Διευθύντρια Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. N.A. NICOLAOU TRADING CO LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5172/2016, 22/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B203 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5172/2016 Μεταξύ: Διευθύντρια Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων Κατηγορούσα Αρχή -ν-
- N.A. NICOLAOU TRADING CO LIMITED (Η.Ε.50400)
- XXXXX ΝΙΚΟΛΑΟΥ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 22.12.2020 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Προδρόμου Για τους Κατηγορούμενους: κ. Σ. Σαββίδης Κατηγορούμενος 2: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης αποτελείται από 4 κατηγορίες. Οι κατηγορίες 1 έως 3 αφορούν μόνο την κατηγορούμενη 1 εταιρεία και η κατηγορία 4 αφορά και τους 2 κατηγορούμενους. Οι κατηγορίες 1 και 2 αφορούν το αδίκημα της μη πληρωμής μισθού σε μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό κατά παράβαση των άρθρων 2, 9
(1)και 20 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου αρ. 35(Ι)/2007, η κατηγορία 3 αφορά την παράλειψη αντικατάστασης της ετήσιας άδειας με χρηματική αποζημίωση κατά τον τερματισμό της απασχόλησης κατά παράβαση των άρθρων 8
(2)και 19 του περί της Οργάνωσης του Χρόνου Εργασίας Νόμου αρ. 63(Ι)/2002 και τέλος η κατηγορία 4 αφορά την παράλειψη παρουσίασης οποιουδήποτε αρχείου, πιστοποιητικού, βιβλίου ή άλλου εγγράφου ή στοιχείου που ζητήθηκε από τους κατηγορούμενους να παρουσιάσουν κατά παράβαση των άρθρων 2, 12, 17 και 20
(4)(γ) του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου αρ. 35(Ι)/
- Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία κατηγορείται ότι περί τα τέλη του Ιουνίου και του Ιουλίου του 2015 ως εργοδότρια της κας XXXXX Μαρούση δεν της κατέβαλε μέρος του μισθού της για τους ως άνω μήνες ύψους €250,00 και €322,50 αντίστοιχα (1η και 2η κατηγορία) ούτε το ποσό των €350,22 που αντιστοιχεί σε αντικατάσταση 13 ημερών ετήσιας άδειας που δικαιούταν για το έτος 2015 την οποία δεν χρησιμοποίησε (3η κατηγορία). Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κατηγορούνται ότι από τις 6.9.2016 έως τις 16.9.2016 δεν παρουσίασαν στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λευκωσίας αντίγραφα κατάστασης μισθοδοσίας και αποδείξεις πληρωμής των μισθών της ως άνω υπαλλήλου όπως τους είχε ζητηθεί να πράξουν από αρμόδιο λειτουργό (4η κατηγορία). Η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε 2 μάρτυρες προς απόδειξη της υπόθεσής της. Ο κατηγορούμενος 2 χειρίστηκε προσωπικά την υπόθεσή του μέχρι και του σταδίου της δίκης που ο ίδιος, μετά που αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων, έδωσε μαρτυρία ως εξεταζόμενος μάρτυρας και κάλεσε και 1 μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε η κα XXXXX Βαλιαντή η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της κατέθεσε γραπτή της δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Ισχυρίστηκε ότι εργάζεται ως επιθεωρήτρια στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων του Υπουργείου Εργασίας και ανάμεσα στα καθήκοντά της είναι και η διερεύνηση παραπόνων που προκύπτουν από την παραβίαση της νομοθεσίας αναφορικά με την προστασία των μισθών και της οργάνωσης του χρόνου εργασίας. Στις 22.7.2015 υποβλήθηκε στο Τμήμα της παράπονο από την κα XXXXX Μαρούση η οποία εργαζόταν ως πωλήτρια στην εταιρεία N.A. NICOLAOU TRADING CO LIMITED το οποίο αφορούσε τη μη καταβολή μισθών και ετήσιας άδειας. Η καταγγελία αφορούσε τη μη καταβολή μέρους του μισθού της για τον μήνα Ιούνιο του 2015 ύψους €250,00, μέρος του μισθού για τον μήνα Ιούλιο του 2015 ύψους €322,50 και τη μη καταβολή ετήσιας άδειας 13 ημερών για το έτος 2015 ύψους €350,
