← Κύπρος

Λάμπη κ.α. ν. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΡΗΤΟΥ ΤΕΡΡΑΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης:14091/2016, 4/12/2020

Λάμπη κ.α. ν. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΡΗΤΟΥ ΤΕΡΡΑΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης:14091/2016, 4/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B195 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:14091/2016 XXXXX Λάμπη ως Διαχειριστής των XXXXX Ahmet Beid Tahsin με βάση την διαχείριση υπ' αριθμό 349/2015, XXXXX Ahmet Tahsin με βάση την διαχείριση υπ' αριθμό 348/2015 και XXXXX Hasan με βάση την διαχείριση υπ' αριθμό 332/2015 Παραπονούμενος -εναντίον-

  1. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΡΗΤΟΥ ΤΕΡΡΑΣ
  2. XXXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
  3. XXXXX ΧΡΙΣΤΟΥ
  4. XXXXX ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
  5. XXXXX ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ
  6. XXXXX ΠΑΥΛΙΔΗΣ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 4 Δεκεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενο: κ. Π. Αγγελίδης μαζί με κ. Περικλέους για Π. Αγγελίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Κατηγορούμενους: κ. Βασιλειάδης Κατηγορούμενοι 2 - 6: Παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η (για εκ πρώτης όψεως υπόθεση) Α. Εισαγωγή Σύμφωνα με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, οι Κατηγορούμενοι 1 αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες: η πρώτη αφορά το αδίκημα της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος κατά παράβαση των άρθρων 20 και 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και η δεύτερη αφορά το αδίκημα της παράνομης κατοχής, καλλιέργειας, νομής ή χρήσης κατά παράβαση των άρθρων 20 και 281 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως τροποποιήθηκε. Εκτός από αυτές τις κατηγορίες, οι Κατηγορούμενοι 2 - 6 αντιμετωπίζουν και τρίτη κατηγορία η οποία αφορά τη συμμετοχή τους στα προαναφερόμενα αδικήματα ως αυτουργοί, κατά παράβαση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, οι Κατηγορούμενοι από τον Μάρτιο του 2015 μέχρι και την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης εισήλθαν παράνομα στα τεμάχια (α) Φ/ΣΧ.35/6336V01, Τμήμα 1, τεμάχιο XXXXX, (β) Φ/ΣΧ.35/6336v01, Τμήμα 1, τεμάχιο XXXXX, αρ. εγγραφής 0/XXXXX, (γ) Φ/ΣΧ.35/6336v01, Τμήμα 1, τεμάχιο XXXXX, αρ. εγγραφής XXXXX, (δ) Φ/ΣΧ.35/6336V01, Τμήμα 1, τεμάχιο XXXXX, αρ. εγγραφής XXXXX, (ε) Φ/ΣΧ.35/6336v01, Τμήμα 1, τεμάχιο XXXXX, αρ. εγγραφής 0/XXXXX, (ζ) Φ/ΣΧ.35/6336v01, Τμήμα 1, τεμάχιο XXXXX, αρ. εγγραφής 0/XXXXX και (η) Φ/ΣΧ.35/6336v01, Τμήμα 1, τεμάχιο XXXXX, αρ. εγγραφής 0/XXXXX (εφεξής τα «Ακίνητα»), ιδιοκτησίας του Παραπονούμενου με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (1η κατηγορία) και νέμονται από τότε μέχρι σήμερα τα εν λόγω Ακίνητα αφού ανήγειραν καφεστιατόριο, δεξαμενή και πλατεία στα εν λόγω Ακίνητα χωρίς τη συγκατάθεση του Παραπονούμενου (2η κατηγορία). Περαιτέρω, οι Κατηγορούμενοι 2 - 6, κατά τον ίδιο χρόνο που αναφέρεται ανωτέρω παρέχουν βοήθεια και παρακινούν τους Κατηγορούμενους 1 στην διάπραξη των αδικημάτων που αναφέρονται στην 1η και 2η κατηγορία (3η κατηγορία). Οι Κατηγορούμενοι δήλωσαν μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και, ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Προς απόδειξη της υπόθεσής της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε έξι μάρτυρες, την XXXXX Λουκαΐδου Κάιζερ (Μ.Κ.1), τον XXXXX Πεγιώτη (Μ.Κ.2), τον XXXXX Σπανό (Μ.Κ.3), τον Παραπονούμενο (Μ.Κ.4), τον XXXXX Νικολαΐδη (Μ.Κ.5) και τον XXXXX Γλυκή (Μ.Κ.6), κατά την μαρτυρία των οποίων κατατέθηκαν 70 Τεκμήρια. Β. Οι Αγορεύσεις Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο συνήγορος των Κατηγορουμένων, στη βάση των προνοιών του άρθρου 74

(1)(β) του Κεφ. 155, εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους ώστε το Δικαστήριο να τους καλέσει σε απολογία. Προς υποστήριξη της εισήγησής του αυτής, κατέθεσε στο Δικαστήριο γραπτή αγόρευση, στο πλαίσιο της οποίας προέβαλε ότι, αφενός, ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε από πλευράς Παραπονούμενου σε σχέση με τα τεμάχια με αριθμούς 379, 380, 393 και 384 και, σε κάθε περίπτωση, προκύπτει μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία ότι τα Ακίνητα αποτελούν τουρκοκυπριακή περιουσία εν τη εννοία του άρθρου 2 του Νόμου 139/1991 με τα τεμάχια 391, 392 και 393 να έχουν παραχωρηθεί νόμιμα από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (εφεξής ο «Κηδεμόνας») στους Κατηγορούμενους δυνάμει έγκυρης σύμβασης μίσθωσης και, ως εκ τούτου, οι Κατηγορούμενοι εισήλθαν νόμιμα σε αυτά, ανήγειραν οικοδομές με νόμιμες άδειες και κατέχουν νόμιμα τα προαναφερόμενα τεμάχια. Προβλήθηκε επίσης η θέση ότι ο Παραπονούμενος δεν νομιμοποιείται να καταχωρίσει την παρούσα υπόθεση εφόσον δεν έχει τη συγκατάθεση των υπόλοιπων συνιδιοκτητών των Ακινήτων. Κατά συνέπεια, εισηγήθηκε ότι η υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως καθ' ότι δεν αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία των υπό εξέταση αδικημάτων και επειδή, σε κάθε περίπτωση, η μαρτυρία που προσκομίστηκε είναι ασαφής, αντιφατική και τόσο αντινομική που κανένα Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί σε αυτήν. Στην αντίπερα όχθη, ο συνήγορος του Παραπονούμενου, μέσω της γραπτής αγόρευσης που καταχώρισε, προέβαλε ότι στο παρόν στάδιο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ότι, επομένως, δικαιολογείται η κλήση των Κατηγορουμένων σε απολογία στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν αναφέροντας μάλιστα ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία καταδεικνύεται και η διάπραξη άλλων, επιπρόσθετων, αδικημάτων από πλευράς Κατηγορουμένων με βάση τον Περί Κοινοτήτων Νόμο του 1999 (Ν.86(Ι)/1999)και τον Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο (Κεφ. 96), για τα οποία υποστήριξε ότι το Δικαστήριο δύναται να προσθέσει αντίστοιχες κατηγορίες στο υπό κρίση κατηγορητήριο ώστε να τα συμπεριλάβει και να αποφασίσει επί αυτών ωσάν να ήταν μέρος του αρχικού κατηγορητηρίου, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 85
(4)Κεφ. 155. Τα όσα αναφέρθηκαν από αμφότερες τις πλευρές μέσω των αγορεύσεων τους για την υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν με λεπτομέρεια στην παρούσα απόφαση. Γ. Νομική Πτυχή Οι αρχές που διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως είναι πολύ καλά γνωστές και συνοψίζονται στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, In Re Kakos
(1985)1 CL.R. 250 και Azinas and Another v. Police,
(1981)2 CL.R. 9, Denickom Enterprises Ltd v. Savva Nikiforou Trading Co Ltd κ.α., ECLI:CY:AD:2018:B227, Ποιν. Έφεση 299/2015 ημ. 14/5/2018, ως επίσης και στη Δικαστική Πρακτική του 1962. Συνοπτικά, ως προκύπτει από την προαναφερθείσα νομολογία, είναι δυνατή η απαλλαγή και αθώωση του κατηγορουμένου σε αυτό το στάδιο μόνο εφόσον συντρέχει οποιαδήποτε από τις πιο κάτω περιπτώσεις: (α) όταν, από την αντικειμενική θεώρηση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος∙ ή (β) όταν η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη, σε τέτοιο βαθμό, που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή, για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλαδή, κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Το αποδεικτικό βάρος που φέρει στο στάδιο αυτό η Κατηγορούσα Αρχή δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Σε αυτό το στάδιο είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία τέτοιας φύσεως η οποία, γενικά και αντικειμενικά θεωρούμενη, δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (σε αντίθεση με το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δικής). Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)Α.Α.Δ. 9). Ο δε κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση, ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Στην υπόθεση Alfonso Razon Mariano v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B767, Ποιν. Έφεση 112/2014 ημ. 20/11/2015 αναφέρθηκε ότι: "Όπως πλειστάκις νομολογήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο όρος «εκ πρώτης όψεως» υποδηλώνει προκαταρκτική θεώρηση των πραγμάτων, γι' αυτό και ο όρος χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133 και Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Περαιτέρω, το δικαστήριο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και δεν υπεισέρχεται σε θέματα πειστικότητας μαρτυρίας, εκτός και αν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται παντελώς πειστικότητας, ώστε κανένα δικαστήριο να μην μπορεί να στηριχθεί σ' αυτήν (βλ. Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9). Τα πάντα σ' αυτό το στάδιο της δίκης θα πρέπει να έχουν αντικειμενικό έρεισμα, γι' αυτό εξάλλου και απαιτείται από τη νομολογία ότι για να μην κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία θα πρέπει η μαρτυρία να ήταν τέτοια που κάθε «λογικό δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα»." Ως προαναφέρθηκε, η 1η κατηγορία που προσάπτεται στους Κατηγορούμενους αφορά το αδίκημα της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος κατά παράβαση του άρθρου 280 του Κεφ. 154[1], από το λεκτικό του οποίου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα ακόλουθα: 1. είσοδο παράνομη, ή που καθίσταται παράνομη, 2. σε περιουσία στην κατοχή άλλου, 3. είτε με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος είτε με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου της περιουσίας. Αναφορικά με τη 2η κατηγορία που προσάπτεται στους Κατηγορούμενους, αυτή αφορά το αδίκημα της παράνομης κατοχής, καλλιέργειας, νομής ή χρήσης κατά παράβαση του άρθρου 281 του Κεφ. 154[2], από το λεκτικό του οποίου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) η καλλιέργεια ή η κατοχή ή η νομή ή η χρήση γης, (β) η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα άλλου, (γ) χωρίς τη συναίνεση του εγγεγραμμένου κυρίου. Δ. Προσαχθείσα Μαρτυρία Υπό το πρίσμα των πιο πάνω συστατικών στοιχείων των υπό εξέταση αδικημάτων, προχωρώ στη συνέχεια να συνοψίσω τα κύρια σημεία της μαρτυρίας των μαρτύρων που παρουσιάστηκαν από πλευράς Παραπονούμενου, τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας, στον επιτρεπτό πάντοτε βαθμό για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Η Μ.Κ. 1 ανέφερε ότι είναι Πρωτοκολλητής και υπεύθυνη του Τμήματος Διαχειρίσεων στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Αναφέρθηκε στις διαχειρίσεις 349/2015, 348/2015 και 332/2015 που εκκρεμούν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, οι οποίες αφορούν (αντίστοιχα) τους αποβιώσαντες XXXXX Ahmet Beid Tahsin, XXXXX Ahmet Tahsin και XXXXX Hasan (εφεξής οι «Αποβιώσαντες»). Ανέφερε επίσης ότι οι εν λόγω διαχειρίσεις βρίσκονται στο στάδιο των ενδιάμεσων λογαριασμών και δεν μπορούν να αποπερατωθούν με αποτέλεσμα τα ακίνητα που τις αφορούν να μην έχουν μεταβιβαστεί μέχρι σήμερα διότι εκκρεμεί η πολιτική αγωγή υπ' αριθμό 515/16 η οποία, ως διευκρίνισε κατά την αντεξέτασή της, σχετίζεται με τις εν λόγω διαχειρίσεις και τα ακίνητα που σχετίζονται με αυτές. Παρουσίασε πιστά αντίγραφα των αιτήσεων διαχείρισης και απογραφής που καταχωρήθηκαν στις προαναφερόμενες διαχειρίσεις, τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1, 2 και 3. Μέσα από την μαρτυρία της καθώς και από τα σχετικά Τεκμήρια που κατατέθηκαν προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι: (α) Η XXXXX Ahmet Beid Tahsin και ο XXXXX Ahmet Tahsin απεβίωσαν κατά ή περί το έτος 1958 και έγγραφα διαχείρισης παραχωρήθηκαν στον Παραπονούμενο στις 27/01/2016 (Τεκμήρια 2, 3 και 51). Η XXXXX Hasan απεβίωσε κατά ή περί τις 18/09/2008 και έγγραφα διαχείρισης παραχωρήθηκαν στον Παραπονούμενο στις 22/12/2015 (Τεκμήριο 1). (β) Στην περιουσία των Αποβιωσάντων περιλαμβάνονται μερίδια επί των Ακινήτων, τα οποία αποτελούν αντικείμενο των πιο πάνω διαχειρίσεων μαζί με την υπόλοιπη περιουσία τους που περιγράφεται στις αντίστοιχες απογραφές που καταχωρήθηκαν σε αυτές. Συγκεκριμένα, καθ' όσον αφορά τα Ακίνητα: (
  1. i)η XXXXX Ahmet Beid Tahsin είχε ιδιοκτησιακό συμφέρον επί του ΟΛΟΥ των τεμαχίων με αριθμούς 379 και 380× (
  2. ii)o XXXXX Ahmet Tahsin είχε ιδιοκτησιακό συμφέρον επί του ΟΛΟΥ των τεμαχίων με αριθμούς 393 και 383 και, επίσης, είχε ιδιοκτησιακό συμφέρον επί των 14/72 μεριδίων του ΟΛΟΥ των τεμαχίων 392 και 384× (iii) η XXXXX Hasan είχε ιδιοκτησιακό συμφέρον επί του 1/3 μεριδίου του ΟΛΟΥ του τεμαχίου 391. Ο Μ.Κ. 2 ανέφερε ότι είναι Βοηθός Επαρχιακός Επόπτης στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου και κλήθηκε στο Δικαστήριο για να παρουσιάσει τα πρακτικά του Κοινοτικού Συμβουλίου Κρήτου Τέρρας που τηρούνταν για τα έτη 2013 - 2015. Στο πλαίσιο αυτό, κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 4 - 39 τα οποία καταδεικνύουν, κατά την πλευρά του Παραπονούμενου, την επέμβαση των Κατηγορουμένων στα Ακίνητα και τις ενέργειες που προέβηκαν σε σχέση με αυτά. Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο 40 μια σύμβαση μίσθωσης ημερομηνίας 8/07/2014 μεταξύ των Κατηγορουμένων 1 και του Κηδεμόνα, η οποία αφορά την εκμίσθωση από τον Κηδεμόνα 4 τεμαχίων με αριθμούς 391, 392, 393 και 395 για την περίοδο από 1/6/2014 μέχρι 31/5/2017, εκ των οποίων μόνο τα τρία πρώτα τεμάχια αφορούν την παρούσα υπόθεση ενώ τίποτα δεν προκύπτει μέσα από την μαρτυρία του που να φανερώνει οποιαδήποτε είσοδο, κατοχή, καλλιέργεια, νομή ή χρήση από τους Κατηγορουμένους στα τεμάχια με αριθμούς 379, 380, 383 και 384. Ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι εργάζεται στο Υπουργείο Εσωτερικών και είναι ο συντονιστής μεταξύ του γραφείου της Επαρχίας Πάφου και του Υπουργείου Εσωτερικών για θέματα διαχειρίσεων τουρκοκυπριακών περιουσιών τα οποία εμπίπτουν στον Κηδεμόνα. Ανέφερε επίσης ότι μεταξύ του Κοινοτικού Συμβουλίου Κρήτου Τέρρας και του Κηδεμόνα υπάρχει σύμβαση μίσθωσης τεσσάρων τεμαχίων στα οποία έγινε πλατεία, την οποία παρουσίασε ως Τεκμήριο 41 και από την οποία προκύπτει ότι αυτή έγινε στις 19/04/2018 και αφορά την εκμίσθωση από τον Κηδεμόνα των τεμαχίων με αριθμούς 391, 392, 393 και 395 για την περίοδο από 01/05/2018 μέχρι 30/04/2019. Της σύμβασης αυτής, ως ανέφερε, προηγήθηκε αίτηση του Κοινοτικού Συμβουλίου Κρήτου Τέρρας ημερομηνίας 24/09/2013 για τη μίσθωση των εν λόγω τεμαχίων, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 42. Αντεξεταζόμενος, κατέθεσε ως Τεκμήριο 43 τη σύμβαση μίσθωσης των ίδιων πιο πάνω τεμαχίων μεταξύ των ίδιων προσώπων που έγινε στις 8/7/2014 για την περίοδο από 01/06/2014 μέχρι 31/05/2017 και, περαιτέρω, κατέθεσε επιπρόσθετα Τεκμήρια που αφορούν την ανάπτυξη των πιο πάνω τεμαχίων (Τεκμήρια 44, 45, 46, 47, 48). Ούτε από τη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα προκύπτει οποιαδήποτε είσοδος, κατοχή, καλλιέργεια, νομή ή χρήση από τους Κατηγορουμένους στα τεμάχια με αριθμούς 379, 380, 383 και 384. Ως τέταρτος μάρτυρας κατέθεσε ο ίδιος ο Παραπονούμενος, ο οποίος, υιοθετώντας γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α) ανέφερε ότι είναι ο διαχειριστής της περιουσίας των Αποβιωσάντων στην οποία περιλαμβάνονται τα Ακίνητα. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 49 αντίγραφα των τίτλων ιδιοκτησίας που σχετίζονται με τα Ακίνητα, οι οποίοι φαίνεται να εκδόθηκαν στις 18/12/2018, ημερομηνία από την οποία φαίνονται ως εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες των εν λόγω Ακινήτων πρόσωπα διαφορετικά από τους Αποβιώσαντες. Ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι περί το 2014 - 2015 οι Κατηγορούμενοι 1 ανάρτησαν πινακίδες εντός της Κοινότητας με τις οποίες ανακοίνωσαν την ανέγερση νέου εστιατορίου. Ανέφερε επίσης ότι, επειδή μέχρι τότε λειτουργούσε το μοναδικό εστιατόριο στην Κοινότητα με την ονομασία «Κεφαλόβρυσος» (του οποίου ιδιοκτήτες ήταν οι Κατηγορούμενοι 1 οι οποίοι του είχαν παραχωρήσει σχετική άδεια χρήσης), αναζήτησε πληροφορίες από διάφορους κατοίκους της Κοινότητας μέσα από τις οποίες πληροφορήθηκε ότι το νέο εστιατόριο θα ανεγειρόταν στα Ακίνητα. Με αφορμή την πιο πάνω πληροφόρηση, μετέβηκε στο Προδρόμι όπου εκεί κατοικούν οι κληρονόμοι των Αποβιωσάντων όπου και τους πληροφόρησε για όσα έμαθε. Κατόπιν τούτου, οι κληρονόμοι του ανέθεσαν την ανάληψη της διαχείρισης της περιουσίας των Αποβιωσάντων με σκοπό την ανάκτηση της κατοχής της προαναφερόμενης ακίνητης περιουσίας και, για το λόγο αυτό, προέβηκε, ως ανέφερε, σε διάφορα διαβήματα και ενέργειες με σκοπό την έκδοση τίτλων ιδιοκτησίας επ' ονόματι των κληρονόμων, τους οποίους εξασφάλισε και παρουσίασε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 49. Επειδή, ως ανέφερε, οι Κατηγορούμενοι 1 με την έγκριση ή προτροπή των Κατηγορούμενων 2 - 6 επενέβησαν παράνομα στα Ακίνητα, κατεδαφίζοντας όλα τα κτήρια και κατασκευές που βρίσκονταν σε αυτά, αντέδρασε με την αποστολή μιας επιστολής στους Κατηγορούμενους 1 μέσω του δικηγόρου του, ημερομηνίας 03/07/2015 (Τεκμήριο 59), με την οποία τους καλούσε να σταματήσουν τις παράνομες επεμβάσεις στα Ακίνητα. Σύμφωνα πάντα με τον Παραπονούμενο, λόγω της παράνομης, όπως την χαρακτηρίζει, επέμβασης των Κατηγορουμένων στα Ακίνητα, η οποία συνίσταται στην ανέγερση σε αυτά νέου καφεστιατορίου καθώς και πλατείας, καταχωρήθηκε από πλευράς του στις 5/4/2016 η αγωγή 515/2016 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (Τεκμήριο 62), στην οποία οι εκεί Εναγόμενοι 1 - 6 είναι οι εδώ Κατηγορούμενοι. Αποδίδει, μεταξύ άλλων, στους Κατηγορούμενους ότι παραπλάνησαν τον Κηδεμόνα αναφέροντας ψευδώς ότι τα Ακίνητα είναι τουρκοκυπριακά ώστε να εξασφαλίσουν την μίσθωσή τους, κάτι που έγινε με βάση τα Τεκμήρια 41 και 43 (ανωτέρω), παρά το ότι τα εν λόγω Ακίνητα έχουν και Ελληνοκύπριους συνιδιοκτήτες. Αποδίδει επίσης στους Κατηγορούμενους ότι οι τελευταίοι παράνομα επενέβησαν και συνεχίζουν να επεμβαίνουν στα Ακίνητα και παράνομα κατέχουν, χρησιμοποιούν και νέμονται την εν λόγω ακίνητη περιουσία των κληρονόμων για την αποκόμιση οικονομικού οφέλους και συνάμα την εκδίκηση προς το πρόσωπο του εφόσον παρεμποδίζουν την νόμιμη λειτουργία των επιχειρήσεων του στην Κοινότητα Κρήτου Τέρρας, περιλαμβανομένου του εστιατορίου «Κεφαλόβρυσος», του καφενείου του και του ξενώνα του, μέσω της ανέγερσης και λειτουργίας επί των Ακινήτων του νέου καφεστιατορίου, με αποτέλεσμα οι εν λόγω επιχειρήσεις του να μην λειτουργούν και να έχει υποστεί τεράστια οικονομική ζημιά. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι, παρά την έκδοση των τίτλων ιδιοκτησίας των Ακινήτων (Τεκμήριο 49), συνεχίζει να έχει εξουσιοδότηση από τους νέους ιδιοκτήτες για την προώθηση της παρούσας υπόθεσης εναντίον των Κατηγορουμένων και νομιμοποιείται προς τούτο να προωθεί για να διεκδικήσει, όπως ανέφερε, αποζημιώσεις από τους Κατηγορούμενους για τις καταστροφές που αναφέρει ότι έγιναν με την επέμβαση των Κατηγορουμένων στα Ακίνητα. Ανέφερε επίσης κατά την αντεξέτασή του ότι αμφισβητεί ότι τα συγκεκριμένα τεμάχια εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του Κηδεμόνα και επίσης ανέφερε ότι στα Ακίνητα υπήρχαν ερείπια διότι ήταν ακατοίκητα και υπήρχε και μια διώροφη κατοικία του Reshat η οποία ήταν σε καλή κατάσταση όμως η γωνία στο πάνω μέρος αριστερά της οροφής της εν λόγω κατοικίας ήταν πεσμένη. Στη συνέχεια, όταν του ζητήθηκε να προσδιορίσει το παράπονο που έχει εναντίον των Κατηγορουμένων και για το οποίο προωθεί την παρούσα υπόθεση, ανέφερε αρχικά ότι οι Κατηγορούμενοι δεν του επέτρεπαν να λειτουργήσει το καφενείο και τον ξενώνα του και γενικότερα δεν του επέτρεπαν να εργαστεί στο χωριό και στη συνέχεια ανέφερε ότι οι Κατηγορούμενοι εκμεταλλεύτηκαν τα Ακίνητα αδικώντας τα παιδιά των Αποβιωσάντων. Ακολούθως, χωρίς να ήταν σε θέση να αναφέρει αν υπήρξε οποιαδήποτε επέμβαση στα τεμάχια 379, 380, 383 και 384, μαρτύρησε ότι το προηγούμενο Κοινοτικό Συμβούλιο έφτιαξε λίμνη και ολόκληρη πλατεία διευκρινίζοντας ότι η 2η κατηγορία δεν αφορά τους υφιστάμενους Κατηγορούμενους σε σχέση με την κατασκευή δεξαμενής και ότι τα προαναφερόμενα τεμάχια ήταν αρχικά περβόλια και έγιναν πλατεία. Ο Μ.Κ. 5 ανέφερε ότι διετέλεσε Διευθυντής Τελωνείου, Έφορος ΦΠΑ και Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών. Ανέφερε ότι η υπηρεσία Τουρκοκυπριακών Περιουσιών υπάγεται στο Υπουργείο Εσωτερικών και Κηδεμόνας είναι ο εκάστοτε Υπουργός Εσωτερικών. Όταν του υπεδείχθη η σύμβαση μίσθωσης (Τεκμήριο 43) ανέφερε ότι αυτή είναι εγκεκριμένη από το Υπουργείο Εσωτερικών και εξηγείσαι τη διαδικασία που ακολουθείται μέχρι την έγκριση τέτοιων συμβάσεων οι οποίες, ως διευκρίνισε, γίνονται κατόπιν πρωτοβουλίας του Κοινοτικού Συμβουλίου, όπως είναι το αίτημα των Κατηγορουμένων 1 που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 42. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι από τη στιγμή που υπογράφηκε η σύμβαση μίσθωσης (Τεκμήριο 43) φέρει αμάχητο τεκμήριο νομιμότητας και περαιτέρω ανέφερε ότι πριν καταλήξουν τα μέρη σε μια σύμβαση μίσθωσης, το Υπουργείο Εσωτερικών συμβουλεύεται έναν κατάλογο στον οποίο καταγράφονται οι τουρκοκυπριακές περιουσίες. Ως τελευταίος μάρτυρας για την πλευρά του Παραπονούμενου κατέθεσε ο κ. XXXXX Γλυκής ο οποίος υιοθέτησε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Β) ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Ανέφερε ότι κατάγεται από την Κρήτου Τέρρας και διαμένει στο Προδρόμι, είναι ελληνοκύπριος και υιός της αποβιώσασας XXXXX Hasan. Ανέφερε επίσης ότι είναι κληρονόμος της περιουσίας των Αποβιωσάντων και είναι, μαζί με άλλα πρόσωπα, ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των Ακινήτων. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι πριν εκδοθούν επ' ονόματι του ιδίου και των λοιπών κληρονόμων οι τίτλοι ιδιοκτησίας των Ακινήτων, εξουσιοδότησαν τον Παραπονούμενο να αναλάβει τη διαχείριση της περιουσίας των Αποβιωσάντων και να ανακτήσει την κατοχή των Ακινήτων αφότου ο Παραπονούμενος τους ενημέρωσε περί το 2014 - 2015 ότι οι Κατηγορούμενοι 1 προτίθετο να ανεγείρουν καφεστιατόριο στα Ακίνητα των οποίων είναι συνιδιοκτήτης. Περαιτέρω, ανέφερε ότι εντός της προαναφερόμενης ακίνητης περιουσίας υπήρχαν μέχρι το 2015 σπίτια και άλλα κτίσματα καθώς και αρκετά δέντρα. Μοναδική ζημιά, ως ανέφερε, ήταν η μερική κατάρρευση του τοιχώματος στην κύρια οικία εντός των τεμαχίων. Απορρίπτοντας των ισχυρισμό των Κατηγορουμένων ότι μόνο μπάζα και άλλα άχρηστα υλικά υπήρχαν εντός των προαναφερόμενων τεμαχίων, ανέφερε ότι μεταξύ του έτους 2015 και της καταχώρισης της παρούσας υπόθεσης οι Κατηγορούμενοι επενέβησαν εντός της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας και κατεδάφισαν τα κτίσματα και έκοψαν τα δέντρα που υπήρχαν κατασκευάζοντας πλατεία και ανεγείροντας επίσης διάφορα καταλύματα και αναπτύξεις, από τις οποίες προσπορίζονται όφελος οι Κατηγορούμενοι και όχι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες χωρίς οι πρώτοι να έχουν την προηγούμενη συγκατάθεση των κληρονόμων (και σήμερα ιδιοκτητών των Ακινήτων) ή του διαχειριστή και, γενικότερα, χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση και συγκατάθεση οποιουδήποτε εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη ή δικαιούχου σε εγγραφή ως ιδιοκτήτη της περιουσίας στην οποία οι Κατηγορούμενοι επενέβησαν και προκάλεσαν ζημιές. Αναφορικά με τον XXXXX Ahmet Tahsin ανέφερε ότι δεν κατοικούσε στην Κρήτου Τέρρας και δεν θυμόταν να αναφέρει πότε έφυγε από την Κοινότητα διότι παρήλθαν πολλά χρόνια από τον θάνατό του. Περαιτέρω, αναφέρθηκε κατά την κυρίως εξέτασή του στους υπόλοιπους κληρονόμους που αναφέρονται στις διαχειρίσεις της περιουσίας των Αποβιωσάντων που εκκρεμούν (Τεκμήριο 50), εξηγώντας τη φύση της συγγένειας που έχει μαζί τους και αναφέροντας πού διαμένουν και αν βρίσκονται σήμερα στη ζωή ή αν έχουν αποβιώσει. Ε. Κατάληξη Καθοδηγούμενος από τις νομικές αρχές που διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως και έχοντας υπόψη μου τα συστατικά στοιχεία των υπό εξέταση αδικημάτων σε συσχετισμό με την προσκομισθείσα μαρτυρία, πάντοτε αντικειμενικά θεωρούμενης, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο έχει παρουσιαστεί επαρκή και ικανοποιητική μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή που να δικαιολογεί την κλήση των Κατηγορουμένων σε απολογία. Tο πρώτο ζήτημα που θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι εκείνο που εγείρεται από την πλευρά της υπεράσπισης ως προς την νομιμοποίηση του Παραπονούμενου στην καταχώριση και προώθηση της παρούσας διαδικασίας εφόσον η ανυπαρξία τέτοιας νομιμοποίησης εγείρει ζήτημα κανονικότητας του ένδικου διαβήματος προδιαγράφοντας έτσι την τύχη της ποινικής δίωξης στην παρούσα υπόθεση. Στην Ντίνος Φιλίππου ν. Maricasa Estate Ltd, ECLI:CY:AD:2015:B518, Ποιν. Έφεση 61/2013 ημ. 10/07/2015 αναφέρεται ότι: «η Κυπριακή νομολογία δεν φαίνεται να παρέχει γενικό δικαίωμα σε προσωπικούς αντιπροσώπους αποβιώσαντος κατηγόρου να υποκατασταθούν στη θέση του για σκοπούς προώθησης της ποινικής υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων. Στην υπόθεση Ttofinis v. Theocharides and Another
(1983)2 CLR 363, αποφασίστηκε ότι, σύμφωνα με το κοινό δίκαιο, το δικαίωμα έγερσης ποινικής δίωξης περιορίζεται στα άτομα τα οποία υφίστανται ζημία (injured) από την εγκληματική πράξη. Με αναφορά στην υπόθεση London Borough of Southwark v. Williams
(1971)2 All E.R., 175 και τον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο, Κεφ. 96, τονίστηκε ότι, κατ΄ εξαίρεση, ένα άτομο του οποίου τα δικαιώματα σε ακίνητη περιουσία παραβιάζονται, ως αποτέλεσμα παράβασης του προαναφερόμενου νόμου, δικαιούται εκτός από την προώθηση των αστικών του δικαιωμάτων να καταφύγει και σε ιδιωτική ποινική δίωξη. Η υπόθεση Δημοσθένους ν. Τύχωνος, Ποιν. Εφ. 153/11, ημερ. 16.1.13, αφορά στο δικαίωμα «άμεσα» επηρεαζόμενου προσώπου, από τη μη τίμηση μιας επιταγής, να καταχωρήσει ποινική υπόθεση, στη βάση της επιταγής. Το πρόσωπο όμως που έχει «έννομο συμφέρον» να καταχωρήσει τέτοια ποινική δίωξη πρέπει να είναι άμεσα επηρεαζόμενο και τα δικαιώματα του άμεσα παραβιαζόμενα, από την παράνομη πράξη.» Η δίωξη των Κατηγορουμένων στην παρούσα υπόθεση προωθείται από τον Παραπονούμενο ως διαχειριστή (προσωπικό αντιπρόσωπο) των Αποβιωσάντων και εδράζεται στα άρθρα 280, 281 και 20 του Ποινικού Κώδικα. Κατά συνέπεια και ενόψει των όσων αναφέρθηκαν στην Maricasa Estate Ltd ανωτέρω, ο Παραπονούμενος δεν έχει γενικό δικαίωμα καταχώρισης και προώθησης της παρούσας ποινικής υπόθεσης εναντίον των Κατηγορουμένων για μόνο το λόγο ότι διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας των Αποβιωσάντων. Έπεται ότι, για να νομιμοποιείται ο Παραπονούμενος στην καταχώριση και προώθηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης θα πρέπει να καταδειχθεί ότι είναι άμεσα επηρεαζόμενο πρόσωπο και τα δικαιώματα του άμεσα παραβιαζόμενα από τις παράνομες πράξεις που προσάπτει στους Κατηγορούμενους. Ανατρέχοντας, λοιπόν, στην προσκομισθείσα μαρτυρία, δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε βλάβη ή σφετερισμός οποιωνδήποτε νόμιμων δικαιωμάτων του Παραπονούμενου επί των Ακινήτων ως αποτέλεσμα της ισχυριζόμενης παρανομίας που διαπράχθηκε από τους Κατηγορούμενους σε σχέση με αυτά, ώστε να τον καθιστά άμεσα επηρεαζόμενο πρόσωπο από τα αποδιδόμενα στους Κατηγορούμενους με το κατηγορητήριο ποινικά αδικήματα. Ό,τι προκύπτει σχετικά μέσα από την μαρτυρία που παρουσιάστηκε είναι η τεράστια οικονομική ζημιά που αναφέρει ότι υπέστη ο Παραπονούμενος με το κλείσιμο των επιχειρήσεων του που βρίσκονται σε άλλα ακίνητα λόγω της ανέγερσης και λειτουργίας από τους Κατηγορούμενους του νέου καφεστιατορίου στα Ακίνητα[3]. Η εκδοχή του όμως αυτή, ακόμα και αν ευσταθεί, δεν είναι παράγοντας που μπορεί να ληφθεί υπόψη για να αποφασιστεί το ζήτημα της νομιμοποίησης που εδώ εξετάζεται εφόσον, η επικαλούμενη ζημιά του, δεν συνδέεται με οποιαδήποτε τρόπο με τον επηρεασμό οποιωνδήποτε δικαιωμάτων του σχετικών με τα Ακίνητα και, ειδικότερα, της κατοχής που προστατεύεται από το άρθρο 280 του Κεφ. 154 (Σολωμού Αργυρού ν. Άννα Ζαφίροβα Ιανακίεβα κ.α. ECLI:CY:AD:2018:B206, Ποιν. Έφεση 181/2016 ημ. 30/04/2018) και των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων του «εγγεγραμμένου κυρίου» περιουσίας που προστατεύεται από το άρθρο 281 του Κεφ. 154 (Μουστάκα Κυριακή Μ. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 209). Η θέση δε που προκύπτει από τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης και 2ης κατηγορίας περί ιδιοκτησίας των Ακινήτων από τον Παραπονούμενο δεν βρίσκει οποιοδήποτε έρεισμα στην προσαχθείσα μαρτυρία. Αντίθετα, με δεδομένο ότι οι ισχυριζόμενες παράνομες πράξεις των Κατηγορουμένων που συνιστούν τα αδικήματα για τα οποία τους προσάπτονται οι κατηγορίες έγιναν, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, από τον Μάρτιο του 2015, δηλαδή μετά την αναφερόμενη μίσθωση των τεμαχίων 391, 392 και 393 από τον Κηδεμόνα (Τεκμήρια 40 και 43)[4] και πριν από τον διορισμό του Παραπονούμενου ως διαχειριστή (Τεκμήριο 51), έπεται ότι η κατοχή καθώς και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο ιδιοκτήτης των εν λόγω τεμαχίων δεν προκύπτει ότι ήταν κατά τον χρόνο της ισχυριζόμενης διάπραξης των αδικημάτων στον Παραπονούμενο ή σε οποιοδήποτε από τους κληρονόμους των Αποβιωσάντων αλλά βρίσκονταν στον Κηδεμόνα (βλ. άρθρο 5 του Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο Ν.139/91), ως το πρόσωπο που συμβλήθηκε με τους Κατηγορούμενους 1 μισθώνοντας τα ρηθέντα τεμάχια[5]. Ενόψει των ανωτέρω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ο Παραπονούμενος σε υπόθεση όπως η παρούσα που αφορά τα αδικήματα των άρθρων 280 και 281 του Κεφ. 154 επηρεάζεται «άμεσα» στα δικαιώματα του, από τις κατ' ισχυρισμό παράνομες πράξεις των Κατηγορουμένων, ώστε να νομιμοποιείται στην καταχώριση και προώθηση της δίωξης στην παρούσα ποινική υπόθεση. Η κατάληξη αυτή δεν μεταβάλλεται ακόμα και αν ευσταθεί η θέση που προβλήθηκε από πλευράς Παραπονούμενου και Μ.Κ.6 ότι δόθηκε εξουσιοδότηση από τους κληρονόμους των Αποβιωσάντων στον Παραπονούμενο για την προώθηση και ολοκλήρωση της παρούσας υπόθεσης εφόσον κανένα πρόσωπο του οποίου τα δικαιώματα δεν έχουν επηρεαστεί άμεσα από την ισχυριζόμενη αξιόποινη συμπεριφορά δεν μπορεί να εγείρει και να προωθεί ιδιωτική ποινική δίωξη σε αντικατάσταση του φερόμενου θύματος. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξη, η οποία προδιαγράφει την τύχη της παρούσας υπόθεσης, οι Κατηγορούμενοι θα πρέπει να απαλλαχθούν από το στάδιο αυτό και να μην κληθούν σε απολογία για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η πλευρά του Παραπονούμενου απέτυχε να αποδείξει ότι πληρούνται όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που τους προσάπτονται. Συγκεκριμένα, αναφορικά με την 1η κατηγορία σημειώνεται ότι, ως υποδεικνύεται στις αποφάσεις Σολωμού Αργυρού ν. Άννα Ζαφίροβα Ιανακίεβα (ανωτέρω) και Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 354, το άρθρο 280 Κεφ. 154 επί του οποίου εδράζεται η εν λόγω κατηγορία δεν προστατεύει τον ιδιοκτήτη αλλά τον κάτοχο της περιουσίας. Επομένως, η αναφορά στις λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας ότι τα Ακίνητα ήταν «ιδιοκτησίας του παραπονούμενου» δεν αποκαλύπτει το αδίκημα του άρθρου 280 Κεφ. 154 που προσάπτεται με την 1η κατηγορία. Περαιτέρω, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να συνηγορεί στο ότι ο Παραπονούμενος κατείχε τα Ακίνητα κατά το χρόνο της ισχυριζόμενης παράνομης εισόδου από τους Κατηγορούμενους. Αντίθετα, η προσαχθείσα μαρτυρία, αντικειμενικά θεωρούμενη, υποδηλώνει το ακριβώς αντίθετο εφόσον ο διορισμός του Παραπονούμενου ως διαχειριστή της περιουσίας των Αποβιωσάντων αναφέρθηκε ότι έγινε στις 27/01/2016 (αναφορικά με τους XXXXX Ahmet Beid Tahsin και XXXXX Ahmet Tahsin) και στις 22/12/2015 (αναφορικά με την XXXXX Hasan) ενώ η ισχυριζόμενη παράνομη είσοδος των Κατηγορουμένων με βάση το Κατηγορητήριο έγινε «από τον Μάρτιο του 2015». Επομένως, δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να συνηγορεί στο ότι οι Κατηγορούμενοι εισήλθαν παράνομα (1ο συστατικό στοιχείο) σε περιουσία ευρισκόμενη σε κατοχή άλλου (2ο συστατικό στοιχείο) ούτε υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι εισήλθαν στα Ακίνητα με σκοπό τη διάπραξη κάποιου από τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 280 του Κεφ. 154 (3ο συστατικό στοιχείο), το οποίο μάλιστα δεν προσδιορίζεται στις λεπτομέρειες αδικήματος ούτε συγκεκριμενοποιήθηκε κατά τη δίκη. Η κατοχή των τεμαχίων 391, 392 και 393 προκύπτει ότι παραχωρήθηκε στους Κατηγορούμενους από τον Κηδεμόνα δυνάμει σχετικής σύμβασης μίσθωσης η οποία χαρακτηρίστηκε από τον Μ.Κ. 6 ως φέρουσα «αμάχητο τεκμήριο νομιμότητας» για δε τα υπόλοιπα τεμάχια (379, 380, 383 και 384) ουδεμία θετική ή ικανοποιητική μαρτυρία προσκομίστηκε από πλευράς Παραπονούμενου με βάση την οποία να προκύπτει ότι οι Κατηγορούμενοι εισήλθαν σε αυτά ενώ βρίσκονταν στην κατοχή του Παραπονούμενου με σκοπό τη διάπραξη οποιουδήποτε από τα αδικήματα του άρθρου 280 του Κεφ. 154. Κατά συνέπεια, δεν θεωρώ ότι στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση για το αδίκημα του άρθρου 280 του Κεφ. 154 που προσάπτεται εναντίον των Κατηγορουμένων με την 1η κατηγορία. Καθ' όσον αφορά τώρα τη 2η κατηγορία, υπενθυμίζω ότι το άρθρο 281 Κεφ. 154 επί του οποίου αυτή εδράζεται προστατεύει τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα του «εγγεγραμμένου κυρίου» περιουσίας και στοιχειοθετείται με την απόδειξη της κατοχής, καλλιέργειας, νομής ή χρήσης της από τον κατηγορούμενο, τα οποία είναι εγγεγραμμένα στο όνομα άλλου, χωρίς όμως την οποιαδήποτε συγκατάθεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη ή των κληρονόμων του. Λαμβάνοντας υπόψη την προσαχθείσα μαρτυρία, προκύπτει ότι οι αναφορές που γίνονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος της 2ης κατηγορίας ότι τα Ακίνητα ήταν «ιδιοκτησίας του παραπονούμενου» και ότι τα νέμονται οι Κατηγορούμενοι «χωρίς τη συγκατάθεση του παραπονούμενου» δεν αποκαλύπτουν το αδίκημα του άρθρου 281 Κεφ. 154 που προσάπτεται με την 2η κατηγορία εφόσον, από την μαρτυρία που παρουσιάστηκε, προκύπτει ότι ο Παραπονούμενος ουδέποτε ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των Ακινήτων. Κατά συνέπεια, το 2ο και 3ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος που προσάπτεται με τη 2η κατηγορία εναντίον των Κατηγορουμένων δεν στοιχειοθετείται μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία. Πέραν όμως της απουσίας των προαναφερόμενων συστατικών στοιχείων, θεωρώ ότι το αδίκημα της 2ης κατηγορίας δεν στοιχειοθετείται και για τον ακόλουθο λόγο: (α) καθ' όσον αφορά τα τεμάχια 391, 392 και 393, η καλλιέργεια, κατοχή, νομή ή χρήση τους από τους Κατηγορούμενους - η οποία, με βάση τις λεπτομέρειες και την μαρτυρία που παρουσιάστηκε, προσδιορίζεται στην ανέγερση καφεστιατορίου, δεξαμενής και πλατείας - έγινε στο πλαίσιο σύμβασης μίσθωσης που οι Κατηγορούμενοι 1 σύναψαν με τον Κηδεμόνα. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι η κατοχή, νομή και χρήση από τους Κατηγορούμενους των πιο πάνω τεμαχίων ήταν στο πλαίσιο της συμβατικής τους σχέσης με τον Κηδεμόνα (στον οποίο, ως προαναφέρθηκε, περιήλθαν όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο ιδιοκτήτης των εν λόγω τεμαχίων δυνάμει του άρθρου 5 του Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου) και υπό συνθήκες που να βρίσκει, σε συνδυασμό με το άρθρο 281
(2), εφαρμογή το άρθρο 8 του Κεφ. 154[6] (βλ. Σολωμού Αργυρού ν. Άννα Ζαφίροβα Ιανακίεβα, ανωτέρω), (β) καθ' όσον αφορά τα υπόλοιπα τεμάχια που αναφέρονται στην 2η κατηγορία (με αριθμούς 379, 380, 383 και 384) ουδεμία θετική ή ικανοποιητική μαρτυρία προσφέρθηκε από πλευράς Παραπονούμενου με βάση την οποία να προκύπτει ότι οι Κατηγορούμενοι κατέχουν, καλλιεργούν, νέμονται ή χρησιμοποιούν με οποιοδήποτε τρόπο τα εν λόγω τεμάχια χωρίς τη συγκατάθεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι οι λεπτομέρειες των αδικημάτων της 1η και 2ης κατηγορίας σε συσχετισμό με τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε προς απόδειξη τους, δεν είναι τέτοια που να μπορεί να στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για τα αδικήματα των άρθρων 280 και 281 που προσάπτονται (αντιστοίχως) με την 1η και 2η κατηγορία. Συνακόλουθα, δεν στοιχειοθετείται ούτε το αδίκημα της 3ης κατηγορίας, εφόσον αυτό προϋποθέτει την στοιχειοθέτηση των αδικημάτων της 1ης και της 2ης κατηγορίας, η οποία, ως προαναφέρθηκε, δεν υπάρχει. Δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης, παρέλκει η εξέταση του ζητήματος για προσθήκη νέων κατηγοριών στο υπό κρίση κατηγορητήριο σε σχέση με άλλα ισχυριζόμενα αδικήματα, αν και θα πρέπει να εκφράσω τις αμφιβολίες μου κατά πόσο κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επιτύχει ιδιαίτερα με τον τρόπο που ηγέρθη από πλευράς του συνηγόρου του Παραπονούμενου, ήτοι μέσω των γραπτών του αγορεύσεων στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Ως εκ των ανωτέρω, η υπόθεση απορρίπτεται και οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 4, 5 και 6 αθωώνονται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των Κατηγορουμένων και εναντίον του Παραπονούμενου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα καταβληθεί με δεδομένο την κοινή υπεράσπιση αλλά και λόγω του ότι οι Κατηγορούμενοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο δικηγόρο. (Υπ).......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το άρθρο 280 του Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «Είσοδος σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος, κλπ. 280. Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή όποιος, αφού εισέρθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.» [2] Το άρθρο 281 του Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «Παράνομη κατοχή, καλλιέργεια, νομή ή χρήση 281.-
(1)Όποιος κατέχει, καλλιεργεί, νέμεται ή χρησιμοποιεί με οποιοδήποτε τρόπο- (α) γη εγγεγραμμένη επί ονόματι άλλου (β) γη, σχετικά με την οποία κατατέθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο σύμβαση πώλησης, δυνάμει των διατάξεων του περί Πωλήσεως Γαιών (Ειδική Εκτέλεσις) Νόμου, από τον αγοραστή αυτής, χωρίς τη συναίνεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη ή των κληρονόμων του ή του αγοραστή από τους κληρονόμους του, ανάλογα με την περίπτωση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2)Οι διατάξεις του άρθρου 8 δεν εφαρμόζονται σε ποινική δίωξη που ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου αυτού, εκτός αν ο κατηγορούμενος αποδείξει με τέτοιο τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι αυτός αγόρασε ή απέκτησε από διανομή, ανταλλαγή, αιτία θανάτου ή λόγω γάμου τη γη αυτή από τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη ή από τους κληρονόμους του.» [3] Βλ. παραγράφους 3, 4 και 32 του Εγγράφου Α. [4] Η οποία, με βάση τα Τεκμήρια 40 και 43 φαίνεται να έγινε στις 8/7/2014, κατόπιν αιτήματος των Κατηγορουμένων 1 ημερομηνίας 24/09/2013 (Τεκμήριο 42) και η οποία, σύμφωνα με την μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά του Παραπονούμενου, μέσω του Μ.Κ.5, φέρει «αμάχητο τεκμήριο νομιμότητας». [5] Βλ. Τη σύμβαση μίσθωσης - Τεκμήριο 43 - η οποία κατά τον Μ.Κ. 5 φέρει αμάχητο τεκμήριο νομιμότητας. [6] Το άρθρο 8 του Κεφ. 154 προνοεί ότι: «Ποινικό αδίκημα εναντίον της περιουσίας δεν καταλογίζεται σε εκείνο που το έπραξε αν η πράξη ή παράλειψη που συνιστούσε αυτό διαπράχθηκε κατά την άσκηση ειλικρινούς αξίωσης δικαιώματος και χωρίς πρόθεση καταδολίευσης.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.