ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ ν. Τάτσης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17808/2020, 2/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B192 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17808/2020 Μεταξύ: ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ Κατηγορούσας Αρχής εναντίον
- XXXXX Τάτσης, XXXXX 29, XXXXX XXXXX
- XXXXX Δημητρίου, XXXXX 7, XXXXX XXXXX Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 2.12.2020 Μονομερής αίτηση της Κατηγορούσας Αρχής ημερομηνίας 27.10.2020 για έκδοση προσωρινού Διατάγματος Για τον Αιτητή: κ. Στ. Γ. Χριστοδούλου για κ.κ. Γ. Λεοντίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2: κα Χρ. Κότσαπα για κ.κ. Μ. Κορέλης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Ο παραπονούμενος Δήμος στις 27.10.2020 καταχώρησε εναντίον των κατηγορουμένων την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο ιδιωτική ποινική υπόθεση στο κατηγορητήριο της οποίας περιλαμβάνονται 3 κατηγορίες. Οι εν λόγω κατηγορίες βασίζονται στα άρθρα 2, 3
(1)(β), (ε) και (στ), 3
(2)(α), 4 και 20
(1),
(2),
(3)(α) και
(6)του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96 και αφορούν τα αδικήματα της μετατροπής της εγκεκριμένης χρήσης της οικοδομής χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή (1η κατηγορία), της επίτρεψης μετατροπής της εγκεκριμένης χρήσης της οικοδομής (2η κατηγορία) και της ανοχής μετατροπής της εγκεκριμένης χρήσης οικοδομής χωρίς άδεια (3η κατηγορία). Ειδικότερα ο κατηγορούμενος 1 κατηγορείται ότι από τις 28.9.2020 και εντεύθεν ως κάτοχος του καταστήματος με αριθμό 3 στο ισόγειο της οικοδομής επί του τεμαχίου XXXXX, Φ/Σχ. ΧΧΙ/62.Ε.2, τμήμα XXXXX, στην οδό XXXXX εντός των Δημοτικών Ορίων του Δήμου Στροβόλου προέβηκε στη μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης του εν λόγω καταστήματος χωρίς να εξασφαλίσει προηγουμένως πολεοδομική άδεια ή και άδεια οικοδομής από την αρμόδια αρχή. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κατηγορούνται επίσης ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία υπό την ιδιότητά τους ως κάτοχος και ιδιοκτήτης αντίστοιχα του ως άνω καταστήματος με αριθμό 3 επέτρεψαν και ανέχθηκαν τη μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης του εν λόγω τμήματος της οικοδομής χωρίς να εξασφαλίσουν προηγουμένως πολεοδομική άδεια ή και άδεια οικοδομής από την αρμόδια αρχή. Την ίδια ημέρα που ο παραπονούμενος Δήμος καταχώρησε το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης καταχώρησε και την επίδικη μονομερή αίτηση. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε την επίδικη αίτηση στις 30.10.2020 εξέδωσε Διάταγμα σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 20(3Α) του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96 με το οποίο διατάχθηκε η αναστολή κάθε περαιτέρω εργασίας αναφορικά με την επίδικη οικοδομή. Όταν το Διάταγμα επιδόθηκε στους καθ' ων η αίτηση αυτοί καταχώρησαν μία κοινή ένσταση και η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Κανένα από τα πρόσωπα τα οποία ορκίστηκαν στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα δεν αντεξετάστηκε. Η ΕΠΙΔΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στα άρθρα 2, 3, 4, 6 και 20 (3Α) του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στα άρθρα 29
(1)(γ) και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 ΘΘ. 1 - 4, 7, 8 και 9 και στη διακριτική ευχέρεια, πρακτική και νομολογία του Δικαστηρίου και συνοδεύεται από σχετική ένορκη δήλωση του κ. Κυριάκου Καπελλίδη. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: ο ενόρκως δηλών είναι τεχνικός στον Δήμο Στροβόλου και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Οι κατηγορούμενοι υπέβαλαν αίτηση στο Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως για μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης του καταστήματος με αριθμό 3 που βρίσκεται στο ισόγειο της οικοδομής που βρίσκεται στην οδό XXXXX στον Στρόβολο από κατάστημα σε καφετέρια. Το Τμήμα Πολεοδομίας είχε διαπιστώσει ότι στο εν λόγω υποστατικό είχαν αρχίσει οικοδομικές εργασίες χωρίς να εξασφαλιστεί προηγουμένως σχετική άδεια, ότι η πολεοδομική αίτηση δεν υπογραφόταν από τους υπόλοιπους συνιδιοκτήτες και ότι η χρήση δεν ικανοποιούσε τα πρότυπα παροχής χώρων στάθμευσης και στις 21.5.2020 επέδωσε προς τους κατηγορούμενους μέσω ταχυδρομείου Ειδοποίηση Επιβολής δυνάμει του άρθρου 46 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου καλώντας τους να τερματίσουν την αυθαίρετη χρήση της οικοδομής. Στις 28.9.2020 ο κ. Καπελλίδης επισκέφθηκε το κατάστημα 3 που βρίσκεται στο ισόγειο της επίδικης οικοδομής και διαπίστωσε την έναρξη οικοδομικών εργασιών ή/και προσθηκών ή/και μετατροπών και συγκεκριμένα διαπίστωσε την τοποθέτηση ψευδοροφής και φωτιστικών οροφής, κατασκευή ξύλινου πάγκου εργασίας και ανέγερση δωματίου 2 ½ Χ 2 ½ στο πίσω μέρος του καταστήματος. Ισχυρίζεται επίσης ότι προέβηκε σε επανειλημμένες παραστάσεις προς τους υπεύθυνους αντιπροσώπους των κατηγορουμένων να αναστείλουν τις οικοδομικές εργασίες και να συμμορφωθούν με την Ειδοποίηση Επιβολής του Τμήματος Πολεοδομίας οι οποίες όμως δεν τελεσφόρησαν. Ισχυρίζεται επίσης ότι από τη νομική συμβουλή που λαμβάνει από τους δικηγόρους του παραπονούμενου Δήμου πληροφορείται ότι υπάρχουν πολύ σοβαρά θέματα προς εκδίκαση, ότι οι αιτητές έχουν πολύ καλή πιθανότητα επιτυχίας και πως σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθούν μη αναστρέψιμες καταστάσεις ήτοι η ανέγερση ξύλινου πάγκου εργασίας, δωματίου στο πίσω μέρος της οικοδομής και άλλες οικοδομικές εργασίες και αλλαγή χρήσης του υποστατικού χωρίς να εξασφαλιστούν εκ των προτέρων οι αναγκαίες άδειες. Ισχυρίζεται επίσης ότι η συνέχιση των οικοδομικών εργασιών χωρίς να υπάρχουν οι αναγκαίοι έλεγχοι από τις αρμόδιες υπηρεσίες καθιστούν το θέμα επείγον καθώς υπάρχει κίνδυνος ατυχήματος. Οι κατηγορούμενοι συνεχίζουν τις παράνομες εργασίες αρνούμενοι να συμμορφωθούν με την Ειδοποίηση Επιβολής του Τμήματος Πολεοδομίας και ως εκ τούτου είναι αναγκαία η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αναστολής κάθε οικοδομικής εργασίας στο επίδικο κατάστημα. Η ΕΝΤΑΣΗ Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν κοινή ένσταση με την οποία προβάλλουν 6 λόγους για την απόρριψη της παρούσας αίτησης. Ισχυρίζονται μεταξύ άλλων ότι δεν συντρέχει ο δικαιοδοτικός όρος τους κατεπείγοντος ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος μονομερώς, ότι οι αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια καθότι απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη έγγραφα και στοιχεία, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία επειδή δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ούτε πιθανότητα επιτυχίας ούτε κατέδειξαν ότι θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση μη απολυτοποίησης του επίδικου διατάγματος. Ισχυρίζονται επίσης ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και εκδικητική και εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς και ότι με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος επιτυγχάνονται εμμέσως οι τελικές θεραπείες. Η ένσταση στηρίζεται μεταξύ άλλων στα άρθρα 2, 3, 4, 6 και 20
(1)(3Α) του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στα άρθρα 23, 24, 29, 30, 31, 32 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 ΘΘ. 1 - 9 και Δ.64, στον περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμο 90/1972, στον περί Δήμων Νόμο 111/1985, στην πρακτική, νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και συνοδεύεται από σχετικές ένορκες δηλώσεις του κ. XXXXX Τάτση και της κας XXXXX Δημητρίου. Ο κ. Τάτσης με την ένορκή του δήλωση η οποία αποτελείται από 8 σελίδες και έχει επισυνημμένα σε αυτή 8 τεκμήρια ισχυρίζεται ότι στις 24.1.2020 ενοικίασε το εν λόγω κατάστημα για να δημιουργήσει μια οικογενειακή επιχείρηση ήτοι ένα σνακ μπαρ / καφεκοπτείο. Μόλις ενοικίασε το υποστατικό διευθέτησε συνάντηση με τα μέλη της διαχειριστικής επιτροπής της πολυκατοικίας για να τα ενημερώσει για την επιχείρηση την οποία σκόπευε να λειτουργήσει. Στις 12.3.2020 υπέβαλε αίτηση στην αρμόδια Πολεοδομική Αρχή για την έκδοση πολεοδομικών αδειών για την αλλαγή της χρήσης του επίδικου υποστατικού από κατάστημα σε καφετέρια και για να προχωρήσει σε προσθήκες και μετατροπές. Αντίγραφα των εν λόγω αιτήσεων επισύναψε ως τεκμήρια 2α και 2β στην ένορκή του δήλωση και αντίγραφο της πληρωμής των σχετικών τελών ως τεκμήριο
- Η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε και η ιδιοκτήτρια του υποστατικού καταχώρησε εναντίον της εν λόγω απορριπτικής απόφασης ιεραρχική προσφυγή στον αρμόδιο Υπουργό στις 26.6.
- Στις 4.8.2020 η Πολεοδομική Αρχή απέρριψε την αίτηση για πολεοδομική άδεια για αλλαγή χρήσης επειδή δεν είχαν υποδειχθεί 4 χώροι στάθμευσης, επειδή η αίτηση δεν υπογραφόταν και από τους υπόλοιπους συνιδιοκτήτες και επειδή προτεινόταν η επέκταση του καταστήματος στο επίπεδο του μεσοπατώματος σε κοινόχρηστο χώρο για τη δημιουργία αποθήκης για την καφετέρια. Ισχυρίζεται επίσης ότι η τοποθέτηση ψευδοροφής και φωτιστικών και η κατασκευή ξύλινου πάγκου στην επίδικη οικοδομή δεν αποτελούν οικοδομικές εργασίες ούτε συνιστούν μετατροπή ή προσθήκη σε υφιστάμενη οικοδομή για να απαιτείται η προηγούμενη λήψη άδειας από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ.
- Ισχυρίζεται επίσης ότι σε περίπτωση που το προσωρινό διάταγμα καταστεί απόλυτο θα πληγεί ανεπανόρθωτα εκείνος και η οικογένειά του αφού είναι άνεργοι και επένδυσαν ένα σοβαρό ποσό για τη λειτουργία της επιχείρησής τους και προπλήρωσαν τα ενοίκια στην ιδιοκτήτρια του καταστήματος. Έχουν επίσης να συντηρήσουν και 2 θυγατέρες οι οποίες φοιτούν στο Λύκειο. Η άλλη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση υπογράφηκε από την κα Δημητρίου η οποία ισχυρίζεται ότι είναι η ιδιοκτήτρια του καταστήματος με αριθμό 3 το οποίο βρίσκεται στο επίδικο τεμάχιο το οποίο αγόρασε στις 10.11.2017 από την Τράπεζα Κύπρου και στο οποίο κατά τον χρόνο αγοράς του βρίσκονταν ενοικιαστές. Στο πίσω μέρος του εν λόγω υποστατικού είχε από πριν κατασκευαστεί δωμάτιο με γυψοσανίδες. Απέκτησε την κατοχή του επίδικου καταστήματος τον Αύγουστο του έτους 2019 και με την ενοικίαση του χώρου στον κατηγορούμενο 1 του επέτρεψε να επισκευάσει τη ζημιά που είχε προκληθεί σε αυτό από υγρασία που οφειλόταν σε διαρροή από τον πιο πάνω όροφο. Ήδη από τις 11.1.2019 η διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας της είχε αποστείλει ηλεκτρονικά μηνύματα ενημερώνοντάς την για την εν λόγω διαρροή. Αντίγραφα των εν λόγω μηνυμάτων κατέθεσε ως τεκμήρια 5 και 6 στην ένορκή της δήλωση. Ισχυρίστηκε ότι ήταν παρούσα στις 24.1.2020 όταν ο κατηγορούμενος 1 συνάντησε 2 εκπροσώπους της διαχειριστικής επιτροπής της πολυκατοικίας στην οποία βρίσκεται το επίδικο ακίνητο τους οποίους ενημέρωσε για τα επιχειρηματικά του σχέδια οι οποίοι τους μίλησαν με άσχημο και ειρωνικό τρόπο. Στις 12.3.2020 υπέγραψε τις αιτήσεις για την έκδοση πολεοδομικών αδειών για αλλαγή της χρήσης του καταστήματος σε καφετέρια και για προσθήκες και μετατροπές. Στις 21.5.2020 το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως της απέστειλε Ειδοποίηση Επιβολής με την οποία ζητούσε την παύση των οικοδομικών εργασιών στο υποστατικό και στις 26.6.2020 άσκησε ιεραρχική προσφυγή εναντίον της ως άνω Ειδοποίησης. Στις 30.7.2020 έλαβε επιστολή από το Υπουργείο Εσωτερικών ότι η προσφυγή της εξετάζεται. Στις 28.5.2020 ο κ. Καπελλίδης της τηλεφώνησε κατηγορώντας την ότι ξεκίνησε οικοδομικές εργασίες και τον διαβεβαίωσε ότι οι εργασίες αφορούσαν την επισκευή της ζημιάς που μπορούσε και ο ίδιος να εξακριβώσει και δεν αφορούσαν οικοδομικές εργασίες. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Κατά την ημέρα που η αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση οι δικηγόροι των διαδίκων με τις εισηγήσεις τους υποστήριξαν ο καθένας τις θέσεις του διαδίκου που εκπροσωπεί. Έχω μελετήσει τις θέσεις τους, τις έχω υπόψη μου και θα αναφερθώ σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. Ο κ. Χριστοδούλου ετοίμασε γραπτό κείμενο με τις θέσεις και εισηγήσεις του το οποίο παρέδωσε στο Δικαστήριο. Στις 26 σελίδες της επιμελούς αγόρευσής του, με παραπομπή σε σχετική νομολογία, εισηγείται πως πληρούνται οι 3 προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 καθώς επίσης ότι το «ισοζύγιο της ευχέρειας» κλίνει υπέρ των αιτητών. Εισηγείται επίσης την απόρριψη όλων των λόγων ένστασης και τη συνέχιση της ισχύος του εκδοθέντος Διατάγματος. Η κα Κότσαπα εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση εισηγήθηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου Διατάγματος μονομερώς ούτε συντρέχει τώρα η αναγκαιότητα συνέχισης της ισχύος του και πως πρέπει αυτό να ακυρωθεί. Ειδικότερα εισηγήθηκε ότι δεν θα είναι αδύνατη η απονομή δικαιοσύνης στο μέλλον στην περίπτωση που δεν οριστικοποιηθεί το εκδοθέν διάταγμα. Εισηγήθηκε επίσης ότι ακόμα και στην περίπτωση που πληρούνταν οι 3 προϋποθέσεις του άρθρου 32 και πάλι δεν θα έπρεπε να γινόταν απόλυτο το εκδοθέν διάταγμα επειδή το «ισοζύγιο της δικαιοσύνης» θα έγερνε προς την πλευρά των καθ' ων η αίτηση οι οποίοι σε αυτό το ενδεχόμενο θα υφίσταντο ανεπανόρθωτη ζημιά λόγω της αδυναμίας τους να έχουν εισοδήματα παρά το ότι επωμίσθηκαν οικονομικά βάρη για να μπορέσουν να δραστηριοποιηθούν οικονομικά στο επίδικο υποστατικό. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει Διατάγματα και η εξουσία αυτή πηγάζει από το Δίκαιο της Επιείκειας και η δικαιοδοσία για την έκδοσή τους στο Κυπριακό Δίκαιο παρέχεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Ειδικότερα σε ό,τι αφορά την επίδικη υπόθεση παρόμοια πρόνοια περιέχεται στον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο, Κεφ. 96 και ειδικότερα στο άρθρο 20(3Α), το οποίο ρητά παραπέμπει στις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στον περί Δικαστηρίων Νόμο και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Το εν λόγω άρθρο 20(3Α) προνοεί τα ακόλουθα: «(3Α) Το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκδικάζεται κατηγορία που προσάχθηκε εναντίον κάποιου προσώπου για αδίκημα που διαπράχθηκε κατά παράβαση του εδαφίου
(1)δύναται κατόπι αίτησης ex parte να διατάξει αναστολή κάθε περαιτέρω εργασίας αναφορικά με κάποια υπό ανέγερση, κατεδάφιση, κατασκευή ή ανοικοδόμηση οικοδομή ή οδό ή την υπό μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης της οικοδομής, μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης αναφορικά με την οποία προσάχθηκε η κατηγορία: Νοείται ότι η έκδοση τέτοιου διατάγματος υπόκειται στις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, των περί Δικαστηρίων Νόμων και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών». Το άρθρο 3
(1)του Κεφ. 96 έχει ως ακολούθως: «Κανένα πρόσωπο δεν δύναται- (α) . .. (ε) να μετατρέψει ή επιτρέψει ή ανεχθεί τη μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης μιας οικοδομής. (στ) να αρχίζει προβαίνοντας σε οποιαδήποτε από τις εργασίες ή από τα ζητήματα που εκτίθενται πιο πάνω, χωρίς άδεια γι' αυτό, η οποία λαμβάνεται προηγουμένως από την αρμόδια αρχή όπως καθορίζεται στο εδάφιο
(2)ή, όταν η άδεια εκδίδεται δυνάμει της δεύτερης επιφύλαξης του εδαφίου
(2)του άρθρου 14, από το Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως: Νοείται ότι, άδεια δυνάμει του παρόντος άρθρου είναι δυνατό να αφορά αποκλειστικά συγκεκριμένο τμήμα οικοδομής ή οποιαδήποτε προσαρτήματα σε αυτή και αυτή η άδεια δε θα αποτελεί άδεια για άλλα τμήματα της οικοδομής για τα οποία δεν έχει εκδοθεί άδεια μετά την εξέταση σχετικής αίτησης». Το άρθρο 20
(1)και
(3)του Κεφ. 96 έχει ως ακολούθως: «Ανεξαρτήτως από την επιβολή οποιουδήποτε διοικητικού προστίμου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πρόσωπο το οποίο - (α) Ανεγείρει οικοδομή χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει άδεια οικοδομής, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3· (β) παραβιάζει τις διατάξεις του εδαφίου
(2)του άρθρου 10∙ (γ) κατέχει ή χρησιμοποιεί ή ενεργεί, ώστε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να κατέχει ή να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε οικοδομή ή τμήμα οικοδομής πριν από την έκδοση πιστοποιητικού έγκρισης από την αρμόδια αρχή, όπως απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 10∙ .. διαπράττει αδίκημα για το οποίο υπόκειται σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο ποινές μαζί και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000) ή και στις δύο ποινές μαζί.
(3)Επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή που καθορίζεται από το άρθρο αυτό, το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου καταδικάζεται πρόσωπο για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1), δύναται να διατάξει (α) .. (β) σε περίπτωση οικοδομής για την οποία δε χορηγήθηκε το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10, ή όταν η συγκεκριμένη χρήση οικοδομής δεν είναι σύμφωνη με την εγκεκριμένη, με βάση τη σχετική άδεια, χρήση, τον τερματισμό της χρήσης της οικοδομής αυτής μέσα στην προθεσμία που καθορίζεται στο διάταγμα του Δικαστηρίου, αλλά δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες, εκτός αν στο μεταξύ εξασφαλιστεί το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης ή η σχετική άδεια για τη συγκεκριμένη χρήση από την αρμόδια αρχή: Νοείται ότι η αρμόδια αρχή, κατά την έκδοση της πιο πάνω αναφερόμενης άδειας, δύναται να επιβάλλει τους όρους που θεωρεί σκόπιμους και οι διατάξεις του άρθρου 4 εφαρμόζονται για κάθε τέτοια άδεια ή πιστοποιητικό.». Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου επεξηγήθηκε και διασαφηνίστηκε σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motoria Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Louis Vouitton v. Δέρμοσακ Λίμιτεδ κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453) και από την επί του θέματος νομολογία προκύπτει ότι για να εκδοθεί κάποιο ενδιάμεσο Διάταγμα πρέπει να συντρέχουν οι τρεις πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του Διατάγματος. Επιπρόσθετα, στις υποθέσεις Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd, Κούνουνα v. C. & A. Simonos Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1361 και Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 152, αναφέρθηκε ότι η ύπαρξη απλώς των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει ένα τέτοιο Διάταγμα (Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου, Πολιτική Έφεση Ε7/2018, ημερομηνίας 21.3.2019). Το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης δεν προχωρεί στο στάδιο αυτό σε κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, νοουμένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, αυτό ανάγεται κατ' εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Είναι επίσης νομολογημένο ότι η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον Διάταγμα δεν ενδείκνυται (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω προϋποθέσεις σημειώνοντας ότι το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης δεν προχωρεί στο στάδιο αυτό στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, νοουμένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas (πιο πάνω), αυτό ανάγεται κατ' εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των 3 προϋποθέσεων είναι αναγκαία, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd (πιο πάνω), αλλά με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι τα όσα ακολουθούν αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Διαπιστώνεται απλώς η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητες τις 3 προϋποθέσεις. Προϋπόθεση (α) - Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση Η 1η προϋπόθεση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης. Το Δικαστήριο εξετάζοντας αυτή την προϋπόθεση εξετάζει κατά πόσο από τα δικόγραφα τα οποία βρίσκονται ενώπιόν του αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση. Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο οι αιτητές να αποδείξουν το ουσιαστικό του δικαιώματός τους αλλά να δείξουν στο Δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις περί της ύπαρξής του. Το Δικαστήριο σε αυτό το αρχικό στάδιο δεν θα αποφασίσει τελεσίδικα οτιδήποτε ούτε θα καταλήξει επί της βασιμότητας των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Έχοντας αυτό υπόψη αναφέρω ότι οι ισχυρισμοί των αιτητών ότι η εγκεκριμένη χρήση του επίδικου μέρους της επίδικης οικοδομής είναι ως κατάστημα φαίνονται να είναι βάσιμοι αφού οι καθ' ων η αίτηση δεν αμφισβήτησαν τον εν λόγω ισχυρισμό. Φαίνεται επίσης ότι στην επίδικη οικοδομή διεξάγονται εργασίες κάτι το οποίο επίσης δεν αμφισβήτησαν οι καθ' ων η αίτηση. Οι αιτητές στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτησή τους ισχυρίζονται ότι οι εργασίες είναι (
- i)τοποθέτηση ψευδοροφής καθώς και φωτιστικά οροφής, (
- ii)κατασκευή ξύλινου πάγκου εργασίας και (iii) ανέγερση δωματίου 2 ½ Χ 2 ½ στο πίσω μέρος του καταστήματος. Επίσης οι ίδιοι οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι υπέβαλαν αίτηση για να εξασφαλίσουν άδεια για μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης του υποστατικού από κατάστημα σε σνακ μπαρ / καφεκοπτείο και από αυτόν τον ισχυρισμό φαίνεται ότι γίνονται ενέργειες για τη μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης του. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω φαίνεται να αποκαλύπτεται αντικειμενικά η διάπραξη του επίδικου ποινικού αδικήματος της μετατροπής της εγκεκριμένης χρήσης της οικοδομής χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Συνεπώς φαίνεται ότι η ως άνω 1η προϋπόθεση της ύπαρξης συζητήσιμης υπόθεσης ικανοποιείται. Το κατά πόσο οι εν λόγω εργασίες συνιστούν «μετατροπή» εν τη εννοία του Κεφ. 96 για την οποία είναι αναγκαία η προηγούμενη εξασφάλιση σχετικής άδειας από την αρμόδια αρχή το θέμα αυτό δεν επιτρέπεται να απασχολήσει στο παρόν στάδιο και θα αποφασιστεί στα πλαίσια της κυρίως δίκης. Για το στάδιο αυτό αρκεί να λεχθεί ότι δεν φαίνεται οι καθ' ων η αίτηση να εξασφάλισαν άδεια για την μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης της οικοδομής αφού η θέση τους είναι ότι υπέβαλαν αίτηση για να τους χορηγηθεί και όχι ότι την είχαν εξασφαλίσει πριν την έναρξη των εργασιών. Προϋπόθεση (β) - Ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας Κατά την εξέταση της συνδρομής ή όχι της προϋπόθεσης της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας το Δικαστήριο θα ικανοποιηθεί ότι αυτή υφίσταται εφόσον οι αιτητές δείξουν ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να αποδείξουν αυτό στο επίπεδο που θα απαιτείτο να πράξουν για να αποδείξουν την υπόθεσή τους. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας σε αυτό το στάδιο γίνεται στη βάση της προσαχθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, χωρίς αυτό όμως να ασχολείται με αντικρουόμενους ισχυρισμούς ή να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα. Έχοντας υπόψη μου ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν αμφισβητείται ότι η εγκεκριμένη χρήση του μέρους της επίδικης οικοδομής είναι ως κατάστημα για την οποία δεν φαίνεται να έχει εκδοθεί άδεια για την μετατροπή της και ότι το κατάστημα κατέχεται από τον καθ' ου η αίτηση 1 και ότι η καθ' ης η αίτηση 2 υπέγραψε τις πολεοδομικές αιτήσεις για την μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης του υποστατικού και για τη διενέργεια προσθηκών και μετατροπών σε αυτό φαίνεται αντικειμενικά ότι οι αιτητές έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι δεν μου διαφεύγει ο ισχυρισμός των καθ' ων η αίτηση ως εκφράστηκε από τον ενόρκως δηλούντα κ. Τάτση ότι οι εργασίες που έγιναν στο επίδικο υποστατικό δεν συνιστούν οικοδομικές εργασίες. Είναι νομολογημένο όμως ότι η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον Διάταγμα δεν ενδείκνυται (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225) και για το λόγο αυτό οι πιο πάνω ισχυρισμοί ότι δεν ήταν αναγκαία η προηγούμενη λήψη σχετικής άδειας θα κριθούν και αξιολογηθούν κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο παρόν στάδιο. Δεν αμφισβητήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση ούτε ο ισχυρισμός πως το ακίνητο εντός του οποίου βρίσκεται η επίδικη οικοδομή είναι εντός των ορίων του παραπονούμενου Δήμου και ότι αυτός είναι η αρμόδια αρχή για την έκδοση των αναγκαίων αδειών ούτε ότι νομιμοποιείται να καταχωρήσει την επίδικη υπόθεση. Προϋπόθεση (γ) - Πιθανότητα πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς Η 3η προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, συναρτάται με τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον αιτητή της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όταν οι αποζημιώσεις που θα αποδοθούν στο τέλος της δίκης θεωρείται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231, Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Ακόμη χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Highgate Primary School Ltd v. Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 317: «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους, σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Στην υπόθεση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε7/2018, ημερομηνίας 21.3.2019 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την υπό συζήτηση προυπόθεση: «Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία». Στην παρούσα υπόθεση ο κ. Καπελλίδης εκ μέρους του Δήμου ισχυρίζεται ότι η συνέχιση των εργασιών θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη και θα είναι δύσκολο ή/και αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφού αν ολοκληρωθούν οι εργασίες υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθούν μη αναστρέψιμες καταστάσεις και ως τέτοιες αναφέρει την ανέγερση ξύλινου πάγκου εργασίας και δωματίου 2 ½ Χ 2 ½ στο πίσω μέρος του καταστήματος. Ισχυρίζεται επίσης ότι η αλλαγή χρήσης του υποστατικού χωρίς να εξασφαλιστούν εκ των προτέρων οι σχετικές άδειες από τις αρμόδιες αρχές θα επιφέρει ανεπανόρθωτες ζημιές από παράνομες πράξεις στους περίοικους αλλά και στο κοινωνικό σύνολο γενικότερα καταστρατηγώντας τους νόμους και τη θεσμική τάξη που επιβάλλεται από αυτούς. Επίσης ισχυρίζεται ότι οι οικοδομικές εργασίες συνεχίζονται καθημερινά χωρίς να υπάρχουν οι αναγκαίοι έλεγχοι από τις υπηρεσίες όπως την πυροσβεστική και τις υγειονομικές υπηρεσίες και υπάρχουν κίνδυνοι ανά πάσα στιγμή να συμβούν ατυχήματα θέτοντας σε κίνδυνο τους περίοικους και το κοινό γενικότερα. Ως αναφέρθηκε και πιο πάνω πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον αιτητή της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης). Σε περίπτωση που το Δικαστήριο μετά το πέρας της κυρίως δίκης διαπιστώσει ότι οι καθ' ων η αίτηση μετέτρεψαν την εγκεκριμένη χρήση της επίδικης οικοδομής χωρίς να εξασφαλίσουν προηγουμένως την αναγκαία άδεια παρατηρώ πως υπάρχει η δυνατότητα να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη αφού το Δικαστήριο σε αυτήν την περίπτωση δύναται να διατάξει τον τερματισμό της χρήσης της οικοδομής η οποία δεν είναι σύμφωνη με την εγκεκριμένη ως αυτή δόθηκε με τη σχετική άδεια. Παρατηρώ επίσης ότι η ανέγερση ξύλινου πάγκου εντός του υποστατικού και δωματίου στο πίσω μέρος του δεν φαίνεται να δημιουργεί μη αναστρέψιμη κατάσταση αφού σε περίπτωση που στο τέλος της κυρίως δίκης κριθεί ότι τα πιο πάνω ανεγέρθηκαν παράνομα θα μπορεί να εκδοθεί διάταγμα για την κατεδάφισή τους. Έχοντας αυτά υπόψη φαίνεται ότι δεν ικανοποιείται η 3η προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60. Συνεπώς από τη στιγμή που δεν συντρέχουν σωρευτικά και οι 3 προϋποθέσεις του άρθρου 32 η αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και πρέπει να απορριφθεί. Παρά την ως άνω κατάληξή μου η οποία οδηγεί την επίδικη αίτηση σε απόρριψη, ακόμα και στην περίπτωση που έκρινα ότι συντρέχει η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60, δεν θα οριστικοποιούσα το εκδοθέν Διάταγμα επειδή εξετάζοντας την αίτηση από τη σκοπιά των όσων είναι σχετικά με το κριτήριο του «ισοζυγίου της δικαιοσύνης» διαπιστώνω ότι δεν θα ήταν εύλογο και δίκαιο υπό τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης να γίνει αυτό. Όταν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 δεν προχωρά χωρίς άλλο στην οριστικοποίηση του εκδοθέντος Διατάγματος αλλά οφείλει περαιτέρω να εξετάσει κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο υπό τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης να πράξει τούτου. Το «ισοζύγιο της ευχέρειας» (balance of convenience) - ορθότερα των αναγκών της δικαιοσύνης ή ως πιο αρμόζουσα φράση «balance of justice» (Francome v. Mirror Group Newspapers Ltd
(1984)1 WLR 892), δεδομένου ότι το Δικαστήριο ασχολείται με τη δικαιοσύνη και όχι με την ευχέρεια των διαδίκων (Metaquotes Software Ltd κ.ά. ν. Dababou, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε324/2016, ημερ. 14.11.2018, Εκδόσεις «Αρκτίνος Λτδ» (ανωτέρω) και Αντώνης και Φουλής Μιχαήλ Λτδ ν. Ιωαννίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε44/2014, ημερομηνίας 16.7.2019), κρίνεται με βάση τα στοιχεία τα οποία έχει ενώπιον του το Δικαστήριο κατά τον ουσιώδη χρόνο (Κούνουνα ν. C. & A. Simonos Ltd) και με αυτό υποδηλώνεται το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίζει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν διαφανεί ότι η απόφασή του που εκδόθηκε στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης ήταν εσφαλμένη υπό την έννοια ότι είχε χορηγήσει Διάταγμα σε διάδικο ο οποίος απέτυχε να αποδείξει τα δικαιώματά του κατά τη δίκη ή με το να παραλείψει να χορηγήσει Διάταγμα σε διάδικο που τελικά πέτυχε. Στην υπόθεση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου (πιο πάνω) λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας». Προχωρώντας να σταθμίσω το «ισοζύγιο της δικαιοσύνης» λαμβάνω υπόψη μου ότι ο καθ' ου η αίτηση 1 και η σύζυγός του είναι άνεργοι και στο επίδικο υποστατικό θα δημιουργήσουν μια οικογενειακή επιχείρηση για την οποία υποβλήθηκαν και σε έξοδα όπως για παράδειγμα καταβάλλοντας ενοίκιο στην ιδιοκτήτρια του υποστατικού καθ' ης η αίτηση
- Όπως φαίνεται από το ενοικιαστήριο έγγραφο το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο 1 στην ένορκή του δήλωση ενοικίασε το επίδικο υποστατικό για περίοδο 3 ετών από την 1.2.2020 έως τις 31.1.2023 και θα καταβάλλει ως μηνιαίο ενοίκιο μέχρι τις 31.12.2020 το ποσό των €850,00 και στη συνέχεια το ποσό των €950,
- Φαίνεται από τα πιο πάνω ότι σε περίπτωση που οριστικοποιηθεί το εκδοθέν διάταγμα θα δημιουργηθεί μια μη αναστρέψιμη κατάσταση εις βάρος του καθ' ου η αίτηση 1 ο οποίος δεν θα μπορεί να δραστηριοποιηθεί οικονομικά ούτε θα μπορεί να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις τις οποίες ανέλαβε έναντι της ιδιοκτήτριας του ακινήτου ούτε θα έχει εισοδήματα για τη συντήρηση του ιδίου και της οικογένειάς του. Επίσης ενδέχεται να δημιουργηθούν και άλλες επιπλοκές στις μεταξύ των ιδίων των καθ' ων η αίτηση οικονομικών σχέσεων όπως για παράδειγμα υπαναχωρήσεις από τη μεταξύ τους συμφωνία ή και αδυναμίας καταβολής των ενοικίων που θα προκαλέσουν στη συνέχεια και άλλες νομικές διαδικασίες. Από την άλλη ο παραπονούμενος Δήμος δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη των δικαιωμάτων του από τη μη συνέχιση της ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος και η ενδεχόμενη διαπίστωση παρανομιών στο τέλος της κυρίως δίκης θα μπορεί να αποκατασταθεί με διάταγμα τερματισμού της χρήσης της οικοδομής που θα συνιστά και απόδοση πλήρους δικαιοσύνης. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω ακόμα και στην περίπτωση που έκρινα ότι πληρούνταν σωρευτικά οι 3 προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 δεν θα ασκούσα τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της συνέχισης της ισχύος του εκδοθέντος Διατάγματος για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω. Λόγω των ως άνω η αίτηση απορρίπτεται και το προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 31.7.2020 ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των κατηγορούμενων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή - παραπονούμενου και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο