ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. υπόθεσης: 8757/2016, 16/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B199 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 8757/2016 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν ΧΧΧΧΧ ΙΩΑΝΝΟΥ Κατηγορούμενου 16 Δεκεμβρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα Χατζηκωνσταντή Για κατηγορούμενο: κ. Κνώφος Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία, ότι έδωσε ψευδή όρκο (άρθρο 117 Κεφ. 154). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, όπως αναγράφονται το κατηγορητήριο «ο κατηγορούμενος την 19η Ιουνίου 2014 στη Λευκωσία, της Επαρχίας Λευκωσίας προέβη σε ψευδή ένορκο δήλωση και υπέγραψε ενώπιον προσώπου εξουσιοδοτημένου να δεχθεί τέτοια δήλωση, δηλαδή δήλωσε ενόρκως ενώπιον της ΧΧΧΧΧ Νεοκλέους, πρωτοκολλητή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ότι επέδωσε προσωπικά στον ΧΧΧΧΧ Νεοκλέους από το Στρόβολο κλητήριο ένταλμα της αγωγής 2671/2014 ενώ γνώριζε ότι στην πραγματικότητα δεν επέδωσε το πιο πάνω κλητήριο ένταλμα στον προαναφερθέντα ΧΧΧΧΧ Νεοφύτου». Μετά το πέρας της παρουσίασης της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, ο συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του και, συνεπώς, αυτός πρέπει να αθωωθεί σε αυτό το στάδιο, χωρίς να κληθεί να προβάλλει την υπεράσπιση του[1]. Οι αρχές που διέπουν αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας είναι καλά γνωστές και έχουν αναλυθεί και επεξηγηθεί επανειλημμένα στη νομολογία[2]. Σύμφωνα με τη νομολογία, όταν το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον κατηγορούμενου πρέπει να καθοδηγείται από τους ακόλουθους παράγοντες: (α) κατά πόσο ελλείπει μαρτυρία αναφορικά με ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, και (β) κατά πόσο η μαρτυρία κατηγορίας είναι, αντικειμενικά κρινόμενη, τόσο αντινομική ή αναξιόπιστη ώστε κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Ένας κατηγορούμενος δεν πρέπει να καλείται σε απολογία και να συνεχίζει να εκτίθεται στον κίνδυνο καταδίκης εκτός εάν η μαρτυρία κατηγορίας είναι τέτοια που να στοιχειοθετεί εκ πρώτης όψεως ενοχή. Παράλληλα, το Δικαστήριο πρέπει να αποτρέπει την κατάσταση στην οποία ένας κατηγορούμενος να καλείται με την υπεράσπιση του, ενδεχομένως, να καλύψει κενά στη μαρτυρία κατηγορίας. Σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας αφού αυτό είναι κάτι που επιτελείται μόνο στο τέλος μιας δίκης. Το βάρος απόδειξης που πρέπει να αποσείσει η κατηγορούσα αρχή δεν είναι το ίδιο όπως στο τέλος της δίκης αλλά η μαρτυρία πρέπει να είναι τέτοια ώστε, από μια προκαταρτική εκτίμηση, να μπορεί να στηρίξει καταδίκη[3]. Πριν προχωρήσω, θα ήταν χρήσιμο να παραθέσω σε συντομία τη μαρτυρία που παρουσίασε η πλευρά της κατηγορούσας αρχής προς απόδειξη της κατηγορίας. Η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο συνολικά δύο μάρτυρες ενώ μέρος της μαρτυρίας έγινε παραδεχτό για σκοπούς της υπόθεσης. Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης, Αστ. 3101 Κ. Κυριάκου (ΜΚ1). Σύμφωνα με τη μαρτυρία του (Τεκμήριο 1), στις 11.9.2014 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 2) και ακολούθως τον κατηγόρησε γραπτώς (Τεκμήριο 3). Αυτές ήταν οι ενέργειες του σε σχέση με την υπόθεση, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά της υπεράσπισης. Πριν προχωρήσω, να σημειώσω ότι στην κατάθεση που είχε ληφθεί από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 2), αυτός ανέφερε ότι στις 18.6.2014 επισκέφθηκε την οικία του παραπονούμενου στον Στρόβολο για να του επιδώσει το κλητήριο ένταλμα της αγωγής 2671/2014 στην οποία ήταν εναγόμενος. Η κύρια είσοδος ήταν κλειστή και κτύπησε το θυροτηλέφωνο του διαμερίσματος
- Του απάντησε ένας άνδρας ο οποίος μετά κατέβηκε και τον συνάντησε στην είσοδο του κτιρίου και του συστήθηκε ως ο παραπονούμενος. Ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι στη συνέχεια ο ίδιος ενημέρωσε τον παραπονούμενο για τον σκοπό της επίσκεψης του και του έδωσε το κλητήριο ένταλμα. Σύμφωνα με τα όσα ο κατηγορούμενος ανέφερε στην κατάθεση του, ο παραπονούμενος διάβασε το κλητήριο ένταλμα και του είπε ότι δεν θα το παραλάβει και ότι «θα πω ότι την βρήκα [την αγωγή] μέσα στο γραμματοκιβώτιο μου». Ο κατηγορούμενος τότε αποχώρησε αφήνοντας του το κλητήριο ένταλμα. Στις 19.6.2014 προέβη σε ένορκη δήλωση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αναφορικά με την επίδοση της αγωγής. Σε μεταγενέστερο στάδιο ενημερώθηκε από την αστυνομία για την καταγγελία του παραπονούμενου. Όταν το κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς (Τεκμήριο 3) απάντησε «Δεν παραδέχομαι. Εγώ έκανα τη δουλειά μου νομότυπα όπως προνοούν οι θεσμοί και ο νόμος». Μετά τη μαρτυρία του ΜΚ1, παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο και κατέστησαν τεκμήρια για την αλήθεια του περιεχομένου τους, τρεις καταθέσεις άλλων προσώπων. Η μια ήταν η κατάθεση της ΧΧΧΧΧ Μακρίδου, Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Στην κατάθεση της ημερομηνίας 11.9.2014 (Τεκμήριο 4) αναφέρει ότι «έχω υπό τη φύλαξη και κατοχή μου μεταξύ άλλων την αγωγή υπ' αρ. 2671/2014 από την οποία σας παραδίδω πιστό αντίγραφο επίδοσης του ΧΧΧΧΧ Ιωάννου, ιδιώτη επιδότη. Η ένορκη δήλωση επίδοσης μιλά από μόνη της.» Δεύτερη ήταν η κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 11.9.2014 (Τεκμήριο 5) η ΧΧΧΧΧ Νεοκλέους, πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Στην κατάθεση της αναφέρει ότι «την 19.6.2014 ο ιδιώτης επιδότης ΧΧΧΧΧ Ιωάννου ορκίστηκε ενώπιον μου ότι παρέδωσε στον ΧΧΧΧΧ Νεοφύτου την αγωγή με αρ. 2671/2014 προσωπικά. Η ένορκη δήλωση επίδοσης μιλά από μόνη της.» Η τρίτη κατάθεση ήταν η κατάθεση του Αστ. XXXXX Ξ. Ευσταθίου (Τεκμήριο 6) ο οποίος αναφέρει ότι στις 4.7.2014 προσήλθε στον Αστυνομικό Σταθμό Π. Πάφου ο ΧΧΧΧΧ Νεοφύτου και παραπονέθηκε γραπτώς ότι ο επιδότης ΧΧΧΧΧ Ιωάννου ορκίστηκε ψευδώς ότι του επέδωσε κλήση για την αγωγή με αριθμό 2671/
- Δεύτερος μάρτυρας ήταν ο παραπονούμενος ΧΧΧΧΧ Νεοφύτου (ΜΚ2). Ανέφερε ότι εργάζεται στο Υπουργείο Οικονομικών ως Ανώτερος Οικονομικός Λειτουργός στη Διεύθυνση Οικονομικής Διαχείρισης. Μεταξύ άλλων χειρίζεται την πολιτική στέγασης ή ενοικίασης κτηρίων από το κράτος, είναι εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για θέματα ευρωπαϊκής άμυνας, στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας για θέματα συμπαραγωγών οπλικών συστημάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο και είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Κυπριακού Οργανισμού Διαχείρισης Στρατιωτικών Αποθεμάτων Πετρελαιοειδών. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που είχε δώσει στην αστυνομία στις 4.7.2014 (Τεκμήριο 7). Σε αυτήν αναφέρει ότι «Την Παρασκευή 20/06/2014 γύρω στις 18:00 παρέλαβα την αλληλογραφία μου από το γραμματοκιβώτιο της οικίας μου την αγωγή με αριθμό 2671/2014, χωρίς να μου έχει επιδοθεί με τη νενομισμένη διαδικασία επίδοσης. Την Τρίτη 24/06/2014 μετέβηκα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και προέβηκα σε επιθεώρηση του φακέλου της εν λόγω αγωγής. Από την έρευνα διαφάνηκε ότι ο κύριο ΧΧΧΧΧ Ιωάννου που είναι ιδιώτης επιδότης ψευδώς ισχυρίζεται στην ένορκη του δήλωση ότι μου επέδωσε την αγωγή προσωπικά και ότι αρνήθηκα να την παραλάβω και να υπογράψω το σχετικό έγγραφο. Για τον πιο πάνω ιδιώτη έχω παράπονο.» Κατά την κυρίως εξέταση του, παρουσιάστηκε αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής 2671/2014 το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ο παραπονούμενος παρουσίασε επίσης δέσμη αλληλογραφίας που είχε αναφορικά με το θέμα με την Αρχιπρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Τεκμήριο 9). Συγκεκριμένα παρουσίασε επιστολή του ημερομηνίας 24.6.2014 προς την Αρχιπρωτοκολλητή στην οποία αναφέρει ότι «απευθύνομαι προς εσάς και θα ήθελα να υποβάλω καταγγελία αναφορικά με την επίδοση της αγωγής που καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον μου με αριθμό 2671/
- Συγκεκριμένα την Παρασκευή στις 20/6/14 μαζί με την αλληλογραφία μου βρέθηκε στο γραμματοκοβώτιο μου η εν λόγω αγωγή, χωρίς να έχει ακολουθηθεί η νενομισμένη διαδικασία επίδοσης. Ακολούθως μετέβηκα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και προέβηκα σε επιθεώρηση του φακέλου της εν λόγω αγωγής. Από την έρευνα διαφάνηκε ότι ο κύριος ΧΧΧΧΧ Ιωάννου, ιδιώτης επιδότης, ψευδώς ισχυρίζεται στην ένορκη του δήλωση ότι μου επέδωσε την αγωγή προσωπικά και αρνήθηκα να την παραλάβω και να υπογράψω σχετικό έγγραφο.» Η Αρχιπρωτοκολλητής, σε απαντητική της επιστολή ημερομηνίας 30.6.2014, αναφέρει ότι «Η καταγγελία σας αφορά την πιθανότητα διάπραξης ποινικού/ων αδικήματος/μάτων εκ μέρους του συγκεκριμένου επιδότη, την εξέταση του οποίου θα πρέπει να εξετάσει η αστυνομία. Επομένως θα πρέπει να προβείτε σε καταγγελία στο αρμόδιο αστυνομικό τμήμα. Σε περίπτωση που θα καταδικαστεί ο συγκεκριμένος επιδότης από το αρμόδιο Δικαστήριο, σε σχέση με τα αδικήματα στα οποία αναφέρεστε στην επιστολή σας, τότε το θέμα θα επανέλθει στο Ανώτατο Δικαστήριο, για να εξετάσει το ενδεχόμενο της στέρησης του ιδιώτη επιδότη από τη χορηγηθείσα σε αυτόν άδεια.» Κατά την αντεξέταση του ΜΚ2, αμφισβητήθηκε η αλήθεια της εκδοχής του. Συγκεκριμένα, η θέση που προέβαλε η πλευρά της υπεράσπισης ήταν, ουσιαστικά, ότι τα όσα καταλογίζει στον κατηγορούμενο ήταν ένα εφεύρημα για να αποφύγει τις συνέπειες από την επίδοση της αγωγής με την οποία η ενάγουσα εταιρεία αξίωνε εναντίον του ποσό περί τις €7,
- Ο παραπονούμενος διαφώνησε. Εξηγώντας τις διαφορές που είχε με την ενάγουσα εταιρεία στην αγωγή, είπε ότι είχε αναθέσει στην ενάγουσα εταιρεία την εκτέλεση κάποιων οικοδομικών εργασιών στο εξοχικό του και ότι προέκυψαν στην πορεία μεταξύ τους διαφωνίες για ισχυριζόμενες καθυστερήσεις και κακοτεχνίες από την πλευρά του εργολάβου. Πρόσθεσε ότι το ποσό που αξίωνε η ενάγουσα εναντίον του αφορούσε ισχυριζόμενα υπόλοιπα από εκείνο προς τον εργολάβο αλλά ότι και ο ίδιος είχε αξιώσεις εναντίον της ενάγουσας εταιρείας για κακοτεχνίες και καθυστερήσεις στην εκτέλεση του έργου. Αναγνώρισε έγγραφο το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10, στο οποίο καταγράφεται κάποια συνεννόηση του με την ενάγουσα εταιρεία για την επίλυση των μεταξύ τους διαφορών. Τέθηκε στον παραπονούμενο ότι ο λόγος που είχε διακόψει τη συνεργασία του με την ενάγουσα εταιρεία είναι διότι δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις. Ο παραπονούμενος διαφώνησε. Ανέφερε ότι την υπόθεση χειρίζεται δικηγόρος που έχει διορίσει για να τον εκπροσωπήσει στην αγωγή. Τέθηκε στον παραπονούμενο ότι πριν αναθέσει την αγωγή σε δικηγόρο, είχε καταχωρήσει προσωπικά σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία στο Δικαστήριο. Ο παραπονούμενος απάντησε ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί ακριβώς τι είχε κάνει λόγω της παρόδου του χρόνου αναγνώρισε όμως την υπογραφή του σε αντίγραφο σημειώματος εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, που του υποδείχθηκε (Τεκμήριο 12). Πρόσθεσε ότι δεν θυμόταν εάν είχε συζητήσει με το δικηγόρο του τη λήψη μέτρων για παραμερισμό της επίδοσης της αγωγής. Όπως ανέφερε, «Κοιτάξετε, εγώ αποτάθηκα στην Αρχιπρωτοκολλητή η οποία μου είπε ότι με βάση της διαδικασία έπρεπε να κάνω παράπονο στην Αστυνομία. Δεν ήξερα, νόμιζα, η αλήθεια νόμιζα ότι θα γινόταν εσωτερική εξέταση του θέματος και ότι δεν θα έρχετουν στα Δικαστήρια, εντάξει. Με κάλεσαν πριν ένα μήνα μετά από 7 χρόνια, ότι έπρεπε να καταθέσω από του θέματος. Έπρεπε να έρθω Δικαστήριο.» Ανέφερε επίσης ότι «Κοιτάξετε, το παράπονο είναι στη δήλωση τη ψευδή, ότι αρνήθηκα να την παραλάβω και να την υπογράψω, που για εμένα είναι προσβλητικό και το δεύτερο θέμα ήταν σε περίπτωση που χανόταν ή έμπαινε σε λάθος χρηματοκιβώτιο, ήταν να έρθει η μέρα του Δικαστηρίου, εγώ δεν θα γνώριζα τίποτε επί του θέματος και θα εγίνετουν η εκδίκαση εις βάρος μου, ερήμην μου. Αυτά με ενόχλησαν.» Ερωτήθηκε ο παραπονούμενος γιατί περίμενε να περάσουν 10 μέρες από την έρευνα που έκανε στο φάκελο του Δικαστηρίου μέχρι την καταγγελία που υπέβαλε στην Αστυνομία. Τέθηκε ειδικότερα στον παραπονούμενο ότι εάν η καταγγελία του ήταν ειλικρινής τότε θα πήγαινε χωρίς καθυστέρηση στην αστυνομία. Ο παραπονούμενο αρνήθηκε ότι δεν ήταν ειλικρινής. Απάντησε ότι «επειδή είμαι τεχνοκράτης, συνήθως ακολουθούμε κάποια λογική και όταν ρώτησα, όταν διαπίστωσα την ψευδή του δήλωση, τηλεφώνησα στο Ανώτατο Δικαστήριο και μου εξήγησαν ότι πρέπει να απευθυνθώ στην Πρωτοκολλητή και το αναφέρω το γεγονός και έστειλε την επιστολή με το παράπονο μου. Ακολούθως η Πρωτοκολλητής μου απέστειλε επιστολή ότι το θέμα δεν ήταν εσωτερικό, διαδικαστικό, όπως συμβαίνει στη Δημόσια Υπηρεσία, που υπάρχει ποινική διαδικασία και έπρεπε να απευθυνθώ στην Αστυνομία.» Αναφορικά με τα γεγονότα της επίδικης ημέρας, ο παραπονούμενος αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το κτίριο στο οποί διέμενε κατά τον επίδικο χρόνο είναι πολυκατοικία με 5 διαμερίσματα και η κεντρική θύρα της πολυκατοικίας είναι κλειστή. Κάποιος επισκέπτης πρέπει να καλέσει το διαμέρισμα που θέλει από θυορτηλέφωνο και κάθε διαμέρισμα έχει ξεχωριστό αριθμό θυροτηλεφώνου. Το δικό του διαμέρισμα βρίσκεται στο ισόγειο. Σε σχέση με το παράπονο του εναντίον του κατηγορούμενου ανέφερε ότι το κλητήριο ένταλμα «δεν μου το παράδωσε προσωπικά, ούτε αρνήθηκα να το παραλάβω, ούτε υπόγραψα. Και ούτε γνωρίζω τον κύριο Ιωάννου.» Τέθηκε στον παραπονούμενο ότι στην ένορκη δήλωση επίδοσης της αγωγής «πουθενά σας λέω δεν αναφέρεται ότι εσείς αρνηθήκατε να παραλάβετε την αγωγή». Ο παραπονούμενος απάντησε «εγώ διαφωνώ. Εγώ εμμένω στην κατάθεση μου, ότι δεν την έχω παραλάβει ούτε υπόγραψα επί του θέματος, ούτε αρνήθηκα. Να το θέσω αλλιώς. Δεν ήρθε ποτέ στην αντίληψη μου, ούτε ήρθε κάποιος να μου δώσει επίδοση, ούτε αρνήθηκα αν την παραλάβω, ούτε υπόγραψα ότι την παρέλαβα, αυτή είναι η θέση μου.» Τέθηκε στον παραπονούμενο ακολούθως ότι στην ένορκη δήλωση επίδοσης αναφέρεται «'αφήνοντας το στην παρουσία του, άνευ της υπογραφής του', με αναφορά σε εσάς. Ότι άφησε σας στην παρουσία σας, άνευ της υπογραφής σας. Αυτό λέει μόνο, τίποτε άλλο. Οι υπόλοιποι ισχυρισμοί σας δεν είναι αληθείς.» Υποβλήθηκε επίσης στον παραπονούμενο ότι «δεν υπόγραψες γιατί δεν ήθελες να υπογράψεις. Ζητούσες να μην σου κάνουν την επίδοση, ήθελες χατίρι δηλαδή.» Ο παραπονούμενος αρνήθηκε αυτές τις υποβολές. Πρόσθεσε ότι «είναι γελοίο και νομίζω είναι λίγο εξευτελιστικό αυτό που λέτε, γιατί πως θα μπορούσα να γλιτώσω από τη διαδικασία;» Αυτή είναι, συνοπτικά, η μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί μέχρι αυτό το σημείο της δίκης. Επαναλαμβάνω ότι στο παρόν στάδιο δεν γίνεται λεπτομερής αξιολόγηση της μαρτυρίας. Όμως έχω μελετήσει όλη τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε, στο βαθμό που όφειλα και στο βαθμό που αρμόζει για τους περιορισμένους σκοπούς αυτού του σταδίου της διαδικασίας. Προχωρώ να εξετάσω την ουσία της εισήγησης του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η μαρτυρία κατηγορίας δεν στοιχειοθετεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Η εισήγηση του εδράζεται σε δύο σκέλη. Εν πρώτης υποστηρίζει ότι ελλείπει μαρτυρία αναφορικά με συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ειδικότερα ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι έγινε ένορκη δήλωση ενώπιον προσώπου το οποίο είναι εξουσιοδοτημένο να επαγάγει όρκο ενώ δεν έχει παρουσιαστεί η ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο κατηγορούμενος ώστε να μπορεί να εξεταστεί κατά πόσο το περιεχόμενο της είναι ψευδές. Επί αυτών των επιχειρημάτων, παραπέμπω στο περιεχόμενο της κατάθεσης της ΧΧΧΧΧ Νεοκλέους, Τεκμήριο 5, που κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου της. Εκεί η ΧΧΧΧΧ Νεοκλέους περιγράφει τον εαυτό της ως πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος ορκίστηκε ενώπιον της ότι παρέδωσε στον ΧΧΧΧΧ Νεοφύτου την αγωγή με αριθμό 2671/
- Η εξουσία ενός πρωτοκολλητή να ορκίζει και να δέχεται ένορκες δηλώσεις εκπηγάζει από τις πρόνοιες του περί Όρκων Νόμου, Κεφ.
- Είναι αλήθεια ότι η ένορκη δήλωση επίδοσης δεν έχει παρουσιαστεί όμως αναφορές στο περιεχόμενο της υπάρχουν τόσο στο Τεκμήριο 5 όσο και στη μαρτυρία του ΜΚ2 και τα έγγραφα που έχει παρουσιάσει. Επίσης, κατά την αντεξέταση του ΜΚ2 είχε τεθεί από το συνήγορο υπεράσπισης ότι στην «ένορκη δήλωση επίδοσης αναφέρεται «'αφήνοντας το στην παρουσία του, άνευ της υπογραφής του', με αναφορά σε εσάς. Ότι άφησε σας στην παρουσία σας, άνευ της υπογραφής σας. Αυτό λέει μόνο, τίποτε άλλο.» Τόσο αυτή η αναφορά όσο και το περιεχόμενο της κατάθεσης της Πρωτοκολλητού ΧΧΧΧΧ Μακρίδη Τεκμήριο 5 αναφέρουν ότι η ένορκη δήλωση έγινε εγγράφως και περιγράφουν το περιεχόμενο της. Το κατά πόσο ο όρκος είχε δοθεί υπό τέτοιες περιστάσεις ώστε αν είχε δοθεί σε Δικαστική διαδικασία να αναγέται σε ψευδορκία, είναι κάτι που μπορεί να αποφασιστεί μόνο εφόσον αξιολογηθεί η μαρτυρία και διαμορφωθούν ευρήματα ως προς τα γεγονότα. Συνεπώς, δεν συμφωνώ με τη θέση ότι υπάρχει κενό μαρτυρίας αναφορικά με συστατικά στοιχεία του αδικήματος, τόσο έκδηλο ώστε να επιβάλλεται η απόρριψη της υπόθεσης σε αυτό το στάδιο. Θεωρώ ότι έχει παρουσιαστεί μαρτυρία που άπτεται των συστατικών στοιχείων του αδικήματος. Το δεύτερο σκέλος του επιχειρήματος του συνηγόρου υπεράσπισης είναι ότι η μαρτυρία κατηγορίας είναι τόσο αντινομική ή αναξιόπιστη ώστε να πρέπει να απορριφθεί σε αυτό το στάδιο. Ο συνήγορος υπεράσπισης, στην γραπτή του αγόρευση εστιάστηκε στη μαρτυρία του παραπονούμενου ΜΚ2 και υποστήριξε ότι είναι «θνησιγενώς ελαττωματική κατά νόμω». Υποστήριξε, με αναφορές σε συγκεκριμένα αποσπάσματα της μαρτυρίας του ότι ο ΜΚ2 «είχε επιλεκτική μνήμη, ότι απέκρυψε την αλήθεια και ότι προέβη σε μυθοπλασία από κακία εναντίον του Κ. και για να τον εκδικηθεί επειδή ο κατηγορούμενος έκανε τη δουλειά του και του επέδωσε αγωγή». Έχω παραθέσει πιο πάνω μια σύνοψη της μαρτυρίας του ΜΚ
- Όπως σημειώνω στην αρχή της απόφασης μου, σε αυτό το στάδιο δεν γίνεται λεπτομερής αξιολόγηση της μαρτυρίας και δεν εξάγονται συμπεράσματα αναφορικά με την αξιοπιστία της και την αποδεικτική της αξία. Προσεγγίζοντας τη μαρτυρία του ΜΚ2 υπό αυτό το πρίσμα, διαφωνώ ότι ήταν τόσο αντινομική ή αναξιόπιστη που να δικαιολογεί απαλλαγή του κατηγορούμενου σε αυτό το στάδιο. Ενόψει των πιο πάνω, δεν μπορώ να δεχτώ την εισήγηση της υπεράσπισης ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Θεωρώ ότι η μαρτυρία κατηγορίας στοιχειοθετεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Ο κατηγορούμενος καλείται να προβάλλει την υπεράσπιση του. [Επεξήγηση δικαιωμάτων στον κατηγορούμενο] ............ Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]Άρθρο 74
(1)(β), περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 [2]Ενδεικτικά AzinasandanothervPolice
(1981)2 C.L.R. 9, Γενικός Εισαγγελέας ν Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Παναγιώτου κ.α. ν Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191 και Γενικός Εισαγγελέας ν Ανδρέας Δράκος κ.α. Ποινικές Εφέσεις 5-9/12 ημερομηνίας 11.12.2012. Παραπέμπω επίσης στις PracticeNote
(1962)1 AllE.R. 449, RvGalbraith
(1981)2 AllE.R. 1061, Ποινική Δικονομίας στην Κύπρο, Γ. Πική, σελ 198 [3]Σχετική η Γενικός Εισαγγελέας ν Ευστάθιος Θεοδώρου, Ποινική Έφεση 7107/2013, ημερομηνίας 13.2.2002 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο