← Κύπρος

ΠΑΠΑΒΑΡΝΑΒΑ ν. ΠΑΣΤΕΛΛΑ, Αρ. Υπόθεσης: 2012/2016, 23/12/2020

ΠΑΠΑΒΑΡΝΑΒΑ ν. ΠΑΣΤΕΛΛΑ, Αρ. Υπόθεσης: 2012/2016, 23/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B205 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2012/2016 Μεταξύ: XXXXX ΠΑΠΑΒΑΡΝΑΒΑ Παραπονούμενος εναντίον XXXXX ΠΑΣΤΕΛΛΑ Κατηγορούμενης Ημερομηνία: 23.12.2020 Για τον Παραπονούμενο: κ. Ραφαήλ Μίσιης Για την Κατηγορούμενη: κ. Λάρης Βραχίμης Κατηγορούμενη: Παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Tο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης καταχωρήθηκε στις 16.2.2016 και σε αυτό περιλαμβάνονταν αρχικά οι κατηγορίες 1 έως 6 που όλες τους αφορούσαν το αδίκημα της δόσης ψευδούς όρκου κατά παράβαση του άρθρου 117 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Η υπόθεση ήταν ορισμένη για απάντηση στις 22.3.2016 και στις 20.4.2016 προτού η κατηγορούμενη απαντήσει στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε έγινε τροποποίηση του κατηγορητηρίου στο οποίο προστέθηκαν άλλες 5 κατηγορίες, οι οποίες αριθμήθηκαν ως κατηγορίες 8 έως 12, και στη συνέχεια αποσύρθηκαν οι κατηγορίες 2 έως
  2. Επίδικες παρέμειναν οι κατηγορίες 1 και 8 έως 12 οι οποίες σύμφωνα με την Έκθεση Αδικήματος κάθε μιας τους όλες αφορούν το αδίκημα της δόσης ψευδούς όρκου κατά παράβαση του άρθρου 117 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  3. Οι λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας είναι οι ακόλουθες: «Η κατηγορούμενη κατά ή περί την στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας προέβη σε ένορκη κατάθεση υπό την μορφή Ένορκης Δήλωσης ημερομηνίας 04/09/2015 ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αίτηση με αριθμό XXXXX/2015 γνωρίζοντας ότι προέβαινε σε ψευδή κατάθεση για ουσιώδεις στην διαδικασία ζήτημα δηλαδή ισχυρίστηκε ότι ο παραπονούμενος XXXXX Παπαβαρνάβα παρενόχλησε σεξουαλικά τα ανήλικα παιδιά του αποδίδοντας έτσι σε αυτόν την διάπραξη σεξουαλικών αδικημάτων εναντίον των ανήλικων παιδιών του». Οι λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 8 έως 12 είναι παρόμοιες με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, απλώς διαφέρουν μόνο στην ημερομηνία που κάθε μια από αυτές αφορά και ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν είναι αναγκαίο να επαναληφθούν. Είναι αρκετό να λεχθεί ότι οι λεπτομέρειές τους αναφέρονται σε ένορκες δηλώσεις της κατηγορούμενης οι οποίες κατ' ισχυρισμό του παραπονούμενου υπογράφηκαν στην ίδια υπόθεση ήτοι την αίτηση XXXXX/2015 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στις 16.9.2015, 28.12.2015, 5.1.2016 (2 ένορκες δηλώσεις) και 28.1.
  4. Ο παραπονούμενος ήταν ο Μ.Κ.1 και κάλεσε επίσης ακόμα μια μάρτυρα. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή και αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει την υπεράσπισή της η κατηγορούμενη επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία και κάλεσε επίσης μια μάρτυρα προς υπεράσπισή της. Μετά που ολοκληρώθηκε η παρουσίαση της μαρτυρίας η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις στις 30.10.
  5. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τις θέσεις και εισηγήσεις τους. Ο κ. Μίσιης για τον παραπονούμενο ετοίμασε γραπτό κείμενο το οποίο παρέδωσε στο Δικαστήριο ενώ ο κ. Βραχίμης αγόρευσε προφορικά και η απόφαση επιφυλάχθηκε να ανακοινωθεί στις 4.12.
  6. Το Δικαστήριο στις 4.12.2020 ζήτησε να έχει τις απόψεις των δικηγόρων των διαδίκων αναφορικά με το θέμα του κατά πόσο ο παραπονούμενος νομιμοποιείτο να καταχωρήσει την παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση και αντλώντας σχετική καθοδήγηση από τη νομολογία ως προς τη διαδικασία που έπρεπε να ακολουθήσει (Δημοσθένους ν. Τύχωνος

(2013)2 Α.Α.Δ. 22) τους άκουσε σχετικά στις 11.12.2020 και επιφύλαξε την απόφασή του για σήμερα. Ο κ. Μίσιης εισηγήθηκε με αναφορά σε σχετική με το ως άνω θέμα νομολογία ότι ο παραπονούμενος είναι το θύμα του εγκλήματος και ως εκ τούτου νομιμοποιείται να προωθήσει την παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση επειδή λόγω των ισχυρισμών της κατηγορούμενης ότι κακοποίησε σεξουαλικά τα ανήλικα παιδιά του αποστερήθηκε το δικαίωμα του να τα βλέπει για περίοδο 4 μηνών. Εισηγήθηκε επίσης πως επηρεάστηκαν άμεσα τα δικαιώματά του, όπως το δικαίωμά του στην οικογενειακή του ζωή καθώς επίσης η φήμη και η υπόληψή του και ότι λόγω των πιο πάνω είχε δικαίωμα να καταχωρήσει την παρούσα υπόθεση. Ο κ. Βραχίμης από την άλλη εισηγήθηκε ότι στις υποθέσεις που επίδικα είναι τα αδικήματα ψευδορκίας δεν υπάρχει θύμα του αδικήματος, αφορούν θέματα δημόσιας τάξης και η εξουσία για τη δίωξή τους δεν επιτρέπεται να αναλαμβάνεται από ιδιώτες κατήγορους. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης δεν αμφισβητήθηκε ότι η κατηγορούμενη ορκίστηκε τις 6 επίδικες ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια της Αίτησης Γονικής Μέριμνας με αρ. XXXXX/2015 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που εκκρεμούσε μεταξύ των παρόντων διαδίκων. Συνεπώς αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης ότι η κατηγορούμενη ορκίστηκε τις εν λόγω ένορκες δηλώσεις. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Όπως φαίνεται από την Έκθεση Αδικήματος των επίδικων κατηγοριών αυτές στηρίζονται στο άρθρο 117 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Το άρθρο 117 περιλαμβάνεται στο Μέρος ΙΙΙ του Ποινικού Κώδικα το οποίο έχει τίτλο «Αδικήματα Εναντίον της Άσκησης Νόμιμης Εξουσίας». Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «Όποιος ορκίζεται με ψευδή όρκο ή προβαίνει σε ψευδή βεβαίωση ή δήλωση ενώπιον προσώπου εξουσιοδοτημένου να επαγάγει όρκο ή να δεχτεί δήλωση υπό τέτοιες περιστάσεις, ώστε αν ο ψευδής όρκος δινόταν ή η ψευδής δήλωση γινόταν σε δικαστική διαδικασία θα ισοδυναμούσε με ψευδορκία, είναι ένοχος πλημμελήματος». Στο Μέρος ΙΙΙ του Ποινικού Κώδικα περιλαμβάνεται επίσης το άρθρο 110 στο οποίο δίδεται ο ορισμός του αδικήματος της ψευδορκίας και το άρθρο 111 στο οποίο αναφέρεται ότι η προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα του άρθρου 110 είναι ποινή φυλάκισης μέχρι 7 χρόνια. Η άσκηση ποινικής δίωξης από ιδιώτες αναγνωρίστηκε στην Κύπρο ως δικαίωμα του προσώπου που θίγεται κατά άμεσο τρόπο από το αδίκημα το οποίο εκπηγάζει από το κοινοδίκαιο και δεν περιορίστηκε από το Άρθρο 113 του Συντάγματος που αναφέρεται στις εξουσίες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας να διατάσσει ποινικές διώξεις (Ttofinis v. Theocharides and another
(1983)2 CLR 363). Στην εν λόγω υπόθεση αναγνωρίστηκε ότι ο ιδιώτης κατήγορος ο οποίος θίγεται κατά άμεσο τρόπο έχει δικαίωμα να καταχωρήσει ιδιωτική ποινική δίωξη. Λέχθηκε ότι: «Not every individual has the right of private prosecution. Only victims of crime have this right.». Η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε σε αδικήματα ανέγερσης οικοδομής κατά παράβαση των προνοιών του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96 και σε αυτή αποφασίστηκε ότι ο εφεσείων είχε επηρεαστεί άμεσα αφού η οικοδομή που είχαν ανεγείρει οι εφεσίβλητοι κτίστηκε εντός ακίνητης περιουσίας που του ανήκε. Κρίθηκε ότι ο εφεσείων είχε θιγεί κατά άμεσο τρόπο από το αδίκημα και ως εκ τούτου είχε δικαίωμα να καταχωρήσει και να προωθήσει την ως άνω υπόθεση. Στην υπόθεση Δημοσθένους ν. Τύχωνος
(2013)2 Α.Α.Δ. 22 αποφασίστηκε πως η ιδιότητα του εφεσείοντα, ως νομιμοποιημένου κατόχου επιταγής για την οποία υπήρξε αντιπαροχή, δήλωνε τον άμεσο επηρεασμό του από τη μη εξόφλησή της και πως λόγω τούτου είχε έννομο συμφέρον να εγείρει την σχετική ιδιωτική ποινική δίωξη. Στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Ευαγγέλου, Ποινική Έφεση Αρ. 194/2013, ημερομηνίας 2.12.2014 αποφασίστηκε ότι ο «άμεσος επηρεασμός» των περιουσιακών δικαιωμάτων του εφεσείοντα είναι καθοριστικός για σκοπούς ενεργοποίησης του δικαιώματός του για καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής δίωξης. Στην ως άνω απόφαση επιδοκιμάστηκε η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει την υπόθεση που καταχώρησε ο εφεσείων επειδή έκρινε πως η παρουσία και η λειτουργία της πολύ μεγάλης κτηνοτροφικής μονάδας του εφεσίβλητου, η οποία στεγαζόταν και λειτουργούσε στα επίδικα υποστατικά και οι όποιες επιπτώσεις ενείχαν στην ακίνητη περιουσία του εφεσείοντα, δεν αποτελούσαν τέτοιας μορφής άμεση παρέμβαση ή επέμβαση στα περιουσιακά δικαιώματα του εφεσείοντα ώστε να νομιμοποιείτο να εγείρει ιδιωτική ποινική δίωξη. Στην εν λόγω απόφαση επιδοκιμάστηκε επίσης η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο αποφάσισε ότι δεν θα έπρεπε να διαδραματίσει καθοριστικό παράγοντα στο ζήτημα της νομιμοποίησης του εφεσείοντα να καταχωρήσει ποινική δίωξη το γεγονός ότι τα τεμάχια στα οποία βρίσκονταν οι επτά από τις οκτώ παράνομες οικοδομές, ήταν όμορα του δικού του τεμαχίου. Κρίθηκε ότι ο «άμεσος επηρεασμός» έχει την έννοια ότι με συγκεκριμένη παράνομη πράξη τα δικαιώματα του προσώπου που παρανομεί εκτείνονται εις βάρος τρίτων προσώπων κατά τρόπο που να παρατηρείται πλέον σφετερισμός και οικειοποίηση των νομίμων δικαιωμάτων των τρίτων αυτών προσώπων. Αναφέρθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα (η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου): «Ο άμεσος επηρεασμός, ως προϋπόθεση για νομιμοποίηση στην καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής δίωξης, δεν ταυτίζεται με την πιθανολόγηση έννομου συμφέροντος μέσα στα πλαίσια του ΄Αρθρου 146.2 του Συντάγματος. Θα πρέπει εννοιολογικά να αντικρισθεί υπό το φως των λόγων ύπαρξης του δικαιώματος άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης, του εντοπισμού δηλαδή βλάβης στα δικαιώματα του θύματος από ποινική πράξη. Υπό αυτές τις συνθήκες ο άμεσος επηρεασμός έχει την έννοια ότι με συγκεκριμένη παράνομη πράξη τα δικαιώματα κάποιου, του παρανομούντος, εκτείνονται εις βάρος τρίτων προσώπων κατά τρόπο που να παρατηρείται πλέον σφετερισμός και οικειοποίηση των νόμιμων δικαιωμάτων των τρίτων αυτών προσώπων. Η νομική έννοια του όρου «encroachment» αποτυπώνεται ως εξής: «The act of extending one's own rights at the expense of others, particularly by taking in adjoining land to make it appear part of one's own.» («A dictionary of Law» - 3rd Edition (Oxford Reference)) «An unlawful gaining on the possession of another.» (Mozley & Whiteley's «Law Dictionary», Eleventh Edition) «ENCROACH. To enter by gradual steps or stealth into the possessions or rights of another; to trespass; intrude.» («Black's Law Dictionary», Revised Fourth Edition) «Where a person attempts to extend a right possessed by him, as where a tenant of land takes in or adds to it other land adjoining or near to it, so as to make the added land appear to be part of his original holding.» (Jowitt's «Dictionary of English Law», Second Edition) Με τα πιο πάνω υπόψη του το πρωτόδικο Δικαστήριο στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Ευαγγέλου αποφάσισε ότι ο εφεσείων δεν νομιμοποιείτο στην καταχώρηση της υπό αναφορά ιδιωτικής ποινικής δίωξης και προχώρησε στην αθώωση και απαλλαγή του εφεσίβλητου από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Ως ανέφερα και πιο πάνω τα αδικήματα που περιλαμβάνονται στο παρόν κατηγορητήριο αφορούν σε «Αδικήματα Εναντίον της Άσκησης Νόμιμης Εξουσίας». Συγκεκριμένα το άρθρο 110 που αφορά στο αδίκημα της ψευδορκίας και της πρόκλησης σε ψευδορκία έχει τίτλο «Ποινικά Αδικήματα κατά την Απονομή της Δικαιοσύνης». Κρίνω ότι το έννομο αγαθό το οποίο προστατεύεται από τα άρθρα 110 και 117 του Ποινικού Κώδικα είναι η ορθή απονομή της Δικαιοσύνης. Στην υπόθεση PANAYIOTOU v. THE POLICE
(1968)2 CLR 103 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «The purpose of the legislator in making these provisions in this part of the Criminal Code, was apparentIy, to protect the course of Justice, by making it a punishable offence for any person knowingly and intentionally to make statements in Court tending to prove the guilt or innocence of any person in connection with a crime, which contradicts statements made earlier to a person investigating into the commission of an offence». Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω πρώτα κατά πόσο ο παραπονούμενος νομιμοποιείται να καταχωρήσει και να προωθήσει την παρούσα ιδιωτική ποινική δίωξη. Επειδή το έννομο αγαθό της ορθής απονομής της Δικαιοσύνης δεν ανήκει αποκλειστικά ούτε προσωπικά σε κανένα πολίτη κρίνω πως δεν νοείται οποιοσδήποτε ιδιώτης να μπορεί βάσιμα να ισχυριστεί ότι υπάρχει άμεσος επηρεασμός των δικαιωμάτων του όταν διαπράττεται ψευδορκία ούτως ώστε να νομιμοποιείται να καταχωρήσει ιδιωτική ποινική δίωξη για το εν λόγω αδίκημα. Παρά το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί της κατηγορούμενης που περιέχονται στις 6 επίδικες ένορκες δηλώσεις αναφέρονται στον παραπονούμενο κρίνω ότι αυτό δεν επαρκεί για να θεωρηθεί ότι έχει επηρεαστεί κατά άμεσο τρόπο οποιοδήποτε δικαίωμά του αφού ως ανέφερα και πιο πάνω το έννομο αγαθό της ορθής απονομής της Δικαιοσύνης το οποίο προστατεύεται από τα άρθρα 110 και 117 του Ποινικού Κώδικα δεν είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει στον παραπονούμενο. Κρίνω επίσης ότι οι ισχυρισμοί που περιέχονται στις 6 ένορκες δηλώσεις της κατηγορούμενης ότι ο παραπονούμενος κακοποίησε σεξουαλικά τα ανήλικα παιδιά τους δεν αποτελούν σφετερισμό ή οικειοποίηση των νομίμων δικαιωμάτων του παραπονούμενου από την κατηγορούμενη ούτε επηρεάζουν καθ' οιονδήποτε άμεσο τρόπο τα περιουσιακά δικαιώματά του. Λόγω των πιο πάνω κρίνω πως τα δικαιώματα του παραπονούμενου δεν έχουν επηρεαστεί άμεσα από τα επίδικα αδικήματα της δόσης ψευδούς όρκου κατά παράβαση του άρθρου 117 του Ποινικού Κώδικα που καταλογίζει στην κατηγορούμενη ότι διέπραξε αφού ακόμα και στην περίπτωση που όσα αυτή ισχυρίστηκε ήταν εν γνώση της ψευδή δεν υπάρχει σφετερισμός και οικειοποίηση των νομίμων δικαιωμάτων του από την κατηγορούμενη (Παναγιώτου ν. Ευαγγέλου, πιο πάνω) στην έκταση που αυτό είναι καθοριστικό για σκοπούς ενεργοποίησης του δικαιώματος ιδιωτικής ποινικής δίωξης. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι ο κατηγορούμενος δεν νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα ποινική υπόθεση και ως εκ τούτου αυτή πρέπει να απορριφθεί. Συνακόλουθα κρίνω περαιτέρω ότι παρέλκει η εξέταση του θέματος κατά πόσο η κατηγορούμενη πράγματι γνώριζε ότι όσα περιέχονται στις 6 επίδικες ένορκες δηλώσεις τις οποίες ορκίστηκε ήταν ψευδή. Για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω η κατηγορούμενη αθωώνεται στις κατηγορίες 1, 8, 9, 10, 11 και 12 τις οποίες αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.