← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Α.Μ., Αρ. Υπόθεσης:8755/2016, 2/12/2020

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Α.Μ., Αρ. Υπόθεσης:8755/2016, 2/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B193 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:8755/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή -και- Α.Μ. Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 2/12/

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. A. Σιαπανή Για Κατηγορούμενο: Ο κ. Ν. Γεωργίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη, στην παρούσα υπόθεση, αντιμετωπίζει, συνολικά, 8 κατηγορίες. Στη 1η, 3η, 5η και 9η κατηγορία κατηγορείται για το αδίκημα της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες κάθε εκάστου αδικήματος, η κατηγορούμενη, μεταξύ της 1ης και της 18ης Ιουνίου του 2015, στο νηπιαγωγείο με την ονομασία "XXXXX" (στο εξής καλούμενο «το νηπιαγωγείο») επιτέθηκε παράνομα εναντίον του Α. Δ., ηλικίας 2,5 ετών, του Σ.Πλ., ηλικίας επίσης 2,5 ετών και της Μ.Σ., ηλικίας 3 ετών. Στην 2η, 4η, 6η και 10η κατηγορία, κατηγορείται για το αδίκημα της κακομεταχείρισης τέκνου ηλικίας κάτω των 16 ετών, κατά παράβαση του άρθρου 54 του περί Παιδιών Νόμου, Κεφάλαιο
  3. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες κάθε εκάστου αδικήματος, η κατηγορούμενη, κατά την πιο πάνω χρονική περίοδο, ενώ είχε τον έλεγχο και φροντίδα των πιο πάνω ανηλίκων σκόπιμα επιτέθηκε εναντίον τους. Η κατηγορουμένη δήλωσε τη μη παραδοχή της και ως εκ τούτου διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, ότι η κατηγορούμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο, ως συνάγεται μέσα από την αναντίλεκτη μαρτυρία καθώς και από τα παραδεκτά γεγονότα, ήταν η ιδιοκτήτρια και διευθύντρια του πιο πάνω ιδιωτικού νηπιαγωγείου, το οποίο βρίσκεται στο χωριό XXXXX. Επίσης, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η Δ.Σ. (στο εξής καλούμενη «η παραπονούμενη»), εργαζόταν στο εν λόγω νηπιαγωγείο ως βοηθός νηπιαγωγός, μέχρι και τις 3.07.
  4. Στο εν λόγω νηπιαγωγείο, φοιτούσαν, μεταξύ άλλων και τα πιο πάνω ανήλικα παιδιά, τα οποία αναφέρονται ονομαστικώς στο κατηγορητήριο. Τα πιο πάνω καθίστανται αυτομάτως και ευρήματα του Δικαστηρίου. Αποτελεί, συνοπτικά, εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, ότι η κατηγορούμενη παράνομα, εντός του νηπιαγωγείου, επιτέθηκε και σκόπιμα χτύπησε τα πιο πάνω ανήλικα παιδιά, μεταξύ της περιόδου που αναγράφεται στο κατηγορητήριο. Από την άλλη, αποτελεί, συνοπτικά, θέση της υπεράσπισης, ότι η κατηγορούμενη ουδέποτε χτύπησε ή επιτέθηκε με οποιονδήποτε τρόπο σε αυτά και ότι η παραπονούμενη υπέβαλε την εναντίον της καταγγελία στην Αστυνομία εκδικητικά, αφότου η τελευταία ενημερώθηκε από την κατηγορούμενη ότι θα τερματιστεί η εργοδότηση της στο εν λόγω νηπιαγωγείο, λόγω του ότι δεν πληρούσε τα κριτήρια τα οποία καθορίζονταν από το Γραφείο Ευημερίας. Προς απόδειξη της υπόθεσής της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 4 μάρτυρες κατηγορίας. Ειδικότερα κατέθεσαν ο Αστυφύλακας XXXXX, Σ.Σ. (Μ.Κ 1), η παραπονούμενη (Μ.Κ 2), η Π.Χ., λειτουργός στις υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας (Μ.Κ 3) και η Κ.Χ., μητέρα του Σ.Π. (Μ.Κ 4). Το Δικαστήριο, αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης, την κάλεσε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74

(1)(Β) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφάλαιο 155. Αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματά της, η κατηγορουμένη επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, κλητεύοντας και ένα μάρτυρα υπεράσπισης, τον Θ.Σ. (Μ.Υ 2), πατέρα της Μ.Σ. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Μ.Κ 1, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Κλήρου, υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με αυτήν, στις 6.07.2015, ενώ βρισκόταν καθήκον, προσήλθε στον σταθμό η παραπονούμενη, η οποία κατάγγειλε ότι είδε την κατηγορούμενη, κατά την περίοδο από 1.06.2015 εώς 18.06.2015, χρονικό διάστημα όπου γίνονταν οι πρόβες της τελικής γιορτής του νηπιαγωγείου, να κακομεταχειρίζεται, δηλαδή να κτυπά στα χέρια και στα μάγουλα ως επίσης και να τραβά τα μαλλιά των πιο πάνω ανήλικων παιδιών. Την 7.07.2015, έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη (Τεκμήριο 2) και την 31.07.2015 την κατηγόρησε και γραπτώς (Τεκμήριο 3). Ως προς τις περαιτέρω ενέργειες του, ανάφερε, προφορικά, ότι ζητήθηκε από τους γονείς των ανήλικων παιδιών να δώσουν τη συγκατάθεσή τους, ώστε αυτά να εξεταστούν από ειδικό παιδοψυχολόγο. Όλοι οι γονείς, πλην της Μ.Κ 4, αρνήθηκαν. Η Μ.Κ 4 όμως ουδέποτε προσήλθε στον Σταθμό για να δώσει την εν λόγω συγκατάθεσή της. Συνεπώς, ενόψει των δεδομένων αυτών, κανένα ανήλικο παιδί δεν εξετάστηκε από ειδικό. Αντεξεταζόμενος, επανέλαβε τη θέση ότι ο λόγος που δεν λήφθηκε οπτικογραφημένη κατάθεση από τα ανήλικα παιδιά, ήταν διότι οι γονείς τους δεν έδωσαν τη συγκατάθεσή τους. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι επικοινώνησε, τηλεφωνικώς, με τις υπόλοιπες δασκάλες του νηπιαγωγείου, οι οποίες όμως αρνήθηκαν να προβούν σε οποιανδήποτε κατάθεση. Επιπρόσθετα όμως, η Σ. Π., δασκάλα πιάνου, του ανάφερε προφορικά ότι κατά την ώρα που διενεργούντο οι πρόβες για την τελική γιορτή η κατηγορούμενη δεν χτύπησε οποιοδήποτε παιδί. Περαιτέρω επικοινώνησε και με τον Μ.Σ., δάσκαλο Αγγλικών, ο οποίος ισχυρίστηκε, προφορικώς, ότι ο ίδιος δεν έλαβε μέρος στη γιορτή του σχολείου και ουδέποτε είδε την κατηγορούμενη να κτυπά παιδιά. Επίσης επικοινώνησε και με την Ε.Μ., δασκάλα κατά τον ουσιώδη χρόνο στο σχολείο, η οποία δεν επιθυμούσε να αναφέρει το ο,τιδήποτε. Αρνήθηκε το γεγονός ότι ερεύνησε την παρούσα υπόθεση πλημμελώς και ότι αμέλησε να λάβει καταθέσεις, από τα πιο πάνω πρόσωπα, ώστε να διαλευκανθούν πλήρως τα αληθή γεγονότα της. Η παραπονούμενη υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της, τόσο την αρχική της όσο και τη συμπληρωματική της κατάθεση (Τεκμήρια 3 και 4 αντιστοίχως). Σύμφωνα με αυτές, την 3/07/2015 αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της δίδοντας την παραίτηση της, λόγω του ότι η κατηγορούμενη δεν συμπεριφερόταν σωστά, ούτε στα παιδιά που, κατά τον ουσιώδη χρόνο, φοιτούσαν στο νηπιαγωγείο αλλά ούτε και στο προσωπικό του. Ειδικότερα, περιήλθε στην αντίληψη της ότι μεταξύ της περιόδου από 1.06.2015 με 18.06.2015, κατά τη διάρκεια της τελικής πρόβας του νηπιαγωγείου, η κατηγορούμενη ήταν σε έξαλλη κατάσταση και σε διάφορες ημερομηνίες την είδε να κτυπά με τα χέρια της παρά πολύ δυνατά τα χέρια του Αντρέα Δασκάλου και στη συνέχεια να του τραβά τα μαλλιά του, χωρίς η ίδια να αντιληφθεί το λόγο. Επίσης είδε την κατηγορούμενη, μια άλλη χρονική στιγμή να κτυπά με τα χέρια της πολύ δυνατά τα χέρια του Σ.Π., ο οποίος μόλις είχε αφιχθεί στο νηπιαγωγείο, επειδή αυτός έκλαιγε και δεν ήθελε να παραμείνει στο σχολείο. Επίσης το εν λόγω παιδί το κτύπησε και πάλι στα χέρια του και μία άλλη φορά, όταν αυτός βρισκόταν στην αυλή του νηπιαγωγείου. Επίσης σε άλλη ημερομηνία είδε την κατηγορούμενη να κτυπά τη Μ.Σ., από μια φορά στο κάθε μάγουλο, με γρήγορη κίνηση, επειδή δεν έλεγε το τραγούδι της. Περαιτέρω, ενώ η ίδια βρισκόταν στο δωμάτιο με τα βρέφη, άκουσε την κατηγορούμενη να φωνάζει πολύ δυνατά στην Ά.Μ.Λ., λέγοντας της «ότι δεν αντέχεται», πράγμα το οποίο έπραττε πολλές φορές. Η Ά.Μ.Λ. ακολούθως ήρθε στην ίδια και κλαίγοντας της έδειξε τα χέρια της, χτυπώντας τα. Επιβεβαίωσε ότι, πέραν των πιο πάνω περιστατικών, δεν περιήλθε στην αντίληψη της ότι η κατηγορούμενη, προηγουμένως, κτύπησε οποιοδήποτε άλλο παιδί. Κάποια άλλα παιδιά επίσης, της έκαναν παράπονο ότι δέχθηκαν χτυπήματα από την κατηγορούμενη, χωρίς όμως η ίδια να δει το ο,τιδήποτε. Μόλις διαπίστωσε ότι η κατηγορούμενη κτυπούσε τα παιδιά ανάφερε το γεγονός αυτό στο Γραφείο Ευημερίας, το οποίο ανέλαβε την διερεύνηση του χωρίς όμως να γνωρίζει το αποτέλεσμα. Περαιτέρω, περιέγραψε και ένα άλλο γεγονός το οποίο επεσυνέβη, κατά την περίοδο 25 με 29.06, όταν η κατηγορούμενη παρέλαβε ένα βρέφος, ηλικίας 17 μηνών, το οποίο είχε πυρετό. Η ίδια βρισκόταν σε άλλο θάλαμο. Όταν όμως εξήλθε αυτού, διαπίστωσε ότι το εν λόγω βρέφος βρισκόταν μπρούμυτα στο έδαφος και έκλαιγε, ενώ η κατηγορούμενη έφυγε, χωρίς να αναμένει την ίδια να το παραλάβει. Τέλος ανάφερε ότι η δασκάλα Ε.Μ., δεν ήταν παρούσα στα όσα η ίδια είδε προσωπικά. Συμπληρωματικά ανάφερε ότι μόλις είδε τη συμπεριφορά της κατηγορούμενης τη 2.07.2015 δηλαδή όταν και άφησε το βρέφος στο έδαφος αβοήθητο, είχε αποφασίσει ότι θα αποχωρούσε από το νηπιαγωγείο, αφότου όμως πληρωνόταν τον μισθό του προηγούμενου μήνα. Έτσι, ζήτησε από την κατηγορούμενη να την πληρώσει. Η κατηγορούμενη της ανάφερε ότι οι υπάλληλοι πληρώνονται την 6η ημέρα κάθε έκαστος μηνός. Την 3.07.2015, η κατηγορούμενη της ανάφερε ότι θα πληρωθεί την ερχόμενη Δευτέρα και η παραπονούμενη της ανάφερε ότι είναι υπόχρεα να την πληρώσει. Επίσης η κατηγορούμενη της μίλησε προσβλητικά και την απείλησε. Φεύγοντας από το σχολείο τη μέρα εκείνη, η κατηγορούμενη της παράδωσε ένα κλειστό φάκελο και όταν αργότερα τον άνοιξε, διαπίστωσε ότι μέσα σε αυτό περιέχετο μία επιταγή, καθώς και μια επιστολή που την προειδοποιούσε ότι διακόπτεται η εργασία της λόγω του ότι δεν πληρούσε τα απαραίτητα κριτήρια και επειδή είχε λεκτική απρεπή συμπεριφορά προς το πρόσωπό της. Εξήγησε, προφορικά, ότι το περιστατικό με τον Α.Δ., επεσυνέβη μέσα στην αυλή του νηπιαγωγείου, όπου γίνονταν οι πρόβες για την γιορτή αναφέροντας ότι η κατηγορούμενη ανάγκασε το παιδί να σταυρώσει τα χεράκια του και ακολούθως τον χτυπούσε επανειλημμένως. Όταν αυτός προσπάθησε να φύγει τον τράβηξε από τα μαλλιά με αποτέλεσμα ο Α. να κλαίει παρά πολύ. Διαπίστωσε ότι η κατηγορούμενη ήταν σε έξαλλη κατάσταση, ήταν οργισμένη και θυμωμένη. Με τον ίδιο τρόπο χτύπησε και τον Σ.. Ο Σ., με το που κτυπήθηκε, ήρθε κοντά της κλαίγοντας. Η παραπονούμενη, ακολούθως, ανάφερε στην κατηγορούμενη, ότι υπάρχει πιθανότητα το εν λόγω παιδί να αναφέρει το περιστατικό αυτό στη μητέρα του και η κατηγορούμενη της απάντησε ότι τα παιδιά ξεχνούν. Επίσης ανάφερε ότι τον Σ. τον ξανακτύπησε στις πρόβες, όταν αυτός βρισκόταν στην αυλή. Εξήγησε ότι είδε το εν λόγω περιστατικό από την αίθουσα όπου η ίδια βρισκόταν, εφόσον πάντοτε είχε ανοικτή την πόρτα της. Για το περιστατικό αυτό, ειδοποιήθηκε από την Ε. Μ. Επίσης τη Μ.Σ. τη χτύπησε στο μάγουλο όταν τα παιδιά κατά τη διάρκεια των προβών έλεγαν ένα τραγούδι και επειδή το εν λόγω παιδί δεν έλεγε το τραγούδι της, την άρπαξε και τη χτύπησε. Επιβεβαίωσε ότι, κατά τη διάρκεια των προβών, ήταν παρούσα, μεταξύ άλλων και η Ε.Μ. Ανάφερε επίσης ότι, μετά από έλεγχο του Γραφείου Ευημερίας, η κατηγορούμενη δέχτηκε παρατήρηση γιατί την εργοδοτούσε ως βοηθό νηπιαγωγό, ενώ σύμφωνα με το νόμο απαιτείται προσοντούχος βρεφονηπιοκόμος. Επίσης θυμάται ένα περιστατικό στις 2/07 όταν η κατηγορούμενη άφησε στο πάτωμα ένα βρέφος, το οποίο είχε και φαγητό στο στόμα του. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι, μόλις ολοκληρώθηκε η γιορτή, τηλεφώνησε στο ιδιωτικό τηλέφωνο της Μ.Κ 3, καταγγέλλοντας τις πιο πάνω πράξεις της κατηγορούμενης. Η Μ.Κ 3 της ανάφερε ότι θα προσέλθει στην εργασία της την ερχόμενη εβδομάδα και πως χωρίς να έχει οποιανδήποτε μαρτυρία, δεν μπορεί να προβεί σε οποιεσδήποτε ενέργειες. Της συνέστησε, όμως, να παραμείνει στο νηπιαγωγείο ακόμη μια εβδομάδα και αν η κατηγορούμενη ξαναχτυπήσει οποιοδήποτε μωρό, η ίδια θα πρέπει να αποχωρήσει, πράγμα το οποίο και έπραξε. Η ίδια ένιωσε παρά πολύ άσχημα όταν είδε τα 3 ανήλικα παιδιά να χτυπιούνται από την κατηγορούμενη, έκλαιγε σε σημείο που είχε αρρωστήσει τόσο η ίδια όσο και η Ε.Μ.. Η ίδια είχε πρόθεση να αποχωρήσει από το νηπιαγωγείο, χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε, επειδή όμως ο σύζυγος της είναι Αστυνομικός της ανέφερε ότι δεν είναι ορθό να μην προβεί σε οποιαδήποτε καταγγελία. Επίσης δεν γνώριζε πώς θα αντιδρούσαν οι γονείς των παιδιών σε μία πιθανή της καταγγελία και η ίδια εξεπλάγη όταν οι γονείς της ζήτησαν να μεταβεί στην Αστυνομία και να καταγγείλει το γεγονός αυτό. Αντεξεταζόμενη, ανάφερε ότι η κατηγορούμενη δεν αγόραζε βρεφικές άμαξες με αποτέλεσμα αυτά να κλαίνε. Άμαξες εν τέλει αγοράστηκαν, κατόπιν δικής της απαίτησης, παρά την περί αντιθέτου γνώμη της κατηγορουμένης. Ανάφερε επίσης ότι η κατηγορούμενη απαγόρευσε στην Ε.Μ. να λάβει μέρος στις πρόβες της γιορτής και την ταλαιπωρούσε συνεχώς. Ανάφερε ότι κατά τη διάρκεια των προβών, ήταν παρούσες η κατηγορούμενη, η θυγατέρα της, ο μουσικός καθώς και 2 άλλες κοπέλες που δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τα ονόματά τους. Επέμεινε στους ισχυρισμούς της ότι η κατηγορούμενη κτύπησε τα ανήλικα παιδιά με πολύ δύναμη. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι η Ε.Μ. είδε τα περιστατικά βίας πλην όμως αυτή, όπως της ανάφερε το εν λόγω πρόσωπο, δεν ήθελε να εμπλακεί εφόσον η κατηγορούμενη την απείλησε και την τρομοκράτησε. Αυτός ήταν και ο λόγος που ανάφερε στην κατάθεση της ότι η Ε.Μ. δεν είχε γνώση για τα περιστατικά βίας. Ερωτηθείσα για το τί έπραξε η ίδια, αφού διαπίστωσε ότι η κατηγορούμενη κτυπούσε τον Α.Δ., η εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι δεν μπορούσε να πάει κοντά του, εφόσον η κατηγορούμενη της απαγόρευε να εξέλθει της τάξης αλλά και ούτε αργότερα τον προσέγγισε διότι το ξέχασε. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι ο Α. είχε κοκκινίλες στα χέρια του από τα χτυπήματα. Δεν έκρινε σκόπιμο να ενημερώσει τον πατέρα του Α.Δ., αναφέροντας η ίδια ότι δεν γνώριζε το τηλέφωνό του και δεν ήταν σε θέση να το μάθει. Ανάφερε ότι συνομίλησε με τους γονείς των ανηλίκων, οι οποίοι την κάλεσαν τηλεφωνικώς, όταν η ίδια προέβη σε καταγγελία στο Γραφείο Ευημερίας. Ως προς τον λόγο που δεν προέβη σε άμεση καταγγελία είτε στην Αστυνομία είτε στο Γραφείο Ευημερίας, αναφορικά με τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη της, ήταν επειδή η ίδια επιθυμούσε να ολοκληρωθεί η γιορτή του νηπιαγωγείου χωρίς πρόβλημα αλλά και για να μην επικρατήσει οποιοσδήποτε πανικός στο σχολείο. Ούτε έκρινε σκόπιμο να καταγγείλει τα εν λόγω περιστατικά βίας στην Αστυνομία, διότι η Αστυνομία δεν θα μπορούσε να τα αποτρέψει, γιατί αυτά είχαν ήδη γίνει. Αρνήθηκε ότι ο λόγος που προέβηκε στην εν λόγω καταγγελία ήταν για να εκδικηθεί την κατηγορούμενη λόγω του ότι είχε προειδοποιηθεί από αυτήν ότι θα τερματιστεί την απασχόληση της, προσθέτοντας ότι την καταγγελία στη Μ.Κ 3 την έκανε πριν η ίδια ενημερωθεί για το γεγονός αυτό. Ανάφερε περαιτέρω, ότι οι συνθήκες εργασίας στο νηπιαγωγείο ήταν απάνθρωπες, όλες οι αίθουσες του νηπιαγωγείου ήταν κλειστές χωρίς παράθυρο, υπήρχαν πολλά έντομα εντός αυτών και δεν υπήρχε κλιματισμός. Επίσης ισχυρίστηκε ότι μια μητέρα ανάφερε στην ίδια ότι κάτι συμβαίνει στο εν λόγω νηπιαγωγείο, υπονοώντας προφανώς ότι πιθανώς να επεσυνέβησαν περιστατικά βίας. Η ίδια βρισκόταν σε πολύ κακή ψυχολογική κατάσταση όταν θα έδιδε κατάθεση στην Αστυνομία και αυτός ήταν ο λόγος που δεν ανάφερε όλα τα πιο πάνω γεγονότα σε αυτήν. Χρειάστηκε να περάσει αρκετός χρόνος ώσπου να ξεπεράσει τα ψυχολογικά της τραύματα, τα οποία της δημιουργήθηκαν λόγω της βίαιης συμπεριφοράς της κατηγορούμενης. Ισχυρίσθηκε επίσης ότι, πριν καταγγείλει το περιστατικό στη Μ.Κ 3 στις 6.7.15, πιθανόν να ενημέρωσε προηγουμένως το Γραφείο Ευημερίας . Επίσης επιβεβαίωσε ότι την ίδια μέρα που είδε την Λ. κάτω στο πάτωμα, τηλεφώνησε άμεσα στο Γραφείο Ευημερίας καταγγέλλοντας το εν λόγω γεγονός σε μία λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας, χωρίς όμως αυτή να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια. Τέλος ήταν η θέση της ότι τα παιδιά που φοιτούσαν στο νηπιαγωγείο λιμοκτονούσαν και η κατηγορούμενη τους συμπεριφερόταν σαν ζώα. Η Μ.Κ 3 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της, τη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 5). Σύμφωνα με αυτήν τα καθήκοντά της, μεταξύ άλλων, ήταν και η επιθεώρηση του εν λόγω νηπιαγωγείου. Την 23.06.2015 και ώρα 08:30 την κάλεσε, στο προσωπικό της τηλέφωνο, η παραπονούμενη, ζητώντας της να διατηρηθεί η ανωνυμία της. Της ανάφερε ότι η κατηγορούμενη, στις 24.06.2015, προγραμμάτιζε εκδρομή των παιδιών σε ιδιωτικό ζωολογικό κήπο, με αποτέλεσμα η ίδια να παραμείνει μόνη της στο νηπιαγωγείο και να φροντίζει τα βρέφη. Λόγω του ότι η ίδια δεν ήταν προσοντούχος παιδοκόμος, η παραπονούμενη διερωτώταν κατά πόσο μπορούσε να αναλάβει τέτοια ευθύνη. Η ίδια της ανάφερε ότι δεν επιτρεπόταν να φροντίζει μόνη της τα παιδιά και την ενημέρωσε ότι την εν λόγω ημέρα θα μετέβαινε απροειδοποίητα στο νηπιαγωγείο για να προβεί σε έρευνα. Επίσης, ανάμεσα στα άλλα, η παραπονούμενη της ανάφερε γενικά ότι η κατηγορούμενη κτυπά τα παιδιά και τους τραβά τα μαλλιά. Η ίδια την προέτρεψε να προχωρήσει σε γραπτή καταγγελία στις υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας και στην Αστυνομία, αφού μαζέψει συγκεκριμένα στοιχεία. Η παραπονούμενη δεν πείστηκε και ζήτησε όπως διατηρήσει την ανωνυμία της, επειδή φοβόταν ότι θα απωλέσει την εργασία της. Η ίδια πράγματι, στις 24.06.2015, μετέβη στο εν λόγω νηπιαγωγείο όπου η κατηγορούμενη της ανάφερε ότι στο νηπιαγωγείο θα παρέμενε μαζί με τη παραπονουμένη και η θυγατέρα της, η οποία είναι νηπιαγωγός. Δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε περιστατικό που να αφορούσε κακοποίηση παιδιού, όμως έγινε αυστηρή σύσταση στην κατηγορούμενη να προσέξει τη συμπεριφορά της απέναντι στα παιδιά. Στις 6.07.2015, η παραπονούμενη προσήλθε στο γραφείο της και προέβη σε καταγγελία εναντίον της κατηγορούμενης ότι κτύπησε 3 ανήλικα παιδιά. Λόγω της σοβαρότητας των καταγγελιών της, την προέτρεψε όπως προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία. Ανάφερε προφορικά ότι ο λόγος που προέβη σε συστάσεις, τόσο προς την κατηγορούμενη, όσο και στη θυγατέρα της, ήταν γιατί από τον φάκελο της διαπίστωσε ότι η τελευταία είχε καταγγελθεί στο παρελθόν για ένα περιστατικό βίας που επεσυνέβη στο νηπιαγωγείο. Αντεξεταζόμενη, ανάφερε ότι η πρώτη αναφορά της παραπονούμενης σε αυτήν, όταν δηλαδή η τελευταία την κάλεσε στο τηλέφωνο, ήταν κατά πόσο δικαιούτο να προσέχει τα βρέφη μόνη της και ότι ακολούθως της ανάφερε ότι η κατηγορούμενη επιτέθηκε στα παιδιά στο νηπιγωγείο. Επανέλαβε τη θέση της ότι, όταν μετέβη στο νηπιαγωγείο, δεν εντόπισε οτιδήποτε περίεργο ή οποιοδήποτε περιστατικό, κάποια λεπτομέρεια ή κάποια συμπεριφορά αρνητική των παιδιών ώστε να την καταγράψει, σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Ανάφερε ότι ο λόγος που η παραπονούμενη της ανάφερε ότι ήθελε να διατηρήσει την ανωνυμία της, ήταν γιατί φοβόταν ότι θα έχανε τη εργασία της. Η Μ.Κ 4 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της, τη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 6). Σύμφωνα με αυτήν ουδέποτε η ίδια και ο άνδρας της δεν πρόσεξαν οποιαδήποτε περίεργα σημάδια ή κοκκινίλες πάνω στο παιδί τους. Αν είχε κάποιες μικρές εκδορές, θεώρησαν ότι αυτές προκλήθηκαν κατά την ώρα του παιχνιδιού στο σχολείο. Πριν την έναρξη των προβών του σχολείου για την τελική γιορτή, ο Σ. της ανάφερε 2 με 3 φορές τη φράση, "τέττε Α.". Η ίδια πίστευε ότι αν έγινε κάτι, ήταν την ώρα του παιχνιδιού στο σχολείο με την εγγονή της κατηγορούμενης, η οποία επίσης ονομάζεται Α. Όταν ενημερώθηκε από την Αστυνομία για την εναντίον της κατηγορούμενης καταγγελία, η ίδια ρώτησε τον Σ. κατά πόσο τον κτυπά η κατηγορούμενη και ο Σ. της έδειξε κινήσεις κτυπημάτων στο πρόσωπο, καθώς και της έκανε κίνηση ότι του τράβηξε τα μαλλιά του. Στις 9.07.2015, ρώτησε τον Σ. κατά πόσο η κατηγορούμενη είναι καλή δασκάλα και ο ίδιος της απάντησε αρνητικά, δείχνοντάς της και πάλι χτυπήματα στο πρόσωπο. Την 14.07.2015, λόγω των καταγγελιών, άλλαξαν σχολείο τον Σ. και της έκανε εντύπωση ότι ο Σ. την ώρα που σχόλασε, της ανάφερε χαρούμενος ότι η δασκάλα του δεν τον έκανε "τέττε ". Επίσης στις 17.07.15 ο Σ. της ανέφερε ότι επιθυμούσε να φοιτήσει ξανά στο νηπιαγωγείο της κατηγορούμενης γιατί τον ίδιο ουδέποτε τον κτύπησε, αναφέροντάς της όμως ότι κτύπησε άλλα παιδάκια. Αντεξεταζόμενη, ανάφερε ότι ουδέποτε καθ' όλη τη διάρκεια της φοίτησης του Σ. στο εν λόγω νηπιαγωγείο, η ίδια πρόσεξε οποιαδήποτε σημάδια στα χέρια του ή ουλές ή έστω κάποια κοκκινίσματα. Για πρώτη φορά προέβη σε οποιοδήποτε παράπονο ο Σ. μόλις τον Ιούνιο του 2015, εφόσον προηγουμένως δεν ήταν σε θέση να μιλήσει. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι καμία δασκάλα από το προσωπικό του νηπιαγωγείου ουδέποτε ανάφερε στην ίδια ή της κατάγγειλε το γεγονός ότι η κατηγορούμενη χτύπησε το παιδί της. Για την εν λόγω καταγγελία εναντίον της κατηγορούμενης η ίδια ενημερώθηκε από την Αστυνομία και αποδέχτηκε το γεγονός ότι ουδέποτε συνομίλησε με την παραπονούμενη. Επιβεβαίωσε περαιτέρω πως ουδέποτε η Αστυνομία της ζήτησε να δώσει τη συγκατάθεσή της, ώστε να εξεταστεί ο Σ. από ειδικούς παιδοψυχολόγους, διευκρινίζοντας όμως πως αν της ζητείτο κάτι τέτοιο η ίδια ασφαλώς και θα την έδιδε. Εξήγησε ότι ο λόγος που δεν ανάφερε στη κατάθεσή της ότι ο Σ. στη προσπάθεια της να του χτενίσει τα μαλλιά, φοβήθηκε, νομιζόμενος ότι θα τον κτυπήσει, ήταν επειδή κατά τον ουσιώδη χρόνο που έδιδε κατάθεση η ίδια ήταν πολύ αναστατωμένη. Η κατηγορούμενη υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της, τη γραπτή ανακριτική κατάθεσή της, η οποία λήφθηκε υπό μορφή ερωτωαπαντήσεων. Σύμφωνα με αυτήν αναγκάσθηκε να απολύσει την παραπονούμενη επειδή αυτή δεν πληρούσε τα κριτήρια του Γραφείου Ευημερίας. Την προειδοποίησε προφορικά περί τούτου, από τις αρχές Ιουνίου και τις 3.07.2015 της έδωσε γραπτώς την προειδοποίηση απόλυσής της (Τεκμήριο 7), πληρώνοντας της παράλληλα αφενός τον μισθό της και αφετέρου την αναλογία μισθού που δικαιούτο, σε σχέση με τις μέρες προειδοποίησης της. Αρνήθηκε το γεγονός ότι η ίδια χτύπησε οποιαδήποτε παιδιά και οι καταγγελίες εναντίον της έγιναν εκδικητικά από την παραπονούμενη, διότι από την ημέρα που η τελευταία προειδοποιήθηκε ότι θα απολυθεί, αμέσως άλλαξε η συμπεριφορά της έναντί της, της μιλούσε υποτιμητικά, της έκανε λεκτική επίθεση και την απείλησε. Η ίδια προσπαθεί να δίνει το καλό παράδειγμα στους άλλους δασκάλους να μην χτυπούν παιδιά. Είναι εναντίον της βίας και οι μέθοδοι πειθαρχίας που τηρούνται στο δικό της σχολείο, είναι σύγχρονοι και σύμφωνα με καθοδηγήσεις παιδοψυχολόγου που βρίσκεται στο σχολείο κάθε Δευτέρα στα πλαίσια συνεργασίας που έχει το νηπιαγωγείο με το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας. Κατά τη διάρκεια των προβών, παρευρίσκετο η δασκάλα του πιάνου Σ.Π. και ο Μ., δάσκαλος αγγλικών. Ανάφερε ότι ασκεί το επάγγελμα του νηπιαγωγού εδώ και 31 χρόνια. Προφορικά ανάφερε ότι το Γραφείο Ευημερίας της υπέδειξε ότι δεν δικαιούται η παραπονούμενη, η οποία δεν κατέχει πτυχίο, να ασκεί καθήκοντα παιδοκόμου. Εξήγησε όμως λόγω των οικονομικών δυσκολιών που είχε, θα έπρεπε να απολύσει την παραπονούμενη και να προσλάβει παιδοκόμο εφόσον δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να εργοδοτήσει και τις δύο. Ενημερώθηκε προς τούτο η παραπονούμενη και πρόθεσή της ήταν να εργοδοτήσει κοπέλα, μέσω επιχορηγήσεων της ΑΝΑΔ, ώστε να μην την απολύσει. Είχε προβεί σε ενέργειες αναζήτησης βρεφοκόμου πτυχιούχου, μέσω αγγελίας σε εφημερίδα (Τεκμήριο 9). Λόγω του ότι το πρόγραμμα της ΑΝΑΔ δεν ήταν σε εφαρμογή, δεν είχε άλλη επιλογή από του να απολύσει την παραπονούμενη, η οποία δεν δέκτηκε την απόφαση της. Η παραπονούμενη αντέδρασε έντονα, δεν της μιλούσε σχεδόν καθόλου, ήταν επιθετική και εχθρική. Λόγω αυτής της συμπεριφοράς στις 3.06.15 αποτάθηκε στο Υπουργείο Εργασίας ώστε να πάρει ανάλογη συμβουλή, όπου και της εισηγήθηκαν να της ετοιμάσει επιστολή παραίτησης καθώς και να της πληρώσει τις μέρες προειδοποίησης της. Ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε καταγγελία, ή παράπονο για φαινόμενα βίας στο σχολείο της, εκτός από ένα περιστατικό όπου κατηγορήθηκε, παλαιότερα η θυγατέρα της, η οποία και απαλλάχθηκε των κατηγοριών (Τεκμήριο 8), με σχετική απόφαση του Δικαστηρίου. Στα τόσα χρόνια που η ίδια είναι ιδιοκτήτρια και διευθύντρια νηπιαγωγείου, πάντοτε έχει πολύ καλές σχέσεις με τα παιδιά. Μετά την κατ' ισχυρισμόν καταγγελία της παραπονουμένης, ο Α.Δ., διέκοψε αυθημερόν τη φοίτησή του από το σχολείο της, όμως ερχόταν το καλοκαίρι, κάνοντας μαθήματα κολύμβησης. Ο δε Σ., δεν συνέχισε την φοίτηση του, κατόπιν απόφασης των γωνιών του, ενώ η Μ.Σ. συνέχισε μέχρι και το τέλος της σχολικής χρονιάς την φοίτηση της. Μόλις ενημερώθηκε από την Αστυνομία για την εναντίον της καταγγελία, κάλεσε τους γονείς στο σχολείο, ενημερώνοντάς τους ότι η παραπονούμενη προέβη στις εν λόγω καταγγελίες εκδικητικά και κοινοποιώντας τους την επιστολή απόλυσής της. Ορισμένοι γονείς αντιλήφθηκαν ότι η καταγγελία της παραπονούμενης ήταν πράγματι εκδικητική. Αντεξεταζόμενη αποδέχθηκε το γεγονός ότι τα βρέφη θα έπρεπε να τα προσέχει προσοντούχος βρεφονηπιοκόμος. Η ίδια έκανε συνεχείς προσπάθειες ώστε να εξεύρει προσαντούχο άτομο, πλην όμως οι προσπάθειες της παράμειναν άκαρπες και για το λόγο αυτό προσέλαβε τη παραπονούμενη ώστε να την βοηθά, πάντοτε όμως υπό την δική της επίβλεψη. Δεν είχε η ίδια οποιοδήποτε άγχος ούτε ήταν αναστατωμένη για την πραγματοποίηση της τελικής γιορτής. Η ίδια είναι ένα ήρεμο άτομο και ουδέποτε φωνάζει ή νευριάζει. Την προσβάλλει το γεγονός ότι κατηγορείται πως επιτέθηκε σε ανήλικα παιδιά και λόγω αυτής της καταγγελίας πέρασε δύσκολες στιγμές. Επανέλαβε τη θέση της ότι προειδοποίησε την παραπονούμενη, περί αρχές Ιουνίου, ότι προτίθεται να την απολύσει και με το που ενημερώθηκε η παραπονούμενη, αυτή άρχισε τις λεκτικές επιθέσεις και τις απειλές. Διερωτήθηκε πώς είναι δυνατόν οι καταγγελίες της παραπονούμενης να είναι γνήσιες από τη στιγμή που η ίδια δεν προέβη άμεσα σε αυτές, όταν δηλαδή έλαβαν χώρα τα περιστατικά και αντίθετα αυτές έγιναν μόλις η ίδια ενημερώθηκε ότι θα απολυθεί. Τέλος ανάφερε ότι ουδέποτε η παραπονούμενη της ανάφερε οτιδήποτε ή της έκανε οποιαδήποτε παρατήρηση όταν η τελευταία, κατ' ισχυρισμό της, την είδε να κτυπά ανήλικα παιδιά. Ο Μ.Υ 2, ανάφερε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, ότι είναι ο πατέρας της Μ.Σ., η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο φοιτούσε στο εν λόγω νηπιαγωγείο. Είναι πατέρας ακόμα δύο παιδιών, τα οποία επίσης φοίτησαν στο εν λόγω νηπιαγωγείο. Κατά τη διάρκεια της φοίτησής τους δεν πρόσεξε οποιανδήποτε παράξενη συμπεριφορά ή τα παιδιά του, του έκαναν οποιοδήποτε παράπονο αναφορικά με την συμπεριφορά και πράξεις της κατηγορούμενης. Ουδέποτε επικοινώνησε μαζί του η παραπονούμενη και αποδέχθηκε το γεγονός ότι του ζήτησαν οι Αστυνομικές Αρχές να δώσει κατάθεση, πλην όμως ο ίδιος δεν επιθυμούσε. Αντεξεταζόμενος, αποδέχθηκε το γεγονός ότι ο ίδιος δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα τί μπορεί να συνέβαινε στο σχολείο, προσθέτοντας όμως ότι αυτό το οποίο μπορεί να βεβαιώσει το Δικαστήριο είναι πως από τη συμπεριφορά της θυγατέρας του δεν έχει διαπιστώσει ο,τιδήποτε που θα του δημιουργούσε την υποψία ότι η θυγατέρα του κτυπήθηκε από την κατηγορούμενη. Δυσκολεύεται παρά πολύ να πιστέψει ότι η κατηγορούμενη χτύπησε τη θυγατέρα του, εφόσον τη γνωρίζει προσωπικά στα τόσα χρόνια λειτουργίας του νηπιαγωγείου και είναι γνώστης ότι η ίδια τρέφει απέραντη αγάπη στα παιδιά. Τέλος αποδέχθηκε ότι ο ίδιος προέβη σε σχετική γραπτή δήλωση ότι δεν επιθυμεί να προχωρήσει η ποινική υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ., Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820, C & Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ.
  1. Για παράδειγμα, ως συνάγεται από τις πιο πάνω αποφάσεις, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να αξιολογήσω τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Η παρούσα υπόθεση, κυρίως, θα κριθεί μέσα από την αξιοπιστία των μαρτύρων. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Κ 1, ο οποίος ήταν ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης, δηλαδή ήταν το πρόσωπο το οποίο ανέλαβε την διερεύνηση της. Περιέγραψε στο Δικαστήριο τις ενέργειες τις οποίες ο ίδιος προέβη στα πλαίσια των αστυνομικών του καθηκόντων. Θα ήθελα να επισημάνω εξ αρχής ότι ο ίδιος δεν ήταν απόλυτα ξεκάθαρος αναφορικά με τις ενέργειες που έλαβε, στα πλαίσια διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, ώστε να βοηθήσει το Δικαστήριο να αντιληφθεί πλήρως τα ενώπιον του γεγονότα. Σε κάθε όμως περίπτωση είναι αποδεκτό ότι η παραπονούμενη προέβη σε καταγγελία εναντίον της κατηγορούμενης, ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από αυτήν και ότι την κατηγόρησε και γραπτώς. Δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ότι ο ίδιος προέβη στις πιο πάνω ενέργειες αλλά αυτό που αμφισβητήθηκε επί της ουσίας ήταν ότι η διερεύνηση του ήταν ελλιπής. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητά της. Προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια και ήταν ειλικρινής. Από την άλλη η παραπονούμενη μου άφησε πολύ πτωχή εντύπωση και δεν με έπεισε ως προς τη δική της εκδοχή, η οποία δεν ήταν αληθοφανής και δεν έχει λογική συνοχή. Χωρίς δισταγμό αναφέρω ότι η εν λόγω μάρτυρας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο ώστε να αναφέρει την αλήθεια. Στην προσπάθειά της να προωθήσει τις δικές της θέσεις, ότι δηλαδή η κατηγορούμενη κτύπησε τα ανήλικα παιδιά δεν απέφυγε τις ουσιαστικές αντιφάσεις, τις αλληλοσυγκρουόμενες εκδοχές, τις υπερβολές καθώς επίσης υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές μεταξύ της ανακριτικής της κατάθεσης και της ένορκης της μαρτυρίας. Ξεδιπλώνω ευθύς αμέσως το σκεπτικό του Δικαστηρίου. Κατ' αρχάς η παραπονούμενη προσπάθησε να παρουσιάσει τον εαυτό της ως ένα πρόσωπο το οποίο είχε ως μοναδική έγνοια την προστασία και την ευημερία των ανηλίκων, ανεξαρτήτως του οποιουδήποτε προσωπικού κόστους. Ως ισχυρίστηκε είναι για τον λόγο αυτόν που η ίδια προέβη στην εναντίον της κατηγορούμενης καταγγελία. Αποτελεί όμως άξιον απορίας και δημιουργούνται εύλογα ερωτήματα, γιατί η ίδια μόλις έλαβε γνώση των περιστατικών βίας στο νηπιαγωγείο, δεν προέβη σε άμεση καταγγελία τους ώστε να διερευνηθούν οι ισχυρισμοί της που θα είχαν σε τελική ανάλυση την πάταξη οποιωνδήποτε μελλοντικών περιστατικών βίας έναντι των ανήλικων παιδιών, αλλά και την λογοδότηση της κατηγορούμενης ενάντι της Δικαιοσύνης. Ως συνάγεται, όμως, η καταγγελία στην Αστυνομία έγινε έναν μήνα μετά που επεσυνέβησαν αυτά. Η δικαιολογία που έδωσε στο Δικαστήριο, ότι η ίδια δεν επιθυμούσε να χαλάσει το κλίμα στο σχολείο, ώστε να ολοκληρωθεί με επιτυχία η τελική γιορτή δεν είναι πειστική. Συνάγεται επίσης ότι η ίδια, σε αντίθεση με τα όσα ανεπιτυχώς προσπάθησε να μεταφέρει στο Δικαστήριο, έβαλε το προσωπικό της συμφέρον πάνω από το δημόσιο συμφέρον και την προστασία των παιδιών. Επίσης προκαλεί εύλογα ερωτηματικά το ότι η ίδια, αμέσως μετά το επεισόδιο, δεν προέτρεξε να διαπιστώσει κατά πόσο τα παιδιά τα οποία κτυπήθηκαν ήταν όντως καλά στην υγεία τους αλλά και να τους παρηγορήσει. Επίσης η δικαιολογία που έδωσε ότι η κατηγορουμένη δεν την άφηνε να εξέλθει της τάξης και πάλι δεν πείθει το Δικαστήριο. Ακόμα όμως και να είχαν έτσι τα πράγματα, αποτελεί άξιον απορίας γιατί η ίδια δεν προσέγγισε τον Αντρέα Δασκάλου, ή οποιοδήποτε άλλο παιδί, αργότερα. Η εξήγηση που έδωσε ότι η ίδια ξέχασε γιατί είχε πολλά πράγματα στο μυαλό της και πάλι δεν είναι πειστική και αποτελεί, κατά τη κρίση του Δικαστηρίου, ύστερες σκέψεις. Επίσης για να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, αλλά και για να ενισχύσει τη δική της εκδοχή ότι αυτή είναι πράγματι αληθής, ανέφερε ενόρκως, πράγμα το οποίο δεν ανέφερε κατά τον ουσιώδη χρόνο λήψης και των δύο της καταθέσεων της, ότι κατάγγειλε άμεσα το περιστατικό στο Γραφείο Ευημερίας, χωρίς όμως να θυμάται με ποιον μίλησε αλλά και ούτε έδωσε οποιεσδήποτε περαιτέρω διευκρινίσεις. Δημιουργούνται εύλογα ερωτήματα για ποιον λόγο δεν ανέφερε την ενέργεια της αυτή κατά την λήψη και των δύο καταθέσεων της, οι οποίες δόθηκαν χρονικά μεταξύ τους σε διάστημα 24 ημερών, και το προέβαλε σήμερα για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου. Αρνητική εντύπωση επίσης προκαλεί η ουσιαστική αντίφασή, μεταξύ της ανακριτικής της κατάθεσης και της μαρτυρία της ενόρκως, ως προς τα κατά πόσο η Ε.Μ. είδε τα καταγγελλόμενα περιστατικά. Ενώ στην ανακριτική της κατάθεση αναφέρει ότι η Ε.Μ. δεν είδε κανένα περιστατικό βίας, ενόρκως ανασκεύασε τις θέσεις της, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι αυτή τελικά τα είδε και μάλιστα ήταν η ίδια η Ε.Μ. που την ειδοποίησε για το περιστατικό βίας με τον Σ. Η εξήγηση που έδωσε, ότι δηλαδή η Ε.Μ. δεν ήθελε να εμπλακεί και να αναφέρει το οτιδήποτε, γιατί φοβόταν να χάσει την εργασία της ουδόλως πείθει το Δικαστήριο. Και τούτο γιατί με βάση όμως την ενώπιον του Δικαστηρίου ανανίλεκτη μαρτυρία, η Ε.Μ. αποχώρισε από το νηπιαγωγείο προηγουμένως, πριν η παραπονούμενη δώσει τις καταθέσεις της στην Αστυνομία. Περαιτέρω, παρακολουθώντας την προσεκτικά από το εδώλιο, ήταν ολοφάνερη η μεγάλη εμπάθειά της προς το πρόσωπο της κατηγορουμένης. Στην προσπάθειά της αυτή να πείσει το Δικαστήριο ότι η κατηγορουμένη δεν ήταν κατάλληλη νηπιαγωγός και ότι εκτελούσε πλημμελώς τα καθήκοντά της, δεν απέφυγε τις υπερβολές και ανέφερε γεγονότα ενόρκως, τα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται και στις δύο καταθέσεις της. Για παράδειγμα, ανέφερε ότι η κατηγορουμένη άφηνε τα παιδιά να λιμοκτονούν, ότι δεν τους αγόραζε παιδικά καθίσματα, ότι οι πόρτες των αιθουσών του νηπιαγωγείου ήταν συνεχώς κλειστές και ότι η κατηγορούμενη ήταν απάνθρωπη εφόσον ανέφερε στην Ε.Μ., η οποία είχε λευχαιμία, ότι πιθανόν να μην κατάφερνε να κρατηθεί στη ζωή, και τέλος ότι, με τις πράξεις της, κόντεψε να πνίξει μωρό όταν το άφησε κάτω στο πάτωμα μόνο του και αβοήθητο. Πέραν του γεγονότος, ότι οι θέσεις της είναι γενικές, αόριστες και ατεκμηρίωτες, αποτελεί άξιον απορίας γιατί δεν ενημέρωσε τη Μ.Κ 3, για τα πιο πάνω γεγονότα, ώστε το Γραφείο Ευημερίας να λάβει έγκαιρα μέτρα για την προστασία των ανηλίκων; Το ερώτημα αυτό βεβαίως έχει παραμείνει αναπάντητο. Αντίθετα, οι πιο πάνω ισχυρισμοί της δεν επιβεβαιώνονται ούτε από το Γραφείο Ευημερίας, το οποίο σύμφωνα με τη Μ.Κ 3, την οποία τη μαρτυρία της αποδέχομαι ως αναφέρω αμέσως κατωτέρω, επισκέφθηκε το νηπιαγωγείο ανά τακτά χρονικά διαστήματα για επιθεώρηση, με την πιο πρόσφατη επίσκεψη να λαμβάνει χώρα στις 24.6.15 όπου και η ίδια δεν διαπίστωσε οποιοδήποτε πρόβλημα. Επίσης δημιουργούνται εύλογα ερωτηματικά, γιατί ενώ η ίδια νοιαζόταν και πάλι για το καλό των παιδιών και την ευημερία τους, δεν προέβη σε οποιανδήποτε καταγγελία για το ζήτημα αυτό. Αρνητική εντύπωση επίσης προκαλεί το γεγονός ότι, ενώ στην κατάθεσή της αναφέρει ότι το βρέφος βρισκόταν μπρούμυτα όπου και το άφησε η κατηγορουμένη αβοήθητο στο έδαφος να κλαίει, ενόρκως ισχυρίστηκε, αφενός για να δώσει περαιτέρω έμφαση και να πλήξει την προσωπικότητα και τον επαγγελματισμό της κατηγορουμένης και αφετέρου να δώσει περισσότερη υπόσταση στα όσα ισχυρίσθηκε, κάτι το οποίο δεν αναφέρει στην κατάθεσή της, ότι το μωρό αφέθηκε στο πάτωμα, ενώ είχε φαγητό μέσα στο στόμα του, με άμεσο κίνδυνο τον πνιγμό του. Δημιουργούνται επίσης εύλογα ερωτηματικά για το ότι ενώ στην κατάθεσή της προέβαλε τη θέση, ότι η ίδια παραιτήθηκε οικειοθελώς από την εργασία της, για ποιον λόγο η κατηγορουμένη τότε να της πληρώσει πέραν από τον μισθό της και τις ημέρες προειδοποίησης που απαιτείται σύμφωνα με τον νόμο για την απόλυσή της; Το ερώτημα αυτό και πάλι παρέμεινε αναπάντητο. Το γεγονός ότι πληρώθηκαν οι ημέρες προειδοποίησής της, ουδόλως αμφισβητήθηκε από την παραπονούμενη. Εξάλλου, σε άλλο μέρος της κατάθεσής της ανασκευάζει τις θέσεις της, αναφέροντας ότι είναι η ίδια που ζήτησε από την κατηγορούμενη αποζημιώσεις για την απόλυσή της, καθώς επίσης και ζήτησε να πληρωθεί την αναλογία των ημερών προειδοποίησης της που πρέπει να δοθεί με βάση τη κείμενη νομοθεσία. Επομένως, στη βάση των πιο πάνω, είναι αβίαστα που καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν είναι η ίδια που παραιτήθηκε οικειοθελώς, αλλά ήταν η κατηγορουμένη που την απέλυσε, ως επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7, το οποίο κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, και το οποίο ουδόλως αμφισβητήθηκε από την κατηγορούσα αρχή και ειδικότερα από την ίδια την παραπονούμενη. Αντίφαση αποτελεί επίσης το γεγονός, την οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραβλέψει, ότι από τη μια ισχυρίζεται ότι όλες οι πόρτες των αιθουσών ήταν κλειστές, ενώ από την άλλη η ίδια είδε τα περιστατικά στην αυλή όπου χτυπήθηκαν παιδιά, από την ανοιχτή πόρτα της δικής της αίθουσας. Επίσης το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραβλέψει ότι ο ισχυρισμός της, ότι δηλαδή τα παιδιά δέχτηκαν χτυπήματα, δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί από πουθενά. Σε συσχετισμό με το πιο πάνω, αποτελεί αντίφαση το γεγονός ότι, ενώ στην κατάθεση, αναφέρει ότι απλά τα παιδιά δέχθηκαν χτύπημα, ενόρκως, ανέφερε για να δώσει περισσότερη υπόσταση, αλλά και να ενισχύσει τις θέσεις της ως προς τη δική της εκδοχή, ότι η κατηγορούμενη τα χτυπούσε πάρα πολύ δυνατά και με συνεχόμενη ένταση. Εάν όντως έτσι είχαν τα πράγματα, η ανθρώπινη εμπειρία και λογική, επιβάλλει να υπάρχουν, έστω και κοκκινίσματα στα χέρια των παιδιών, κάτι το οποίο από πουθενά δεν επιβεβαιώνεται, ούτε και από την ίδια τη Μ.Κ 4, μητέρα του Σωτήρη, η οποία μαρτύρησε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω αντίφαση αποτελεί το γεγονός ότι η ίδια αναφέρει ότι κατάγγειλε τα περιστατικά στη Μ.Κ
  2. Η Μ.Κ 3 όμως ανέφερε, ότι η παραπονούμενη την κάλεσε και της κατάγγειλε κυρίως το γεγονός ότι όλοι οι δάσκαλοι θα πήγαιναν στις 24.6.15 εκδρομή και ότι η ίδια θα έμενε μόνη της με τα βρέφη, διερωτώμενη, κατά πόσο αυτό είναι νόμιμο. Σε σχέση με την καταγγελία της για τα χτυπήματα, ανέφερε γενικά το ζήτημα αυτό, χωρίς να δώσει οποιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες. Θεωρώ όμως, όπως επιτάσσει η ανθρώπινη εμπειρία και η κοινή λογική, ότι εάν αυτό ήταν πράγματι το παράπονό της, το οποίο ειρρήσθω εν παρόδω την επηρέασε τόσο ψυχολογικά σε βαθμό που πέρασε ένας χρόνος ώστε να το ξεπεράσει, θα ήταν το πρώτο πράγμα το οποίο θα κατάγγελλε στην εν λόγω λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας. Επίσης ενόρκως ανέφερε ότι ο Α.Δ., από τα χτυπήματα διαπίστωσε η ίδια να έχει κοκκινίλες στα χέρια του. Αποτελεί άξιον απορίας, γιατί οι γονείς του δεν εντόπισαν τα εν λόγω κοκκινίσματα, και δεν χωρεί αμφιβολία ότι εάν τα εντόπιζαν και εάν όντως υπήρχαν, θα προέβαιναν στις ανάλογες ενέργειες, πράγμα το οποίο βεβαίως με τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, δεν έχουν πράξει, παρά το γεγονός ότι ενημερώθηκαν από την Αστυνομία για την εν λόγω καταγγελία της παραπονούμενης. Αρνητική εντύπωση προκαλεί στο Δικαστήριο, η θέση της ότι ο λόγος που δεν κατάγγειλε άμεσα τα περιστατικά στην Αστυνομία, ήταν γιατί η Αστυνομία δεν θα μπορούσε να πράξει το οτιδήποτε, εφόσον ήδη αυτά τα περιστατικά έχουν επισυμβεί. Ένας λογικός άνθρωπος δεν θα έδινε αυτήν την απάντηση και δεν θα έπραττε όπως έπραξε η παραπονούμενη, αλλά, αντίθετα, θα προέβαινε σε άμεση καταγγελία με σκοπό να ενεργήσει προληπτικά, ώστε να αποτρέψει στο εν λόγω νηπιαγωγείο να επισυμβούν παρόμοια περιστατικά στο μέλλον. Εξάλλου αποτελεί άξιον απορίας, για ποιον λόγο η ίδια προχώρησε αργότερα σε καταγγελία στην Αστυνομία, πράξη η οποία διαψεύδει τη πιο πάνω θέση της. Περαιτέρω, ανέφερε ενόρκως στην κατάθεσή της, ότι μια μητέρα ενός ανήλικου παιδιού υποψιάστηκε ότι κάτι συμβαίνει στο νηπιαγωγείο, χωρίς να αναφέρει το εν λόγω γεγονός σε καμιά κατάθεσή της. Επίσης στην ανακριτική της κατάθεση, δεν κάνει καμιά αναφορά ότι η κατηγορούμενη της έδωσε επιστολή απόλυσης. Οι δικαιολογίες που έδωσε για τις πιο πάνω παραλείψεις της, ότι δηλαδή ψυχολογικά δεν ήταν καλά κατά τον ουσιώδη χρόνο που έδιδε την κατάθεσή της, ουδόλως πείθουν και είναι προϊόν δεύτερης σκέψης. Δεν έχω καμιά αμφιβολία, ότι η παραπονούμενη δεν ανάφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Δεν χρειάζεται να παραθέσω οτιδήποτε άλλο ώστε να καταδείξω του λόγου το αληθές, ότι η μαρτυρία της κατηγορούμενης δεν είναι πειστική, δεν είναι αληθής, έχει κενά και αντιφάσεις, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν σοβαρές αμφιβολίες και εύλογα ερωτηματικά ως προς τη δική της εκδοχή, που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν μπορεί να παραβλέψει. Ως εκ τούτου, απορρίπτω τη μαρτυρία της, στον βαθμό που αυτή συγκρούεται με τα αποδεχτά γεγονότα. Αποδεκτή γίνεται στην ολότητα της η μαρτυρία της M.K 3 η οποία άφησε στο Δικαστήριο θετικές εντυπώσεις. Η εν λόγω μάρτυρας ανάφερε στο Δικαστήριο όλα όσα η ίδια γνωρίζει, μέσα από την ενάσκηση των καθηκόντων της, και ήταν ειλικρινής. Δεν είχε κανένα προσωπικό συμφέρον ως προς την έκβαση της παρούσας υπόθεσης και η μαρτυρία της ήταν αντικειμενική. Η μαρτυρία της, στο μεγαλύτερο βαθμό της, δεν αμφισβητήθηκε και κατά την αντεξέταση της απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν με ευθύτητα και με αμεσότητα και παρέμεινε σταθερή ως προς τις θέσεις της. Δεν έχω εντοπίσει το ο,τιδήποτε το οποίο θα ήταν ικανό ώστε να ανατραπεί η θετική εικόνα που το Δικαστήριο αποκόμισε για αυτήν. Στρεφόμενος στη μαρτυρία της Μ.Κ 4 και μελετώντας αυτή με ιδιαίτερη προσοχή δεν μπορώ να την αποδεχθώ ως αξιόπιστη και αληθή, εφόσον σε επίδικο ουσιώδες ζήτημα δεν ανάφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο καθώς επίσης προέβη και σε αναφορά, ως προς και πάλι σε ουσιώδες ζήτημα, για το οποίο δεν κάνει αναφορά στη γραπτή της κατάθεση. Ήταν η βασική της θέση ότι η ίδια ουδέποτε κλήθηκε από την Αστυνομία για να δώσει τη συγκατάθεση της, ώστε το ανήλικο παιδί της να εξεταστεί από ειδικό παιδοψυχολόγο. Και τούτο γιατί σύμφωνα με τη αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ 1 ο ίδιος επικοινώνησε μαζί της τηλεφωνικώς, ως καταγράφει ο ίδιος στο ημερολόγιο ενέργειας του το οποίο και ανάγνωσε στο Δικαστήριο μέσα από το φάκελο που διατηρεί η Αστυνομία, και η Μ.Κ 3 του ανάφερε ότι θα προσέλθει στο Τμήμα ώστε να δώσει τέτοια συγκατάθεση, πλην όμως η ίδια ουδέποτε εμφανίσθηκε. Θεωρώ ότι εάν η εν λόγω μάρτυρας είχε οποιοδήποτε γνήσιο παράπονο εναντίον της κατηγορούμενης αλλά και αν η ίδια πίστευε, πραγματικά, ότι ο Σ. ήταν θύμα επίθεσης, ως η ίδια αναφέρει στην κατάθεση της, δεν θα είχε κανένα δισταγμό να προβεί σε τέτοια ενέργεια και να διερευνηθεί το όλο περιστατικό ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη. Περαιτέρω η ίδια ανάφερε ότι στη προσπάθεια της να κτενίσει τα μαλλιά του Σ. αυτός φοβήθηκε, νομιζόμενος ότι θα τον κτυπήσει, αφήνοντας να νοηθεί ότι του δημιουργήθηκαν τραύματα από τη συμπεριφορά της κατηγορούμενης. Τέτοιο όμως γεγονός, το οποίο άπτεται των ουσιαστικών επίδικων ζητημάτων, δεν το ανάφερε στη κατάθεσή της. Επομένως για τους πιο πάνω λόγους θεωρώ ότι η εν λόγω μάρτυρας δεν μπορεί να κριθεί αξιόπιστη ώστε το Δικαστήριο να κάνει αποδεκτή τη μαρτυρία της και να εξάγει ασφαλή συμπεράσματα, μέσω αυτής. Ως προς τα υπόλοιπες αναφορές της, για το τί ο ίδιος ο Σ. της ανάφερε δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα από τη στιγμή που η εν λόγω μάρτυρας κρίθηκε αναξιόπιστη. Και τούτο γιατί σύμφωνα με τη νομολογία ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168, Κωνσταντίνου Κώστας ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 754). Επομένως από τη στιγμή που η Μ.Κ.4 κρίθηκε για τους πιο πάνω λόγους ως αναξιόπιστη, δεν μπορώ να αποδεχθώ το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας της. Σε κάθε όμως περίπτωση και εκ του περισσού αναφέρω ότι και αν ακόμη η εν λόγω μάρτυρας κρινόταν αξιόπιστη, θα ήταν ιδιαίτερα ακροσφαλές για το Δικαστήριο, με βάση τα όσα μετέφερε η εν λόγω μάρτυρας στο Δικαστήριο από τη συνομιλία που είχε με το Σ., αυτά να οδηγήσουν σε μια πιθανή καταδίκη της κατηγορούμενης. Και τούτο γιατί η εν λόγω μάρτυρας μετέφερε τα όσα η ίδια προσωπικά αντιλήφθηκε και εξέλαβε, με βάση τις κινήσεις του Σ., ο οποίος υπενθυμίζω, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν μόλις ηλικίας 2,5 ετών. Τα όσα μετέφερε ο Σ., δεν αποτελούν αρχικές δηλώσεις και επομένως δεν πρόκειται ασφαλώς για εξ ακοής μαρτυρία. Παρεμβάλω να αναφέρω ότι, μετά την τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 με το Νόμο 32
(1)/04 η εξ ακοής μαρτυρία συνιστά πλέον αποδεκτή μαρτυρία υπό τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 27[1] του Νόμου αυτού. Το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη τους διάφορους παράγοντες οι οποίοι ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, εκτίθενται στον σχετικό Νόμο. Για να θεωρηθεί κάποια δήλωση εξ ακοής πρέπει απαραιτήτως να γίνει αρχική δήλωση. Στην προκειμένη περίπτωση ο Σωτήρης δεν προέβη σε δήλωση αλλά σε απομονωμένες λέξεις και νοήματα για τα οποία η Μ.Κ 4 κατέληξε σε δικά της συμπεράσματα. Όμως η εν λόγω μάρτυρας, σαφώς και δεν είναι ειδικός, ώστε το Δικαστήριο να αποδεχθεί με ασφάλεια τα δικά της συμπεράσματα. Λαμβάνω επίσης υπόψιν ο,τι έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση τα εν λόγω συμπεράσματα της, ενώ ο ανήλικος δεν προσήλθε στο Δικαστήριο, χωρίς να δοθεί οποιοσδήποτε λόγος από την κατηγορούσα αρχή, ώστε να αντεξετασθεί επί των όσων προσπάθησε να μεταφέρει στη Μ.Κ
  1. Λαμβάνω επίσης υπόψιν, σε συσχετισμό με τα πιο πάνω, ότι η ίδια η Μ.Κ 4 δεν έδωσε τη συγκατάθεση της ώστε ο Σ. να εξετασθεί από ειδικό, επί αυτών το ζητημάτων ώστε τα οποιαδήποτε συμπεράσματα του να τύχουν αξιολόγησης από το Δικαστήριο. Σε κάθε όμως περίπτωση και αν τα όσα μετέφερε ο Σ. γίνονταν αποδεκτά θεωρώ ότι θα ήταν ακροσφαλές για το Δικαστήριο να αποδεχθεί τα οποιαδήποτε συμπεράσματα της Μ.Κ 4, αφενός γιατί προέρχονται από ένα ανήλικο ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο μόλις άρχισε να μιλά και να εκφράζεται και αφετέρου τις εν λόγω αναφορές του δεν της ανάφερε σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο ώστε να επιβεβαιωθούν. Δείγμα του ότι είναι ακροσφαλές για το Δικαστήριο να στηριχθεί στα όσα μετέφερε ο ανήλικος σε σημείο που να οδηγήσει την κατηγορούμενη σε πιθανή καταδίκη για τα αδικήματα για το οποίο κατ'ισχυρισμό διέπραξε, αποτελεί και το γεγονός ότι ο ανήλικος στη συνέχεια ανασκεύασε τα όσα μετέφερε, προβάλλοντας αργότερα τη θέση ότι δεν είναι τον ίδιο που η κατηγορούμενη κτύπησε, αλλά τρίτα παιδάκια. Όπως είναι πρόδηλο, η τύχη της παρούσας υπόθεσης έχει σφραγιστεί που δεν είναι άλλη από την απαλλαγή και αθώωση της κατηγορούμενης, με την απόρριψη της μαρτυρίας της βασικής μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής που ήταν η παραπονούμενη. Παρόλ' αυτά για σκοπούς πληρότητας, θα αξιολογήσω και τη μαρτυρία τόσο της ίδιας της κατηγορούμενης όσο και του Μ.Υ
  2. Αποδεκτή γίνεται στην ολότητα της η μαρτυρία της παραπονούμενης εφόσον άφησε εξαιρετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο. Η εν λόγω μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια και αυτό έπραξε. Περιέγραψε στο Δικαστήριο λεπτομερώς τα γεγονότα, όπως η ίδια προσωπικά τα βίωσε. Παρακολουθώντας την προσεκτικά από το εδώλιο, μου δημιούργησε την εικόνα ενός ειλικρινή ανθρώπου, ήταν απόλυτα σίγουρη, ήρεμη στο εδώλιο και βέβαιη ως προς τις απαντήσεις της και κατέθεσε με ευθύτητα, αμεσότητα και πειστικότητα σε σχέση με τα διαδραματισθέντα. Η εκδοχή της έχει λογική συνοχή και είναι αληθοφανής. Η μαρτυρία της παρέμεινε σταθερή και ακλόνητη κατά την αντεξέτασή της και απάντησε χωρίς ενδοιασμούς και αμφιταλαντεύσεις στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν. Δεν έχω εντοπίσει το ο,τιδήποτε το οποίο θα ήταν ικανό ώστε να αλλοιώσει την θετική εικόνα που το Δικαστήριο αποκόμισε για αυτήν. Ο Μ.Υ 2 επίσης άφησε θετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Ο εν λόγω μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια και αυτό έπραξε. Ανάφερε ότι ο ίδιος ουδέποτε διαπίστωσε οποιαδήποτε σημάδια στη θυγατέρα του ή ο,τιδήποτε παράξενο στη συμπεριφορά της που θα τον οδηγούσε σε συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη τη κτύπησε με οποιοδήποτε τρόπο ή άσκησε οποιανδήποτε βία εναντίον της. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης τα μόνα ασφαλή επιπρόσθετα ευρήματα στα οποία μπορώ να καταλήξω, πέραν των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου, είναι τα ακόλουθα: Στις 6.07.2015 προσήλθε στον Αστυνομικό Σταθμό Κλήρου η παραπονούμενη, η οποία κατάγγειλε ότι είδε την κατηγορούμενη, κατά την περίοδο 1.06.2015 εώς 18.06.2015, δηλαδή κατά τις πρόβες της τελικής γιορτής του σχολείου, να κακομεταχειρίζεται, δηλαδή να κτυπά στα χέρια και στα μάγουλα ως επίσης και να τραβά τα μαλλιά των πιο πάνω ανήλικων παιδιών. Την 7.07.2015, λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη και την 31.07.2015 κατηγορήθηκε και γραπτώς. Ο Μ.Κ 1 ζήτησε από τους γονείς των ανήλικων παιδιών να δώσουν την συγκατάθεσή τους, ούτως ώστε να εξεταστούν από ειδικό παιδοψυχολόγο. Όλοι οι γονείς, πλην της Μ.Κ 3, αρνήθηκαν. Η Μ.Κ 3 όμως ουδέποτε προσήλθε στον Σταθμό για να δώσει την εν λόγω συγκατάθεσή της. Συνεπώς κανένα ανήλικο παιδί δεν εξετάστηκε από ειδικό παιδοψυχολόγο. Επικοινώνησε επίσης τηλεφωνικώς με τις δασκάλες στου σχολείου στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, οι οποίοι αρνήθηκαν να δώσουν οποιανδήποτε κατάθεση. Την 23.06.2015 και ώρα 08:30 η παραπονούμενη κάλεσε, στο προσωπικό της τηλέφωνο, την Μ.Κ 3 ζητώντας της να διατηρηθεί η ανωνυμία της. Της ανάφερε ότι η κατηγορούμενη, στις 24.06.2015, προγραμμάτιζε εκδρομή των παιδιών σε ιδιωτικό ζωολογικό κήπο, με αποτέλεσμα η ίδια να μείνει μόνη της στον σταθμό και να φροντίζει τα βρέφη. Λόγω του ότι η ίδια δεν είναι προσοντούχος παιδοκόμος, διερωτώταν κατά πόσο η ίδια μπορούσε να έχει τέτοια ευθύνη. Η Μ.Κ 3 της ανάφερε ότι δεν επιτρεπόταν να φροντίζει μόνη της τα παιδιά και την ενημέρωσε ότι την εν λόγω ημέρα θα πήγαινε απροειδοποίητα στο νηπιαγωγείο για να προβεί σε έρευνα. Επίσης ανάμεσα στα άλλα, η παραπονούμενη της ανάφερε γενικά ότι η κατηγορούμενη κτυπά τα παιδιά και τους τραβά τα μαλλιά. Η ίδια την προέτρεψε να προχωρήσει σε γραπτή καταγγελία στις υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας και στην Αστυνομία. Η παραπονούμενη δεν πείστηκε και ζήτησε όπως διατηρήσει την ανωνυμία της, επειδή φοβόταν ότι θα απωλέσει την εργασία της. Η Μ.Κ 3 στις 24.06.2015, μετέβη στο εν λόγω νηπιαγωγείο όπου η κατηγορούμενη της ανάφερε ότι στο νηπιαγωγείο θα παρέμενε η θυγατέρα της μαζί με τη παραπονουμένη. Δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε περιστατικό που να αφορούσε κακοποίηση παιδιού, όμως έγινε αυστηρή σύσταση στην κατηγορούμενη να προσέξει τη συμπεριφορά της απέναντι στα παιδιά. Στις 6.07.2015, η παραπονούμενη προσήλθε στο γραφείο της και προέβη σε καταγγελία εναντίον της κατηγορούμενης ότι κτύπησε 3 ανήλικα παιδιά. Λόγω της σοβαρότητας των καταγγελιών της, την προέτρεψε όπως προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης, σωρευτικά, όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, δηλαδή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην υπόθεση Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Όπως έχει προαναφερθεί η κατηγορούμενη κατηγορείται στην 1η 3Η 5Η και 9η κατηγορία για τη διάπραξη του αδικήματος της κοινής επίθεσης. Το εν λόγω αδίκημα διέπεται από το άρθρο 242 του Κεφ.154, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Κοινή επίθεση 242. Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Μελέτη των προνοιών του πιο πάνω άρθρου καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος να επιτεθεί σε άλλο πρόσωπο (β) παράνομα Επίθεση αποτελεί οιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμη και απερίσκεπτα ή αδιάφορα (recklessly) και δημιουργεί στον άλλο την αντίληψη ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του R v. Venna [1975] 3 All E.R 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Στην υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 λέχθηκε ότι για το αδίκημα της κοινής επίθεσης δεν χρειάζεται πρόθεση χρήσης βίας. Όπως το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε στην εν λόγω υπόθεση, το άρθρο 242 του Κεφ.154 δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος αλλά απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα - παρανόμως - (unlawfully). Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (Archbold Pleading and Practice 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-1072), ούτε βέβαια και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και με ένα απλό άγγιγμα. Επομένως, το πεδίο εμβέλειας της επίθεσης καλύπτει τις αγγλικές νομικές έννοιες 'assault', που είναι η σκόπιμη ή απερίσκεπτη ή αδιάφορη πρόκληση αντίληψης στο θύμα για άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον του και 'battery', που είναι η φυσική επαφή. Το αδίκημα της 2ης, 4ης, 6ης και 10ης κατηγορίας εδράζεται στο άρθρο 54 του περί Παιδιών Νόμου, Κεφ.352 το οποίο προνοεί ότι: «Cruelty to persons under sixteen 54.-
(1)If any person who has attained the age of sixteen years and has the custody, charge or care of any child under that age, wilfully assaults, ill-treats, neglects, abandons or exposes him or causes or procures him to be assaulted, ill-treated, neglected, abandoned or exposed in a manner likely to cause him unnecessary suffering or injury to health (including injury to or loss of sight, or hearing, or limp or organ of the body and any mental derangement) that person shall be guilty of an offence and shall be liable to imprisonment not exceeding one year or to a fine not exceeding £1000 or to both such imprisonment and fine.
(2)For the purposes of this section- (
  1. a)a parent or other person legally liable to maintain a child shall be deemed to have neglected him in a manner likely to cause injury to his health if he has failed to provide adequate food, clothing, medical aid or lodging for him or if, having been unable otherwise to provide such food, clothing or medical aid, he failed to take other steps to procure it; (
  2. b)where it is proved that the death of an infant under three years of age was cause by suffocation (not being suffocation caused by disease or the presence of any foreign body in the throat or air passages of the infant) while the infant was in bed with some other person who has attained the age of sixteen years that other person shall, if he was, when he went to bed, under the influence of drink, be deemed to have neglected the infant in a manner likely to cause injury to its health.
(3)A person may be convicted of an offence under this section- (
  1. a)notwithstanding that actual suffering or injury to health or the likelihood of actual suffering or injury to health was obviated by the action of another person; (
  2. b)notwithstanding the death of the child in question.
(4)If it is proved that a person convicted under this section was directly or indirectly interested in any sum of money accruing or payable in the event of the death of the child and had knowledge that that sum of money was accruing or becoming payable then the sum payable shall be forfeited by the Court and the maximum amount of fine which may be imposed under this section shall be .1500 and the Court shall have power in lieu of awarding any other penalty under this section to sentence the person convicted to imprisonment not exceeding five years.
(5)For the purposes of subsection
(4)- (
  1. a)a person shall be deemed to be directly or indirectly interested in a sum of money if he has any share in or any benefit from the payment of that money, notwithstanding that he may not be a person to whom it is legally payable; and (
  2. b)a copy of a policy of insurance certified to be a true copy by an officer or agent of the insurance company granting the policy, shall be evidence that the child therein stated to be insured has in fact been so insured and that the person in whose favour the policy has been granted is the person to whom the money thereby insured is legally payable.
(6)[Διαγράφηκε].» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: α) Πρόσωπο πέραν των 16ετών, β) Το οποίο έχει τη φύλαξη κηδεμονία, ή φροντίδα οποιουδήποτε παιδιού κάτω των 16ετών, γ) Εκουσίως, δ) Επιτίθεται, κακομεταχειρίζεται, παραμελεί, εγκαταλείπει ή εκθέτει αυτό ή ευθύνεται ή προκαλεί ώστε αυτό να δεχθεί επίθεση, να τύχει κακομεταχείρισης, να παραμεληθεί, να εγκαταλειφθεί ή να εκτεθεί κατά τρόπον που ενδέχεται να προκληθεί σ' αυτό αχρείαστη ταλαιπωρία ή βλάβη στην υγεία (συμπεριλαμβανομένης βλάβης ή απώλειας όρασης, ή ακοής, ή μέλους ή οργάνου του σώματος και οποιασδήποτε διανοητική διαταραχή). Το άρθρο φαίνεται να είναι πανομοιότυπο με αντίστοιχο του αγγλικού νόμου Children and Young Persons Act 1933 όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα στο Halsbury´s Laws of England, 4η έκδ. Τόμος 11
(1)παρ. 537. Το αδίκημα κατ' ακρίβειαν τιτλοφορείται "σκληρότητα ("cruelty") προς πρόσωπα κάτω των 16" και σύμφωνα με το πιο πάνω σύγγραμμα (παρ. 537, υποσ.4) το εν λόγω άρθρο δεν δημιουργεί πέντε ξεχωριστά αδικήματα, δηλαδή ένα για κάθε ρήμα που χρησιμοποιεί, αλλά ένα μόνο αδίκημα που διαπράττεται με διαφορετικούς τρόπους (R.V. Hayles
(1969)1 QB 364). Εντούτοις όμως η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να επιλέγει με προσοχή το ρήμα που αρμόζει στην κάθε περίπτωση. Η Κατηγορούσα Αρχή εδώ επέλεξε να χρησιμοποιήσει τη φράση σκόπιμα επιτέθηκε ("wilfully assault"). Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου μετά από την αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας καθίσταται πρόδηλο ότι η κατηγορούμενη αρχή απέτυχε να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Με την απόρριψη της μαρτυρίας, κυρίως, της παραπονούμενης το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη επιτέθηκε με οποιοδήποτε τρόπο εναντίον των τριών ανήλικων παιδιών ή ότι τα κακομεταχειρίστηκε. Συνεπώς η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ) ............. Μ.Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.