να προχωρήσει. Ανέφερε επίσης ότι «το ξανασκέφτηκα, στην αρχή είπα θα πάρει το μάθημα της. Μετά είπα δεν είναι μόνο το μάθημα, είναι και η ψυχολογική αποζημίωση, το οικονομικό.» Ερωτώμενη τέλος γιατί επέλεξε να πάει στο Απολλώνιο Νοσοκομείο αντί στο Γενικό ανέφερε ότι στο Γενικό Νοσοκομείο η διαδικασία θα ήταν χρονοβόρα και επειδή είχε ιδιωτική ασφάλεια που θα κάλυπτε τα έξοδα ιδιωτικού νοσοκομείου αποφάσισε να πάει στο Απολλώνιο. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Δρ. ΧΧΧΧΧ Παντζιαράς (ΜΚ3) που κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ιατρός στο Απολλώνιο Νοσοκομείο. Για σκοπούς της υπόθεσης κατέθεσε ότι είχε εξετάσει την παραπονούμενη ΜΚ2 και είχε εκδώσει σχετικά δύο ιατρικά πιστοποιητικά (Τεκμήρια 4 και 5). Ανάφερε ότι κατά την πρώτη επίσκεψη της ΜΚ2 στο Τμήμα Α' Βοηθειών του Απολλώνιου Νοσοκομείου «διαπιστώθηκε ότι είχε κάκωση στην αριστερή κροταφογναθική άρθρωση, στην κάτω γνάθο βασικά και της χορηγήσαμε άδεια ασθενείας για 3 μέρες» (Τεκμήριο 4). Την δεύτερη φορά που εξέτασε την ΜΚ2, στις 22.8.2015 ανάφερε στο πιστοποιητικό που εξέδωσε (Τεκμήριο 5) ότι «Στις 21/6/2015 εξέτασα την κα Άννα Παπαθεοχάρους μετά από αναφερόμενο ξυλοδαρμό. Παραπονέθηκε ότι δέχτηκε κτύπημα στο πρόσωπο. Δεν παρουσίαζε εξωτερικό μωλωπισμό αλλά είχε πόνο και ευαισθησία στην κάτω γνάθο. Έγινε ακτινογραφία που ήταν αρνητική για κάταγμα και της χορηγήθηκε τριήμερη άδεια ασθενείας από 22 έως 24/6/2016». Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ανέφερε ότι «σαν κάκωση στην ιατρική θεωρούμε τον τραυματισμό οποιασδήποτε αιτιολογίας». Σε σχέση με το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού Τεκμήριο 5 ο ΜΚ3 εξήγησε ότι η αναφορά σε πόνο και ευαισθησία ήταν της ίδιας της παραπονούμενης γιατί «δεν είχε προβλήματα που θα μπορούσα να δω ο ίδιος, δηλαδή να έχει εκδορές ή μωλωπισμούς να είναι δηλαδή μελανιασμένη. Ο πόνος είναι ένα υποκειμενικό αίσθημα, δεν μπορώ να τον αξιολογήσω εγώ τον πόνο». Ο ΜΚ3 πρόσθεσε ότι δεν γνώριζε προηγουμένως την παραπονούμενη και δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί οτιδήποτε σε σχέση με την περίπτωση της λόγω του χρόνου που είχε παρέλθει από τότε. Ανέφερε ότι πιθανόν η άδεια ασθενείας να είχε χορηγηθεί γιατί η ΜΚ2 παραπονέθηκε για «πόνο ο οποίος τη δυσκόλευε στην καθημερινότητα της». Τελευταία μάρτυρας ήταν η κα ΧΧΧΧΧ Προκοπίου, φροντίστρια στη Στέγη Ηλικιωμένων (ΜΚ4). Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της υοθέτησε κατάθεση που είχε δώσει στην αστυνομία στις 25.6.2015, Τεκμήριο
- Σε αυτή, ανέφερε ότι την επίδικη μέρα και ώρα ήταν στην πτέρυγα των γυναικών της Στέγης και «άκουσα δυνατές φωνές μέσα στο γηροκομείο. Τότε κατευθύνθηκα μέσα στο διάδρομο και είδα από μακρυά τη ΧΧΧΧ και την ΧΧΧΧΧ που δουλεύουν επίσης στο γηροκομέιο, να συζητούν έντονα μέσα σε ένα μικρό σαλονάκι προς τη πτέρυγα των αντρών. Άρχισα να περπατώ προς το μέρος τους και ενώ ήμουν σε απόσταση είδα την ΧΧΧΧΧ να χτυπά με το χέρι της την ΧΧΧΧΧ στο πρόσωπο. Έτρεξα γρήγορα κοντά τους και το μόνο που πρόφτασα να δω ξανά ήταν την ΧΧΧΧΧ να κτυπά την XXXXX στο πρόσωπο με τη γροθιά της. Εγώ αμέσως έπιασα την ΧΧΧΧΧ και την τράβηξα πίσω και τη μετέφερα στην κουζίνα. Το μάγουλο της ΧΧΧΧΧ, θυμάμαι ήταν το αριστερό ήταν πρισμένο και κόκκινο και της έβαλα πάνω πάγο.» Η ΜΚ4 ανέφερε ότι η σχέση της και με τις δύο συναδέλφους της ήταν η ίδια, χωρίς να έχει πιο στενούς δεσμούς με οποιαδήποτε εξ αυτών. Ανέφερε ότι γνώριζε από προηγουμένως την παραπονούμενη γιατί είχαν ξαναδουλέψει μαζί στο παρελθόν χωρίς όμως να έχουν φιλικούς δεσμούς. Σε σχέση με το περιστατικό, ανάφερε στην κυρίως εξέταση της, ότι είχε δει την κατηγορούμενη να κτυπά την παραπονούμενη στο πρόσωπο δύο φορές, όπως ανέφερε στην κατάθεση της. Κατά την αντεξέταση της η ΜΚ4 ανέφερε ότι δεν ήθελε να έρθει να μαρτυρήσει στο Δικαστήριο και ότι «δεν νιώθω καλά που είμαι εδώ.. Δεν ήθελα να έρθω εδώ. Γιατί έγινε πριν 5 χρόνια ένα συμβάν τζιαι ούτε καν θυμούμαι ακριβώς πως ήταν η κατάσταση και δεν θέλω να έρθω εναντίον ούτε της μιας κοπέλας, ούτε της άλλη, ούτε έχω κάτι με τη μια κοπέλα, ούτε με την άλλη. Απλώς έτυχε να ήμουν εκεί. Δεν θέλω να κατηγορηθεί κανένας, για εμένα εάν με ρωτάτε προσωπικά, εάν είναι αυτό που θέλετε να πω. Ούτε η ΧΧΧΧΧ ούτε η ΧΧΧΧΧ.» Η ΜΚ4 εξήγησε ότι, λόγω του χρόνου που παρήλθε, μόνο αμυδρά ήταν σε θέση να θυμηθεί το περιστατικό. Η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν θυμόταν κατά πόσο είχε συζητήσει την υπόθεση με την παραπονούμενη στις 4 μέρες που είχαν μεσολαβήσει από το περιστατικό μέχρι την ημέρα που έδωσε κατάθεση (Τεκμήριο 9) στην αστυνομία. Αρνήθηκε όμως ότι την είχε καθοδηγήσει η παραπονούμενη αναφορικά με το περιεχόμενο της κατάθεσης της. Τέθηκε στη μάρτυρα ότι το μάγουλο της παραπονούμενης καμία ερυθρότητα παρουσίαζε μετά το περιστατικό. Η μάρτυρας απάντησε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί όμως παρέπεμψε στο περιεχόμενο της κατάθεσης της που έχω παραθέσει πιο πάνω. Δεν γνώριζε επίσης και δεν μπορούσε να θυμηθεί γιατί είχε προκληθεί το επίδικο περιστατικό. Αντεξεταζόμενη σε σχέση με την αναφορά στην κατάθεση της ότι το μάγουλο της παραπονούμενης ήταν κόκκινο και φουσκωμένο, η ΜΚ4 ανέφερε ότι «δεν θυμούμαι ακριβώς όμως εν τζιαι ήταν. απλώς κοκκίνησε λίγο. Δεν είπα ότι ήταν τζιαι σπασμένο ας πούμε» όμως, συνέχισε, δεν μπορούσε να επαναφέρει στη μνήμη της την εικόνα αλλά βασιζόταν στο περιεχόμενο της κατάθεσης της. Επέμενε ότι δεν γνώριζε τι είχε προηγηθεί ή αν η παραπονούμενη είχε επιτεθεί πρώτη στην κατηγορούμενη. Πρόσθεσε ότι «άκουσα φωνές και επήγα προ εκεί, άκουσα φωνές, ίσως να είχαν κάποιο θέμα να λύσουν, δεν μπορώ να ξέρω. Εγώ άκουσα φωνές και επήγα στο μέρος εκεί.» Πέρα τούτου, επανέλαβε, ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί οτιδήποτε και βασιζόταν μόνο στο περιεχόμενο της κατάθεσης της. Αυτή είναι συνοπτικά, η μαρτυρία κατηγορίας που έχει παρουσιαστεί. Όταν η κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της Τεκμήριο
- Παραπέμπω στην συνοπτική αναφορά που κάνω στην κατάθεση της πιο πάνω. Επιπρόσθετα, η κατηγορούμενη αναφέρθηκε σε προηγούμενες διαφορές που είχε με την παραπονούμενη εξηγώντας ότι «βασικά η XXXXX όταν την απόλυσαν από το ίδρυμα εκεί, είχε την εντύπωση ότι εγώ την κατήγγειλα ότι δούλευε και τρίτη δουλειά. Εγώ την κάληφκα, διότι δούλευε στο ίδρυμα που δουλεύω εγώ στο άλλο και νόμιζε ότι την κατήγγειλα και επειδή ζήτησα και βοήθεια ήταν τέσσερις και εμείς ήμασταν δύο κοπέλες και ο παππούς που κρατούσαμε, ήθελε τέσσερις κοπέλες για να μπορέσουμε να τον αλλάξουμε. [Δούλευε γιατί] κάναμε χαρτί εμείς το προσωπικό για να παραμείνει στη δουλειά, υπογράψαμε. Υπογράψαμε το χαρτί και είπε ο διευθυντής να της δώσει ακόμα μια ευκαιρία, για να παραμείνει στη δουλειά.» Αυτό, συνέχισε είχε συμβεί 1-2 μέρες πριν το επίδικο περιστατικό. Εξήγησε ότι θεωρεί πως ο λόγος που η παραπονούμενη προχώρησε με την καταγγελία εναντίον της στην αστυνομία ήταν «γιατί δούλευε και κοντά μου στην άλλη δουλειά και είχε την εντύπωση ότι είμαι φίλες μαζί με την XXXXX και ότι μαζί την καταγγείλαμε». Συνάγω από τα όσα κατέθεσε η κατηγορούμενη ότι η XXXXX είναι τρίτη φροντίστρια με την οποία η παραπονούμενη είχε διαφορές και της απέδιδε ευθύνη για την απόλυση της. Συνέχισε λέγοντας ότι την επίδικη μέρα η ίδια με άλλες φροντίστριες ήταν μαζί με κάποιο ηλικωμένο στις τουαλέτες της Στέγης όταν την προσέγγισε η παραπονούμενη η οποία «ήταν έξαλλη. Φώναζε, τσιριλλούσε. ήταν πολλά νευριασμένη, φώναζε, ήταν εκτός ελέγχου. απειλούσε από τις προηγούμενες φορές ότι θα εκδικηθεί κλπ και είπα εγώ να μην δώσω συνέχεια γι' αυτό προχώρησα [προς το σαλονάκι]». Εξήγησε ότι «ένιωσα ότι απειλούμουν που κοντά της, με τον τρόπο που ήρθε και ξέρω εγώ». Ακολούθως, «μετά τις φωνές εμείς προχωρήσαμε με [δύο άλλες νοσηλεύτριες] γιατί κρατούσαμε τον παππού. Ήταν πάρα πολύ δυνατός ο παππούς, οπότε για να μην μας χτυπήσει έπρεπε να τον κρατούμε 2 άτομα και 3 άτομα ακόμα.» Η παραπονούμενη τους ακολούθησε και «μόλις κάτσαμε τον άρρωστο, ήρθε και με τράβηξε από τη ρόμπα μου από πίσω και φώναζε πάλι και όπως με τράβηξε με έγδαρε και έφτυσεν μου στα μούτρα. Και εγώ από φόβο έκαμα το χέρι μου έτσι [κίνηση από μπροστά προς το πλάι].» Όταν ρωτήθηκε γιατί έκανε την κίνηση με το χέρι της απάντησε «γιατί φοβήθηκα όπως με τράβηξε φοβήθηκα που με εβούραν και που πίσω κλπ κλπ. λέω σου φοβήθηκα και έκαμα τούτη την κίνηση πίσω. Όχι για να της κτυπήσω, απλώς γύρισα φοβήθηκα και έκανα την κίνηση τούτη, δεν ήταν ούτε για να την χτυπήσω ούτε για κανένα άλλο λόγο». Ακολούθως, άλλες φροντίστριες απομάκρυναν την παραπονούμενη και η ίδια αποχώρησε από τη Στέγη. Κατά την αντεξέταση της η κατηγορούμενη αρνήθηκε ότι η ίδια φώναζε προς την παραπονούμενη ή ήταν επιθετική. Υποστήριξε ότι «μόνη της φώναζε, εγώ το μόνο που της είπα ήταν ότι δεν είπα τίποτε και το διαπιστώνουν οι άλλες οι κοπέλες, εγώ δεν είπα τίποτε. Ούτε την κατηγόρησα. Δεν ήθελα να δώσω συνέχεια οπότε την άφησα και φώναζε, λέω να κάνω τη δουλεία μου, είναι ώρα να σχολάσω να φύγω πέρκει δεν γίνει κάτι. Ήρεμη ήμουν, δεν ήθελα να απαντήσω, δεν ήθελα να δώσω συνέχεια. προσπάθησα να φύγω, για να μην έρθω σε σύγκρουση μαζί της.» Σε σχέση με τη μια φορά που δέχτηκε ότι χτύπησε την παραπονούμενη, η κατηγορούμενη ανέφερε «το όπως ήταν και γύρισα με φόβο, όταν με τράβηξε ότι φοβήθηκα και γύρισα το χέρι μου, δεν το έκαμα σκόπιμα ή να την πιάσω.» Αμφισβητήθηκε η θέση της ότι λειτουργούσε σε αυτοάμυνα εκείνη την ώρα και η κατηγορούμενη απάντησε «δεν με τράβηξε απλώς [από την ρόμπα], φώναζε και ούρλιαζε. Όπως γύρισα και τράβησεν με και έγδαρε με, εγώ γύρισα και έφτυσεν μου στα μούτρα, συγγνώμη. Όπως γύρισα έκαμα έτσι [κίνηση με το χέρι]. Εγώ δεν είχα σκοπό ούτε να χτυπήσω, ούτε τίποτε. Εγώ φοβήθηκα ήμουν σε άμυνα». Αναφορικά με τα όσα κατέθεσε η ΜΚ4, η κατηγορούμενη υποστήριξε ότι «ψεύδεται η ΧΧΧΧΧ [ΜΚ4] τότε που έδωσε την κατάθεση της, γιατί ήταν κολλητές και φίλες με την ΧΧΧΧΧ και επήγαν μαζί και έδωσαν κατάθεση. Όπως ακούστηκε από τις άλλες τις κοπέλες και επήρε και την ΧΧΧΧΧ την Μπαχάιμερ μαζί της και την επήρε και στο νοσοκομείο και έχω αποδείξεις πάνω σε τούτο, που ήταν ο διευθυντής που έκαναν παρέα.» Υποστήριξε ακολούθως ότι η ΜΚ4 «και εκείνη είχε προηγούμενα μαζί μου. Γιατί καθόταν και δεν σηκωνόταν και όταν έφτασε στα αφτιά του διευθυντή και της έκανε παρατήρηση, ήρθαν μαζί να μου το κάμουν. ήταν σκηνοθετημένο και τα δύο και αν έχετε αμφιβολία να καλέσετε τον διευθυντή σαν μάρτυρα να δείτε τους χαραχτήρες τους. Δούλεψα 25 χρόνια εκεί και δεν είχα πρόβλημα και όταν ήρθαν οι συγκεκριμένες που ήταν φίλες και επειδή έδιωξαν την άλλη, σκηνοθέτησαν να με διώξουν εμένα, έχω 25 χρόνια υπηρεσία και δεν είχα κανένα πρόβλημα.» Υποστήριξε ότι κατά την εξέλιξη του περιστατικού η παραπονούμενη της προκάλεσε ένα γδάρσιμο αλλά δεν ήθελε να εξεταστεί από γιατρό γιατί «θεώρησα αυτόν τον καυγά που έγινε τζιαμέ τον μικρό καυγά να πάω και αστυνομία και στον γιατρό. Δεν τον θεώρησα καυγά τεράστιο». Αυτή είναι συνοπτικά η μαρτυρία της κατηγορούμενης. Μετά το πέρας της παρουσίασης της μαρτυρίας, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς εξήγησαν στις τελικές τους αγορεύσεις τη θέση τους. Άκουσα και μελέτησα τόσο τις εισηγήσεις τους αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας όσο και τα επιχειρήματα τους για το κατά πόσο αυτή αποδεικνύει ή όχι την υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε. Παρακολούθησα τους μάρτυρες το εδώλιο. Εξέτασα την ποιότητα, εσωτερική συνοχή, συνέπεια και λογική της μαρτυρίας τους. Δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την αντιπαρέβαλα και την εξέτασα στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας[1]. Από τη σύνοψη της μαρτυρία, και όπως έχω επισημάνει πιο πάνω, υπάρχει κοινό έδαφος σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν τα επίδικα θέματα. Για τα στοιχεία της μαρτυρίας σε σχέση με τα οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση ή διαφωνία, δεν απαιτείται η ετυμηγορία του Δικαστηρίου. Συνιστούν μέρος του πραγματικού υπόβαθρου της υπόθεσης. Το ότι συνέβη το επίδικο περιστατικό είναι κοινώς αποδεκτό. Η διαφωνία μεταξύ της κατηγορούσας αρχής και της υπεράσπισης συνίσταται στον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε το περιστατικό, τις ενέργειες της κατηγορούμενης και παραπονούμενης κατά την εξέλιξη του και κατά πόσο στα πλαίσια του περιστατικού η κατηγορούμενη επιτέθηκε στην παραπονούμενη και της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη ή εάν η παραπονούμενη ενήργησε με τέτοιο τρόπο που ανάγκασε την κατηγορούμενη να την κτυπήσει ενώ βρισκόταν σε αυτοάμυνα. Μέσω της διαδικασίας αξιολόγησης, το Δικαστήριο οφείλει να καταλήξει σε συμπέρασμα αναφορικά με την αξιοπιστία της μαρτυρίας που έχει παρουσιαστεί κατά τη δίκη. Ακολούθως, μέσω της μαρτυρίας που θα κριθεί αξιόπιστη και ανάλογα με την αποδεικτική αξία και βαρύτητα που θα της αποδοθεί, το Δικαστήριο πρέπει, εάν αυτό είναι δυνατό, να καταλήξει σε ευρήματα σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Διαφαίνεται από τη σύνοψη της μαρτυρίας ότι οι εκδοχές της παραπονούμενης και κατηγορούμενης αναφορικά με το περιστατικό διαφέρουν. Στα πλαίσια της ποινικής δίκης το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιλέξει ποια από τις δύο εκδοχές είναι πιο πειστική. Οφείλει να διαμορφώσει ανεξάρτητη κρίση για την αξιοπιστία τόσο της παραπονούμενης όσο και της κατηγορούμενης. Θα ξεκινήσω επομένως από την αξιολόγηση της παραπονούμενης, ΜΚ
- Η γενική εικόνα της ως μάρτυρας δεν ήταν θετική. Καθ' όλη τη διάρκεια της αντεξέτασης της εκφραζόταν με σαρκασμό και ειρωνεία και, ενίοτε, με επιθέσεις προς τον συνήγορο υπεράσπισης. Είναι λογικά αναμενόμενο ένας παραπονούμενος σε τέτοιου είδους υποθέσεις να λειτουργεί υπό συναισθηματική φόρτιση όταν δίνει μαρτυρία στο Δικαστήριο και, ειδικότερα, όταν αντεξετάζεται. Όμως, η στάση αυτή της παραπονούμενης ήταν συνεχής και παρέμενε ακόμα και μετά από πολλαπλές παραινέσεις από το Δικαστήριο. Σίγουρα η ειρωνική και σαρκαστική έκφραση της δεν αποτυπώνονται στα πρακτικά της διαδικασίας. Αυτό το οποίο καταγράφηκε ήταν η κυριολεκτική αποτύπωση των απαντήσεων της με αποτέλεσμα η μαρτυρία της, σε γραπτή μορφή, να παρουσιάζει ανακολουθίες σε αρκετά σημεία. Δηλαδή, ενώ σε κάποια σημεία της αντεξέτασης στο γραπτό κείμενο φαίνεται ότι συμφωνεί με θέσεις που της υποβάλλονταν, το ειρωνικό ύφος με το οποίο απαντούσε στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έδειχνε ότι στην πραγματικότητα απέρριπτε τις θέσεις εκείνες. Επειδή όμως ο γραπτός λόγος δεν μπορεί να αποδώσει την ειρωνεία, το κείμενο των πρακτικών παραμένει η συμφωνία που λεκτικά εξέφραζε. Έχοντας παρακολουθήσει την παραπονούμενη στο εδώλιο μπορώ να διακρίνω τα σημεία αυτά της μαρτυρίας της. Σε κάθε περίπτωση, η επιμονή της να αντιμετωπίζει με ειρωνεία και σαρκασμό τη διαδικασία της αντεξέτασης δεν διευκόλυνε το Δικαστήριο στην προσπάθεια του να καταλήξει σε συμπεράσματα για τα πραγματικά γεγονότα και, σίγουρα, δεν βοήθησε την ίδια να δώσει την εντύπωση ότι είναι μάρτυρας που είχε ειλικρινή και γνήσια πρόθεση να καταθέσει την αλήθεια. Επιπρόσθετα, η μαρτυρία της χαρακτηριζόταν από ανακολουθίες και υπερβολές. Ενδεικτικά, ενώ παραδέχτηκε ότι η ίδια είχε προσεγγίσει την κατηγορούμενη για να της ζητήσει εξηγήσεις, ότι ήταν αναστατωμένη και επέμενε να ζητά εξηγήσεις από την κατηγορούμενη προχωρώντας μαζί της από τις τουαλέτες στο σαλονάκι, επέμενε ότι ήταν ήρεμη. Ήταν φανερό από την αντεξέταση της ότι εκτός από τις διαφωνίες της με την κατηγορούμενη είχε έντονες αντιπάθειες και διαφωνίες και με τη διοίκηση της Στέγης. Σε διάφορα σημεία εξέφρασε τη έντονη δυσαρέσκεια της για τον διευθυντή της Στέγης και τον τρόπο με τον οποίο εκτελούσε τα καθήκοντα του αλλά και για τις συχνές αντιπαραθέσεις και διχόνοιες μεταξύ του προσωπικού. Οι προθέσεις που ισχυρίστηκε ότι είχε αναζητώντας, προσεγγίζοντας και ακολουθώντας την κατηγορούμενη, τα έντονα συναισθήματα υπό τα οποία λειτουργούσε και ο βαθμός στον οποίο ήταν ήδη διαταραγμένες οι σχέσεις της με την κατηγορούμενη καθόλου δεν συνάδουν με την εικόνα που προσπάθησε να προβάλει κατά τη μαρτυρία της ότι παρέμεινε ψύχραιμη κατά την εξέλιξη του επεισοδίου και επιδίωξη της ήταν ο διάλογος με την κατηγορούμενη. Δεν έπεισε ότι ήταν ένα αθώο θύμα απρόκλητης και βάναυσης επίθεσης από την κατηγορούμενη. Διάχυτη με υπερβολές ήταν και η περιγραφή της για τα τραύματα που κατ' ισχυρισμό υπέστη συνεπεία του περιστατικού. Υποστήριξε ότι η έκταση των τραυμάτων της ήταν τέτοια που είχε σύσταση από τον γιατρό που την εξέτασε να τρέφεται μόνο με υγρά, σούπες και πουρέ, ένεκα του ότι δεν μπορούσε να φάει είχε χάσει και βάρος μέχρι να αναρρώσει. Κανένα όμως από τα ιατρικά πιστοποιητικά Τεκμήρια 4 και 5, του ΜΚ3 επιβεβαιώνουν αυτούς τους ισχυρισμούς. Συστάσεις για συγκεκριμένο τρόπο σίτισης δεν καταγράφεται ενώ το Τεκμήριο 5 ρητά αναγράφει ότι δεν διαπιστώθηκαν μώλωπες ή εξωτερικές κακώσεις. Εάν τα τραύματα της ήταν ως τα περίγραψε, ακολουθεί λογικά ότι θα υπήρχαν αντίστοιχες διαπιστώσεις στα ιατρικά πιστοποιητικά. Οι ισχυρισμοί αυτοί της παραπονούμενης ήταν ένα ακόμα παράδειγμα της υπερβολής που ήταν διάχυτη στη μαρτυρία της. Εντείνουν την εντύπωση που δημιούργησε ότι δεν ήταν ειλικρινής. Η μαρτυρία της δεν είχε τα χαρακτηριστικά μιας αξιόπιστης και αληθινής μαρτυρίας. Αντίθετα η ποιότητα της ήταν τέτοια που παράπεμπε σε μαρτυρία προσώπου που θέλει να παρουσιάσει γεγονότα με τρόπο που κρίνει ότι είναι επιβαρυντικός μόνο για την κατηγορούμενη και απαλλάσσει την ίδια από οποιαδήποτε ευθύνη. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω διαπιστώσεων, κρίνω ότι θα ήταν ακροσφαλές να αποδεχτώ τη μαρτυρία της παραπονούμενης ως αληθινή και να βασιστώ σε αυτή για να διατυπώσω ευρήματα αναφορικά με τον τρόπο που εξελίχθηκε το επίδικο περιστατικό. Προχωρώ στη ΜΚ1, την οποία θα χαρακτήριζα ως τυπική μάρτυρα. Δεν διαφώτισε επί του επίδικου περιστατικού αφού όλες οι ενέργειες της ήταν μεταγενέστερες. Πρόκειται για μάρτυρα που δεν αντεξετάστηκε και επομένως δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία της όμως, πέραν από τις δικές της ενέργειες τις οποίες περιέγραψε, δεν διαφώτισε σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Επόμενος μάρτυρας είναι ο γιατρός, ΜΚ
- Ο ΜΚ3 δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί το περιστατικό λόγω της παρόδου του χρόνου. Θεωρώ όμως ότι ήταν ένας ανεξάρτητος μάρτυρας, χωρίς συμφέρον στην υπόθεση και δεν διέκρινα πρόθεση να παραπλανήσει. Τον κρίνω, επομένως, ως αξιόπιστο. Ένεκα του ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί το επίδικο περιστατικό, η χρησιμότητα της μαρτυρίας του περιορίζεται στο περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών που εξέδωσε, Τεκμήρια 4 και
- Σε σχέση με τα όσα καταγράφει στα Τεκμήρια 4 και 5, αποδέχομαι τα αντικειμενικά ευρήματα του ιδίου. Αφορούν τη διαπίστωση του για κάκωση, που εξήγησε προφορικά ότι περιλαμβάνει τραυματισμό οποιασδήποτε αιτιολογίας, όπως και τη διαπίστωση του ότι η παραπονούμενη δεν παρουσίαζε εξωτερικό μωλωπισμό και ότι δεν διαπιστώθηκε κάταγμα. Αυτές οι διαπιστώσεις του συνιστούν και δικά μου ευρήματα. Όπως εξήγησε ο ΜΚ3 τα αισθήματα πόνου και ευαισθησίας είναι υποκειμενικά και συνιστούν αναφορές της ίδιας της παραπονούμενης και όχι κάτι για το οποίο ο ίδιος μπορεί να δώσει θετική μαρτυρία. Συνεπώς, αντίστοιχο δικό μου εύρημα για πόνο ή ευαισθησία, δεν μπορεί να υπάρξει με βάση τη δική του μαρτυρία. Εκ των μαρτύρων κατηγορίας παραμένει η ΜΚ
- Ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι η μάρτυρας αυτή δεν ήταν αξιόπιστη. Στάθηκε, μεταξύ άλλων, στις αναφορές της κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί τα γεγονότα ενώ υποστήριξε ότι οι φιλικές σχέσεις της με την παραπονούμενη την καθιστούσαν μεροληπτική σε βαθμό που επηρεάστηκε η αξιοπιστία της. Έχοντας εξετάσει τη συνολική εικόνα της ΜΚ4 στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο που απαντούσε στις ερωτήσεις που της τέθηκαν, τη στάση και τη συμπεριφορά της στο Δικαστήριο αλλά και το περιεχόμενο και ποιότητα της μαρτυρίας της, καταλήγω ότι δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης. Αυτό που ήταν εμφανές παρακολουθώντας την στο εδώλιο του μάρτυρα είναι ότι η διαδικασία της δίκης της ήταν δυσάρεστη. Την ταλαιπωρούσε και στεναχωρούσε η ιδέα ότι με τη μαρτυρία της δυνατό να επιβάρυνε τη θέση είτε της κατηγορούμενης είτε της παραπονούμενης. Αυτή όμως η στάση μάλλον ενίσχυσε παρά ελάττωσε την αξιοπιστία της. Πρόκειται για μάρτυρα που είχε συναίσθηση της σημασίας της μαρτυρίας του και δίσταζε να καταθέσει οτιδήποτε εκτός εάν ήταν απόλυτα σίγουρη για την αλήθεια της. Το γεγονός ότι 5 χρόνια μετά το περιστατικό δεν μπορούσε να θυμηθεί λεπτομέρειες κρίνεται απόλυτα φυσιολογικό και αναμενόμενο. Παράλληλα όμως, η ΜΚ4 υιοθέτησε το περιεχόμενο κατάθεσης που έδωσε μόλις 4 μέρες μετά το επεισόδιο όταν τα γεγονότα ήταν φρέσκα στο μυαλό της. Η προσπάθεια της υπεράσπισης να δείξει ότι μεροληπτούσε υπέρ της παραπονούμενης και είχε δώσει την κατάθεση εκείνη στην αστυνομία με πρόθεση να ενοχοποιήσει την κατηγορούμενη, δεν έπεισε. Η ΜΚ4 εξήγησε με σαφήνεια πως γνώρισε τόσο την κατηγορούμενη όσο και την παραπονούμενη, τις σχέσεις που είχε με τις δύο τους και, πέραν από τις υποβολές της υπεράσπισης για φιλικές σχέσεις με την παραπονούμενη, δεν ήρθαν στο φως γεγονότα που να δείχνουν ότι η σχέση μεταξύ τους ήταν τέτοια που θα μπορούσε να επηρεάσει την ΜΚ4 να δώσει ψευδή ή αναληθή κατάθεση στην αστυνομία και στο Δικαστήριο για να προσπαθήσει να ενοχοποιήσει την κατηγορούμενη. Κρίνω επομένως ότι τα όσα καταγράφονται στην κατάθεση της Τεκμήριο 9 είναι γνήσια, αληθινή και επίκαιρη περιγραφή των όσων είδε και άκουσε αναφορικά με το επίδικο περιστατικό. Ως τέτοια συνιστούν και δικά μου ευρήματα. Έχοντας ολοκληρώσει την αξιολόγηση της μαρτυρίας κατηγορίας προχωρώ στην αξιολόγηση της κατηγορούμενης. Η γενική εικόνα και εντύπωση που δημιούργησε κατά τη μαρτυρία της δεν διαφέρει ουσιωδώς από την εικόνα και εντύπωση που άφησε η παραπονούμενη. Η στάση, εικόνα και περιεχόμενο της μαρτυρίας της είχε τα ίδια χαρακτηριστικά. Όπως και η παραπονούμενη, προσπάθησε και εκείνη να παρουσιάσει τον εαυτό της ως αθώο θύμα απρόκλητης, επίμονης και απειλητικής επιθετικής συμπεριφοράς από την παραπονούμενη. Οι ισχυρισμοί της ότι η ίδια παρέμεινε ψύχραιμη, νηφάλια και αμέτοχη όταν η παραπονούμενη την προσέγγισε και άρχισε ο μεταξύ τους διαπληκτισμός δεν έπεισε. Προσπάθησε να εξηγήσει τις προηγούμενες τους διαφορές προβάλλοντας διάφορους ισχυρισμούς που στόχο είχαν να δείξουν τον κακό χαρακτήρα, την ανηθικότητα και ανειλικρίνεια της παραπονούμενης ενώ η ίδια στωικά εκτελούσε τα καθήκοντα της με αυταπάρνηση ακόμα και όταν η παραπονούμενη εκμεταλλευόταν την καλή της διάθεση και πρόθεση. Ούτε αυτές οι θέσεις ήταν πειστικές. Οι λόγοι που προέβαλε για να υποστηρίξει ότι η ΜΚ4 μεροληπτούσε εναντίον της και ότι ουσιαστικά η ίδια ήταν θύμα μιας σκευωρίας, επίσης δεν ήταν πειστικές. Το σύνολο της μαρτυρίας της παραπέμπει σε άτομο που προσπάθησε να αποπροσανατολίσει από τα γεγονότα που πραγματικά έλαβαν χώρα, να δημιουργήσει αρνητικές εντυπώσεις για την παραπονούμενη, να παρουσιάσει τα γεγονότα με όσο το δυνατό πιο θετικό για την ίδια τρόπο. Το γεγονός όμως παραμένει ότι υπάρχει δική της παραδοχή, τόσο στην κατάθεση της όσο και στη δια ζώσης μαρτυρία της ότι κτύπησε την παραπονούμενη στο πρόσωπο. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας της, καταλήγω ότι θα ήταν ακροσφαλές να την αποδεχτώ ως αληθινή και ειλικρινής και να βασιστώ σε αυτή για να καταλήξω σε ευρήματα. Αυτό ολοκληρώνει την αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε. Η πιο πάνω αξιολόγηση, και ειδικότερα η διαπίστωση ότι ούτε η παραπονούμενη ούτε η κατηγορούμενη ήταν μάρτυρες αξιόπιστοι, επηρεάζει και το εύρος των διαπιστώσεων στις οποίες μπορώ να προβώ αναφορικά με τα αμφισβητούμενα γεγονότα της υπόθεσης. Υπάρχουν όμως, όπως έχω σημειώσει, μη αμφισβητούμενα γεγονότα στα οποία έχω αναφερθεί πιο πάνω που συνθέτουν το πλαίσιο στο οποίο συνέβη το περιστατικό. Επιπρόσθετα από το σύνολο της μαρτυρίας που κρίθηκε αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή, προκύπτει ότι την επίδικη ημέρα η παραπονούμενη και η κατηγορούμενες είχαν ένα έντονο διαπληκτισμό ο οποίος ξεκίνησε όταν και οι δύο βρίσκονταν στις τουαλέτες της Στέγης όπου εργάζονταν και εξυπηρετούσαν ένοικο της Στέγης. Ο διαπληκτισμός ήταν έντονος, φώναζαν και οι δύο, υπήρχε συναισθηματική φόρτιση και θυμός. Ο καυγάς τους συνεχίστηκε και όταν προχώρησαν στο σαλονάκι της Στέγης, με την ίδια ένταση, δυνατές φωνές και νεύρα εκατέρωθεν. Η ΜΚ4, που εργαζόταν σε άλλο μέρος της Στέγης άκουσε τον καυγά και κινήθηκε προς το μέρος τους. Κάποια στιγμή η κατηγορούμενη κτύπησε με το χέρι της την παραπονούμενη στο πρόσωπο. Η ΜΚ4 συνέχισε να πλησιάζει και η κατηγορούμενη κτύπησε για δεύτερη φορά την παραπονούμενη στο πρόσωπο. Η ΜΚ4 τότε και άλλες φροντίστριες που είχαν επίσης πλησιάσει απομάκρυναν την παραπονούμενη. Υπηρχε φούσκωμα και ερυθρότητα στο μάγουλο της παραπονούμενης όπου την είχε κτυπήσει η κατηγορούμενη και η ΜΚ4 της τοποθέτησε πάγο. Αργότερα την ίδια μέρα η παραπονούμενη μετέβη στο Απολλώνιο Νοσοκομείο όπου την εξέτασε ο ΜΚ3 και διαπίστωσε τα αντικειμενικά ευρήματα που καταγράφει στη βεβαίωση Τεκμήριο
- Σε μεταγενέστερο στάδιο εξέδωσε και το ιατρικό πιστοποιητικό Τεκμήριο
- Αυτά είναι τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, στο βαθμό που ήταν εφικτό να διακριβωθούν μέσα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Στη βάση αυτών των ευρημάτων, παραμένει να εξεταστεί εάν η κατηγορούσα αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται η κατηγορούμενη. Όπως ανέφερα στην αρχή, η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει μια κατηγορία για το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη (άρθρο 243, Κεφ. 154). Το αδίκημα συντελείται όταν πρόσωπο «διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη». Από το λεκτικό της συγκεκριμένης διάταξης, συνάγεται ότι για να αποδειχθεί το εν λόγω αδίκημα θα πρέπει ο κατηγορούμενος (α) να διαπράξει επίθεση και (β) συνεπεία της επίθεσης ο παραπονούμενος να έχει υποστεί πραγματική σωματική βλάβη. Σύμφωνα με τη νομολογία, επίθεση διαπράττεται, όταν κατηγορούμενος, παράνομα (unlawfully), προκαλεί σε άλλο πρόσωπο φόβο άσκησης άμεσης βίας (assault) ή όπου ασκεί παράνομα βία σε άλλο πρόσωπο (battery)[2]. Πρόκειται για αδίκημα που δυνατό να διαπραχθεί είτε με πρόθεση ή απερίσκεπτα[3] Τα ευρήματα δεικνύουν ότι η κατηγορούμενη κτύπησε την παραπονούμενη στο πρόσωπο. Συνεπώς άσκησε βία εις βάρος της. Οι ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 254 προνοούν ότι ο όρος «σωματική βλάβη» σημαίνει «σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή, είτε μόνιμη είτε προσωρινή». Στη Georghiades v. Police
(1985)2 CLR 56 αποφασίστηκε ότι επιπόλαια εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα είναι αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 του Κεφ. 154. Δεν είναι ανάγκη ο τραυματισμός να έχει μόνιμο χαρακτήρα ή να είναι τέτοιος που να τον κατατάσσει στη βαριά σωματική βλάβη. Χρειάζεται όμως να διαπιστωθεί ως πραγματικό γεγονός η σωματική βλάβη, η απουσία της οποίας θα κατέτασσε την περίπτωση στο αδίκημα του Άρθρου 242 του Κεφ. 154, για απλή επίθεση[4]. Τα ευρήματα και πάλιν δεικνύουν ότι συνεπεία της επίθεσης που δέχτηκε, η παραπονούμενη παρουσίασε φούσκωμα και κοκκίνισμα (ως η μαρτυρία της ΜΚ4) που συνιστούσαν κάκωση (ως εξήγησε ο ΜΚ3) στο μάγουλό. Αυτά εμπίπτουν στην έννοια της πραγματικής σωματικής βλάβης του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα. Παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο η επίθεση που η κατηγορούμενη είχε διενεργήσει ήταν «παράνομη» (unlawful). Η θέση που προώθησε η πλευρά της υπεράσπισης ήταν ότι η επίθεση δεν ήταν παράνομη γιατί η κατηγορούμενη έδρασε ενώ βρισκόταν σε αυτοάμυνα. Η απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούμενης ουσιαστικά καθορίζει και την τύχη της θέσης αυτής που προέβαλε. Δεν υπάρχουν ευρήματα που να παραπέμπουν στο ότι πράγματι ενεργούσε σε αυτοάμυνα. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η επίθεση διενεργήθηκε στα πλαίσια έντονου καυγά στον οποίο ήταν και οι δύο συμμέτοχες. Δεν διαπιστώνεται έρεισμα που να καθιστά την επίθεση νόμιμη. Άλλα στοιχεία στα ευρήματα ή την μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη που να δημιουργούν λογική αμφιβολία ως προς οποιοδήποτε από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος δεν εντοπίζονται. Ακολουθεί ότι έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται η κατηγορούμενη στον απαιτούμενο βαθμό. Ενόψει των πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην κατηγορία. ............ Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Mustafa ν. Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056 [2] Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 574 [3] R v. Venna [1976] QB 421, R v. Burstow [1998] AC 147 H.L. [4] Αχτάρ ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο