← Κύπρος

EΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. MICHAEL G. ENGINEERING LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2543/18, 21/12/2020

EΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. MICHAEL G. ENGINEERING LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2543/18, 21/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B206 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2543/18 EΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον-

  1. MICHAEL G. ENGINEERING LTD
  2. XXXXX ΜΙΧΑΗΛ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 21 Δεκεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Βαλανίδης Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Παπανδρέου Κατηγορούμενος 2: Παρών ΠΟΙΝΗ Οι Κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι, μετά από δική τους παραδοχή, σε συνολικά 7 κατηγορίες που αντιμετωπίζουν για παραβάσεις του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 (Ν. 95(I)/2000), όπως έχει τροποποιηθεί (ο «Νόμος») και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών. Συγκεκριμένα, ως προκύπτει από την έκθεση του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, αυτή αφορά το αδίκημα της παράλειψης καταβολής οφειλόμενου φόρου. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας, οι Κατηγορούμενοι παρέλειψαν να καταβάλουν στον Έφορο Φορολογίας, εντός 30 ημερών από τη λήψη σχετικής ειδοποίησης, ημερομηνίας 05/08/2015, ποσό Φ.Π.Α ύψους €25.545,70 που βεβαιώθηκε με βάση τον πιο πάνω Νόμο και τους σχετικούς Κανονισμούς. Περαιτέρω, ως προκύπτει από την έκθεση και τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 2ης έως και 6ης κατηγορίας, αυτές αφορούν το αδίκημα της παράλειψης υποβολής φορολογικών δηλώσεων από τους Κατηγορούμενους για καθορισμένες φορολογικές περιόδους που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 01/11/2015 μέχρι 31/01/
  3. Τέλος, η 7η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης καταβολής ποσού πρόσθετου φόρου, χρηματικής επιβάρυνσης και τόκου, συνολικού ύψους €10.600,89, που επιβλήθηκε λόγω μη εμπρόθεσμης υποβολής φορολογικών δηλώσεων καθώς και μη εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α. ύψους €25.545,70 που βεβαιώθηκε με ημερομηνία 05/08/
  4. Πέραν των γεγονότων που εκτίθενται στις λεπτομέρειες εκάστου αδικήματος, τα οποία υιοθετήθηκαν από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής και δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, από τα όσα αναφέρθηκαν στο στάδιο της έκθεσης των γεγονότων από το δικηγόρο της Κατηγορούσας Αρχής, τα οποία επίσης δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, προκύπτουν τα ακόλουθα:
  5. Το συνολικό οφειλόμενο υπόλοιπο με βάση το κατηγορητήριο ανέρχεται στο ποσό των €36.146,
  6. Σε σχέση με την 1η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παράλειψης καταβολής οφειλόμενου φόρου, δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμμόρφωση μέχρι σήμερα. Σε σχέση με την 7η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παράλειψης καταβολής ποσού πρόσθετου φόρου, χρηματικής επιβάρυνσης και τόκου υπήρξε μερική συμμόρφωση ύψους €4.144,
  7. Ως εκ τούτου το συνολικό υπόλοιπο που παραμένει για τις εν λόγω κατηγορίες ανέρχεται συνολικά στο ποσό των €32.002,
  8. Αναφορικά με τις κατηγορίες 2 μέχρι 6 που αφορούν το αδίκημα της παράλειψης υποβολής φορολογικών δηλώσεων υπήρξε πλήρης συμμόρφωση με την υποβολή των εν λόγω φορολογικών δηλώσεων στις 07/06/
  9. Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής και μοναδικός αξιωματούχος της Κατηγορούμενης
  10. Δεν υπάρχουν προηγούμενες καταδίκες των Κατηγορουμένων.
  11. Επιπρόσθετα από οποιαδήποτε άλλη ποινή, η Κατηγορούσα Αρχή εξαιτείται από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος εναντίον των Κατηγορουμένων σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 46

(12)και
(13)του Νόμου, για τα ακόλουθα ποσά: (α) για το ποσό των €25.545,70 πλέον νόμιμο τόκο επί του εκάστοτε ποσού φόρου από 10/01/2018 μέχρι εξόφλησης και (β) για το ποσό των €6.456,31 πλέον νόμιμο τόκο επί ποσού €2.073,01 από 10/01/2018 μέχρι εξόφλησης. Αν και ζητήθηκε από το Δικαστήριο η ετοιμασία έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2, αυτή δεν εξασφαλίστηκε μέχρι τις 14/12/2020 που ορίστηκε η υπόθεση για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Εντούτοις, προχώρησα με την διαδικασία επιβολής ποινής χωρίς την ετοιμασία έκθεσης εφόσον ο Κατηγορούμενος 2 εκπροσωπήθηκε στη διαδικασία από δικηγόρο της επιλογής του, ο οποίος μάλιστα δήλωσε ότι ήταν σε θέση να παραθέσει ο ίδιος τις προσωπικές περιστάσεις του πελάτη του (βλ. Τηλέμαχος Τηλεμάχου ν Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701). Ο συνήγορος των Κατηγορουμένων 1 και 2, χωρίς να αμφισβητήσει τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, καταχώρισε στο Δικαστήριο γραπτή αγόρευση προς μετριασμό της ποινής τους, η οποία σημειώθηκε ως ΕΓΓΡΑΦΟ Β στη διαδικασία. Περαιτέρω, διευκρίνισε προφορικά στο Δικαστήριο ότι ο Κατηγορούμενος 2 είναι ο μοναδικός αξιωματούχος και μέτοχος της Κατηγορούμενης 1. Το σύνολο της αγόρευσης του συνηγόρου των Κατηγορουμένων έχει μελετηθεί με προσοχή και έχει αξιολογηθεί και δεν χρειάζεται να αναφερθεί εδώ στην ολότητά του. Αξίζει όμως να αναφερθεί ότι σε αυτήν γίνεται αναφορά, μεταξύ άλλων, στα ακόλουθα: (
  1. i)στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου 2. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος 2 είναι ηλικίας 74 ετών, λαμβάνει σύνταξη €900 μηνιαίως και διαμένει με τη σύζυγο του με την οποία απέκτησε 3 παιδιά τα οποία είναι σήμερα ενήλικα. Σύμφωνα δε με το ιατρικό πιστοποιητικό που παρουσιάστηκε, ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας τα οποία περιγράφονται σε αυτό και, για το λόγο αυτό, παρακολουθείται για τουλάχιστον 4 έτη από τον προσωπικό του ιατρό και λαμβάνει ενέσιμη αγωγή με ινσουλίνη για σακχαρώδη διαβήτη× (
  2. ii)στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων. Στο πλαίσιο αυτό, προβλήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος 2 διορίστηκε διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 από ένα από τα παιδιά του και όλα αυτά τα χρόνια που είναι διευθυντής δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στην Κατηγορούμενη 1. Ανέφερε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος πρόκειται για άτομο με χαμηλή μόρφωση (δημοτικού), δεν γνώριζε τις συνέπειες που θα είχε για τον ίδιο ο διορισμός του ως διευθυντής στην Κατηγορούμενη 1 ούτε γνώριζε ότι ο υιός του δεν εκπλήρωνε τις φορολογικές υποχρεώσεις της εταιρείας. Ανέφερε επίσης ότι, μόλις ο υιός του Κατηγορούμενου 2 αντιλήφθηκε ότι η Κατηγορούμενη 1 αντιμετώπιζε προβλήματα, εγκατέλειψε την Κύπρο και εργάζεται πλέον στην Κένυα και παρόλο που αρχικά υποσχέθηκε ότι θα εξοφλούσε τα χρέη της εταιρείας, δεν το έπραξε× (iii) στο χρόνο που παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων, ο οποίος, κατά τον συνήγορο των Κατηγορουμένων, είναι στοιχείο ουσιώδες που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και καθιστά ανεπιθύμητη την επιβολή ποινής φυλάκισης μετά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την διάπραξη των αδικημάτων. Οι πιο πάνω περιστάσεις και τα όσα εκτενέστερα αναφέρθηκαν στο πλαίσιο των αγορεύσεων του συνηγόρου των Κατηγορουμένων αποτελούν, κατά τη θέση του, μετριαστικούς παράγοντες που το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του για σκοπούς επιβολής ποινής. Υπό αυτές τις περιστάσεις, κάλεσε το Δικαστήριο να δείξει τη μέγιστη δυνατή επιείκεια κατά την επιβολή ποινής στον Κατηγορούμενο 2 και, σε περίπτωση που αυτή είναι η ποινή φυλάκισης, εισηγήθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για αναστολή εκτέλεσής της υπό το φως των συνθηκών διάπραξης των αδικημάτων και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορούμενου 2. Όπως έχει καθοριστεί από τη νομολογία, η ποινή εξυπηρετεί κυρίως τρεις σκοπούς που είναι η αποτροπή (deterrence), η αναμόρφωση (rehabilitation) και η τιμωρία (retribution) του παραβάτη (βλ. Sozou v. The Republic
(1970)2 Α.Α.Δ. 6), τους οποίους το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του κατά την επιβολή ποινής. Δεν μπορεί να ικανοποιήσει τον ένα σκοπό και να αγνοήσει τους άλλους δυο. Ως έχει κατ' επανάληψη τονιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, το συμφέρον της κοινωνίας είναι κατ' εξοχήν παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη (Azzeh v. Republic
(1989)2 Α.Α.Δ. 14) και η αποτελεσματική εφαρμογή των νόμων πρωταρχικό καθήκον του Δικαστηρίου. Αναμφίβολα, τα αδικήματα που διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται στο Νόμο καθώς και από το ότι τέτοια αδικήματα, δυστυχώς, βρίσκονται σε έξαρση, γεγονός για το οποίο το Δικαστήριο λαμβάνει δικαστική γνώση από τον μεγάλο αριθμό των υποθέσεων που καταχωρούνται και εκδικάζονται ενώπιον του σε σχέση με αυτής της φύσεως αδικήματα. Ειδικότερα, το Άρθρο 46
(11)του Νόμου, το οποίο αφορά την 1η κατηγορία, προνοεί ότι πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49 και 49 Α του Νόμου, εντός τριάντα ημερών από τη λήψη της σχετικής ειδοποιήσεως, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι €8.543,01 ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές. Επίσης, το Άρθρο 46
(10)του Νόμου, το οποίο αφορά τη 2η μέχρι και την 6η κατηγορία, προνοεί ότι πρόσωπο που παραλείπει να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν οι σχετικοί Κανονισμοί, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι €8.543,01 ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές Περαιτέρω, το Άρθρο 46 (10A) του Νόμου, το οποίο αφορά την 7η κατηγορία, προνοεί ότι: «Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να υποβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλομένου ποσού». Επιπρόσθετα, το Άρθρο 46
(12)του Νόμου παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, όπως διατάξει τον καταδικασθέντα, εκτός από την επιβολή ποινής, να καταβάλει στον Έφορο τα οφειλόμενα ποσά (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σολομωνίδη, ECLI:CY:AD:2019:B40, Ποιν. Έφεση 323/2015 ημ. 14/2/2019 στην οποία το διάταγμα καταβολής εκδόθηκε εναντίον της εταιρείας και των διευθυντών της). Διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του Άρθρου 46
(12)του Νόμου εκτελείται ως απόφαση σε αγωγή, σύμφωνα με τις διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας. Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που σχετίζονται με την παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος τονίστηκε σε πλειάδα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Andreas Makris Tourist Taxi Service Co Ltd,
(1996)2 Α.Α.Δ. 262, όπου αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Η παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως και κάθε άλλη φορολογική νομοθεσία, συνιστά σοβαρό παράπτωμα και η εκπλήρωση τους ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο. Ανάλογα μεγάλη είναι και η ευθύνη των πολιτών για εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών... Κατά συνέπεια, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται, πρέπει να αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν και παράλληλα να είναι αποτρεπτικές για τους αδικοπραγούντες και για το κοινό, για να μην υπάρχει ενθάρρυνση στην παρανομία και στην παράνομη κατακράτηση των εσόδων του κράτους.» Στην μεταγενέστερη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο αύξησε το ύψος των ποινών φυλάκισης που είχαν επιβληθεί πρωτοδίκως στον εκεί κατηγορούμενο, τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας καθίσταται οφειλόμενος από τη στιγμή που διενεργείται η παράδοση ή παροχή υπηρεσιών και ο επιχειρηματίας καθίσταται εμπιστευματοδόχος του κράτους για την είσπραξη του οφειλομένου ποσού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο επιχειρηματίας έχει υποχρέωση να εισπράττει αμέσως τις σχετικές φορολογικές επιβαρύνσεις και να τις αποδίδει χωρίς καθυστέρηση στο κράτος. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τα ελαφρυντικά που έχουν προβληθεί, έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι ποινές που επιβλήθηκαν δεν αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων αφού από αυτές απουσιάζει έντονα το στοιχείο της αποτρεπτικότητας». Στις σχετικά πρόσφατες αποφάσεις που εκδόθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, ημ. 12/04/2017 και 18/09/2017, το Ανώτατο Δικαστήριο, ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση με την οποία αθωώθηκαν οι διοικητικοί σύμβουλοι της εκεί εταιρείας για ίδιας φύσεως φορολογικά αδικήματα, στα οποία η εταιρεία είχε καταδικαστεί, επέβαλε σε καθένα από τους διευθυντές τις ποινές άμεσης φυλάκισης, χωρίς να δοθεί από το Εφετείο οποιαδήποτε βαρύτητα για τον καθορισμό της ποινής τους στον ισχυρισμό που προέβαλαν οι διευθυντές τόσο πρωτόδικα όσο και κατ' έφεση ότι δεν είχαν οποιαδήποτε ανάμειξη τόσο στα οικονομικά θέματα της Εταιρείας όσο και στη διεκπεραίωση των υποθέσεων της λόγω του ότι είχε διοριστεί διαχειριστής στην εταιρεία εφόσον, τα αδικήματα στα οποία κρίθηκαν ένοχοι είναι αυστηρής ευθύνης και διαπράχθηκαν σε χρόνο που αυτοί ήταν διευθυντές της εταιρείας. Μάλιστα, το Ανώτατο Δικαστήριο, επισημαίνοντας ότι ο Νόμος συνιστά ένα εξαιρετικής σημασίας νομοθέτημα που αφορά την εθνική νομοθεσία και αναφερόμενο στην σοβαρότητα των αδικημάτων, που κατά κανόνα αποτιμάται με αναφορά στο μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, σημείωσε και εξέφρασε την άποψη, ότι, σε ό,τι αφορά τα αδικήματα που αφορούν τον νόμο περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (της παράλειψης καταβολής Φ.Π.Α., πρόσθετου φόρου και τόκων και παράλειψης υποβολής φορολογικών δηλώσεων), οι ποινές που ο Νόμος προνοεί για αυτά, δεν αντικατοπτρίζουν την σοβαρότητα τους. Έτσι, παρά τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου στην πιο πάνω υπόθεση (όπου ήταν οικογενειάρχης με εξαρτώμενα πρόσωπα, λευκού ποινικού μητρώου, χαμηλοεισοδηματίας, ηλικίας 57 ετών), επιβλήθηκε από το Εφετείο ποινή άμεσης φυλάκισης 4 μηνών στην κατηγορία που αφορούσε την παράλειψη καταβολής ΦΠΑ για την περίοδο 01/05/2007 - 31/05/2011 που βεβαιώθηκε στις 08/09/2011 για το συνολικό ποσό των €298.612,28 και ποινή άμεσης φυλάκισης 1 μηνός στην κατηγορία της παράλειψης υποβολής φορολογικής δήλωσης για μια φορολογική περίοδο. Ειδικότερα, όσον αφορά την ποινική ευθύνη του 2ου Κατηγορούμενου, ο οποίος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντής της 1ης Κατηγορούμενης, (άρθρο 48 του Νόμου) λέχθηκε στην Μαρκίδης ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, (Νομικό Ερώτημα)
(2002)2 Α.Α.Δ. 316, ότι σκοπός του νομοθέτη είναι ο καταλογισμός ευθύνης και τιμωρίας σε αξιωματούχους ενός νομικού προσώπου, ώστε να διασφαλίζεται η εκπλήρωση των νομικών υποχρεώσεων του νομικού προσώπου, μέσω του κολασμού των αξιωματούχων του. Ως έχει νομολογηθεί, το περιεχόμενο του πιο πάνω άρθρου δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία ότι η ποινική ευθύνη του συμβούλου ή διευθύνοντα αξιωματούχου (στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται οποιοσδήποτε διευθυντής) ενός νομικού προσώπου είναι απόλυτη και είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ύπαρξη ή ανυπαρξίας ένοχης διάνοιας (mens rea). Πρόκειται για απόλυτο αδίκημα (absolute offence) και, επομένως, εφόσον διαπραχθεί αδίκημα από το νομικό πρόσωπο, τότε την ευθύνη για το εν λόγω αδίκημα φέρει και ο σύμβουλος ή διευθύνων αξιωματούχος του. Αρκεί δηλαδή να αποδειχθεί ότι κατά τον επίδικο χρόνο το φυσικό πρόσωπο έφερε την ιδιότητα του συμβούλου ή του διευθύνοντα αξιωματούχου του νομικού προσώπου που διέπραξε αδίκημα που αναφέρεται στο Νόμο (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Σπύρου Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ.276/2015 ημ. 12/04/2017). Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, πάντοτε υπάρχει η υποχρέωση του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής που θα επιβάλει. Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου εφόσον απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης, αφενός, και η εξατομίκευση της ποινής αναφορικά με τον συγκεκριμένο παραβάτη, αφετέρου. Στο έργο της εξατομίκευσης της ποινής, είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης για εξισορρόπηση της ποινής ούτως ώστε η ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη, όμως, η εξατομίκευση αυτή, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος και του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Γενικός Εισαγγελέας v Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85). Περαιτέρω, ως έχει νομολογηθεί, σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής (όπως είναι αυτά που αφορούν την παρούσα υπόθεση), οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, αν και είναι παράγοντες σχετικοί που πρέπει να συνυπολογίζονται, είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331). Ενόψει των ανωτέρω και στο πλαίσιο προσδιορισμού και εξατομίκευσης της ποινής των Κατηγορουμένων, λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικούς παράγοντες τα ακόλουθα: (α) Την σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω αλλά και από τα γεγονότα που περιβάλλουν την διάπραξη τους καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας. (β) Το μεγάλο ποσό, ήτοι €32.002,01, που συνολικά οφείλεται σήμερα προς την υπηρεσία Φ.Π.Α., που είναι ενδεικτικό της έντασης στην διάπραξη των αδικημάτων, ειδικότερα σε ότι αφορά τον οφειλόμενο φόρο. (γ) Ότι με τις παραλείψεις τους αλλά και γενικότερα την στάση και συμπεριφορά που οι Κατηγορούμενοι επέδειξαν, το ταμείο του κράτους στερήθηκε ένα μεγάλο ποσό εσόδων το οποίο του ανήκει. (δ) Το γεγονός ότι από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή καταβλήθηκε μόνο το ποσό των €4.144,58 έναντι της οφειλής που αφορά η 7η κατηγορία ενώ ουδέν ποσό καταβλήθηκε έναντι της οφειλής που αφορά η 1η κατηγορία με αποτέλεσμα, καθ' όσον αφορά τις εν λόγω κατηγορίες, να παραμένει οφειλόμενο ποσό φόρου εκ €25.545,70 και πρόσθετου φόρου, χρηματικής επιβάρυνσης και τόκου εκ €6.456,31, πλέον τόκους από 10/01/2018. Πρόκειται αδιαμφισβήτητα για ένα μεγάλο χρηματικό ποσό που οφείλεται συνολικά σήμερα στα Ταμεία του Κράτους. Η παράλειψη εκπλήρωσης από τους Κατηγορούμενους των εν λόγω φορολογικών τους υποχρεώσεων, για ομολογουμένως αρκετό χρονικό διάστημα, και κατ' επέκταση η μη απόδοση στα δημόσια ταμεία σημαντικού ποσού Φ.Π.Α., ως αναφέρθηκε ανωτέρω, αποτελεί ένα πρόσθετο επιβαρυντικό στοιχείο σε βάρος των Κατηγορουμένων. Προς όφελος των Κατηγορουμένων λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα: (α) Την άμεση παραδοχή τους, παρέχοντας στους Κατηγορούμενους 1 και 2 ανάλογα περιθώρια επιείκειας (Χαρτούπαλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28). (β) Το λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορουμένων (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Λεωνίδα Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ.). (γ) Την πλήρη συμμόρφωση που υπήρξε στις κατηγορίες 2 μέχρι 6 και την μερική συμμόρφωση που υπήρξε στην 7η κατηγορία, παράγοντες οι οποίοι θα ληφθούν υπόψη μετριαστικά στην ποινή που πρόκειται να επιβληθεί στους Κατηγορούμενους σε σχέση με τις εν λόγω κατηγορίες. (δ) Καθ' όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 2, λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου την σημερινή οικονομική του κατάσταση, που όμως δεν μπορεί να εξουδετερώσει την σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Χαραλαμπου Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85). Συναφώς, η οικονομική κατάσταση του 2ου Κατηγορούμενου είναι ήσσονος ή περιθωριακής σημασίας στον καθορισμό της ποινής. Επίσης, αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2, λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, όπως αυτές έχουν αναφερθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο του, οι οποίες, σύμφωνα με την νομολογία, μπορούν να επηρεάσουν μετριαστικά την ποινή όμως δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (βλ. Tibor Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου ανωτέρω και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου ανωτέρω). Λαμβάνω επίσης υπόψη, σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2, τα προβλήματα υγείας που αναφέρει ότι αντιμετωπίζει τα οποία, βεβαίως, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη σε βαθμό που να υπερφαλαγγίσουν την αποτελεσματικότητα του Νόμου όταν πρόκειται περί σοβαρών αδικημάτων ή όπου η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής κρίνεται υπό τις περιστάσεις επιβεβλημένη (The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer and Another
(1967)2 CLR 20) ούτε αποτελούν λόγο που να δικαιολογεί την μη επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας όταν τα γεγονότα και τα περιστατικά της υπόθεσης επιβάλλουν την επιβολή μιας τέτοιας ποινής (G v. Yiannacos Procopiou Mavrokefalos
(1966)2 CLR 93). (ε) Το γεγονός ότι εκτός από την επιβολή ποινής, το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει διάταγμα εναντίον των Κατηγορουμένων για την πληρωμή των ποσών που αναφέρθηκαν ανωτέρω από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής (Γεώργιος Κλεόπα & Υιοι Λτδ ν. Vrontis Builders Ltd κ.α., Ποιν. Έφεση 90/2014, ημ. 6/12/2016). (στ) Το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την ημερομηνία διάπραξης εκάστου αδικήματος μέχρι και σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στους Κατηγορούμενους, χωρίς, βεβαίως, να παραβλέπω ότι ο χρόνος που διέρρευσε πριν την δίωξη των Κατηγορουμένων τους παρείχε χρονικό διάστημα συμμόρφωσης ώστε, σε τέτοια περίπτωση, να ήταν δυνατό να αποφευχθεί η ποινική τους δίωξη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Εφόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, ημ. 3/07/2009) και ότι, μετά την δίωξη των Κατηγορουμένων, οι τελευταίοι ζήτησαν και εξασφάλισαν επανειλημμένα χρόνο για να συμμορφωθούν πλήρως με τις κατηγορίες που παραδέχθηκαν, χωρίς όμως να το πράξουν. Καθ' όσον αφορά τα υπόλοιπα ζητήματα στα οποία αναφέρθηκε ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 2 κατά το στάδιο του μετριασμού της ποινής, δεν θεωρώ ότι συνιστούν μετριαστικούς παράγοντες που μπορούν να προσμετρήσουν υπέρ του Κατηγορουμένου
  1. Συγκεκριμένα, σε ότι αφορά τις ισχυριζόμενες συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και ειδικότερα στο ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στις εργασίες της Κατηγορούμενης 1 ή ότι τελούσε σε άγνοια ως προς τη διαχείριση της και αγνοούσε την διάπραξη των αδικημάτων που του καταλογίζονται, δεν μπορούν να έχουν οποιαδήποτε επίπτωση στην ποινική ευθύνη του Κατηγορούνενου 2 και, συνεπώς, δεν μπορούν να επηρεάσουν μετριαστικά την επιβληθείσα σε αυτόν ποινή δεδομένου ότι, κατά το χρόνο που διαπράχθηκαν τα εν λόγω αδικήματα, ο Κατηγορούμενος 2 ήταν (και συνεχίζει να είναι) ο διευθυντής της Κατηγορούμενης
  2. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Σπύρος Σπύρου ανωτέρω, καθώς επίσης και εκείνα που αναφέρθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σολομωνίδης κ.α. ECLI:CY:AD:2018:B546, Ποιν. Έφεση 323/15 ημ. 18/12/2018, στην οποία συγκεκριμένα επισημάνθηκε ότι: «Δεν υπάρχουν τυπικοί διοικητικοί σύμβουλοι ενός νομικού προσώπου. Από τη στιγμή που ένα άτομο διορίζεται διοικητικός σύμβουλος εταιρείας έχει όλες τις ευθύνες και υποχρεώσεις ενός διοικητικού συμβούλου όπως αυτές καθορίζονται από τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, τα τυχόν σχετικά και κατά περίπτωση υπό κρίση νομοθετήματα και τη νομολογία επί του θέματος.» Το Δικαστήριο έχει καθήκον να προβαίνει στην αποτίμηση των μετριαστικών παραγόντων και να τους αποδίδει τη δέουσα βαρύτητα. Το ίδιο πρέπει να γίνεται και με κάθε άλλο σχετικό παράγοντα ή στοιχείο συμπεριλαμβανομένης και της αποτίμησης της σοβαρότητας του αδικήματος πάντοτε με αναφορά στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή, στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και στα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν. Για την ολοκλήρωση της διεργασίας αυτής απαιτείται στάθμιση όλων των πιο πάνω παραγόντων προκειμένου να καθοριστεί το είδος και το ύψος της ποινής η οποία αρμόζει να επιβληθεί στο δράστη του συγκεκριμένου αδικήματος (βλ. Ιωάννου ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ 513). Συνεκτιμώντας, επομένως, όλα τα δεδομένα που αφορούν την παρούσα υπόθεση προχωρώ στη συνέχεια να επιβάλω ποινή στους Κατηγορούμενους 1 και
  1. Αναφορικά με την Κατηγορούμενη 1 και δεδομένου ότι αυτή είναι νομικό πρόσωπο, κρίνω ότι η αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που δύναται να της επιβληθεί είναι αυτή του χρηματικού προστίμου, η οποία αποτελεί την συνηθισμένη μορφή τιμωρίας που επιβάλλεται σε ένα κατηγορούμενο νομικό πρόσωπο. Συνεπώς, σε σχέση με τις κατηγορίες 1 μέχρι 6 και έχοντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, επιβάλλω στην Κατηγορούμενη 1 τις ακόλουθες ποινές: · 1η Κατηγορία: €1.000 χρηματικό πρόστιμο · 2η Κατηγορία: €100 χρηματικό πρόστιμο · 3η Κατηγορία: €100 χρηματικό πρόστιμο · 4η Κατηγορία: €100 χρηματικό πρόστιμο · 5η Κατηγορία: €100 χρηματικό πρόστιμο · 6η κατηγορία: €100 χρηματικό πρόστιμο Σε σχέση με την 7η κατηγορία δεν επιβάλλω οποιαδήποτε ποινή στην Κατηγορούμενη 1 στη βάση των αρχών της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής και εφόσον αυτή προκύπτει από τα αδικήματα της 1ης μέχρι 6ης κατηγορίας στις οποίες έχει επιβληθεί ποινή αλλά και επειδή, σε κάθε περίπτωση, το ποσό που αφορά η εν λόγω κατηγορία μπορεί να εισπραχθεί στη βάση του σχετικού διατάγματος που έχει ζητηθεί και πρόκειται να εκδοθεί στη συνέχεια. Συνεκτιμώντας τώρα και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, κρίνω, επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια προς το πρόσωπο του Κατηγορούμενου 2, ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να του επιβληθεί καθ' όσον αφορά την 1η κατηγορία είναι αναπόφευκτα αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής, όχι όμως το είδος της. Επομένως, κρίνω ότι οποιαδήποτε άλλη ποινή στον Κατηγορούμενο 2 σε σχέση με το αδίκημα της 1ης κατηγορίας δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της επιβαλλόμενης ποινής με αναφορά και στην απαραίτητη αποτρεπτικότητα που θα πρέπει να την περιβάλλει και θα οδηγούσε στην ακόμα μεγαλύτερη έξαρση των αδικημάτων αυτής της φύσης δίδοντας, περαιτέρω, λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες, καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας. Από την άλλη, δεδομένης της πλήρους συμμόρφωσης που υπήρξε στις κατηγορίες 2 μέχρι 6, σε συνδυασμό βεβαίως και με τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, δεν επιβάλλω στον Κατηγορούμενο 2 οποιαδήποτε ποινή στις κατηγορίες 2 μέχρι
  2. Συνεπώς, και έχοντας, περαιτέρω, κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο 2 ποινή φυλάκισης ενός μηνός στην 1η κατηγόρια και καμία ποινή στις κατηγορίες 2 μέχρι
  3. Παρομοίως, δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή στον Κατηγορούμενο 2 στην 7η κατηγορία, για τους ίδιους λόγους που δεν επιβλήθηκε ποινή στην Κατηγορούμενη 1 σε σχέση με την εν λόγω κατηγορία. Επιπρόσθετα, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 46
(12)του Νόμου, εκδίδεται διάταγμα εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2, αλληλεγγύως ή/και κεχωρισμένως, για την καταβολή στον Έφορο Φορολογίας του ποσού των €25.545,70 πλέον νόμιμο τόκο επί του εκάστοτε ποσού φόρου από 10/01/2018 μέχρι εξόφλησης και του ποσού των €6.456,31 πλέον νόμιμο τόκο επί ποσού €2.073,01 από 10/01/2018 μέχρι εξόφλησης. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου αναφορικά με την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης στον Κατηγορούμενο 2, θα εξετάσω τώρα εάν η εκτέλεση της εν λόγω ποινής που επιβλήθηκε θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του Κατηγορουμένου 2 ή δύναται να ανασταλεί. Το ζήτημα αυτό εξετάζεται υπό το πρίσμα των προνοιών του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένος Περιπτώσεις Νόμου του 1972, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186(Ι)/2003 αλλά και της σχετικής επί του θέματος νομολογίας, με δεδομένο πάντοτε ότι η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται σαν μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του πιο πάνω νόμου, η εκτέλεση μιας ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 3 έτη δύναται να ανασταλεί από το Δικαστήριο αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου. Ως αναφέρθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος αναστολής είναι: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του, (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303). Η αναστολή εκτέλεσης μιας ποινής φυλάκισης εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία, ως αναφέρθηκε στην Αστυνομία ν. Μιλτιάδους, Ποιν. Έφεση 277/2018, ημ. 10/5/2018, «έχει διευρυνθεί από το Νόμο, ώστε αυτή να μπορεί να αποφασίζεται εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών ενός κατηγορουμένου. Με βασικό πάντοτε το ερώτημα κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσε ή θα έπρεπε οι παράγοντες αυτοί να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία. Κατά την εξέταση δε του ζητήματος σημαντικό είναι και το ερώτημα κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, θα εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.» Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών, οικογενειακών και οικονομικών συνθηκών του Κατηγορούμενου 2 κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Οι περιστάσεις τέλεσης των αδικημάτων στα οποία έχει βρεθεί ένοχος ο Κατηγορούμενος 2, αφενός, και οι προσωπικές του συνθήκες, αφετέρου, θεωρώ ότι δεν είναι ικανές να δικαιολογήσουν την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Ούτε τα προβλήματα υγείας που αναφέρθηκαν από πλευράς Κατηγορούμενου 2 δικαιολογούν τέτοια αναστολή εφόσον, εξετάζοντας το ιατρικό πιστοποιητικό που παρουσιάστηκε (το οποίο δεν φέρει ημερομηνία) δεν διαπιστώνω από το περιεχόμενό του ότι τα οποιαδήποτε προβλήματα υγείας που αναφέρθηκε ότι αντιμετωπίζει είναι τέτοιας φύσης που να αποκλείουν την έκτιση ποινής φυλάκισης ούτε αναφέρεται ότι η θεραπεία που λαμβάνει είναι δύσκολο ή αδύνατο να προσφερθεί εντός των Κεντρικών Φυλακών. Διαφορετική κατάληξη δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο Κατηγορούμενος 2, ιδιαίτερα τη στιγμή που, παρά το χρόνο που διέρρευσε από την διάπραξη του αδικήματος της 1ης κατηγορίας δεν υπήρξε από πλευράς του οποιαδήποτε έμπρακτη μεταμέλεια (βλ. υπόθεση Κωνσταντίνου ανωτέρω), ούτε θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για τα αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως τα οποία είναι πολύ σοβαρά δεδομένης και της έξαρσης στην οποία βρίσκονται και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σε ότι αφορά τις συνέπειες διάπραξής τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου ανωτέρω). Συνεπώς, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 2 είναι άμεση. Η έκτισή της να αρχίζει από σήμερα. Ενόψει των ιατρικών προβλημάτων που ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι αντιμετωπίζει, δίδονται οδηγίες στα αρμόδια πρόσωπα όπως του παράσχουν τις αναγκαίες διευκολύνσεις για να λάβει οποιαδήποτε απαραίτητη και αναγκαία ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. (Υπ) Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.