- Την 1.9.2015 επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον διευθυντή της κατηγορούμενης 1 εταιρείας κ. XXXXX Νικολάου και τον ενημέρωσε για το παράπονο της κας Μαρούση ο οποίος της ανέφερε ότι της χρωστά μόνο την αναλογία μισθού για τον Ιούλιο του
- Στις 22.8.2016 επικοινώνησε ξανά με τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος της ανέφερε ότι η παραπονούμενη έλαβε τους μισθούς της καθώς και 15 μέρες άδεια. Στις 30.8.2016 η παραπονούμενη της ανέφερε ότι είχε λάβει μόνο 12 μέρες άδεια και €200,00 από το ταμείο για τον Ιούλιο του 2015 και την 1.9.2016 της έστειλε με φαξ τις ώρες τις οποίες εργάστηκε τον Ιούλιο του
- Ισχυρίστηκε επίσης ότι το ποσό των €200,00 που έλαβε η εργοδοτούμενη αφαιρέθηκε από το ποσό το οποίο αναφέρεται στη σχετική κατηγορία. Στις 6.9.2016 η μάρτυρας απέστειλε επιστολή μέσω φαξ στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία με την οποία την καλούσε να καταβάλει τα δεδουλευμένα στην παραπονούμενη και μέχρι τις 16.9.2016 να αποστείλει στο Τμήμα της τις σχετικές αποδείξεις καταβολής των δεδουλευμένων. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής μαζί με την απόδειξη αποστολής της μέσω φαξ κατέθεσε ως τεκμήριο
- Κατά την αντεξέτασή της από τον κατηγορούμενο 2 η Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος 2 επικοινώνησε μαζί της και της ανέφερε ότι η κα Μαρούση πληρώθηκε το ποσό το οποίο ισχυρίστηκε ότι δεν πληρώθηκε. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ζήτησε από τον κατηγορούμενο 2 να τις προσκομίσει τις σχετικές αποδείξεις ότι η εργοδοτούμενη είχε πληρωθεί τους μισθούς της αλλά αυτός δεν τις παρουσίασε. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε η κα XXXXX Μαρούση η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι ήταν υπάλληλος της κατηγορούμενης 1 εταιρείας από τον Γενάρη του 2014 μέχρι τον Ιούλιο του
- Ισχυρίστηκε ότι μετά τον τερματισμό της απασχόλησής της υπέβαλε παράπονο στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων ότι ο εργοδότης της δεν της κατέβαλε μέρος του μισθού της για τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο του 2015 ούτε της πλήρωσε 13 ημέρες άδεια για το ίδιο έτος. Αναγνώρισε ότι το τεκμήριο 1 είναι το γραπτό παράπονο το οποίο υπέβαλε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων και κατέθεσε επίσης ως τεκμήρια 5 και 6 τις αναλυτικές καταστάσεις των αποδοχών της τις οποίες εξασφάλισε από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ισχυρίστηκε ότι το χειρόγραφο σημείωμα το οποίο απέστειλε στην κα Βαλιαντή το ετοίμασε η ίδια και σε αυτό φαίνεται το σύνολο των ωρών που εργάστηκε τον Ιούλιο του
- Ισχυρίστηκε επίσης πως για τον μήνα Ιούνιο έλαβε περίπου €500,00 ενώ για τον Ιούλιο κανένα ποσό καθώς επίσης ότι δεν θυμόταν καλά επειδή είχε περάσει πολύς καιρός και όλες τις πληροφορίες τις είχε καταγράψει αναλυτικά η επιθεωρήτρια εργασίας. Ισχυρίστηκε τέλος ότι μέχρι σήμερα ο εργοδότης της δεν της έχει καταβάλει τα ποσά τα οποία διεκδικεί. Η Μ.Κ.2 κατά την αντεξέτασή της από τον κατηγορούμενο 2 ισχυρίστηκε ότι ξεκίνησε εργασία στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία τον Γενάρη του 2014 και εργάστηκε εκεί μέχρι τις αρχές Ιουλίου
- Στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι εργάστηκε εκεί από τον Αύγουστο του 2014 μέχρι τις 10.7.
- Μετά που η κατηγορούσα αρχή ολοκλήρωσε την παρουσίαση της υπόθεσής της και το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων τους κάλεσε να προβάλουν την υπεράσπισή τους. Ο κατηγορούμενος 2 έδωσε ένορκη μαρτυρία από το εδώλιο του εξεταζόμενου μάρτυρα και κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι συνάντησε την κα Βαλιαντή στο γραφείο της και της προσκόμισε τα έγγραφα. Την ρώτησε κατά πόσο η κα Μαρούση είχε κάποιο παράπονο και του ανέφερε τον ισχυρισμό της τελευταίας ότι είχε απαιτήσεις για τους μισθούς της και για το υπόλοιπο της άδειάς της. Τη συνάντησε ξανά στο γραφείο της και της ξαναπήρε όλα τα έγγραφα για τις ημερομηνίες που η εργοδοτούμενη είχε λάβει άδεια. Ισχυρίστηκε ότι πήγε στο γραφείο της κας Βαλιαντή συνολικά 4 φορές και της παρέδωσε τα έγγραφα τα οποία όμως εκείνη αρνήθηκε να παραλάβει. Ισχυρίστηκε επίσης ότι επισκέφθηκε το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων πάνω από 4 φορές και τους παρέδωσε τα έγγραφα που του είχαν ζητήσει αλλά δεν κράτησε αντίγραφά τους. Κατά την σύντομη αντεξέτασή του ο κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε ότι απέστειλε τα έγγραφα τα οποία του ζητήθηκαν μέσω φαξ αλλά δεν κράτησε τη σχετική απόδειξη αποστολής τους. Ισχυρίστηκε επίσης ότι αντιλήφθηκε ποια έγγραφα του ζητήθηκε να παρουσιάσει και ότι τα εν λόγω έγγραφα τα παρέδωσε ο ίδιος προσωπικά στις 16.9.
- Ως Μ.Υ.1 παρουσιάστηκε στη συνέχεια ο κ. XXXXX Θεοδώρου ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι είναι υπεύθυνος καταστήματος στο βιβλιοπωλείο Νικολάου στο Καϊμακλί από το έτος
- Ισχυρίστηκε ότι η κα XXXXX Μαρούση εργοδοτήθηκε στο βιβλιοπωλείο την 1.7.2014, ότι κατά τον Ιούνιο του 2015 δούλευε μόνο τη μισή ημέρα και ότι στις 10.7.2015 εκείνη έφυγε απροειδοποίητα από την εργασία της. Αναφορικά με τις πληρωμές του ιδίου και της κας Μαρούση ισχυρίστηκε ότι και οι 2 πληρώνονταν από τα λεφτά τα οποία υπήρχαν στο ταμείο και τη σχετική πληρωμή τη σημείωναν στην ημερήσια κατάσταση ταμείου που διατηρούν. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η κα Μαρούση ουδέποτε μέχρι την ημέρα που αποχώρησε από την εργασία της διαμαρτυρήθηκε ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία της χρωστά κάποια λεφτά. Κατέθεσε ως τεκμήριο 7 τις σχετικές καταστάσεις ταμείου και ως τεκμήριο 8 αντίγραφα κάποιων εγγράφων αναφορικά με τις πληρωμές προς την παραπονούμενη. Κατά την αντεξέτασή του ο κ. Θεοδώρου ισχυρίστηκε ότι είναι υπεύθυνος για να ετοιμάζει τη μηνιαία, τριμηνιαία και ετήσια κατάσταση ταμείου στο βιβλιοπωλείο όπου εργάζεται. Οι εν λόγω καταστάσεις υπογράφονται από τον ίδιο και σε αυτές δεν υπάρχει η υπογραφή της παραπονούμενης. Μετά που η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τις θέσεις και εισηγήσεις τους αναφορικά με την παρούσα υπόθεση. Ο κ. Προδρόμου εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι τα επίδικα αδικήματα αποτελούν αδικήματα αυστηρής ευθύνης για τα οποία δεν απαιτείται να αποδειχθεί ένοχη διάνοια (mens rea). Εισηγήθηκε επίσης ότι τα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν από τον κατηγορούμενο 1 και τον μάρτυρά του κ. Θεοδώρου δεν μπορούν να έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική αξία επειδή δεν επιδείχθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας κατά την αντεξέτασή τους για να τοποθετηθούν επί τούτων ούτε και φέρουν την υπογραφή της παραπονούμενης. Ο κ. Σαββίδης από την άλλη εισηγήθηκε ότι από τις καταστάσεις του ταμείου της κατηγορούμενης 1 εταιρείας προκύπτει ότι η εργοδοτούμενη έλαβε μεγαλύτερο μισθό από αυτόν που δικαιούταν κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο του 2015 καθώς επίσης ότι έλαβε 28 ημέρες ετήσια άδεια αντί 25 που δικαιούταν και ως εκ τούτου το παράπονό της ότι δεν την πληρώθηκε δεν είναι βάσιμο. Έχω μελετήσει με προσοχή όσα εισηγήθηκαν, τα έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτά όπου είναι αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου αρ. 35(Ι)/2007 δίδονται οι ακόλουθοι ορισμοί: "εργοδοτούμενος" σημαίνει πρόσωπο που εργάζεται για άλλο πρόσωπο, είτε δυνάμει σύμβασης εργασίας ή μαθητείας, είτε κάτω από τέτοιες περιστάσεις, από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου και ο όρος "εργοδότης" θα ερμηνεύεται ανάλογα και θα περιλαμβάνει την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας· "μισθός" σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές· Το άρθρο 3 του ως άνω νόμου προνοεί ότι οι μισθοί των εργοδοτουμένων πρέπει να πληρώνονται τοις μετρητοίς σε νόμιμο χρήμα και το άρθρο 5 ότι ο μισθός πρέπει να πληρώνεται απευθείας προς τον εργοδοτούμενο. Σύμφωνα με το άρθρο 10
(1)δεν επιτρέπονται αποκοπές ποσών από τον μισθό παρά μόνο για τις 5 περιπτώσεις που ρητά αναφέρονται εκεί. Το άρθρο 12 του ως άνω νόμου προνοεί τα ακόλουθα: 12.-
(1)Ο εργοδότης οφείλει να τηρεί αρχεία στα οποία να φαίνονται, για κάθε εργοδοτούμενο τα στοιχεία σχετικά με τον ακάθαρτο και τον καθαρό μισθό του, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν αποκοπών που έγιναν στο μισθό και τους λόγους για τους οποίους έγιναν οι αποκοπές αυτές.
(2)Τα τηρούμενα δυνάμει του εδαφίου
(1)αρχεία θα πρέπει να φυλάσσονται από τον εργοδότη ή για λογαριασμό του και να είναι διαθέσιμα κατά πάντα εύλογο χρόνο για έλεγχο από Επιθεωρητή ή άλλο λειτουργό, που ορίζεται δυνάμει του άρθρου 13.
(3)Το βάρος της απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο φέρει ο εργοδότης. Το άρθρο 20
(1)του σχετικού νόμου προνοεί ότι εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15.000) ή και στις δύο αυτές ποινές. Το άρθρο 20
(2)προνοεί ότι το Δικαστήριο επιπρόσθετα από τις ποινές που προβλέπονται στο εδάφιο
(1), δύναται, με την καταδίκη του εργοδότη, να εκδώσει και Διάταγμα καταβολής του οφειλόμενου ποσού προς τον εργοδοτούμενο. Το άρθρο 20 του Ν.35(Ι)/2007 προνοεί επίσης τα ακόλουθα:
(4)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(5), οποιοσδήποτε - (α) ., (β) ., (γ) παραλείπει να παρουσιάσει οποιοδήποτε αρχείο, πιστοποιητικό, βιβλίο ή άλλο έγγραφο ή στοιχείο που απαιτείται να παρουσιάσει σύμφωνα με το Νόμο, (δ) ., είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(5)Όταν διαπράττεται αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(4)από νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, κάθε πρόσωπο το οποίο κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος κατέχει θέση συμβούλου, προέδρου, διευθυντή, γραμματέα ή άλλη παρόμοια θέση στο νομικό πρόσωπο ή εμφανίζεται ότι ενεργεί με την ιδιότητα αυτή, θεωρείται ένοχο του ίδιου αδικήματος, εκτός εάν αποδείξει ότι το αδίκημα διαπράχθηκε χωρίς τη συναίνεση ή συνενοχή ή αμέλεια του ιδίου και υπόκειται στην ποινή που προβλέπεται για το αδίκημα αυτό, στο εν λόγω εδάφιο. Στην υπόθεση Ροδοσθένους ν. AQUA MASTERS PLC, Ποινική Έφεση Αρ. 138/2017, ημερομηνίας 4.7.2018, λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το βάρος απόδειξης της καταβολής του μισθού σε εργοδοτούμενο: «Σκοπός βεβαίως θέσπισης του Νόμου είναι η προστασία των εργοδοτουμένων και, πιο συγκεκριμένα, η διασφάλιση του δικαιώματός τους προς λήψη του μισθού και των ωφελημάτων που δικαιούνται με βάση τη συμφωνία που διέπει την εργασιακή τους σχέση. Υπό το πρίσμα αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι το άρθρο 12
(3)του Νόμου προβλέπει περί μετάθεσης του βάρους απόδειξης για την καταβολή του μισθού στους ώμους του εργοδότη». Το άρθρο 8 του περί της Οργάνωσης του Χρόνου Εργασίας Νόμου αρ. 63(Ι)/2002 προνοεί ότι όλοι οι εργαζόμενοι δικαιούνται σε ετήσια άδεια με αποδοχές τουλάχιστο τεσσάρων εβδομάδων σύμφωνα με τους όρους που προβλέπει η νομοθεσία ή οι συλλογικές συμβάσεις ή/και η πρακτική για την απόκτηση του δικαιώματος και τη χορήγηση της άδειας και ότι η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών μπορεί να αντικατασταθεί από χρηματική αποζημίωση μόνο σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης. Τέλος το άρθρο 19 του Ν.63(Ι)/2002 προνοεί ότι εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του ως άνω Νόμου είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι ένα χρόνο ή σε πρόστιμο μέχρι δύο χιλιάδες λίρες ή και στις δύο ποινές μαζί. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Είναι νομολογημένο ότι τα επίδικα θέματα σε μια υπόθεση είναι όσα αποκρυσταλλώνονται από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία και μόνο όσα από αυτά έχουν αμφισβητηθεί. Στην παρούσα υπόθεση δεν αμφισβητήθηκε ότι η κα XXXXX Μαρούση ήταν εργοδοτούμενη της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν ο διευθυντής της. Ό,τι αμφισβητήθηκε ήταν ο ισχυρισμός ότι η παραπονούμενη πληρώθηκε τους μισθούς της για τους επίδικους μήνες και ότι ο κατηγορούμενος 2 παρουσίασε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων τα έγγραφα τα οποία του ζητήθηκε να παρουσιάσει. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε θα γίνει με αποκλειστικό γνώμονα τη σχετικότητά της με τα αμφισβητούμενα επίδικα θέματα ως αυτά αναφέρθηκαν πιο πάνω και έχοντας αυτό κατά νου προχωρώ ευθύς αμέσως σε τούτο. Η Μ.Κ.1 ήταν η αρμόδια λειτουργός να εξετάσει το παράπονο που υποβλήθηκε στο Τμήμα της από την παραπονούμενη ότι δεν πληρώθηκε μέρος του μισθού της για τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο του 2015 καθώς και μέρος της ετήσιας άδειάς της. Κρίνω ότι η μαρτυρία της είχε λογική και συνοχή, δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή της ούτε και αντικρούστηκε από οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία. Κρίνω επίσης ότι λόγω του γεγονότος της άμεσης εμπλοκής της με τα επίδικα θέματα ήταν σε ευνοϊκή θέση να τα θυμάται καλά και να τα μεταφέρει με ικανοποιητική επάρκεια στο Δικαστήριο. Συνεπώς κρίνω ότι η μαρτυρία της αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο να στηριχθώ σε αυτή. Αποδέχομαι τον ισχυρισμό της ότι η εργοδοτούμενη της ανέφερε ότι τον Ιούλιο του 2015 έλαβε από το ταμείο το ποσό των €200,00 για τον μισθό της αφού ο εν λόγω ισχυρισμός επιβεβαιώνεται και από τη σχετική σημείωση την οποία η ίδια η επιθεωρήτρια κατέγραψε στο τεκμήριο
- Δεν αποδέχομαι όμως τον ισχυρισμό της ότι το εν λόγω ποσό αφαιρέθηκε από το ποσό που αναφέρεται στις λεπτομέρειες της 2ης κατηγορίας. Από το χειρόγραφο σημείωμα το οποίο ετοίμασε και απέστειλε σε αυτή η παραπονούμενη προκύπτει ότι μέχρι τις 16.7.2015 η παραπονούμενη εργάστηκε για 64,5 ώρες προς €5,00 την ώρα και ο μισθός που δικαιούταν να λάβει ανερχόταν στο ποσό των €322,
- Συνεπώς εάν πράγματι είχε αφαιρεθεί το ποσό των €200,00 για τον Ιούλιο το οποίο η παραπονούμενη της παραδέχθηκε ότι πληρώθηκε θα παρέμενε υπόλοιπο το ποσό των €122,50 αντί του ποσού των €322,50 που αναφέρεται στη 2η κατηγορία το οποίο είναι και εύρημά μου ότι τελικά πράγματι παρέμεινε οφειλόμενο. Αναφορικά με την Μ.Κ.2 κρίνω ότι και η δική της μαρτυρία είχε λογική και συνοχή, δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή της ούτε και αντικρούστηκε από αντίθετη μαρτυρία παρόλο που σε κάποια σημεία της δεν είναι πειστική για τους λόγους που θα αναφέρω ευθύς αμέσως. Δεν μου διαφεύγει ότι κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι εργοδοτήθηκε από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία τον Γενάρη του 2014 και ότι κατά την αντεξέτασή της άλλαξε τον ισχυρισμό της λέγοντας ότι η εργοδότησή της ξεκίνησε τον Αύγουστο του
- Αποδέχομαι ως αληθή τον ισχυρισμό της ότι η έναρξη της εργοδότησής της έγινε τον Αύγουστο του 2014 αφού αυτό προκύπτει και από την αναλυτική κατάσταση αποδοχών ασφαλισμένου των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο 5 στη διαδικασία η ορθότητά της οποίας δεν αμφισβητήθηκε. Από το εν λόγω τεκμήριο προκύπτει επίσης ότι ο μηνιαίος μισθός της ήταν €700,
- Δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό της ότι ουδέν ποσό μισθού έλαβε για τις ημέρες που εργάστηκε τον Ιούλιο του 2015 γιατί αυτός ο ισχυρισμός είναι αντίθετος με τον ισχυρισμό της Μ.Κ.1 η οποία ισχυρίστηκε ότι η παραπονούμενη της ανέφερε ότι πληρώθηκε για τον εν λόγω μήνα €200,00 τον οποίο για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω αποδέχθηκα ως αληθή. Επί τούτου κρίνω ότι πρέπει να αποδεχθώ τον ισχυρισμό της Μ.Κ.1 αφού η Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε πως λόγω παρέλευσης χρόνου δεν θυμόταν καλά το ακριβές ποσό το οποίο έλαβε και η οποία παρέπεμψε στην Μ.Κ.1 ισχυριζόμενη πως εκείνη κατέγραψε αναλυτικά όλες τις πληροφορίες που η ίδια της είχε μεταφέρει κατά τη διερεύνηση του παραπόνου της. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 κρίνω ότι αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή επειδή δεν είναι λογική και συνακόλουθα ούτε πειστική ούτε και υποστηρίζεται από οποιαδήποτε έγγραφα τα οποία υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης ήταν απαραίτητο να παρουσιαστούν. Ισχυρίστηκε ότι απέστειλε μέσω φαξ προς την αρμόδια λειτουργό του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων τα σχετικά έγγραφα που του ζητήθηκαν αλλά δεν παρουσίασε τη σχετική απόδειξη επειδή, όπως ισχυρίστηκε, δεν κράτησε αντίγραφο. Αυτή η υποχρέωση εναποτίθεται από τον νόμο στον εργοδότη και κατά συνέπεια είναι λογικώς αναμενόμενο ότι ο κατηγορούμενος 2 θα γνώριζε για αυτή την υποχρέωση που είχε ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εργοδότριας εταιρείας. Κρίνω ότι αυτός ο ισχυρισμός δεν είναι λογικός αφού σε περίπτωση που πράγματι είχε αποστείλει τα εν λόγω έγγραφα, που ήταν σημαντικά για την υπόθεσή του αφού θα συνιστούσαν την υπεράσπισή του, θα μεριμνούσε να λάβει και σχετική απόδειξη για την παρουσίασή τους. Κρίνω ότι η μη παρουσίασή τους οφείλεται στο ότι ουδέποτε τα παρουσίασε και όχι στο ότι παρέλειψε να κρατήσει αντίγραφα. Αναφορικά με τον Μ.Υ.1 κρίνω ότι τα έγγραφα που παρουσίασε κατά την κυρίως εξέτασή του δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά επειδή δεν φέρουν υπογραφή ή βεβαίωση ή έστω κάποια ένδειξη ότι η εργοδοτούμενη έλαβε γνώση για αυτά ή ότι συμφωνεί με την ορθότητα όσων καταγράφονται σε αυτά. Κατά την κρίση μου είναι αναγκαίο να υπάρχει κάποια ένδειξη σε τέτοιου είδους έγγραφα ότι ο εργοδοτούμενος τα είδε ή ότι συμφώνησε με όσα καταγράφονται σε αυτά για να αποφεύγεται το ενδεχόμενο τέτοια έγγραφα να καταρτίζονται εκ των υστέρων από τους εργοδότες για σκοπούς παρουσίασής τους στο Δικαστήριο χωρίς να μπορεί να ελεγχθεί ο πραγματικός χρόνος κατάρτισής τους. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία η οποία για τους λόγους τους οποίους ανέφερα πιο πάνω έγινε αποδεκτή καθώς επίσης και τη μαρτυρία η οποία δεν αμφισβητήθηκε τα ακόλουθα είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: η κατηγορούμενη 1 είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών και ο κατηγορούμενος 2 είναι ο διευθυντής της. Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία εργοδότησε την κα XXXXX Μαρούση κατά την περίοδο από τον Αύγουστο του έτους 2014 μέχρι τις 16.7.2015 που η τελευταία αποχώρησε από την εργασία της. Ο μηνιαίος μισθός της ανερχόταν στο ποσό των €700,
- Στις 22.7.2015 η εργοδοτούμενη υπέβαλε παράπονο ότι η εργοδότριά της τής όφειλε 13 ημέρες άδεια για το έτος 2015 και μέρος των μισθών της για τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο του
- Για τον μήνα Ιούνιο δεν της κατέβαλε το ποσό των €250,00 και για τον μήνα Ιούλιο το ποσό των €122,
- Στις 6.9.2016 η Επιθεωρήτρια του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας Λευκωσίας διά επιστολής της η οποία αποστάλθηκε μέσω φαξ ζήτησε από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία να της παρουσιάσει μέχρι τις 16.9.2016 τις αποδείξεις καταβολής των δεδουλευμένων της εργοδοτούμενής της. Η κατηγορούμενη 1 όμως παρέλειψε να της παρουσιάσει τα εν λόγω έγγραφα παρόλο που παρήλθε η σχετική προθεσμία που της έταξε. Από τα πιο πάνω κρίνω πως αποδείχθηκε ότι η Μ.Κ.2 ήταν εργοδοτούμενη της κατηγορούμενης 1 με μηνιαίο μισθό €700,
- Κρίνω επίσης ότι με αυτά η κατηγορούσα αρχή απέσεισε το δικονομικό βάρος που είχε στους ώμους της για να αποδείξει τους ισχυρισμούς της. Κατά συνέπεια το δικονομικό βάρος μετατέθηκε στην κατηγορούμενη 1 να αποδείξει ότι κατέβαλε στην εργοδοτούμενή της το ποσό των €250,00 για τον μήνα Ιούνιο του 2015 και το ποσό των €122,50 για τον μήνα Ιούλιο αντίστοιχα, σύμφωνα με το άρθρο 12
(3)του σχετικού νόμου και το ποσό των €350,22 που αντιστοιχεί σε 13 ημέρες ετήσιας άδειας που η εργοδοτούμενη δικαιούταν για το έτος
- Κρίνω ότι η κατηγορούμενη 1 δεν απέσεισε το βάρος το οποίο μετατέθηκε σε αυτή με αναπόφευκτο αποτέλεσμα την καταδίκη της στις κατηγορίες 1 - 3 τις οποίες αντιμετωπίζει αφού καμία απόδειξη δεν προσκόμισε ότι πράγματι κατέβαλε τα ως άνω ποσά ούτε και οι σχετικοί ισχυρισμοί που προέβαλε έγιναν αποδεκτοί. Απέτυχε να αποδείξει ότι κατέβαλε στην παραπονούμενη τα ως άνω ποσά τα οποία σύμφωνα με τα ευρήματά μου παρέμειναν οφειλόμενα ούτε της πλήρωσε ως χρηματική αποζημίωση τις 13 ημέρες ετήσιας άδειας που δικαιούταν να λάβει μετά την αποχώρησή της από την εργασία της για το έτος
- Κρίνω επίσης ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν προσκόμισαν μαρτυρία ικανή να αποδείξει ότι συμμορφώθηκαν με την κατηγορία 4 δηλαδή ότι παρουσίασαν στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων τις αποδείξεις καταβολής των δεδουλευμένων της παραπονούμενης εντός της προθεσμίας που η αρμόδια λειτουργός τους έδωσε με την εν λόγω επιστολή που τους απέστειλε στις 6.9.
- Ο κατηγορούμενος 2 ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας κρίνεται ένοχος δυνάμει των προνοιών του άρθρου 20
(5)του Ν.35(Ι)/2007 αφού δεν απέδειξε ότι το αδίκημα της 4ης κατηγορίας διαπράχθηκε χωρίς τη συναίνεση ή συνενοχή ή αμέλειά του. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή είχε αποδείξει την υπόθεσή της εναντίον των κατηγορουμένων και συνεπώς κρίνω ένοχη την 1η κατηγορούμενη στις κατηγορίες 1, 2, 3 και 4 και τον 2ο κατηγορούμενο ένοχο στην κατηγορία 4. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο