← Κύπρος

CYPROFRESH POTATOES SEDIGEP (P.G.) LTD ν. ΦΕΣΙΑ, Αρ. Υπόθεσης: 2028/2016, 14/12/2020

CYPROFRESH POTATOES SEDIGEP (P.G.) LTD ν. ΦΕΣΙΑ, Αρ. Υπόθεσης: 2028/2016, 14/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B198 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2028/2016 Μεταξύ: CYPROFRESH POTATOES SEDIGEP (P.G.) LTD Κατηγορούσα Αρχή εναντίον XXXXX ΦΕΣΙΑ (ΑΔΤ XXXXX9524), XXXXX 30, XXXXX XXXXX Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 14.12.2020 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Αγγέλικα Αχιλλέως Για την Κατηγορούμενη: κ. Κύπρος Ανδρέου Κατηγορούμενη: Παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 23.2.2016 όταν καταχωρήθηκε το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλήφθηκαν σε αυτό συνολικά 6 κατηγορίες. Στις 29.6.2016 αποσύρθηκαν οι κατηγορίες 1 και 2 και στις 30.6.2016 τροποποιήθηκαν οι λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 3 έως 6 οι οποίες προωθήθηκαν μέχρι τέλους. Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της ανάληψης χρέους ή υποχρέωσης με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση του άρθρου 118(α) του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ. 5 (3η κατηγορία), της εξασφάλισης πίστωσης με την ανάληψη υποχρέωσης με ψευδή παράσταση και/ή με άλλο δόλιο μέσο κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (4η κατηγορία), της εξασφάλισης εκτέλεσης και έκδοσης αξιογράφου με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό καταδολίευσης κατά παράβαση των άρθρων 297 και 299 του Ποινικού Κώδικα (5η κατηγορία) και της εξασφάλισης πίστωσης με την ανάληψη υποχρέωσης με ψευδή παράσταση και/ή με άλλο δόλιο μέσο κατά παράβαση των άρθρων 297 και 301(α) του Ποινικού Κώδικα (6η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι κατά ή περί την 20.9.2011 στην Επαρχία Αμμοχώστου ανέλαβε χρέος και/ή υποχρέωση εξασφαλίζοντας πίστωση ως εγγυήτρια βάσει ψευδών παραστάσεων ή με άλλη απάτη, αφού υποσχέθηκε και/ή ανέλαβε και/ή εγγυήθηκε προσωπικά για την αποπληρωμή του εμπορικού λογαριασμού του πρωτοφειλέτη XXXXX Χριστοδούλου που δημιουργήθηκε με τις υπηρεσίες που προσέφεραν οι παραπονούμενοι χωρίς να αποκαλύψει στους παραπονούμενους με τους οποίους συναλλασσόταν ότι είναι πρόσωπο αναφορικά με την περιουσία του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής την 12.6.

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας κατηγορείται ότι κατά ή περί την 20.9.2011 στην Επαρχία Αμμοχώστου ανέλαβε χρέος και/ή υποχρέωση εξασφαλίζοντας πίστωση ως εγγυήτρια βάσει ψευδών παραστάσεων και/ή με άλλο δόλιο μέσο και/ή με άλλη απάτη, αφού υποσχέθηκε και/ή ανέλαβε και/ή εγγυήθηκε προσωπικά για την αποπληρωμή του εμπορικού λογαριασμού του πρωτοφειλέτη XXXXX Χριστοδούλου που δημιουργήθηκε με τις υπηρεσίες που προσέφεραν οι παραπονούμενοι χωρίς να αποκαλύψει στους παραπονούμενους με τους οποίους συναλλασσόταν ότι είναι πρόσωπο αναφορικά με την περιουσία του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής την 12.6.
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 5ης κατηγορίας κατηγορείται ότι κατά ή περί την 20.9.2011 στην Επαρχία Αμμοχώστου υποκίνησε τους παραπονούμενους να εκτελέσουν, εκδώσουν και αποδεχτούν αξιόγραφο βάσει ψευδών παραστάσεων και με σκοπό την καταδολίευση αφού υποσχέθηκε και/ή ανέλαβε και/ή εγγυήθηκε προσωπικά για την αποπληρωμή του εμπορικού λογαριασμού του πρωτοφειλέτη XXXXX Χριστοδούλου που δημιουργήθηκε με τις υπηρεσίες που προσέφεραν οι παραπονούμενοι χωρίς να αποκαλύψει στους παραπονούμενους με τους οποίους συναλλασσόταν ότι είναι πρόσωπο αναφορικά με την περιουσία του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής την 12.6.
  3. Τέλος σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 6ης κατηγορίας κατηγορείται ότι κατά ή περί την 20.9.2011 στην Επαρχία Αμμοχώστου ανέλαβε χρέος και/ή υποχρέωση εξασφαλίζοντας πίστωση ως εγγυήτρια βάσει ψευδών παραστάσεων και/ή με άλλο δόλιο μέσο και/ή με άλλη απάτη, αφού υποσχέθηκε και/ή ανέλαβε και/ή εγγυήθηκε προσωπικά για την αποπληρωμή του εμπορικού λογαριασμού του πρωτοφειλέτη XXXXX Χριστοδούλου που δημιουργήθηκε με τις υπηρεσίες που προσέφεραν οι παραπονούμενοι χωρίς να αποκαλύψει στους παραπονούμενους με τους οποίους συναλλασσόταν ότι είναι πρόσωπο αναφορικά με την περιουσία του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής την 12.6.
  4. Μεταξύ των διαδίκων δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: στις 12.6.2009 εκδόθηκε από το Ε. Δ. Αμμοχώστου στα πλαίσια της Πτωχευτικής Διαδικασίας υπ' αρ. XXXXX/2009 διάταγμα παραλαβής εναντίον της κατηγορούμενης σύμφωνα με το οποίο ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε ως παραλήπτης της περιουσίας της. Το ως άνω διάταγμα παραλαβής επιδόθηκε στην κατηγορούμενη προσωπικά στις 25.9.2009 και η κατηγορούμενη στις 7.5.2010 υπέβαλε στον Επίσημο Παραλήπτη Έκθεση Καταστάσεως της περιουσίας της. Το διάταγμα ημερομηνίας 12.6.2009 και αντίγραφα της ένορκης δήλωσης επίδοσής του ημερομηνίας 28.9.2009 και της Έκθεσης Κατάστασης της περιουσίας της κατηγορούμενης καταχωρήθηκαν ως τεκμήρια 9, 10 και 11 αντίστοιχα ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Προς απόδειξη της υπόθεσής της η παραπονούμενη εταιρεία κάλεσε 1 μάρτυρα. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Πυθάρας ο οποίος κατέθεσε γραπτή του δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Ισχυρίστηκε ότι είναι διευθύνων σύμβουλος της παραπονούμενης εταιρείας η οποία είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και ασχολείται με την εμπορία και πώληση πατατών και άλλων γεωργικών ειδών. Η κατηγορούμενη και ο σύζυγός της είναι πατατοπαραγωγοί και πελάτες της παραπονούμενης εταιρείας. Στα πλαίσια της συνεργασίας τους η παραπονούμενη διατηρούσε εμπορικό λογαριασμό επ' ονόματι της κατηγορούμενης ο οποίος την 1.10.2011 παρουσίαζε οφειλόμενο υπόλοιπο ύψους €18.406,
  5. Όταν η παραπονούμενη ζήτησε την εξόφληση του ως άνω ποσού η κατηγορούμενη ζήτησε από αυτή να αποδεχθεί ως παραγωγό τον σύζυγό της, να μεταφερθεί το υπόλοιπό της στο δικό του όνομα και να συνεχιστεί η συνεργασία μεταξύ της παραπονούμενης και του συζύγου της κατηγορούμενης. Η παραπονούμενη αποδέχθηκε την ως άνω πρόταση της κατηγορούμενης και ως εκ τούτου μετέφερε το υπόλοιπο του λογαριασμού της στον σύζυγό της. Για να γίνει η μεταφορά του ποσού που η κατηγορούμενη όφειλε στην παραπονούμενη ενημέρωσαν την κατηγορούμενη και τον σύζυγό της ότι θα έπρεπε να υπογραφεί από την κατηγορούμενη εγγύηση για πληρωμή τόσο των οφειλόμενων ποσών όσων και των οφειλών που θα προέκυπταν από τη συνεργασία της παραπονούμενης με τον σύζυγο της κατηγορούμενης. Η κατηγορούμενη τους ανέφερε ότι θα υπέγραφε η ίδια το εγγυητήριο έγγραφο αναφορικά με την κατάσταση λογαριασμού που ανοίχθηκε στο όνομα του συζύγου της και για αυτό στις 20.9.2011 η κατηγορούμενη υπέγραψε το εγγυητήριο έγγραφο για το ποσό των €60.
  6. Αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου κατατέθηκε ως τεκμήριο
  7. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η κατηγορούμενη υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο ως XXXXX Κυριάκου. Μετά την υπογραφή της ως άνω συμφωνίας εγγύησης περιήλθε σε γνώση της παραπονούμενης ότι εναντίον της κατηγορούμενης είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής στις 12.6.2009 στα πλαίσια της Αίτησης Πτώχευσης με αρ. XXXXX/2009 του Ε. Δ. Αμμοχώστου. Ισχυρίστηκε τέλος ότι η κατηγορούμενη εσκεμμένα απέκρυψε από την παραπονούμενη το γεγονός της έκδοσης του ως άνω διατάγματος. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε συνομίλησε με την κατηγορούμενη την οποία είδε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο. Ο μάρτυρας το έτος 2009 εργαζόταν σε άλλη εταιρεία και ανέλαβε καθήκοντα διευθύνοντος συμβούλου στην παραπονούμενη το έτος
  8. Ισχυρίστηκε επίσης ότι κατά τη διάρκεια της συνεργασίας της παραπονούμενης εταιρείας με την κατηγορούμενη τηρείτο σχετικός λογαριασμός ο οποίος κατά την 1.10.2011 δείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού €18.406,14 οφειλόμενο προς την παραπονούμενη το οποίο την 1.10.2011 μεταφέρθηκε στον λογαριασμό του συζύγου της. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν γνώριζε τις συνθήκες υπογραφής του τεκμηρίου 3 αφού ουδέποτε είχε συνομιλήσει με την κατηγορούμενη. Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης ούτως ώστε αυτή να υποχρεώνεται να προβάλει την υπεράσπισή της και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματά της η κατηγορούμενη επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση με την οποία δήλωσε ότι είναι αθώα. Στη συνέχεια η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Η κα Αχιλλέως εισηγήθηκε αναφορικά με το θέμα της εξασφάλισης πίστωσης από την κατηγορούμενη ότι είναι σαφές πως η πίστωση την οποία εξασφάλισε η κατηγορούμενη είναι η οφειλή ύψους €18.406,14 την οποία δημιούργησε μέχρι τις 30.9.2011 αγοράζοντας πατατόσπορο από την παραπονούμενη εταιρεία. Σε σχέση με τις ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους της κατηγορούμενης εισηγήθηκε ότι αυτές επιμαρτυρούνται από το γεγονός ότι καθόλη τη διάρκεια των συναλλαγών που είχε με την παραπονούμενη εταιρεία τους έδωσε διαφορετικό όνομα από αυτό με το οποίο εκδόθηκε εναντίον της το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της και από το γεγονός ότι δέχθηκε να εκδοθεί εναντίον της απόφαση σε αστική διαδικασία ενώ είχε ήδη εκδοθεί διάταγμα παραλαβής. Η κα Αχιλλέως εισηγήθηκε επίσης ότι η κατηγορούμενη είχε σκοπό να καταδολιεύσει την παραπονούμενη αφού έλαβε από αυτή οικονομικό όφελος υπό τη μορφή λήψης δανείων και πατατόσπορου παραλείποντας να της αναφέρει ότι εναντίον της περιουσίας της είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής. Ο κ. Ανδρέου από την άλλη πλευρά εισηγήθηκε αναφορικά με το άρθρο 118(α) του Ποινικού Κώδικα ότι δεν αρκεί η παράλειψη πληροφόρησης για να στοιχειοθετηθεί το επίδικο αδίκημα αλλά απαιτείται η ύπαρξη ψευδών παραστάσεων ή απάτης από το πρόσωπο εναντίον της περιουσίας του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής. Εισηγήθηκε επίσης ότι πρέπει να αποδειχθεί ότι η κατηγορούμενη εξασφάλισε πίστωση με ψευδείς παραστάσεις και πως η υπογραφή εκ μέρους της κατηγορούμενης του επίδικου εγγυητηρίου εγγράφου δεν αποτελεί σε ό,τι αφορά την ίδια εξασφάλιση πίστωσης αφού δεν είναι η ίδια που εξασφάλισε τέτοια πίστωση ούτε και αποκόμισε οποιοδήποτε προσωπικό όφελος από την υπογραφή της εν λόγω εγγύησης. Εισηγήθηκε επίσης ότι η μαρτυρία του μοναδικού μάρτυρα κατηγορίας είναι εξ ακοής η οποία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού το πρόσωπο το οποίο είχε εμπλοκή στα γεγονότα δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να μαρτυρήσει και λόγω τούτου η μαρτυρία του Μ.Κ.1 δεν επαρκεί για να κριθεί ότι η κατηγορούμενη υπέγραψε το επίδικο εγγυητήριο έγγραφο ούτε τι ειπώθηκε κατά την υπογραφή του. Εισηγήθηκε επίσης ότι δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει την κατηγορούμενη. Έχω μελετήσει με προσοχή τις θέσεις τους τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου κρίνεται αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Επίδικο στην 3η κατηγορία είναι το άρθρο 118(α) του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ. 5 ως αυτό είχε πριν την τροποποίησή του από τον Ν.61(Ι)/2015 αφού σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας ο κρίσιμος χρόνος ανάγεται στον Σεπτέμβρη του
  9. Το εν λόγω άρθρο είχε ως εξής: «Απάτες από πτωχεύσαντες
  10. Αν πρόσωπο το οποίο κηρύχτηκε σε πτώχευση ή αναφορικά με την περιουσία του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής: (α) με την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης, εξασφάλισε πίστωση βάσει ψευδών παραστάσεων ή με άλλη απάτη (β) . (γ) . είναι ένοχο αδικήματος και με την καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη.». Προκύπτει από το ως άνω άρθρο ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: α) η εξασφάλιση πίστωσης με την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης, β) βάσει ψευδών παραστάσεων ή με άλλη απάτη και γ) από πρόσωπο το οποίο κηρύχθηκε σε πτώχευση ή αναφορικά με την περιουσία του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί η γνώση του κατηγορούμενου ότι είχε κηρυχθεί σε πτώχευση (Χριστόφορου ν. Γιάγκου

(2007)2 Α.Α.Δ. 145, FAIR CHAMPION BETS LTD ν. Στέλιου, Ποινική Έφεση Αρ. 92/2014, ημερομηνίας 11.1.2018 και ΣΠΕ ΛΑΚΑΤΑΜΙΑΣ-ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΛΤΔ (πρώην ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (ΣΥ.Τ.Ι.Ε.Κ.) ΛΤΔ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΑΚΟΥ, Πoινική Έφεση αρ.129/2015, ημερομηνίας 5.4.2017). Στην υπόθεση Φουκκαρή ν. Θωμά, Ποινική Έφεση Αρ. 273/2015, ημερομηνίας 8.3.2018, αποφασίστηκε ότι η έννοια της «πίστωσης» στα άρθρα 117 και 118 του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ. 5 είναι ότι ο πτωχεύσας λαμβάνει όφελος από τον άλλο, χωρίς να αποδώσει αμέσως το αντάλλαγμα για το όφελος που έλαβε. Η ουσία έγκειται, ως λέχθηκε, στο ότι παραμένει σε εκκρεμότητα το αντάλλαγμα που θα πρέπει να καταβάλει ο πτωχεύσας. Αποφασίστηκε περαιτέρω ότι ένα δάνειο αποτελεί σαφώς μορφή «πίστωσης», το ίδιο και η παροχή υπηρεσιών η πληρωμή για τις οποίες δεν γίνεται αμέσως. Λέχθηκε ακόμα πως «ό,τι ο νόμος επιδιώκει να αποτρέψει είναι η δημιουργία νέων οφειλών εκ μέρους πτωχεύσαντος και ο οικονομικός κίνδυνος που προκαλείται από τη μη άμεση εξόφληση τέτοιων οφειλών, κίνδυνο τον οποίο οι αντισυμβαλλόμενοι δεν θα αναλάμβαναν αν γνώριζαν τα γεγονότα». Λέχθηκε περαιτέρω ότι σε περίπτωση ανάληψης προηγούμενης υποχρέωσης μιας εταιρείας εκ μέρους ενός πτωχεύσαντος και πάλι πρόκειται για «πίστωση» σε ό,τι αφορά τον πτωχεύσαντα διότι σε σχέση με αυτόν επρόκειτο για μια νέα οφειλή που ο ίδιος πλέον ανέλαβε ενόσω ήταν πτωχεύσας με ανάλογο κίνδυνο για τον πιστωτή. Έχω παρακολουθήσει τον μοναδικό μάρτυρα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις του, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσε, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά του ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωνε, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Ο Μ.Κ.1 κρίνω ότι ήταν ειλικρινής και είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Οι ισχυρισμοί του ήταν λογικοί και δεν αντικρούστηκαν από άλλη αντίθετη μαρτυρία. Κρίνω ότι η φιλαλήθειά του επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι δεν δίστασε κατά την αντεξέτασή του να παραδεχθεί ότι ο ίδιος δεν συνομίλησε ποτέ με την κατηγορούμενη καθώς επίσης ότι δεν είχε άμεση εμπλοκή σε όσα συνέβησαν κατά τον κρίσιμο χρόνο που ήταν το έτος 2011 κατά το οποίο εκείνος δεν εργαζόταν στην παραπονούμενη εταιρεία. Κατά την αντεξέτασή του δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις ούτε κλονίστηκε η αξιοπιστία του και ως εκ τούτων κρίνω ότι η μαρτυρία του αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο να στηριχθώ σε αυτή. Κρίνω επίσης ότι η μαρτυρία του πρέπει να γίνει αποδεκτή επειδή σε ουσιώδη μέρη της είναι σύμφωνη και με όσα οι διάδικοι δήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα και γιατί δεν προσκομίστηκε αντίθετη μαρτυρία προς αντίκρουσή της. Αναφορικά με την εισήγηση του κ. Ανδρέου ότι δεν αποδείχθηκε η υπογραφή του εγγυητηρίου εγγράφου τεκμήριο 3 κρίνω πως αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός του ότι το εν λόγω τεκμήριο υπογράφηκε από την κατηγορούμενη αλλά ο ευπαίδευτος δικηγόρος της κατά την αντεξέταση του μάρτυρα σε πολλές ερωτήσεις που του υπέβαλε επικαλέστηκε την υπογραφή του εν λόγω εγγράφου από την κατηγορούμενη για να υποβάλει τις θέσεις του προς αυτόν. Αναφέρω ενδεικτικά ότι υπέβαλε στον μάρτυρα ότι στις 20.9.2011 που η κατηγορούμενη υπέγραψε το εν λόγω εγγυητήριο χρεώστης προς την παραπονούμενη εταιρεία ήταν η ίδια, ότι ο σύζυγός της τον οποίο εγγυήθηκε δεν είχε λογαριασμό με την παραπονούμενη, καθώς επίσης ότι το εγγυητήριο αφορούσε τις μελλοντικές δοσοληψίες του συζύγου της με την παραπονούμενη. Σε σχέση με την κατηγορούμενη να αναφέρω ότι προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση ως ήταν δικαίωμά της. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο χαρακτήρας της ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστικής παρά αποδεικτικής αξίας, εφόσον δεν δύναται να τεκμηριώσει ή αποδείξει γεγονότα τα οποία δεν στοιχειοθετούνται από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, δύναται όμως να επεξηγήσει αποδεδειγμένα γεγονότα. Στην απόφαση στην υπόθεση Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R 97, αναφέρεται, σε σχέση με το χαρακτήρα της ανώμοτης δήλωσης: «What was said in a statement was not to be altogether brushed aside, but its potential effect was persuasive rather than evidential. It could not prove facts not otherwise proved by the evidence but it might show the evidence in a different light." Ως εκ τούτου δεν προσδίδω οποιαδήποτε αποδεικτική αξία σε όσα περιέχονται στην ανώμοτη δήλωση της κατηγορούμενης. Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο τα ακόλουθα είναι τα συμπεράσματά μου σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: στις 12.6.2009 εκδόθηκε από το Ε. Δ. Αμμοχώστου στα πλαίσια της Πτωχευτικής Διαδικασίας υπ' αρ. XXXXX/2009 διάταγμα παραλαβής εναντίον της κατηγορούμενης σύμφωνα με το οποίο ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε ως παραλήπτης της περιουσίας της. Το ως άνω διάταγμα επιδόθηκε στην κατηγορούμενη προσωπικά στις 25.9.2009 και η κατηγορούμενη στις 7.5.2010 υπέβαλε στον Επίσημο Παραλήπτη Έκθεση Καταστάσεως της περιουσίας της. Η κατηγορούμενη είναι πατατοπαραγωγός και αγόραζε από την παραπονούμενη εταιρεία πατατόσπορο. Η παραπονούμενη για τις μεταξύ τους συναλλαγές διατηρούσε σχετικό λογαριασμό ο οποίος την 1.10.2010 δείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο εις βάρος της κατηγορούμενης ποσού €6.591,76 το οποίο, με τις συναλλαγές που καταγράφηκαν στο ενδιάμεσο, την 1.10.2011 ανήλθε σε €18.406,
  1. Η παραπονούμενη ζήτησε την πληρωμή του ως άνω ποσού και αποδεχόμενη σχετική εισήγηση της κατηγορούμενης μετέφερε το ως άνω οφειλόμενο από αυτή ποσό σε λογαριασμό που άνοιξε για τον σύζυγο της κατηγορούμενης κ. XXXXX Χριστοδούλου. Στις 20.9.2011 η κατηγορούμενη υπέγραψε Εγγυητήριο Έγγραφο με το όνομα XXXXX Κυριάκου με αριθμό ταυτότητας XXXXX9524 και διεύθυνση XXXXX 30, XXXXX XXXXX. Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη είναι το ίδιο πρόσωπο το οποίο υπέγραψε το τεκμήριο 3 με το όνομα XXXXX Κυριάκου έχοντας υπόψη μου ότι στο Διάταγμα ημερομηνίας 12.6.2009 το οποίο κατατέθηκε εκ συμφώνου ως τεκμήριο 9 ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του αναγράφεται ότι η XXXXX Φεσιά διαμένει στο XXXXX, στην οδό XXXXX 30 και έχει αριθμό ταυτότητας XXXXX
  2. Σύμφωνα με το εν λόγω εγγυητήριο έγγραφο η κατηγορούμενη εγγυήθηκε διά της προσωπικής της περιουσίας την πληρωμή όλων των χρημάτων που είχαν καταστεί πληρωτέα ή που θα καθίσταντο στο μέλλον πληρωτέα μέχρι του ποσού των €60.000 από τον κ. XXXXX Χριστοδούλου προς την εταιρεία CYPROFRESH POTATOES SEGIDEP (P.G.) LTD. Κρίνω επίσης ότι η κατηγορούμενη στις 20.9.2011 που υπέγραψε το ως άνω εγγυητήριο παρέλειψε να πληροφορήσει τους παραπονούμενους ότι εναντίον της είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της ως είναι και ο σχετικός ισχυρισμός του Μ.Κ.1 τον οποίο αποδέχθηκα. Κρίνω ότι αυτό είναι το μόνο λογικό συμπέρασμα που προκύπτει αφού σε περίπτωση που η κατηγορούμενη το είχε αναφέρει στους παραπονούμενους αυτοί δεν θα αναλάμβαναν τον οικονομικό κίνδυνο να συναλλαχθούν με πρόσωπο το οποίο αντικειμενικά ήταν αφερέγγυο και δεν θα ήταν σε θέση να τους αποδώσει το αντάλλαγμα για το όφελος που έλαβε. Η κατηγορούμενη γνώριζε ότι είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της αφού δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός πως το εν λόγω διάταγμα της επιδόθηκε στις 25.9.
  3. Στις 10.10.2011 πράγματι το εν λόγω ποσό των €18.406,14 χρεώθηκε στον λογαριασμό του συζύγου της ο οποίος συνέχισε να συναλλάσσεται με την παραπονούμενη. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο το εγγυητήριο έγγραφο το οποίο υπέγραψε η κατηγορούμενη αποτελεί ανάληψη υποχρέωσης και «πίστωση» εντός της έννοιας του άρθρου 118(α) του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ.
  4. Κρίνω ότι είναι αναγκαίο στο παρόν στάδιο να μεταφερθεί αυτούσιο εκείνο το μέρος του εγγυητηρίου το οποίο είναι ουσιώδες για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης (οι υπογραμμίσεις τέθηκαν από το Δικαστήριο): «ΕΓΓΥΗΤΗΡΙΟ ΕΓΓΡΑΦΟ
  5. Εγώ η XXXXX Κυριάκου εκ XXXXX εις αντάλλαγμα και/ή αντιπαροχή της πωλήσεως ή/και συνέχισης πωλήσεων εμπορευμάτων και παροχής πιστώσεως προς τον κύριο/κυρία/εταιρεία (Αρ. Δελτίου Ταυτότητας / Αρ. Εγγραφής XXXXX2613 XXXXX Χριστοδούλου (εν τοις εφεξοίς «ο Οφειλέτης») εκ (πλήρης διεύθυνση) XXXXX 30, XXXXX XXXXX - Αμμ/στος, δια του παρόντος Εγγυώμαι αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με τον οφειλέτη, δια της προσωπικής μου περιουσίας την πληρωμή όλων των χρημάτων που είχαν καταστεί πληρωτέα ή που θα καταστούν στο μέλλον πληρωτέα (τώρα ή εις οιονδήποτε χρόνο ή χρόνους εις το εξής) που θα οφείλονται προς τη CYPROFRESH POTATOES SEGIDEP (P.G.) LTD, (εν τοις εφεξοίς «η Εταιρεία») συμπεριλαμβανομένων τόκων, προμηθειών, δικηγορικών και δικαστικών εξόδων και άλλων εξόδων και δαπανών.
  6. Περαιτέρω συμφωνώ ότι η παρούσα συνιστά Συνεχής Εγγύηση και θα ευθύνομαι πλήρως για όλες τις υποχρεώσεις του Οφειλέτη οι οποίες απορρέουν από ή σχετίζονται με την ανωτέρω συνεργασία μεταξύ του Οφειλέτη και της Εταιρείας.
  7. Το ποσό για το οποίο θα ευθύνομαι με βάση την παρούσα, δεν θα υπερβαίνει το ποσό των €60.000 (Ευρώ εξήντα χιλιάδες μόνον). Επιπλέον του ανωτέρω ποσού θα ευθύνομαι για τόκους προμήθειες, μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως, καθώς και δικηγορικών και δικαστικών εξόδων και τυχόν άλλα έξοδα ή δαπάνες της εταιρείας.
  8. Περαιτέρω και άνευ επηρεασμού των ανωτέρω προνοιών, συμφωνώ και αναλαμβάνω όπως έχω πλήρη ευθύνη προς την εταιρεία, για το ποσό το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 3 ανωτέρω, ως να ήμουν ο Οφειλέτης, σε περίπτωση κατά την οποία ο οφειλέτης είναι ανύπαρκτο πρόσωπο (νομικό ή φυσικό) και/ή η όλη συνεργασία είναι άκυρη ή ακυρώσιμη και/ή είσπραξη οποιουδήποτε ποσού είναι αδύνατη από τον Οφειλέτη συνεπεία οποιουδήποτε νομικού ή ουσιαστικού κωλύματος και/ή λόγω οποιασδήποτε άλλης αιτίας.
  9. . ..
  10. ... Εν Λεμεσό την 20/09/2011». Έχοντας υπόψη μου ότι με το ως άνω εγγυητήριο η κατηγορούμενη ανέλαβε να πληρώσει η ίδια όλες τις υποχρεώσεις του συζύγου της προς την παραπονούμενη, υφιστάμενες τότε αλλά και μελλοντικές, κρίνω ότι η υπογραφή του από την κατηγορούμενη αποτελεί ανάληψη υποχρέωσης από την ίδια, η οποία απαγορεύεται, επειδή πρόκειται για μια νέα οφειλή που ανέλαβε μετά που εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της. Ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Φουκκαρή ν. Θωμά, (πιο πάνω) «Η έννοια της «πίστωσης» στα εν λόγω άρθρα είναι ότι ο πτωχεύσας λαμβάνει όφελος από τον άλλο, χωρίς να αποδώσει αμέσως το αντάλλαγμα για το όφελος που έλαβε» και «Ό,τι ο νόμος επιδιώκει να αποτρέψει είναι η δημιουργία νέων οφειλών εκ μέρους πτωχεύσαντος και ο οικονομικός κίνδυνος που προκαλείται από τη μη άμεση εξόφληση τέτοιων οφειλών, κίνδυνο τον οποίο οι αντισυμβαλλόμενοι δεν θα αναλάμβαναν αν γνώριζαν τα γεγονότα». Η κατηγορούμενη υπέγραψε το εν λόγω εγγυητήριο αναλαμβάνοντας υποχρέωση να πληρώσει τα χρήματα που ο σύζυγός της θα όφειλε προς την παραπονούμενη και το έπραξε τούτο αφενός χωρίς να την πληροφορήσει ότι είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της και αφετέρου παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως φερέγγυο πρόσωπο, το οποίο κρίνω ότι αποτελεί και τη ψευδή παράσταση εκ μέρους της. Ως αναφέρθηκε πιο πάνω η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει επίσης τις κατηγορίες της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδή παράσταση κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα (4η κατηγορία), της εξασφάλισης εκτέλεσης και έκδοσης αξιογράφου με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό καταδολίευσης κατά παράβαση των άρθρων 297 και 299 του Ποινικού Κώδικα (5η κατηγορία) και της εξασφάλισης πίστωσης με την ανάληψη υποχρέωσης με ψευδή παράσταση και/ή με άλλο δόλιο μέσο κατά παράβαση των άρθρων 297, 301(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (6η κατηγορία). Τα ως άνω άρθρα προνοούν τα ακόλουθα: «
  11. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή. 298.
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
  1. Όποιος, με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, υποκινεί άλλο να εκτελέσει, εκδώσει, αποδεχτεί, οπισθογραφήσει, μεταβάλει ή καταστρέψει ολόκληρο ή μέρος, αξιόγραφο ή να γράψει, αποτυπώσει ή να επιθέσει όνομα ή σφραγίδα σε χαρτί ή περγαμηνή, με σκοπό όπως μετά από αυτό να καταστεί αυτό ή να μετατραπεί σε αξιόγραφο ή να τύχει της χρήσης ή της μεταχείρισης αξιογράφου, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
  2. Όποιος (α) κατά τη σύναψη χρέους ή με την ανάληψη υποχρέωσης, εξασφαλίζει πίστωση με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση ή με άλλο δόλιο μέσο ή (β) .. ή (γ) .. , είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.». Στο άρθρο 4 του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ. 5 που δίδεται ο ορισμός για το «αξιόγραφο» αναφέρεται ότι: «"αξιόγραφο" περιλαμβάνει κάθε έγγραφο που ανήκει κατά κυριότητα σε οποιοδήποτε πρόσωπο, και που αποδεικνύει είτε το δικαίωμα της κυριότητας είτε το δικαίωμα για ανάκτηση ή λήψη κάποιου περιουσιακού στοιχείου». Από το λεκτικό των ως άνω άρθρων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 298 είναι τα ακόλουθα: 1) η παράσταση γεγονότος με λόγια, έγγραφο ή συμπεριφορά η οποία στην πραγματικότητα είναι ψευδής, 2) η γνώση του προσώπου το οποίο προβαίνει στην παράσταση ότι αυτή είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή, 3) η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό την καταδολίευση και 4) ως αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης το πρόσωπο το οποίο προέβηκε σε αυτή να εξασφάλισε ή να απέκτησε από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Από το λεκτικό των ως άνω άρθρων συνάγεται επίσης ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 299 είναι τα ακόλουθα: 1) η παράσταση γεγονότος με λόγια, έγγραφο ή συμπεριφορά η οποία στην πραγματικότητα είναι ψευδής, 2) η γνώση του προσώπου το οποίο προβαίνει στην παράσταση ότι αυτή είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή, 3) η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό την καταδολίευση και 4) ως αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης να υποκινηθεί άλλος να εκτελέσει, εκδώσει, αποδεχτεί, οπισθογραφήσει, μεταβάλει ή καταστρέψει ολόκληρο ή μέρος, αξιόγραφο ή να γράψει, αποτυπώσει ή να επιθέσει όνομα ή σφραγίδα σε χαρτί ή περγαμηνή, με σκοπό όπως μετά από αυτό να καταστεί αυτό ή να μετατραπεί σε αξιόγραφο ή να τύχει της χρήσης ή της μεταχείρισης αξιογράφου. Από το λεκτικό του άρθρου 301(α) συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: 1) η σύναψη χρέους ή η ανάληψη υποχρέωσης και 2) η εξασφάλιση πίστωσης με ψευδή παράσταση ή άλλο δόλιο μέσο. Ψευδής παράσταση είναι η παρουσίαση γεγονότος ως υφιστάμενου ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν υφίσταται. Δεν είναι απαραίτητο η ψευδής παράσταση να γίνεται με λόγια. Η συμπεριφορά και η πράξη του δράστη χωρίς προφορική ή γραπτή παράσταση είναι αρκετή. Από την άλλη η δήλωση με αναφορά σε υφιστάμενο γεγονός είτε γίνεται προφορικά είτε γραπτά δεν χρειάζεται να είναι ρητά εκπεφρασμένη αλλά ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Νόμου αν η δήλωση λογικά και φυσιολογικά μπορεί να εξαχθεί από τον προφορικό ή γραπτό τρόπο που έγινε. Είναι όμως αναγκαίο όπως ο δράστης γνωρίζει ότι η παράσταση ήταν όντως ψευδής. Η ερμηνεία του όρου «ψευδής παράσταση» δόθηκε από τον Δικαστή Buckey στην υπόθεση Re London and Globe Finance Corporation Ltd
(1903)1 Ch. 368, 370 και έχει ως εξής: «To induce a man to believe that a thing is true which is false and which the person practicing the deceit knows or believes to be false». Περαιτέρω σύμφωνα με το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000, παρά. 5.6, σελ. 328, είναι αρκετό ο κατηγορούμενος με λόγια ή με συμπεριφορά να προκάλεσε στο μυαλό του θύματος μια ψεύτικη προσδοκία. Οι παραστάσεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο δεν είναι αρκετό να είναι ψευδείς αλλά απαιτείται όπως ο κατηγορούμενος όταν προέβαινε σε αυτές να γνώριζε ότι ήταν ψευδείς ή να μην πίστευε στο αληθές τους. Το βάρος απόδειξης των ψευδών παραστάσεων βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής η οποία θα πρέπει να τις αποδείξει όπως τις επικαλείται στο κατηγορητήριο. Στην υπόθεση Ζένιου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 65 η ψευδής παράσταση συνίστατο στο γεγονός πως όταν ο παραπονούμενος συμφώνησε την αγορά διαμερισμάτων και πλήρωσε προκαταβολή οι κατηγορούμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να παραδώσουν τα δύο διαμερίσματα ενώ γνώριζαν πως η πολυκατοικία δεν μπορούσε να αποπερατωθεί γιατί δεν υπήρχε σε ισχύ άδεια οικοδομής ούτε και μπορούσε να εκδοθεί τέτοια άδεια οικοδομής για την υπό ανέγερση πολυκατοικία κάτω από τον σχετικό Νόμο. Από την άλλη η απλή παράβαση σύμβασης παρά τις υποσχέσεις του κατηγορουμένου για εκπλήρωση των συμφωνηθέντων δεν αποτελεί ψευδή παράσταση εντός της έννοιας του άρθρου 297 του Ποινικού Κώδικα. Είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι η περιουσία που αναφέρεται στο κατηγορητήριο ή κάποιο τμήμα της αποκτήθηκε σαν αποτέλεσμα της κατ' ισχυρισμό ψευδούς παράστασης. Δηλαδή θα πρέπει η μαρτυρία να δείξει ότι η ψευδής παράσταση επέδρασε στο μυαλό του προσώπου που εξαπατήθηκε και ότι ήταν αυτή που τον ώθησε είτε πλήρως είτε μερικώς στο να αποξενωθεί από την περιουσία του. Σχετική είναι η υπόθεση R. v. Sullivan, 30 Cr. App. R. 132, όπου αποφασίστηκε πως η απόδειξη ότι η ψευδής παράσταση όντως ενήργησε στο μυαλό του προσώπου που εξαπατήθηκε δεν χρειάζεται σε κάθε περίπτωση να προσφέρεται με άμεση μαρτυρία εφόσον τα γεγονότα είναι τέτοια ώστε η κατ' ισχυρισμό ψευδής παράσταση να εμφανίζεται σαν ο μόνος λόγος ο οποίος θα μπορούσε να προβληθεί ως ο αποφασιστικός παράγοντας για την τέλεση της πράξης. Είναι αρκετό για την κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είτε για τον εαυτό του είτε για κάποιο άλλο πρόσωπο κατόρθωσε ως αποτέλεσμα των ψευδών του παραστάσεων να αποσπάσει παράνομα οτιδήποτε μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής είτε αυτό είναι χρήματα ή άλλο αντικείμενο το οποίο πρέπει να περιγράφεται με ικανοποιητικό τρόπο στο κατηγορητήριο (R. v. Smith
(1950)2 All E.R. 679). Η πρόθεση καταδολίευσης κατά κανόνα τεκμαίρεται μέσα από τα γεγονότα της κρινόμενης υπόθεσης. Η πρόθεση δεν είναι πάντοτε δεκτική θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ανευρίσκεται συνήθως ως εξυπακουόμενο γεγονός από τα γεγονότα της υπόθεσης. Για παράδειγμα, στην περίπτωση όπου λαμβάνονται χρήματα με παραστάσεις που εκ πρώτης όψεως είναι ψευδείς τότε η πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται εκ πρώτης όψεως (R. v. Hammerson, 10 Cr. App. R. 121). H χρήση ψευδών δηλώσεων ή εγγράφων για απόκτηση χρημάτων παρά το ότι τα χρήματα θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί χωρίς αυτά είναι μαρτυρία από την οποία δυνατό να εξαχθεί πρόθεση για καταδολίευση (R. v. Kritz
(1949)2 All E.R). Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, λέχθηκε πως όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 861 αποφασίστηκε ότι το ψευδές της παράστασης όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης για στοιχειοθέτηση ποινικής ευθύνης ανάγεται στην εξ αρχής πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει κατά τον χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Αυτή η υποκειμενική συμπεριφορά μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν στο τέλος της ημέρας την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη. Έχοντας υπόψη μου ότι η κατηγορούμενη υπέγραψε στις 20.9.2011 το εγγυητήριο έγγραφο, με το οποίο ανέλαβε να πληρώσει προς την παραπονούμενη όλα τα χρήματα που ο σύζυγός της θα της χρωστούσε, καθ΄ ο χρόνο είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της από τις 12.9.2009 το οποίο της είχε επιδοθεί στις 25.9.2009, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 3ης κατηγορίας και η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη σε αυτή. Σε ό,τι αφορά την 4η κατηγορία οι λεπτομέρειες αδικήματός της αναφέρονται σε «πίστωση» που εξασφάλισε η κατηγορούμενη. Κρίνω ότι η πίστωση στην οποία γίνεται αναφορά δεν εμπίπτει στην έννοια του «πράγματος» το οποίο σύμφωνα με το σχετικό άρθρο δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Συνεπώς λόγω μη απόδειξης του ως άνω συστατικού στοιχείου του αδικήματος του άρθρου 298 του Ποινικού Κώδικα η κατηγορούμενη αθωώνεται στην 4η κατηγορία. Αναφορικά με την 5η κατηγορία κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε το συστατικό στοιχείο του «αξιογράφου» αφού το εγγυητήριο έγγραφο ημερομηνίας 20.9.2011 το οποίο υπέγραψε η κατηγορούμενη δεν αποτελεί αξιόγραφο εν τη εννοία του νόμου και συνεπώς λόγω μη απόδειξης του ως άνω συστατικού στοιχείου του αδικήματος η κατηγορούμενη αθωώνεται στην 5η κατηγορία. Τέλος σε σχέση με την 6η κατηγορία κρίνω ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 301(α) του Ποινικού Κώδικα που αφορά η εν λόγω κατηγορία περιέχονται στο άρθρο 118(α) του Περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ. 5 που αφορά η 3η κατηγορία. Η 6η κατηγορία αφορά το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις από οποιονδήποτε ενώ το αδίκημα της 3ης κατηγορίας αφορά το ίδιο αδίκημα όταν διαπράττεται από κάποιο πτωχεύσαντα. Κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 6ης κατηγορίας και η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη σε αυτή. Λόγω των πιο πάνω η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 3 και 6 και αθωώνεται στις κατηγορίες 4 και 5. (Υπ.) ................................ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.