ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΚΑΛΛΙΚΑ, Αριθμός Υπόθεσης: 14945/17, 29/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B214 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Αριθμός Υπόθεσης: 14945/17 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν. ΧΧΧΧΧΧΧ ΚΑΛΛΙΚΑ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 29/12/2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Καρεκλάς Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Το κατηγορητήριο Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι την 8η Σεπτεμβρίου 2017 στη Νήσου παράνομα επιτέθηκε εναντίον της συζύγου του, XXXXX Καλλικά, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(I)/2000, όπως τροποποιήθηκε. Β. Η μαρτυρία και η αξιολόγησή της Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Προβαίνω σε αυτή την αξιολόγηση με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθενός στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση υπόψη μου είχα και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός, με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα, δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του ξεχωριστά, αλλά πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162). Κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων στην παρούσα ποινική υπόθεση είχα υπόψη μου και το εξής σαφές και περιεκτικό απόσπασμα από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στη Monteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459: «Το έργο του Δικαστηρίου στην αναζήτηση της αλήθειας στο μέτρο βεβαίως του ανθρωπίνως δυνατού, είναι έργο περίπλοκο, περίτεχνο και ιδιαίτερα λεπτό. Η ανθρώπινη εμπειρία, την αντικειμενική συνισταμένη της οποίας εκφράζει το κάθε Δικαστήριο, διδάσκει ότι είναι απροσδιόριστα απεριόριστη η περιπτωσιολογία της ανθρώπινης έκφρασης μ' όλες τις εκφάνσεις της. Είναι γι' αυτό που ένα Δικαστήριο, ιδιαιτέρως ποινικής δικαιοδοσίας, οφείλει να διυλίζει, να διηθίζει και να φιλτράρει την όλη μαρτυρία με περισσή επιμέλεια και τέτοια προσοχή έτσι ώστε αν καταλήξει σε ενοχή, αυτή να είναι συμβατή με το διαχρονικό αξίωμα και θεμέλιο στην ποινική δίκη, ότι ουδείς καταδικάζεται εκτός εάν κριθεί ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Εντούτοις, η βεβαιότητα η οποία αναζητείται στη δικαστική απόφαση δεν είναι αυτή της απόλυτης μαθηματικής βεβαιότητας, αλλά το είδος της βεβαιότητας που ικανοποιεί την κρίση και τη συνείδηση των Δικαστών στα πλαίσια της λογικής ( βλ. Μαμαλικόπουλος ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 25/14, απόφ. ημερ. 20/9/2018, Rex v. Dickman
(1910)5 Cr.App.R. 135 και Miller v. Minister of Pensions
(1947)2 All E.R. 372). Μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή έδωσαν η ΧΧΧΧΧ Καλλικά, παραπονούμενη, εν διαστάσει σύζυγος του κατηγορούμενου και ο αστυνομικός Αστ. XXXXX, A. Χρυσοστόμου, ανακριτής της υπόθεσης. Όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία μαρτύρησε ενόρκως. Καμία άλλη μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από την Υπεράσπιση. Η παραπονούμενη στην κατάθεσή της στην Αστυνομία (Τεκμήριο 1) ανέφερε ότι, την επίδικη ημερομηνία και γύρω στις 8:00 το βράδυ ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε σωματικά και λεκτικά. Είπε ότι βρισκόταν στο σπίτι και ετοιμαζόταν με την κόρη της για να πάνε στο Mall όταν ο κατηγορούμενος ρώτησε την κόρη τους πού θα πήγαιναν. Όταν αυτή του απάντησε, ο κατηγορούμενος της είπε: «να δούμε πού εννά σε πάρει να σε αφήκει και να πάει στο πουτανιό». Τότε νευρίασε πάρα πολύ, βγήκε εκτός εαυτού, άρχισε να βρίζει την παραπονούμενη με τη λέξη «πουτάνα» και στη συνέχεια, στην παρουσία της κόρης τους, την τράβηξε από τα μαλλιά σκίζοντάς της το φόρεμα που φορούσε και μετά τη χτύπησε με το χέρι του στο δεξί της μάγουλο καθώς και στο πίσω μέρος της κεφαλής της. Όταν αυτή αντέδρασε στα χτυπήματα ο κατηγορούμενος της είπε, «γιατί ποιος σε έδερε». Έχει με τον σύζυγό της διαφορές εδώ και χρόνια, εξήγησε, αφού τη χτύπησε ξανά στο παρελθόν. Παρόλο που ακόμα μένουν στο ίδιο σπίτι προχωρά η διαδικασία έκδοσης του διαζυγίου τους. Ανέφερε επίσης ότι, δεν επιθυμεί η Αστυνομία να λάβει κατάθεση από την ανήλικη κόρη της XXXXX, διότι δεν θέλει να τη φέρει αντιμέτωπη με τον πατέρα της στα δικαστήρια. Ανέφερε επίσης ότι, ο κατηγορούμενος κατά διαστήματα την απειλεί ότι θα την παίξει με το όπλο και η Αστυνομία παρέλαβε τα όπλα του πριν περίπου μία εβδομάδα λόγω προηγούμενης καταγγελίας της ότι τη χτύπησε. Στο Δικαστήριο έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες για το επίδικο περιστατικό. Εξήγησε πως ήθελε να πάρει το σκισμένο της φόρεμα στην Αστυνομία ως τεκμήριο, αλλά όταν το έψαξε αυτό εξαφανίστηκε. Εξήγησε πως μετά το επίδικο περιστατικό ο κατηγορούμενος συνέχισε να τη χτυπά και μάλιστα στο πίσω μέρος της κεφαλής, ώστε να μην υπάρχουν εμφανή σημάδια. Εξήγησε πως τα Χριστούγεννα του 2018, περίπου ενάμιση χρόνο δηλαδή μετά το περιστατικό, η Αστυνομία την απομάκρυνε από τη συζυγική οικία και την εισήξε στο ΣΠΑΒΟ (Σύνδεσμος για την Πρόληψη και την Αντιμετώπιση της Βίας στην Οικογένεια). Είπε ότι ο κατηγορούμενος την καταδίωκε τότε για να της επιτεθεί και η εισαγωγή της ήταν ο μόνος τρόπος για να κατευνάσουν τα πνεύματα. Ζήτησε και θρησκευτικό διαζύγιο, το οποίο με τα στοιχεία που υπήρχαν για τη βία του κατηγορούμενου εκδόθηκε αμέσως. Εξήγησε αντεξεταζόμενη ότι τα πρόβλημα τα δημιουργούσε ο κατηγορούμενος. Δεν είχε εξωσυζυγικές σχέσεις όπως την κατηγορούσε ο κατηγορούμενος. Ήταν υπόδειγμα μητέρας και συζύγου. Ο κατηγορούμενος ήταν παθολογικά ζηλιάρης και το ότι ήταν άπιστη ήταν στη φαντασία του και δικαιολογία για να της ασκεί βία. Παραδέχθηκε πως οι σχέσεις του κατηγορούμενου με τη μητέρα της είναι άριστες, ενώ μαζί της σχετικά καλές. Η ίδια νιώθει άσχημα γι' αυτό, αλλά δεν ευθύνεται, εξήγησε. Ο κατηγορούμενος προσπαθεί να δείξει ότι ήταν άπιστη σύζυγος και καθόλου καλή μητέρα, ενώ ενδιαφερόταν πάντα για την οικογένειά της. Αρνήθηκε ότι δεν έχει καλή σχέση με την κόρη της. Όταν της υπεβλήθη ότι ο κατηγορούμενος δεν της έσκισε το φόρεμα, είπε πως το έκανε κουρέλι. Δεν είχε οποιονδήποτε λόγο να καταγγείλει στην Αστυνομία όσα κατάγγειλε κατά καιρούς εάν δεν ήταν αλήθεια. Ήθελε απλώς να σταματήσει η βία που βίωνε για τόσα χρόνια. Κρίνω την παραπονούμενη ως πλήρως αξιόπιστη μάρτυρα. Με ήρεμη και συνάμα θλιμμένη αποφασιστικότητα μαρτύρησε στο Δικαστήριο, ως θα αναμενόταν από μία κακοποιημένη σύζυγο. Έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες για τα λεγόμενά της χωρίς διάθεση υπεκφυγής και πείθοντας για την εκδοχή της. Ακόμα και το ότι παραδέχθηκε ότι οι σχέσεις της μητέρας της είναι καλύτερες με τον κατηγορούμενο παρά με την ίδια, είναι σημάδι αξιοπιστίας της και όχι το αντίθετο. Επίσης, τα λεγόμενά της σε σχέση με την τοποθέτησή της στο ΣΠΑΒΟ ήταν πολύ σοβαρά για να τα επινοήσει. Εξάλλου ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε κατά τη δική του αντεξέταση ότι αυτός ήταν ο τρόπος που αρχικά έφυγε από το σπίτι. Το ότι δεν θυμόταν τον αριθμό αίτησης του Οικογενειακού Δικαστηρίου για το διαζύγιό της, παραπέμποντας στον δικηγόρο της, δεν ελέγχεται ως παράλογη απάντηση ή ως ανακολουθία. Οφείλω να πω ότι, ο τρόπος που αντεξετάστηκε ήταν άστοχος, υπό την έννοια ότι ακόμα και αν ήταν ντυμένη προκλητικά, ως ήταν η θέση της Υπεράσπισης, τούτο δεν θα παρείχε υπεράσπιση στην επίδικη κατηγορία. Πάντως, δεν ήταν η θέση του κατηγορούμενου, και ευτυχώς, ότι ο τρόπος ντυσίματός της αποτέλεσε πρόκληση στη διάπραξη του αδικήματος με τη νομική έννοια. Ως προανέφερα, η παραπονούμενη μου άφησε άριστη εντύπωση και προβαίνω σε ευρήματα ως η μαρτυρία της. Ο ΜΚ2, ήταν ο ανακριτής της υπόθεσης και έλαβε κατάθεση τόσο από την παραπονούμενη όσο και από τον κατηγορούμενο. Η κατάθεση του κατηγορούμενου, Τεκμήριο 4, ήταν ανακριτική, στην οποία δεν απάντησε οτιδήποτε παρά μόνο «ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο και αυτός δεν παραδέχθηκε. Εξήγησε αντεξεταζόμενος πως θυμόταν πολύ καλά την περίπτωση της παραπονούμενης παρόλο που εκτυλίχθηκε 3 χρόνια προηγουμένως. Πήγε στον Αστυνομικό Σταθμό σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση και κλαίγοντας. Του είπε ότι ο σύζυγός της την έδερε στο δεξί μάγουλο και τη χτύπησε στο πίσω μέρος του κεφαλιού της. Της παρέδωσε ιατρικό έντυπο και αργότερα το ίδιο βράδυ, δηλαδή στις 9/9/2017 και η ώρα 01:00 του το επέστρεψε με τις εξής σημειώσεις επ' αυτού από ειδικό παθολόγο του Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας (Τεκμήριο 2): «Η ανωτέρω ασθενής αιτιάται κεφαλαλγία κατόπιν αναφερόμενου ξυλοδαρμού. Η αδρή νευρολογική εξέταση δεν ανέδειξε οξεία παθολογία. Δεν παρουσιάζει εξωτερικές κακώσεις. Υποβλήθηκε σε απεικονιστικό έλεγχο κρανίου δίχως οξεία παθολογία. Απελήθη με οδηγίες Κ.Ε.Κ. και δόθηκε φαρμακευτική αγωγή». Ο ΜΚ2 εξήγησε, επιβεβαιώνοντας τα λεγόμενα της παραπονούμενης ότι, της ζήτησε το σκισμένο της φόρεμα και η παραπονούμενη επικοινώνησε μετά μαζί του τηλεφωνικώς λέγοντάς του πως δεν το βρίσκει, πιθανό διότι το έκρυψε ο κατηγορούμενος. Δεν έλαβε κατάθεση από την ανήλικη Βασιλεία, η οποία ήταν παρούσα στο περιστατικό, διότι ήταν επιθυμία και των δύο γονέων να μην αναμιχθεί στην υπόθεση. Ο ΜΚ2 μαρτύρησε καθηκόντως και αντικειμενικά ως ανακριτής της υπόθεσης και ενθυμούμενος ιδιαίτερα καλά τα γεγονότα παρόλο που εκτυλίχθηκαν 3 χρόνια πριν τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο. Δεν διέκρινα εκ μέρους του διάθεση καταδίκης του κατηγορούμενου. Προβαίνω σε ευρήματα ως τα λεγόμενά του (ανωτέρω) και σε ευρήματα ως το Τεκμήριο 2 (ανωτέρω). Σημειώνω, δε, ότι αρκετές από τις υποβολές της Υπεράσπισης στον ΜΚ2 δεν τέθηκαν καν στην παραπονούμενη. Ποτέ δεν της υπεβλήθη, για παράδειγμα, ότι το φόρεμά της ήταν ξώπλατο και μίνι, ενώ υποβλήθηκε στον ΜΚ2 (ο οποίος δεν μπορούσε βεβαίως να τοποθετηθεί αφού δεν το είδε) και ποτέ δεν της υποβλήθηκε ότι πριν τον επίδικο χρόνο είχε ατύχημα και έτσι εξηγούνται οι κεφαλαλγίες της (κάτι για το οποίο ο ΜΚ2 επίσης δεν μπορούσε να τοποθετηθεί). Επομένως, οι θέσεις αυτές της Υπεράσπισης όχι μόνο δεν επιβεβαιώθηκαν από τον ΜΚ2, αφού αυτός δεν ήταν γνώστης των πρωτογενών γεγονότων της υπόθεσης, αλλά υποσκάπτουν περαιτέρω την αξιοπιστία των θέσεων του κατηγορούμενου αφού δεν υποβλήθηκαν στην παραπονούμενη για να της δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί. Ο κατηγορούμενος μαρτύρησε ενόρκως στο Δικαστήριο και παραδέχθηκε αρχικά ότι, η εν διαστάσει σύζυγός του έφυγε από το σπίτι με τον τρόπο που η ίδια περιέγραψε, δηλαδή με την εισαγωγή της στο ΣΠΑΒΟ. Αρνήθηκε κάθε τι άλλο που του καταλογίζεται. Είπε ότι, κατά τον επίδικο χρόνο δεν τη χτύπησε, ούτε της έσκισε τα ρούχα, απλώς της απαγόρευσε να φύγει διότι γνώριζε πως τον απατούσε και αυτή της η συμπεριφορά ήταν επανειλημμένη εκείνο το διάστημα. Φορούσε προκλητικό φόρεμα και είχε σημάδια στο σώμα της που του δημιούργησαν υποψίες ότι τον απατά. Έβγαινε έξω και επέστρεφε αργά, ενώ άφηνε την κόρη τους στο Mall και αργούσε ή δεν πήγαινε καθόλου να την πάρει. Του έλεγε ψέματα για το πού θα πάει και αυτός το καταλάβαινε, είπε, διότι υπέπεφτε σε αντιφάσεις. Είπε ότι ο λόγος των τσακωμών τους ήταν το προκλητικό ντύσιμο της παραπονούμενης με κοντά φορέματα και ανοικτά ντεκολτέ. Εξήγησε πως ενώπιον πνευματικού του εξομολογήθηκε ότι σε κάποιο προηγούμενο χρονικό διάστημα τον απατούσε. Πώς θα την εμπιστευόταν μετά από αυτό, διερωτήθηκε. Με την απιστία της χάθηκε η γη κάτω από τα πόδια του. Του ζήτησε συγγνώμη, αλλά «επέστρεψε δριμύτερη». Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν ζήτησε ο ίδιος διαζύγιο αφού είχαν έτσι τα πράγματα, απάντησε πως δεν πρόλαβε, γιατί ήδη κατέφυγε η παραπονούμενη σε δικηγόρο και περίμενε να κάνει αυτή την κίνηση πρώτη. Δεν ήταν παθολογικά ζηλιάρης, αλλά δεν ανεχόταν η γυναίκα του να επιστρέφει τις μικρές πρωινές ώρες. Είπε ότι η κατηγορούμενη δεν πήρε το φόρεμα που φορούσε την επίδικη μέρα στην Αστυνομία, γιατί ντρεπόταν που ήταν τόσο κοντό, όχι γιατί της το έσκισε ή το εξαφάνισε ο ίδιος. Κρίνω τον κατηγορούμενο ως αναξιόπιστο μάρτυρα. Είχε κάθε λόγο να αρνηθεί όσα του καταλογίζονται για να αποποιηθεί ευθύνης και θεωρώ πως αυτό έπραξε. Μαρτύρησε με υπεκφυγές, όπως όταν ρωτήθηκε αν ήταν μπροστά στο επίδικο περιστατικό η κόρη τους Βασιλεία και απάντησε «ήταν στο σπίτι η Βασιλεία», με ανακολουθίες, όπως όταν αρχικά είπε ότι απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις της Αστυνομίας, ενώ αργότερα συνειδητοποίησε ότι δεν απάντησε σε οποιαδήποτε ερώτηση στην ανακριτική κατάθεσή του (Τεκμήριο 4) και με διάθεση επίρριψης ευθυνών για την κατάληξη της σχέσης τους στην παραπονούμενη, όπως όταν εξιστόρησε το περιστατικό ενώπιον πνευματικού. Ακόμα και το ότι προσπάθησε να καταδείξει ότι το διαζύγιό του με την παραπονούμενη ήταν μόνο εκκλησιαστικό και όχι πολιτικό, δεικνύει κατά την άποψή μου την επιμονή του να παραμείνει παντρεμένος μαζί της, παρά την, ισχυριζόμενη, απιστία της. Περαιτέρω, η στάση του στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν φτωχή, με απλανές βλέμμα και προσχεδιασμένες, θεωρώ, απαντήσεις. Δεν με έπεισε για τα λεγόμενά του. Προτιμώ, για όλους τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, τις τοποθετήσεις της παραπονούμενης, τόσο σε σχέση με το επίδικο περιστατικό, όσο και σε σχέση με αυτά που προηγήθηκαν και ακολούθησαν αυτού. Απορρίπτω τη μαρτυρία του κατηγορούμενου στην ολότητά της. Γ. Νομική πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος. Σύμφωνα, δε, με τα άρθρα 3
(2)και 4
(1)και
(2)(Φ) του περί Βίας στην Οικογένεια Νόμου, Ν.119 (Ι)/2000, όταν το αδίκημα της κοινής επίθεσης διαπράττεται από ένα μέλος της οικογένειας εις βάρος άλλου μέλους θεωρείται ως άκρως σοβαρή βία και τιμωρείται με μέγιστη ποινή φυλάκισης 2 χρόνων, αντί 1 χρόνου που προνοεί το άρθρο 242 του Κεφ. 154. Επίθεση διαπράττεται, όταν πρόσωπο, παράνομα, προκαλεί σε άλλο πρόσωπο φόβο άσκησης άμεσης βίας ή όπου ασκεί παράνομα βία σε άλλο πρόσωπο (βλ. Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 574). Το αδίκημα διαπράττεται είτε με πρόθεση είτε απερίσκεπτα (βλ. μεταξύ άλλων, R v. Venna [1976] QB 421, R. v. Ireland, R v. Burstow [1998] AC 147 H.L.). Είναι αδιαμφησβήτητο ότι παραπονούμενη και κατηγορούμενος ήταν κατά τον επίδικο χρόνο εν διαστάσει σύζυγοι και έτσι θεωρούνται μέλη της ίδιας οικογένειας σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Ν. 119(Ι)/2000. Το χτύπημα στο δεξί μάγουλο της παραπονούμενης από το χέρι του κατηγορούμενου και τα χτυπήματα στο πίσω μέρος της κεφαλής της, ασχέτως του ότι δεν προκάλεσαν εμφανή τραύματα ή νευρολογική παθολογία είναι επαρκή για να πληρωθούν τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος. Η βία αυτή ασκήθηκε παράνομα, χωρίς δηλαδή νομικό έρεισμα, ασχέτως του εάν διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο με πρόθεση ή απερίσκεπτα. Μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο βγήκε εκτός εαυτού και χτύπησε την παραπονούμενη στην παρουσία της ανήλικης κόρης τους, κατά το ελάχιστον, αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Σημειώνω περαιτέρω ότι, στην προκειμένη περίπτωση η Αστυνομία συμμορφώθηκε με την υποχρέωσή της, βάσει του άρθρου 16 του περί Βίας στην Οικογένεια Νόμο, Ν. 119/2000, ως τροποποιήθηκε, να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία από την ανήλικη Βασιλεία, η οποία ήταν παρούσα στο επίδικο περιστατικό. Τελικά η κατάθεσή της δεν λήφθηκε, διότι και οι δύο της γονείς δεν ήθελαν να την εμπλέξουν στην υπόθεση. Έτσι, το Δικαστήριο δύναται να καταδικάσει τον κατηγορούμενο με μόνη της μαρτυρία της παραπονούμενης. Ο κατηγορούμενος καταδικάζεται στην κατηγορία 1 που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο