← Κύπρος

EΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. ΚΑΛΟΥΤΣΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2532/18, 23/12/2020

EΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. ΚΑΛΟΥΤΣΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2532/18, 23/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B207 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2532/18 EΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον- XXXXX ΚΑΛΟΥΤΣΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Βαλανίδης Για Κατηγορούμενο: κ. Κορέλλης Κατηγορούμενος: Παρών ΠΟΙΝΗ Με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτό καταχωρήθηκε, προσάπτονταν συνολικά 21 κατηγορίες εναντίον του Κατηγορούμενου για παραβάσεις του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 (Ν. 95(I)/2000), όπως έχει τροποποιηθεί (ο «Νόμος») και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών. Η δίωξη στις κατηγορίες 6 μέχρι 8 και 14 μέχρι 21 διακόπηκε έπειτα από απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα στις 22/10/2018 και, ως εκ τούτου, ο Κατηγορούμενος απαλλάχθηκε από αυτές, με αποτέλεσμα να παραμείνει η ποινική δίωξη του Κατηγορουμένου για τις κατηγορίες 1 μέχρι 5 και 9 μέχρι 13, στις οποίες ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή. Συγκεκριμένα, ως προκύπτει από την έκθεση και τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, αυτή αφορά το αδίκημα της παράλειψης καταβολής οφειλόμενου φόρου, ύψους €21.872,02, εντός 30 ημερών από τη λήψη σχετικής ειδοποίησης, ημερομηνίας 12/06/2011, που βεβαιώθηκε με βάση τον πιο πάνω Νόμο και τους σχετικούς Κανονισμούς. Περαιτέρω, ως προκύπτει από την έκθεση και τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 2ης μέχρι και της 5ης κατηγορίας, αυτές αφορούν το αδίκημα της παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής ποσού ΦΠΑ, συνολικού ύψους €12.314,20, που φαίνεται ως καταβλητέος σε φορολογική δήλωση για τις εξής φορολογικές περιόδους: 01/11/2006 - 31/01/2007 (2η κατηγορία), 01/02/2011 - 30/04/2011 (3η κατηγορία), 01/02/2012 - 30/04/2012 (4η κατηγορία) και 01/05/2012 - 31/07/2012 (5η κατηγορία). Τέλος, ως προκύπτει από την έκθεση και τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 9ης μέχρι και της 13ης κατηγορίας, αυτές αφορούν το αδίκημα της παράλειψης καταβολής ποσού πρόσθετου φόρου, τόκου και χρηματικής επιβάρυνσης, συνολικού ύψους €10.200,84, που επιβλήθηκαν λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α. ύψους €21.872,02 που βεβαιώθηκε με ειδοποίηση ημερομηνίας 12/06/2011, μη εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α. για καθορισμένες φορολογικές περιόδους και μη εμπρόθεσμης υποβολής φορολογικής δήλωσης για την φορολογική περίοδο 01/02/2013 - 30/04/2013. Πέραν των γεγονότων που εκτίθενται στις λεπτομέρειες εκάστου αδικήματος των κατηγοριών που παραμένουν, τα οποία υιοθετήθηκαν από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής και δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, από τα όσα αναφέρθηκαν στο στάδιο της έκθεσης των γεγονότων από το δικηγόρο της Κατηγορούσας Αρχής, τα οποία επίσης δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, προκύπτουν τα ακόλουθα: 1. Το συνολικό οφειλόμενο υπόλοιπο με βάση το κατηγορητήριο ανέρχεται στο ποσό των €44.387,06. 2. Υπήρξε μερική συμμόρφωση στην 1η κατηγορία με αποτέλεσμα το υπόλοιπο που παραμένει σε σχέση με αυτήν να ανέρχεται σήμερα στο ποσό των €18.338,96. Περαιτέρω, υπήρξε πλήρης συμμόρφωση στην 2η κατηγορία και μερική συμμόρφωση στην 10η κατηγορία, ως αποτέλεσμα της οποίας το υπόλοιπο που παραμένει σε σχέση με την 10η κατηγορία ανέρχεται σήμερα στο ποσό των €2.138,23. Σε σχέση με τις υπόλοιπες κατηγορίες που παραμένουν ουδεμία συμμόρφωση υπήρξε και, ως εκ τούτου, το συνολικό οφειλόμενο που παραμένει σήμερα, μετά από τις πιο πάνω πληρωμές οι οποίες έγιναν πριν και εκκρεμούσης της ποινικής δίωξης του στην παρούσα υπόθεση, ανέρχεται στο ποσό των €37.603,11, ποσό το οποίο αναλύεται σε φόρο ύψους €27.452,27 και πρόσθετο φόρο, τόκο και επιβαρύνσεις ύψους €10.150,84. 3. Για τα πιο πάνω αδικήματα σε σχέση με τα οποία παραμένουν οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, είχε καταχωρηθεί η ποινική υπόθεση XXXXX/12, η οποία αναστάληκε τον Σεπτέμβριο του 2014 με απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα κατόπιν αιτήματος του Κατηγορούμενου για αποπληρωμή της οφειλής με χρονοδιάγραμμα. Επειδή το χρονοδιάγραμμα για το οποίο δεσμεύτηκε ο Κατηγορούμενος δεν τηρήθηκε, καταχωρήθηκε η παρούσα ποινική υπόθεση. 4. Δεν υπάρχουν στοιχεία για προηγούμενες καταδίκες του Κατηγορούμενου. 5. Καθ' όσον αφορά την αναφερόμενη από πλευράς Κατηγορούμενου άγνοια του για το τελικό οφειλόμενο ποσό Φ.Π.Α., ο Κατηγορούμενος μπορούσε, ανά πάσα στιγμή, να ζητήσει και να εξασφαλίσει από οποιοδήποτε επαρχιακό γραφείο του Τμήματος Φορολογίας αναλυτικές καταστάσεις αναφορικά με την οφειλή του προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. 6. Επιπρόσθετα από οποιαδήποτε άλλη ποινή, η Κατηγορούσα Αρχή εξαιτείται από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος εναντίον του Κατηγορούμενου για τα ποσά που αναφέρονται στο ΕΓΓΡΑΦΟ Α που καταχωρήθηκε από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής στο Δικαστήριο, ήτοι για το ποσό των €27.452,27 πλέον νόμιμο τόκο από 11/12/2017 και για το ποσό των €10.150,84 πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού των €2.031,81 από 11/12/2017. Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου, χωρίς να αμφισβητήσει τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας ως προς τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αγόρευσε προφορικά στο Δικαστήριο για σκοπούς μετριασμού της ποινής του. Το σύνολο της αγόρευσης του συνηγόρου του Κατηγορούμενου καθώς και το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας έχουν μελετηθεί με προσοχή και έχουν αξιολογηθεί και δεν χρειάζεται να αναφερθούν εδώ με λεπτομέρεια. Αξίζει όμως να αναφερθεί ότι σε αυτά γίνεται αναφορά, μεταξύ άλλων, στα ακόλουθα: (
  2. i)στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 77 ετών με έντιμο πρότερο βίο, έχει ολοκληρώσει τη δεύτερη τάξη του δημοτικού, εργάστηκε αρχικά ως ξυλοκόπος, μετά ως εργάτης σε ιδιωτικές εταιρείες, στη συνέχεια εργαζόταν ως εργολάβος και, ακολούθως, διατηρούσε επιχείρηση εκσκαφής, ενώ από το 2005 μέχρι σήμερα είναι συνταξιούχος, λαμβάνοντας τώρα σύνταξη ύψους €593 μηνιαίως. Προέρχεται από πολύτεκνη οικογένεια, είναι έγγαμος και διαμένει σε μια πολύ παλαιά, ετοιμόρροπη (όπως χαρακτηρίστηκε), ιδιόκτητη κατοικία που δεν διαθέτει τον απαραίτητο οικιακό εξοπλισμό, μαζί με τη σύζυγο του, ηλικίας 73 ετών, η οποία λαμβάνει σύνταξη ύψους €300 μηνιαίως. Είναι αρίστου ήθους οικογενειάρχης και από το γάμο του απέκτησε τρία παιδιά, τα οποία έχουν δημιουργήσει τη δική τους οικογένεια, και έχει επτά εγγόνια. Λόγω του ότι τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του είναι χαμηλοσυνταξιούχοι, αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες και μετά βίας ανταπεξέρχονται στις καθημερινές τους ανάγκες ενώ δεν διαθέτουν αποταμιεύσεις ή οποιαδήποτε άλλη ακίνητη περιουσία (πέραν της πιο πάνω αναφερόμενης κατοικίας). Αναφέρθηκε περαιτέρω ότι ο Κατηγορούμενος εντάσσεται στις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού και είναι άκρως ευάλωτος στην πανδημία εξαιτίας του ότι αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και συγκεκριμένα πάσχει από αρτηριακή υπέρταση, υπερλιπιδαιμία (χοληστερόλη) και χρόνιο άσθμα, τα οποία περιγράφονται σε ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 20/11/2020 που κατατέθηκε ως ΕΓΓΡΑΦΟ Β στη διαδικασία, και, λόγω των προβλημάτων του αυτών, παρακολουθείται από τον προσωπικό του ιατρό× (
  3. ii)στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων. Στο πλαίσιο αυτό, αφού υποδείχθηκε ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος χρονολογούνται, εφόσον διαπράχθηκαν περί τα έτη 2011 με 2012 με εξαίρεση το αδίκημα της 2ης κατηγορίας που ανατρέχει στο έτος 2006, αναφέρθηκε ότι οι οφειλές αυτές του Κατηγορούμενου προς τον Έφορο Φορολογίας προέκυψαν λόγω των παραλείψεων του λογιστή στον οποίο είχε αναθέσει ο Κατηγορούμενος τους λογιστικούς του ελέγχους, ο οποίος απώλεσε σωρεία τιμολογίων με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος (όντας και χαμηλού μορφωτικού επιπέδου) να μην ήταν σε θέση να γνωρίζει ούτε κατά προσέγγιση το ποσό της οφειλής του προς το Φ.Π.Α× (iii) στην έμπρακτη μεταμέλεια του Κατηγορούμενου, η οποία, κατά τον συνήγορό του, προκύπτει συνδυαστικά από τα ακόλουθα: (α) ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε αμέσως τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση, (β) μετά την αναστολή της δίωξης στην υπόθεση XXXXX/12 ο Κατηγορούμενος κατέβαλλε από το υστέρημα του για δυο σχεδόν έτη το συμφωνηθέν μηνιαίο ποσό των €300, πληρώνοντας έτσι προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. ποσό πέραν των €5.000 περίπου έναντι της πιο πάνω οφειλής του, (γ) ο λόγος που σταμάτησε να καταβάλλει τις συμφωνηθείσες μηνιαίες δόσεις ήταν λόγω της οικονομικής εξαθλίωσης του, κάτι που οδήγησε στην καταχώριση της παρούσας ποινικής δίωξης και (δ) δεδομένης της πρόθεσης διευθέτησης της εναπομείνασας οφειλής που εκφράστηκε από πλευράς Κατηγορούμενου με την επιστολή ημερομηνίας 14/11/2019 (ΕΓΓΡΑΦΟ Γ), μέσω της οποίας εισηγήθηκε αναστολή της ποινικής δίωξης στην παρούσα υπόθεση με ταυτόχρονη υιοθέτηση νέου τρόπου διευθέτησης της εν λόγω οφειλής, η οποία όμως απορρίφθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα στις 5/02/2020 (ΕΓΓΡΑΦΟ Δ)× (
  4. iv)υπό το φως των όσων αποφασίστηκαν στην υπόθεση Κάζανου ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ECLI:CY:AD:2020:B272, Ποιν. Έφεση 96/19 ημ. 20/07/2020, η μεγάλη καθυστέρηση που παρατηρείται από το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, είναι παράγοντας σχετικός και εξαιρετικής σπουδαιότητας που θα πρέπει, κατά το συνήγορο του Κατηγορούμενου, να ληφθεί σοβαρά υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Οι πιο πάνω περιστάσεις καθώς και η παραδοχή του Κατηγορούμενου αλλά και το λευκό ποινικό του μητρώο αποτελούν, κατά τη θέση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου, μετριαστικούς παράγοντες που το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του για σκοπούς επιβολής ποινής και κάλεσε το Δικαστήριο να δείξει τη μέγιστη δυνατή επιείκεια κατά την επιβολή ποινής. Υπό αυτές τις περιστάσεις αλλά και δεδομένης της μεταβολής των περιστάσεων του Κατηγορούμενου (ο οποίος έχει πλέον συνταξιοδοτηθεί, είναι υπερήλικας χωρίς να έχει δημιουργήσει άλλες οφειλές), εισηγήθηκε ότι μπορεί να αποφευχθεί η ποινή φυλάκισης εναντίον του ενώ, σε περίπτωση που επιβληθεί τέτοια ποινή, εισηγήθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για αναστολή εκτέλεσής της. Όπως έχει καθοριστεί από τη νομολογία, η ποινή εξυπηρετεί κυρίως τρεις σκοπούς που είναι η αποτροπή (deterrence), η αναμόρφωση (rehabilitation) και η τιμωρία (retribution) του παραβάτη (βλ. Sozou v. The Republic

(1970)2 Α.Α.Δ. 6), τους οποίους το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του κατά την επιβολή ποινής. Δεν μπορεί να ικανοποιήσει τον ένα σκοπό και να αγνοήσει τους άλλους δυο. Ως έχει κατ' επανάληψη τονιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, το συμφέρον της κοινωνίας είναι κατ' εξοχήν παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη (Azzeh v. Republic
(1989)2 Α.Α.Δ. 14) και η αποτελεσματική εφαρμογή των νόμων πρωταρχικό καθήκον του Δικαστηρίου. Αναμφίβολα, τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται στο Νόμο καθώς και από το ότι τέτοια αδικήματα, δυστυχώς, βρίσκονται σε έξαρση, γεγονός για το οποίο το Δικαστήριο λαμβάνει δικαστική γνώση από τον μεγάλο αριθμό των υποθέσεων που καταχωρούνται και εκδικάζονται ενώπιον του σε σχέση με αυτής της φύσεως αδικήματα. Ειδικότερα, το Άρθρο 46
(11)του Νόμου, το οποίο αφορά την 1η κατηγορία, προνοεί ότι πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49 και 49 Α του Νόμου, εντός τριάντα ημερών από τη λήψη της σχετικής ειδοποιήσεως, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες (€8.543,01) ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές. Επιπρόσθετα, το Άρθρο 46
(9)του Νόμου, το οποίο αφορά τις κατηγορίες 2 - 5, προνοεί ότι πρόσωπο που παραλείπει να καταβάλει το Φ.Π.Α. που εμφαίνεται σε φορολογική δήλωσή του ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν οι σχετικοί Κανονισμοί, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες (€8.543,01) ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές Περαιτέρω, το Άρθρο 46 (10A) του Νόμου, το οποίο αφορά τις κατηγορίες 9 - 13, προνοεί ότι: «Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να υποβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλομένου ποσού». Επιπρόσθετα, το Άρθρο 46
(12)του Νόμου παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, όπως διατάξει τον καταδικασθέντα, εκτός από την επιβολή ποινής, να καταβάλει στον Έφορο τα οφειλόμενα ποσά. Διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του προαναφερόμενου άρθρου εκτελείται ως απόφαση σε αγωγή, σύμφωνα με τις διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας. Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που σχετίζονται με την παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος τονίστηκε σε πλειάδα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Andreas Makris Tourist Taxi Service Co Ltd,
(1996)2 Α.Α.Δ. 262, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο, υποδεικνύοντας την σοβαρότητα αυτής της φύσης των αδικημάτων, ανέφερε ότι: «Η παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως και κάθε άλλη φορολογική νομοθεσία, συνιστά σοβαρό παράπτωμα και η εκπλήρωση τους ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο. Ανάλογα μεγάλη είναι και η ευθύνη των πολιτών για εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών... Κατά συνέπεια, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται, πρέπει να αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν και παράλληλα να είναι αποτρεπτικές για τους αδικοπραγούντες και για το κοινό, για να μην υπάρχει ενθάρρυνση στην παρανομία και στην παράνομη κατακράτηση των εσόδων του κράτους.» Στην μεταγενέστερη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον Εφεσίβλητο ήταν έκδηλα ανεπαρκείς και ότι προσδόθηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο μεγαλύτερη βαρύτητα στις οικογενειακές του περιστάσεις σε βάρος των στοιχείων της αποτρεπτικότητας χωρίς να αντικατοπτρίζεται σε αυτές η σοβαρότητα των αδικημάτων. Καταλήγοντας, το Ανώτατο Δικαστήριο αύξησε το ύψος των ποινών φυλάκισης που είχαν επιβληθεί πρωτοδίκως στον εκεί κατηγορούμενο, τονίζοντας τα ακόλουθα: «Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας καθίσταται οφειλόμενος από τη στιγμή που διενεργείται η παράδοση ή παροχή υπηρεσιών και ο επιχειρηματίας καθίσταται εμπιστευματοδόχος του κράτους για την είσπραξη του οφειλομένου ποσού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο επιχειρηματίας έχει υποχρέωση να εισπράττει αμέσως τις σχετικές φορολογικές επιβαρύνσεις και να τις αποδίδει χωρίς καθυστέρηση στο κράτος. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τα ελαφρυντικά που έχουν προβληθεί, έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι ποινές που επιβλήθηκαν δεν αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων αφού από αυτές απουσιάζει έντονα το στοιχείο της αποτρεπτικότητας». Στις σχετικά πρόσφατες αποφάσεις που εκδόθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου Σπύρου Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, ημ. 12/04/2017 και 18/09/2017, το Ανώτατο Δικαστήριο, ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση με την οποία αθωώθηκαν οι διοικητικοί σύμβουλοι της εκεί εταιρείας για ίδιας φύσεως φορολογικά αδικήματα, στα οποία η εταιρεία είχε καταδικαστεί, επέβαλε σε καθένα από τους διευθυντές της ποινές άμεσης φυλάκισης, χωρίς να δοθεί από το Εφετείο οποιαδήποτε βαρύτητα για τον καθορισμό της ποινής τους στον ισχυρισμό που προέβαλαν οι διευθυντές τόσο πρωτόδικα όσο και κατ' έφεση ότι δεν είχαν οποιαδήποτε ανάμειξη τόσο στα οικονομικά θέματα της Εταιρείας όσο και στη διεκπεραίωση των υποθέσεων της λόγω του ότι είχε διοριστεί διαχειριστής στην εταιρεία. Μάλιστα, το Ανώτατο Δικαστήριο, επισημαίνοντας ότι ο Νόμος συνιστά ένα εξαιρετικής σημασίας νομοθέτημα που αφορά την εθνική νομοθεσία και αναφερόμενο στην σοβαρότητα των αδικημάτων, που κατά κανόνα αποτιμάται με αναφορά στο μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, σημείωσε και εξέφρασε την άποψη, ότι, σε ό,τι αφορά τα αδικήματα που αφορούν τον νόμο περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (της παράλειψης καταβολής Φ.Π.Α., πρόσθετου φόρου και τόκων και παράλειψης υποβολής φορολογικών δηλώσεων), οι ποινές που ο Νόμος προνοεί για αυτά, δεν αντικατοπτρίζουν την σοβαρότητα τους. Έτσι, παρά τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου στην πιο πάνω υπόθεση (όπου ήταν οικογενειάρχης με εξαρτώμενα πρόσωπα, λευκού ποινικού μητρώου, χαμηλοεισοδηματίας, ηλικίας 57 ετών), επιβλήθηκε από το Εφετείο ποινή άμεσης φυλάκισης 4 μηνών στην κατηγορία που αφορούσε την παράλειψη καταβολής ΦΠΑ για την περίοδο 01/05/2007 - 31/05/2011 που βεβαιώθηκε στις 08/09/2011 για το συνολικό ποσό των €298.612,28 και ποινή άμεσης φυλάκισης 1 μηνός στην κατηγορία της παράλειψης υποβολής φορολογικής δήλωσης για μια φορολογική περίοδο. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, πάντοτε υπάρχει η υποχρέωση του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής που θα επιβάλει. Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου εφόσον απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης, αφενός, και η εξατομίκευση της ποινής αναφορικά με τον συγκεκριμένο παραβάτη, αφετέρου. Στο έργο της εξατομίκευσης της ποινής, είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης για εξισορρόπηση της ποινής ούτως ώστε η ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη, όμως, η εξατομίκευση αυτή, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος και του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Γενικός Εισαγγελέας v. Ζακατζιώτη ανωτέρω). Περαιτέρω, ως έχει νομολογηθεί, σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής (όπως είναι αυτά που αφορούν την παρούσα υπόθεση), οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, αν και είναι παράγοντες σχετικοί που πρέπει να συνυπολογίζονται, είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331). Ενόψει των ανωτέρω και στο πλαίσιο προσδιορισμού και εξατομίκευσης της ποινής του Κατηγορούμενου, λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικούς παράγοντες τα ακόλουθα: (α) Την σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω αλλά και από τα γεγονότα που περιβάλλουν την διάπραξη τους καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας. (β) Το μεγάλο ποσό, ήτοι €37.603,11, που συνολικά οφείλεται σήμερα προς την υπηρεσία Φ.Π.Α., που είναι ενδεικτικό της έντασης στην διάπραξη των αδικημάτων, ειδικότερα σε ότι αφορά τον οφειλόμενο φόρο. (γ) Ότι με τις παραλείψεις του Κατηγορούμενου, το ταμείο του κράτους στερήθηκε ένα μεγάλο ποσό εσόδων το οποίο του ανήκει. (δ) Το γεγονός ότι από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή καταβλήθηκε μόνο ένα μικρό ποσό έναντι της συνολικής οφειλής προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. με αποτέλεσμα, καθ' όσον αφορά τις κατηγορίες 1 μέχρι 5 να παραμένει οφειλόμενο ποσό φόρου ύψους €27.452,27 και πρόσθετου φόρο, τόκου και επιβαρύνσεων ύψους €10.150,84, πλέον νόμιμο τόκο από 11/12/2017. Πρόκειται αδιαμφισβήτητα για ένα μεγάλο χρηματικό ποσό που συνολικά οφείλεται σήμερα στα Ταμεία του Κράτους. Η παράλειψη εκπλήρωσης από τον Κατηγορούμενο των εν λόγω φορολογικών του υποχρεώσεων, για ομολογουμένως μεγάλο χρονικό διάστημα, και κατ' επέκταση η μη απόδοση στα δημόσια ταμεία σημαντικού ποσού Φ.Π.Α., ως αναφέρθηκε ανωτέρω, αποτελεί ένα πρόσθετο επιβαρυντικό στοιχείο σε βάρος του Κατηγορούμενου. Προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα: (α) Την παραδοχή του Κατηγορούμενου, η οποία όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άμεση εφόσον ο Κατηγορούμενος από τις 26/03/2018 μέχρι και τις 23/09/2019 δήλωνε μη παραδοχή στις κατηγορίες που του προσάφθηκαν. Επομένως, η παραδοχή του, έστω και στο χρόνο που έγινε, λαμβάνεται υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας, είναι όμως μειωμένης σημασίας με βάση τη σχετική νομολογία (βλ. Φαναράς κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 50). (β) Το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Λεωνίδα Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ.) και το ότι Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 77 ετών. (γ) Την πλήρη συμμόρφωση του Κατηγορούμενου στην 2η κατηγορία και την μερική συμμόρφωση που υπήρξε στις κατηγορίες 1 και 10, με την καταβολή μέρους του συνολικού ποσού που οφείλεται προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. (δ) Την σημερινή οικονομική κατάσταση του Κατηγορούμενου, που όμως δεν μπορεί να εξουδετερώσει την σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ζακατζιώτη, ανωτέρω). Συναφώς, η οικονομική κατάσταση του Κατηγορούμενου είναι ήσσονος ή περιθωριακής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, ως αυτές έχουν εκτεθεί στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και στην αγόρευση του συνηγόρου του, οι οποίες, σύμφωνα με την νομολογία, μπορούν να επηρεάσουν μετριαστικά την ποινή όμως δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής (βλ. Tibor Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζακατζιώτη ανωτέρω, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου ανωτέρω και Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου Σπύρου ανωτέρω). Λαμβάνω επίσης υπόψη, σε σχέση με τον Κατηγορούμενο, τα προβλήματα υγείας που αναφέρθηκε από πλευράς του ότι αντιμετωπίζει, τα οποία, βεβαίως, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη σε βαθμό που να υπερφαλαγγίσουν την αποτελεσματικότητα του Νόμου όταν πρόκειται περί σοβαρών αδικημάτων ή όπου η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής κρίνεται υπό τις περιστάσεις επιβεβλημένη (The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer and Another
(1967)2 CLR 20) ούτε αποτελούν λόγο που να δικαιολογεί την μη επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας όταν τα γεγονότα και τα περιστατικά της υπόθεσης επιβάλλουν την επιβολή μιας τέτοιας ποινής (G v. Yiannacos Procopiou Mavrokefalos
(1966)2 CLR 93). (ε) Το γεγονός ότι εκτός από την επιβολή ποινής, το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει διάταγμα εναντίον του Κατηγορούμενου για την πληρωμή των ποσών που αναφέρθηκαν ανωτέρω από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής (Γεώργιος Κλεόπα & Υιοι Λτδ ν. Vrontis Builders Ltd κ.α., Ποιν. Έφεση 90/2014, ημ. 6/12/2016). (στ) Το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την ημερομηνία διάπραξης εκάστου αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος μέχρι και σήμερα, χωρίς, βεβαίως, να παραβλέπω ότι: (
  1. i)είναι προφανές μέσα από τα όσα εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι η παρατηρηθείσα καθυστέρηση στην καταχώρηση της ποινικής δίωξης στην παρούσα υπόθεση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην πλευρά του Κατηγορούμενου ο οποίος, κατόπιν αιτήματος του και ανάληψης σχετικής δέσμευσης για αποπληρωμή των οφειλών του εντός χρονοδιαγράμματος, εξασφάλισε τον Σεπτέμβριο του 2014 αναστολή της ποινικής δίωξης στην υπόθεση XXXXX/12 που αφορούσε τα ίδια αδικήματα με την παρούσα υπόθεση, την οποία τήρησε μόνο για δύο σχεδόν έτη, με αποτέλεσμα να απασχολήσει ξανά τα Δικαστήρια με την καταχώριση της παρούσας ποινικής υπόθεσης στις 13/02/2018 αναφορικά με την εναπομείνασα οφειλή του προς την υπηρεσία ΦΠΑ× και (
  2. ii)ο Κατηγορούμενος δήλωνε μη παραδοχή στις κατηγορίες μέχρι τις 23/09/2019 και στη συνέχεια ζήτησε επανειλημμένα χρόνο για συμμόρφωση, απευθύνοντας μάλιστα νέα επιστολή προς τον Γενικό Εισαγγελέα για αναστολή της ποινικής δίωξης στην παρούσα υπόθεση, χωρίς αποτέλεσμα× και (iii) ο χρόνος που διέρρευσε πριν τη δίωξη στην παρούσα υπόθεση άφηνε στον Κατηγορούμενο χρονικό διάστημα συμμόρφωσης ώστε, σε τέτοια περίπτωση, να ήταν δυνατό να αποφευχθεί η έγερση νέας ποινικής δίωξης εναντίον του (βλ. Κωνσταντίνου ν. Εφόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, ημ. 3/07/2009)× (iv) η υπόθεση Κάζανου (ανωτέρω), στην οποία αναφέρθηκε ο συνήγορος του Κατηγορούμενου, αποφασίστηκε στη βάση των δικών της δεδομένων που διακρίνονται ουσιωδώς από την παρούσα όπου ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής, προβαίνοντας μάλιστα σε πλήρη συμμόρφωση στην 2η κατηγορία που ανατρέχει σε χρόνο διάπραξης μεγαλύτερο από τις υπόλοιπες κατηγορίες, και αφότου μεσολάβησαν της δίωξης και της επιβολής ποινής στην παρούσα υπόθεση τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω. Καθ' όσον αφορά τα υπόλοιπα ζητήματα στα οποία αναφέρθηκε ο συνήγορος του Κατηγορούμενου κατά το στάδιο του μετριασμού της ποινής δεν θεωρώ ότι συνιστούν μετριαστικούς παράγοντες που μπορούν να προσμετρήσουν υπέρ του Κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα, οι αναφερόμενες συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και, ειδικότερα, οι αποδιδόμενες στον λογιστή του Κατηγορούμενου παραλείψεις αλλά και η επικαλούμενη άγνοια του τελευταίου ως προς το ποσό της οφειλής του προς το Φ.Π.Α. δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ως μετριαστικοί παράγοντες δεδομένης της φύσης των αδικημάτων στα οποία το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζακατζιώτη ανωτέρω και Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου Σπύρου, ανωτέρω), τα οποία αφορούν παραλείψεις του Κατηγορούμενου να καταβάλει οφειλόμενο φόρο εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, ο οποίος είτε του κοινοποιήθηκε με σχετική ειδοποίηση (1η κατηγορία) είτε δηλώθηκε από τον ίδιο ως καταβλητέος σε φορολογική δήλωση (2η - 5η κατηγορία) αλλά και δεδομένου του ότι, ως αναφέρθηκε από το δικηγόρο της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος μπορούσε, ανά πάσα στιγμή, να ζητήσει και να εξασφαλίσει από οποιοδήποτε επαρχιακό γραφείο του Τμήματος Φορολογίας αναλυτικές καταστάσεις αναφορικά με την οφειλή του προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. Παρομοίως, η φύση των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης αλλά και οι περιστάσεις διάπραξης τους, σε συνδυασμό με το ότι, μέχρι σήμερα, δεν υπήρξε πλήρης συμμόρφωση του Κατηγορούμενου με την πλήρη εξόφληση της οφειλής, δεν θεωρώ ότι καταδεικνύουν έμπρακτη μεταμέλεια του Κατηγορούμενου στα αδικήματα που διέπραξε, λαμβανομένου υπόψη ότι η έμπρακτη μεταμέλεια αναφύεται από την πλήρη εξόφληση του ποσού και όχι από την απλή διάθεση προς εξόφληση (Γρηγορίου ν. Φλωρεντίου, Ποιν. Έφεση 34/2019 ημ. 8/07/2020). Το Δικαστήριο έχει καθήκον να προβαίνει στην αποτίμηση των μετριαστικών παραγόντων και να τους αποδίδει τη δέουσα βαρύτητα. Το ίδιο πρέπει να γίνεται και με κάθε άλλο σχετικό παράγοντα ή στοιχείο συμπεριλαμβανομένης και της αποτίμησης της σοβαρότητας του αδικήματος πάντοτε με αναφορά στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή, στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και στα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν. Για την ολοκλήρωση της διεργασίας αυτής απαιτείται στάθμιση όλων των πιο πάνω παραγόντων προκειμένου να καθοριστεί το είδος και το ύψος της ποινής η οποία αρμόζει να επιβληθεί στο δράστη του συγκεκριμένου αδικήματος (βλ. Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ 513). Συνεκτιμώντας, λοιπόν, και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, κρίνω, επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια προς το πρόσωπο του Κατηγορούμενου, ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να του επιβληθεί είναι αναπόφευκτα αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής, όχι όμως το είδος της. Ειδικότερα, καθ' όσον αφορά το ζήτημα της καθυστέρησης στη δίωξη και έχοντας υπόψη μου το ιστορικό που προηγήθηκε και ακολούθησε της καταχώρισης της παρούσας υπόθεσης αλλά και τη σχετική επί του θέματος νομολογία (Κωνσταντίνου ν. Εφόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, Μηνάς ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2020:B102, Ποιν. Έφεση 228/18 ημ. 16/3/2020 και το Guide on Article 6 of the European Convention on Human Rights updated on 31/08/2020 σελ. 56 - 60) αλλά και δεδομένης της σοβαρότητας των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης, δεν θεωρώ ότι, υπό τις περιστάσεις, ο χρόνος που έχει διαρρεύσει για την δίωξη και επιβολή ποινής εναντίον του Κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση είναι τέτοιος που να είναι σε θέση να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής αλλά μόνο το ύψος της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Σενέκκη κ.α.
(2012)2 Α.Α.Δ. 285). Ως προαναφέρθηκε, η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία βρέθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος είναι αδιαμφισβήτητη, η δε καθυστέρηση που παρατηρείται οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη συμπεριφορά του ιδίου τόσο πριν τη δίωξη στην παρούσα υπόθεση (η οποία είχε σαν αποτέλεσμα την αναστολή της προηγούμενης ποινικής δίωξης για τα ίδια αδικήματα) όσο και μετά τη δίωξη του με την αρχικά μη παραδοχή του στις κατηγορίες, την εκ νέου υποβολή αιτήματος προς την Κατηγορούσα Αρχή για αναστολή της ποινικής του δίωξης και τα αιτήματα αναβολών που ζητήθηκαν προς εξεύρεση τρόπου συμμόρφωσης (βλ. Κουλλαπής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 273 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μενελάου 2004 2 ΑΑΔ 223 και Γεώργιος Τσιόλης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 154). Επομένως, η καθυστέρηση στην προκείμενη περίπτωση είναι παράγοντας που συντείνει στο να μειωθεί το ύψος της ποινής που θα επιβληθεί, χωρίς όμως αυτό να αποτελεί λόγο απογύμνωσης της ποινής από την αποτρεπτική χροιά που επιβάλλεται να έχει δεδομένης και της σοβαρότητας των αδικημάτων. Επομένως, κρίνω ότι οποιαδήποτε άλλη ποινή στον Κατηγορούμενο δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της επιβαλλόμενης ποινής με αναφορά και στην απαραίτητη αποτρεπτικότητα που θα πρέπει να την περιβάλλει και θα οδηγούσε στην ακόμα μεγαλύτερη έξαρση των αδικημάτων αυτής της φύσης δίδοντας, περαιτέρω, λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας. Συνεπώς, και έχοντας, περαιτέρω, κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης ενός μηνός στην 1η κατηγορία. Δεδομένης της πλήρους συμμόρφωσης που υπήρξε σε σχέση με το αδίκημα της 2η κατηγορίας αλλά και δεδομένου ότι το συνολικά οφειλόμενο υπόλοιπο που προκύπτει από τις κατηγορίες 3 μέχρι 5 λήφθηκε υπόψη, μαζί με τους υπόλοιπους προαναφερόμενους παράγοντες, για τον καθορισμό του εύρους της ποινής που επιβλήθηκε στην 1η κατηγορία, δεν επιβάλλω οποιαδήποτε ποινή στις κατηγορίες 2 μέχρι 5. Σε σχέση με τις κατηγορίες 9 μέχρι 13 δεν επιβάλλω οποιαδήποτε ποινή στον Κατηγορούμενο στη βάση των αρχών της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής και δεδομένου ότι οι κατηγορίες 9 - 12 προκύπτουν από τις κατηγορίες 1, 3, 4 και 5 (αντίστοιχα) αλλά και επειδή, σε κάθε περίπτωση, το ποσό που αφορούν οι κατηγορίες 9 μέχρι 13 μπορεί να εισπραχθεί στη βάση του σχετικού διατάγματος που έχει ζητηθεί και πρόκειται να εκδοθεί στη συνέχεια. Επιπρόσθετα, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 46
(12)του Νόμου, εκδίδεται διάταγμα εναντίον του Κατηγορούμενου για την καταβολή στον Έφορο Φορολογίας του ποσού των €27.452,27 πλέον νόμιμο τόκο από 11/12/2017 και του ποσού των €10.150,84 πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού των €2.031,81 από 11/12/2017. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου αναφορικά με την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης στον Κατηγορούμενο, θα εξετάσω τώρα εάν η εκτέλεση της εν λόγω ποινής που επιβλήθηκε θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του Κατηγορουμένου ή δύναται να ανασταλεί. Το ζήτημα αυτό εξετάζεται υπό το πρίσμα των προνοιών του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένος Περιπτώσεις Νόμου του 1972, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186(Ι)/2003 αλλά και της σχετικής επί του θέματος νομολογίας, με δεδομένο πάντοτε ότι η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται σαν μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του πιο πάνω νόμου, η εκτέλεση μιας ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 3 έτη δύναται να ανασταλεί από το Δικαστήριο αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου. Ως αναφέρθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος αναστολής είναι: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του, (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303). Η αναστολή εκτέλεσης μιας ποινής φυλάκισης εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία, ως αναφέρθηκε στην Αστυνομία ν. Μιλτιάδους, Ποιν. Έφεση 277/2018, ημ. 10/5/2018, «έχει διευρυνθεί από το Νόμο, ώστε αυτή να μπορεί να αποφασίζεται εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών ενός κατηγορουμένου. Με βασικό πάντοτε το ερώτημα κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσε ή θα έπρεπε οι παράγοντες αυτοί να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία. Κατά την εξέταση δε του ζητήματος σημαντικό είναι και το ερώτημα κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, θα εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.» Λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις τέλεσης των αδικημάτων στα οποία έχει βρεθεί ένοχος ο Κατηγορούμενος, την παραδοχή του, τις προσπάθειες που έκανε τόσο πριν όσο και μετά την ποινική δίωξη στην παρούσα υπόθεση για συμμόρφωση αλλά και την μερική συμμόρφωση που υπήρξε σε συνδυασμό με το διάταγμα καταβολής που εκδόθηκε εναντίον του για την εναπομείνασα οφειλή καθώς και την αναφερόμενη αδυναμία του Κατηγορούμενου για πλήρη συμμόρφωση λόγω της οικονομικής δεινότητας στην οποία βρίσκεται και λαμβανομένου, επίσης, υπόψη τον έντιμο πρότερο βίο του Κατηγορούμενου, το λευκό ποινικό του μητρώο σε συνάρτηση με όλες τις υπόλοιπες προσωπικές του περιστάσεις (οικογενειάρχης, ηλικίας 77 ετών σήμερα, χαμηλοσυνταξιούχος με προβλήματα υγείας) οι οποίες, ως αναφέρθηκε από τον συνήγορό του, έχουν διαφοροποιηθεί ουσιαστικά κατά τον χρόνο που διέρρευσε μετά την διάπραξη των αδικημάτων και χωρίς, τονίζω, να υποβιβάζω τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκε ένοχος (η οποία είναι δεδομένη), καταλήγω ότι είναι κατάλληλη περίπτωση για να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια προς όφελος του Κατηγορούμενου και να αναστείλω την επιβληθείσα ποινή, σύμφωνα με το νόμο, για τρία χρόνια. Συναφώς, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης αναστέλλεται με βάση τον σχετικό περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Νόμο 95/1972, για περίοδο τριών ετών. (Εξηγείται στον Κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής ποινής φυλάκισης) (Υπ) Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.