← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σαββίδης, Αρ. Υπόθεσης: 19090/16, 21/10/2020

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σαββίδης, Αρ. Υπόθεσης: 19090/16, 21/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B208 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19090/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. ΧΧΧΧΧ Σαββίδης Κατηγορούμενος Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: Κα Έλενα Κληρίδου Για κατηγορούμενο: Κος Φάνος Ανδρέου Κατηγορούμενος παρών Ημερομηνία: 21/10/2020 ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Επίδικα θέματα Ο κατηγορούμενος κατηγορείται πως στις 02/12/2014, στις 10/11/2014 και στις 22/12/2014, ενώ ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της ασφαλιστικής εταιρείας, με την ονομασία Altius Insurance ( στο εξής «η Ασφαλιστική») έκλεψε ποσό €400 από τον ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου, ποσό €96,75 από την ΧΧΧΧΧ Οδυσσέως, το οποίο αυτή κατέβαλε εκ μέρους του αδελφότεκνού της, ΧΧΧΧΧ Βαρέλια και ποσό €300 από τη ΧΧΧΧΧ Οδυσσέως, δηλαδή είσπραξε από τους προαναφερόμενους το σύνολο του πιο πάνω ποσού για την εξόφληση των οφειλόμενων ασφαλίστρων τους στην Ασφαλιστική και οικειοποιήθηκε αυτό, αντί να το καταθέσει στην Ασφαλιστική ως όφειλε (κατηγορίες 1, 2 και 3 αντίστοιχα). Η νομική βάση των κατηγοριών είναι η κλοπή υπό αντιπροσώπου, κατά παράβαση των Άρθρων 270(β) και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ότι ο κατηγορούμενος είσπραξε €400 ευρώ από τον ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου, €96,75 ευρώ από την ΧΧΧΧΧ Οδυσσέως, εκ μέρους του ΧΧΧΧΧ Βαρέλια και €300 από τη ΧΧΧΧΧ Οδυσσέως (στο εξής συλλογικά «οι πελάτες»), ούτε αμφισβήτησε ότι τα ποσά αυτά αντιστοιχούσαν σε οφειλόμενα από τους πελάτες ασφάλιστρα, αλλά ούτε και ότι ο κατηγορούμενος όφειλε να καταβάλει τα ποσά αυτά στην Ασφαλιστική. Αυτά τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, καθίστανται αυτόματα ευρήματα του Δικαστηρίου. Η θέση του, ως την προώθησε στην κατάθεσή του στην αστυνομία, ήταν ότι είχε πρακτική να εργάζεται ως ακολούθως: Ώστε κάποιοι ασφαλιζόμενοι, οι οποίοι είχαν οικονομικές δυσκολίες και δεν μπορούσαν να καταβάλουν τα ασφάλιστρα τους, να μην μείνουν εκτεθειμένοι, εισέπραττε χρήματα από άλλους ασφαλιζόμενους, καταθέτοντάς τα στους λογαριασμούς των πρώτων. Εισπράττοντας τα λεφτά από τους δεύτερους, εξέδιδε απόδειξη και με την πρώτη ευκαιρία κατέθετε τα χρήματα στην Ασφαλιστική. Η θέση που προωθήθηκε από την Υπεράσπιση ενώπιόν μου ήταν κάπως διαφορετική. Δηλαδή ότι, ο κατηγορούμενος είχε συμβατική υποχρέωση να αποδώσει τα ασφάλιστρα στην Ασφαλιστική, είτε τα εισέπραττε είτε όχι από τους ασφαλιζόμενους. Έτσι, συνεχίζει το επιχείρημά της Υπεράσπισης, δεν θα μπορούσε να είχε την απαραίτητη ένοχη διάνοια για να τα κλέψει, αφού εν τέλει θα έκλεβε τον εαυτό του. Καθίσταται σαφές πως εάν ο κατηγορούμενος κατέβαλλε εν τέλει τα επίδικα ασφάλιστρα στην Ασφαλιστική, τα πιο πάνω επιχειρήματα θα αποκτούσαν ουσιαστική βαρύτητα. Εν τούτοις, παρόλο που το Δικαστήριο απηύθυνε σχετικό ερώτημα προς την Υπεράσπιση, δεν υπήρξε σαφής σχετική τοποθέτηση μέχρι και το τέλος της ακρόασης. Η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ήταν εντελώς αντίθετη και εισηγήθηκε πως η μαρτυρία που προσκόμισε ήταν επαρκής για να αποδείξει τις κατηγορίες πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Β. Η μαρτυρία και η αξιολόγησή της Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Προβαίνω σε αυτή την αξιολόγηση με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθενός στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,

(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση υπόψη μου είχα και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός, με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα, δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του ξεχωριστά, αλλά πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162). Κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων στην παρούσα ποινική υπόθεση είχα υπόψη μου και το εξής σαφές και περιεκτικό απόσπασμα από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στη Monteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459: «Το έργο του Δικαστηρίου στην αναζήτηση της αλήθειας στο μέτρο βεβαίως του ανθρωπίνως δυνατού, είναι έργο περίπλοκο, περίτεχνο και ιδιαίτερα λεπτό. Η ανθρώπινη εμπειρία, την αντικειμενική συνισταμένη της οποίας εκφράζει το κάθε Δικαστήριο, διδάσκει ότι είναι απροσδιόριστα απεριόριστη η περιπτωσιολογία της ανθρώπινης έκφρασης μ' όλες τις εκφάνσεις της. Είναι γι' αυτό που ένα Δικαστήριο, ιδιαιτέρως ποινικής δικαιοδοσίας, οφείλει να διυλίζει, να διηθίζει και να φιλτράρει την όλη μαρτυρία με περισσή επιμέλεια και τέτοια προσοχή έτσι ώστε αν καταλήξει σε ενοχή, αυτή να είναι συμβατή με το διαχρονικό αξίωμα και θεμέλιο στην ποινική δίκη, ότι ουδείς καταδικάζεται εκτός εάν κριθεί ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Ενώπιόν μου μαρτύρησαν για την Κατηγορούσα Αρχή τρεις μάρτυρες. Η Αστ. XXXXX Α. Σάββα, εξεταστής της υπόθεσης (στο εξής «η ΜΚ1»), ο Π. Προκοπίου, Διευθυντής Πωλήσεων στην Ασφαλιστική (στο εξής «ο ΜΚ2») και η XXXXX Κωνσταντίνου, Υποτμηματάρχης του Οικονομικού Τμήματος της Ασφαλιστικής (στο εξής «η ΜΚ3»). Ο κατηγορούμενος προέβη σε ανώμοτη δήλωση και δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία για την Υπεράσπιση. Η ΜΚ1 αρχικά ανέφερε ότι παραπονέθηκε στην Αστυνομία η Ασφαλιστική μέσω της ΜΚ3 και αργότερα λήφθηκαν καταθέσεις από τους τρεις πελάτες αυτής, ΧΧΧΧΧ Οδυσσέως, ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου και ΧΧΧΧΧ Οδυσσέως, Τεκμήρια 9, 10 και
  1. Έλαβε επίσης ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Εξήγησε ότι η ΜΚ3 έλαβε πληροφόρηση τηλεφωνικά από τους ίδιους τους πελάτες πως έλαβαν επιστολές από την Ασφαλιστική που έδειχναν υπόλοιπο στον λογαριασμό τους, ενώ οι ίδιοι πλήρωσαν τα ασφάλιστρά τους μέσω του κατηγορούμενου. Παραδέχθηκε ότι ανέκρινε τον κατηγορούμενο στη βάση του Άρθρου 268 του Ποινικού Κώδικα και εν τέλει η εισαγγελία αποφάσισε να καταχωρήσει κατηγορητήριο στη βάση του Άρθρου 270(β) του Ποινικού Κώδικα. Εξήγησε πως ο λόγος που, κατά τις ανακρίσεις της υπόθεσης, δεν ζήτησε τη σύμβαση μεταξύ του κατηγορούμενου και της Ασφαλιστικής, ήταν διότι ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε τη σχέση μεταξύ τους, παραδέχθηκε ότι έλαβε τα επίδικα ποσά από τους πελάτες, παραδέχθηκε ότι τα κατάθεσε σε δικό του προσωπικό λογαριασμό, αλλά έδωσε μία εξήγηση ως προς την τακτική που εργαζόταν, καταθέτοντας ποσά που εισέπραττε από συγκεκριμένους πελάτες σε λογαριασμούς άλλων πελατών, ώστε να μην μείνουν εκτεθειμένοι. Δεν αμφισβητήθηκε, είπε, ούτε η συνεργασία μεταξύ των μερών, ούτε οι όροι της μεταξύ τους συμφωνίας. Δεν είχε λόγο, εξήγησε, να ζητήσει τη σύμβαση για σκοπούς διερεύνησης της υπόθεσης. Το θέμα ήταν ξεκάθαρο. Όταν της υποβλήθηκε ότι η παρούσα υπόθεση είναι αστική διαφορά, από την οποία δεν προκύπτει ποινική υπόθεση, το αρνήθηκε, λέγοντας ότι, όχι μόνο η ίδια, αλλά και οι ανώτεροί της, θεώρησαν ότι στοιχειοθετείται αδίκημα. Της υποβλήθηκε ότι οι ΜΚ2 και ΜΚ3 εκμεταλλεύτηκαν την Αστυνομία, με σκοπό να εισπράξουν τα ασφάλιστρα και να αποκτήσουν αθέμιτο πλεονέκτημα σε αστική αγωγή που η Ασφαλιστική έχει εναντίον του κατηγορούμενου. Το αρνήθηκε λέγοντας πως από τη στιγμή που κατά τη γνώμη της Αστυνομίας προέκυπτε ποινικό αδίκημα, δεν θα μπορούσε να υπάρξει η αναφερόμενη εκμετάλλευση. Όταν της υπεβλήθη πως ήταν αδύνατον να ενεργήσει ο κατηγορούμενος με τέτοια διαφάνεια, εισπράττοντας χρήματα από τους πελάτες και εκδίδοντας αποδείξεις, αν ο σκοπός του ήταν να κλέψει από την Ασφαλιστική, απάντησε με το προφανές ότι, από τη στιγμή που τα είσπραξε και δεν τα κατέβαλε στην Ασφαλιστική, στους λογαριασμούς των συγκεκριμένων πελατών, στοιχειοθετείται το αδίκημα. Θα κρίνει το Δικαστήριο, είπε, εάν η εξήγηση που έδωσε αποτελεί υπεράσπιση. Δεν γνωρίζει οτιδήποτε για την αστική αγωγή μεταξύ των μερών . Θεωρώ την ΜΚ1 αξιόπιστη μάρτυρα. Καθηκόντως διερεύνησε την υπόθεση, στρέφοντας την προσοχή της προς καθετί που θεώρησε επίδικο, με βάση τις τότε τοποθετήσεις των μερών. Ήταν ανεξάρτητη μάρτυρας στην υπόθεση, απαντούσε σαφώς και χωρίς υπεκφυγές. Θεωρώ πως εάν βασιστώ στη μαρτυρία της θα είμαι σε θέση να εξάξω ασφαλή για την υπόθεση συμπεράσματα. Αναφέρω εξ' αρχής πως στα Τεκμήρια 9, 10 και 11, τα οποία η ΜΚ1 κατέθεσε, δηλαδή στις καταθέσεις των πελατών της Ασφαλιστικής, δεν θα αποδώσω κάποια ουσιαστική βαρύτητα. Οι καταθέτες-πελάτες δεν ήρθαν να μαρτυρήσουν στο Δικαστήριο, χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση προς τούτο από την Κατηγορούσα Αρχή. Κρίνοντας το περιεχόμενο των Τεκμηρίων αυτών, ως μαρτυρία η οποία παρέμεινε εξ ακοής και εφαρμόζοντας τα κριτήρια που αναφέρονται στο Άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, θεωρώ ότι μηδαμινή βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί σ' αυτά. Θα αγνοήσω, επομένως, το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 9,10 και
  2. Εν τούτοις, σημειώνω ότι τα ουσιώδη γεγονότα που προκύπτουν από αυτά, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος εισέπραξε από τους πελάτες ποσά που αντιστοιχούσαν στα ασφάλιστρά τους, τα οποία δεν απέδωσε στην Ασφαλιστική με αποτέλεσμα οι λογαριασμοί των πελατών να φαίνονται χρεωστικοί, είναι γεγονότα που, επαναλαμβάνω, δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Θα αναφερθώ πρώτα στη μαρτυρία της ΜΚ3 για σκοπούς λογικής και χρονικής συνέπειας, αφού ήταν η πρώτη που έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία εκ μέρους της Ασφαλιστικής. Ανέφερε στην κατάθεσή της, Τεκμήριο 19, τα εξής: Έλαβε οδηγίες από τη διεύθυνση της Ασφαλιστικής να καταγγείλει την υπόθεση αφοί επικοινώνησαν με το λογιστήριο οι πελάτες και ανέφεραν ότι δεν συμφωνούσαν με τα οφειλόμενα υπόλοιπά τους, καθώς είχαν εξοφλήσει τα ασφάλιστρα στον κατηγορούμενο και τους έδωσε απόδειξη. Κατόπιν ελέγχου που έκανε διαπίστωσε ότι στις τρεις περιπτώσεις που αναφέρονται στο κατηγορητήριο ο κατηγορούμενος είσπραξε χρήματα χωρίς να καταθέσει αυτά στους λογαριασμούς των πελατών στην Ασφαλιστική, με αποτέλεσμα τα ασφάλιστρά τους να φαίνονται ως απλήρωτα. Όταν ενημερώθηκε σχετικά ο κατηγορούμενος από την Ασφαλιστική ανέφερε ότι είχε ξεχωριστό μπλοκ αποδείξεων που έφερε το όνομα της δικής του εταιρείας, στην οποία είναι διευθυντής και γραμματέας, δηλαδή της «Γ. Σαββίδης Εταιρεία Ασφαλιστικής Πρακτόρευσης, Συμβούλων και Μεσαζόντων Λτδ», με αριθμό ΗΕ
  3. Η συνεργασία μεταξύ Ασφαλιστικής και κατηγορούμενου έληξε στις 05/02/
  4. Στη μαρτυρία της στο Δικαστήριο εξήγησε ότι η παρούσα περίπτωση δεν ήταν η μόνη περίπτωση που ο τρόπος ενέργειας του κατηγορούμενου ήταν ενάντια στη σύμβασή του και οικειοποιήθηκε χρήματα πελατών και σε άλλες περιπτώσεις. Σε αυτή την περίπτωση όμως η Ασφαλιστική αποφάσισε να καταγγείλει το παράπονο, διότι πλήττονταν, όχι μόνο τα οικονομικά της συμφέροντα, αλλά και το κύρος της στο κοινό και στους ασφαλιστές της. Αυτές οι τρεις περιπτώσεις, εξήγησε, ήταν οι μόνες, για τις οποίες υπήρχαν επαρκείς αποδείξεις (κατάθεση πελατών και αποδείξεις πληρωμής), ώστε να καταγγείλει στην Αστυνομία. Προσκόμισε στο Δικαστήριο μπλοκ αποδείξεων της Ασφαλιστικής που ήταν χρεωμένο στον κατηγορούμενο, ώστε αυτός να εκδίδει τιμολόγια εκ μέρους της Ασφαλιστικής, αναφέροντας ότι κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του με την Ασφαλιστική κατείχε πολλά τέτοια μπλοκ αποδείξεων (Τεκμήριο 21). Εξέφρασε την άποψή της ότι, ο κατηγορούμενος είχε συμβατική υποχρέωση να μην εκδίδει αποδείξεις από το μπλοκ αποδείξεων της δικής του εταιρείας (βλέπε Τεκμήριο 3.1). Όταν της υπεβλήθη ότι αυτά ήταν κατασκευασμένα, διότι δεν τα προσκόμισε στην Αστυνομία όταν έδινε την κατάθεσή της, ανέφερε ότι, αφενός δεν της ζητήθηκαν και αφετέρου δεν το θεώρησε αναγκαίο, ενώ στο Δικαστήριο προσκόμισε όλα τα έγγραφα που θεωρεί ότι επιβεβαιώνουν τη θέση της. Εργάζεται στην Ασφαλιστική τα τελευταία 20 χρόνια. Εντός 48 ωρών, είπε, ο κάθε ασφαλιστικός σύμβουλος πρέπει να παραδίδει εισπραχθέντα ασφάλιστρα στην Ασφαλιστική. Ο κάθε ασφαλιστικός σύμβουλος είχε τον δικό του λογαριασμό στην Ασφαλιστική και οι πελάτες του συμβούλου είχαν τη δική τους μερίδα στον εν λόγω λογαριασμό. Ο κατηγορούμενος όφειλε να καταθέσει τα εισπραχθέντα χρήματα στη μερίδα έκαστου πελάτη και δεν το έπραξε. Είχε και δεύτερο λογαριασμό στην Ασφαλιστική, άλλο από τον επίδικο, για τον οποίο υπάρχουν επίσης οφειλόμενα ποσά. Αρχικά θεώρησε ότι η αγωγή, Τεκμήριο 22, που κατατέθηκε κατά την αντεξέτασή της ήταν μόνο σε σχέση με τον έτερο λογαριασμό του κατηγορούμενου, αλλά αργότερα, κοιτάζοντας την καλύτερα, διαπίστωσε ότι είχε σχέση και με τον λογαριασμό που είναι επίδικος στην παρούσα υπόθεση. Τούτο προκύπτει και από τις παραγράφους 2 και 3 της αγωγής, Τεκμήριο
  5. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει με ακρίβεια αν η αγωγή περιλάμβανε και αξίωση για τα €796,75 που είναι εν προκειμένω επίδικα, αν και αυτά περιλαμβάνονται στο παρακλητικό της αγωγής. Ανέφερε πως για να πει όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο θα έπρεπε να συζητήσει με τη δικηγόρο της Ασφαλιστικής που συνέταξε την αγωγή. Της υπεβλήθη ότι η καταγγελία στην Αστυνομία ήταν τρόπος πίεσης στον κατηγορούμενο να πληρώσει στην Ασφαλιστική το ποσό αυτό που, εν πάση περιπτώσει, αξιώνεται και με την αγωγή. Εξήγησε ότι το επίδικο ποσό αφορά σε χρήματα, τα οποία ο κατηγορούμενος είσπραξε από τους πελάτες, ενώ η υπόλοιπη αξίωση της αγωγής αφορά σε παράβαση της συμβατικής υποχρέωσης του κατηγορούμενου, διά της οποίας κατ' ισχυρισμό όφειλε να καταβάλει στην Ασφαλιστική ακόμα και τα ασφάλιστρα που δεν εισέπραξε από τους ασφαλιζόμενους. Εξήγησε ότι, δεν έχει γνώση του περιεχομένου της συμφωνίας, Τεκμήριο 17, αφού την αρμοδιότητα για την υπογραφή των συμφωνιών έχει το Τμήμα Πωλήσεων του ΜΚ
  6. Εξέφρασε την άποψη ότι δεν ήταν ηθικό εκ μέρους του κατηγορούμενου να καταχραστεί τα λεφτά των πελατών και να φαίνεται ότι συνεχίζουν να χρωστούν στην Ασφαλιστική. Έκανε προσωπικά τη λογιστική εγγραφή, ώστε κάποια από τα οφειλόμενα ποσά του κατηγορούμενου να εξοφληθούν από το Ταμείο Προνοίας του, ως ο ίδιος έδωσε εξουσιοδότηση, βάσει του Τεκμηρίου 8, αλλά δεν εξοφλήθηκε ολόκληρο το υπόλοιπό του στην Ασφαλιστική από το ποσό του Ταμείου Προνοίας. Όταν της υπεβλήθη ότι δεν οικειοποιήθηκε ασφάλιστρα γιατί θα έκλεβε της τσέπης του αν το έπραττε, λόγω της συμβατικής του υποχρέωσης να καταβάλει στην Ασφαλιστική τα ασφάλιστρα των πελατών του, είτε οι τελευταίοι τα εξοφλούσαν είτε όχι, επέμεινε στη θέση της ότι από τη στιγμή που είσπραξε τα ποσά έπρεπε, σεβόμενος τους πελάτες του, να αποδώσει τα ασφάλιστρα. Θεωρώ ότι η ΜΚ3 ήταν απόλυτα αξιόπιστη, απαντούσε συγκεκριμένα και χωρίς προσπάθεια υπεκφυγής. Η τοποθέτησή της ότι όφειλε να τεκμηριώσει όσο πιο πολύ μπορούσε και με έγγραφα τη θέση της είναι απόλυτα δεκτή και ζητούμενη από μάρτυρα της αλήθειας. Ήταν διατεθειμένη, παρόλο που τελικά δεν της ζητήθηκε από τον αντεξετάζοντα συνήγορο, να φέρει τα τιμολόγια προς τους πελάτες, όπου φαινόταν το χρεωστικό τους υπόλοιπο στην Ασφαλιστική. Θεωρώ ότι, τα λεγόμενά της συνάδουν πλήρως με τη λοιπή αξιόπιστη μαρτυρία στην υπόθεση και δεν έχω αμφιβολία πως αν βασιστώ σ' αυτά θα είμαι σε θέση να εξάξω ασφαλή για την υπόθεση συμπεράσματα. Η τοποθέτηση της ότι, θα έπρεπε να συζητήσει με τη δικηγόρο της Ασφαλιστικής που συνέταξε την αγωγή, ώστε να τοποθετηθεί σαφώς ποιες οφειλές του κατηγορούμενου αυτή περιελάμβανε, είναι ένδειξη της αξιοπιστίας της και όχι άρνηση απάντησης προς το Δικαστήριο, ως υποστήριξε ο συνήγορος υπεράσπισης. Η τοποθέτησή της ήταν πως δεν ήταν σίγουρη και ήθελε να το ελέγξει για να πει ολόκληρη την αλήθεια στο Δικαστήριο, τοποθέτηση ευπρόσδεκτη, και όχι κατακριτέα, από μάρτυρα γεγονότων, ο οποίος δεν θυμάται ή δεν γνωρίζει ολοκληρωμένα ή επαρκώς τα γεγονότα, για τα οποία ερωτείται. Εν πάση περιπτώσει, εάν το Δικαστήριο θεωρήσει σε οποιαδήποτε περίπτωση ότι μάρτυρας πράγματι αρνείται να απαντήσει, υπάρχουν μηχανισμοί εκ του νόμου για εξαναγκασμό του προς απάντηση. Δεν ήταν αυτή η περίπτωση εδώ. Ο ΜΚ2 ανέφερε στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 14, ότι είναι Διευθυντής Πωλήσεων στην Ασφαλιστική από τον Σεπτέμβριο του
  7. Η συνεργασία της Ασφαλιστικής με τον κατηγορούμενο διέπετο από συμφωνία συνεργασίας ασφαλιστικού συμβούλου, Τεκμήριο 17, το οποίο τον ανάγκαζε να εισπράττει τα ασφάλιστρα από τους ασφαλιζόμενους και να τα καταθέτει προς όφελος της Ασφαλιστικής αμέσως. Όταν ήρθε σε γνώση της Ασφαλιστικής ότι ο κατηγορούμενος εισέπραττε χρήματα χωρίς να τα αποδίδει σε αυτήν, τον κάλεσε στο γραφείο του και του ανέφερε ότι η συνεργασία μαζί του θα τερματιζόταν. Τότε ο κατηγορούμενος υπόγραψε τη βεβαίωση, Τεκμήριο 8, με την οποία εξουσιοδοτούσε την Ασφαλιστική να εισπράξει τα χρήματα του Ταμείου Προνοίας του για να τα συμψηφίσει με τα οφειλόμενά του. Το Ταμείο Προνοίας δεν ήταν αρκετό για να καλύψει ολόκληρο το ποσό που ο κατηγορούμενος χρωστούσε στην Ασφαλιστική. Η τακτική που ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται πως ακολουθούσε δεν ήταν εις γνώση της εταιρείας, ενώ αν ενεργούσε με τον τρόπο που ισχυρίστηκε, δρούσε αντισυμβατικά. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ3 επέμεινε στα λεγόμενά του, αναφέροντας περισσότερες λεπτομέρειες. Ανέφερε ότι σύμφωνα με τη συμφωνία συνεργασίας ασφαλιστικού συμβούλου μεταξύ των μερών, Τεκμήριο 17 και Τεκμήριο 18 (στο εξής «η Συμφωνία») και τον όρο 13(α) αυτής, ο κατηγορούμενος ήταν υποχρεωμένος να εισπράττει από τους πελάτες τα ασφάλιστρα και να τα καταβάλλει στην Ασφαλιστική αμέσως, χωρίς καθυστέρηση. Σύμφωνα με τον ίδιο όρο η εταιρεία δικαιούτο να διεκδικήσει από τον κατηγορούμενο πληρωμή των ασφαλίστρων «ανεξάρτητα του εάν είσπραξε τα ασφάλιστρα αυτά ή όχι από τους ασφαλισμένους». Οι ίδιες πρόνοιες, είπε, περιλαμβάνονται και στους όρους 4(ε) και (στ) της συμφωνίας. Σύμφωνα δε με τον όρο 13(β) της συμφωνίας, τα ασφάλιστρα που αφορούν σε ασφάλιση γενικού κλάδου (όπως ήταν τα επίδικα ασφάλιστρα), ο κατηγορούμενος όφειλε να τα εισπράξει το «αργότερο μέχρι το τέλος του μεθεπόμενου μήνα από της ημερομηνίας έκδοσης ή ανανέωσης των αντίστοιχων ασφαλιστικών συμβολαίων», αλλά και πάλι με την είσπραξη τους όφειλε αμέσως να τα καταβάλει στην Ασφαλιστική χωρίς καθυστέρηση. Εξήγησε πως δυνάμει των πιο πάνω συμβατικών όρων, αφ΄ης στιγμής ο κατηγορούμενος είσπραξε τα ασφάλιστρα από τους πελάτες έπρεπε άμεσα να τα καταβάλει στην Ασφαλιστική. Αντίθετα, λειτουργούσε με μπλοκ δικής του εταιρείας και όχι της Ασφαλιστικής καταθέτοντας τα λεφτά που είσπραξε από τους πελάτες σε προσωπικό του λογαριασμό. Εξήγησε επίσης πως η Συμφωνία, Τεκμήριο 17, δεν επέτρεπε στον κατηγορούμενο να ενεργεί σε συνεργασία με οποιανδήποτε άλλη Ασφαλιστική εταιρεία και ούτε μπορούσε να διεξάγει άλλη εργασία χωρίς τη γραπτή άδεια ή/και συγκατάθεση της Ασφαλιστικής (όροι 2(δ)(i) και (ii) της Συμφωνίας). Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης η Αστυνομία τον κάλεσε για κατάθεση, την οποία και έδωσε, επιβεβαιώνοντας τα λεγόμενα της ΜΚ
  8. Εξήγησε πως μόνο όταν η Ασφαλιστική ανακάλυψε την οικειοποίηση των επίδικων χρημάτων ο κατηγορούμενος προθυμοποιήθηκε να διευθετήσει οικονομικά τις διαφορές του με την Ασφαλιστική, ενώ θα έπρεπε μόλις εισέπραττε τα ασφάλιστρα να τα αποδώσει. Όταν του υπεβλήθη ότι η παρούσα ποινική υπόθεση σκοπό έχει να πιέσει τον κατηγορούμενο να εξοφλήσει το επίδικο ποσό, διαχώρισε μεταξύ του ποινικού αδικήματος και της αστικής αξίωσης της εταιρείας, για την οποία καταχωρίστηκε η αγωγή, Τεκμήριο
  9. Εξήγησε πως ο λόγος καταχώρησης παραπόνου στην Αστυνομία ήταν διότι δεν ήταν η πρώτη φορά που παρατηρήθηκαν οικονομικές ατασθαλίες του κατηγορούμενου σε σχέση με τις υποχρεώσεις του στην Ασφαλιστική. Του έδωσαν αρκετές ευκαιρίες, χωρίς ο ίδιος να συμμορφωθεί και τελικά αποφασίστηκε πως έπρεπε να δοθεί ένα τέλος στη συμπεριφορά αυτή με την τιμωρία του κατηγορούμενου. Εν πάση περιπτώσει η συμπεριφορά αυτή έθετε σε ανυποληψία την Ασφαλιστική στα μάτια του κοινού, αλλά επέτρεπε εμμέσως και στους υπόλοιπους ασφαλιστές να ενεργούν με τον ίδιο τρόπο, κάτι το οποίο δεν ήταν πλέον ανεκτό από την Ασφαλιστική. Το οφειλόμενο ποσό στην Ασφαλιστική ήταν κατά πολύ μεγαλύτερο από το Ταμείο Προνοίας του και έτσι δεν μπόρεσε, ούτε και με τον συμψηφισμό, να εξοφληθεί πλήρως. Πάντως, είπε τα επίδικα ποσά δεν εξοφλήθηκαν από το Ταμείο Προνοίας. Η Ασφαλιστική συνέχισε να ασφαλίζει τους πελάτες του κατηγορούμενου, διότι πλήρωσαν τα ασφάλιστρά τους, αλλά σε δική της ζημιά, αφού ουδέποτε τα είσπραξε. Θεωρώ τον ΜΚ2 απόλυτα αξιόπιστο μάρτυρα. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεξάρτητος αφού εργάζεται σε υπεύθυνη θέση στην Ασφαλιστική, όμως το περιεχόμενο των λεγομένων του, η στάση του έναντι του Δικαστηρίου, οι σαφείς και χωρίς υπεκφυγές τοποθετήσεις του στο Δικαστήριο και η συνοχή και η συνέπεια των λεγομένων του με τη λοιπή αξιόπιστη μαρτυρία στην υπόθεση, με οδηγούν στο ότι μπορώ να βασιστώ στα λεγόμενά του για να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα. Η, δε, ερμηνεία του των όρων 2(δ)(i) και (ii), 4(ε) και (στ) και 13(α) και (β) της Συμφωνίας ελέγχεται ως ορθή από το Δικαστήριο. Αντίθετα, η θέση του, όπως και της ΜΚ3, ότι ο κατηγορούμενος όφειλε να χρησιμοποιεί αποκλειστικά μπλοκ αποδείξεων της Ασφαλιστικής για την είσπραξη ασφαλίστρων, δεν φαίνεται να προκύπτει μέσα από τη Συμφωνία και έτσι δεν θα θεωρήσω ότι ο κατηγορούμενος ήταν συμβατικά δεσμευμένος προς τούτο. Το ότι αρχικά ο ΜΚ2 δεν θυμόταν αν πρώτοι οι πελάτες ή η Ασφαλιστική έκαναν παράπονο στην Αστυνομία, δεν μπορεί να επιδράσει αρνητικά στην αξιοπιστία του, λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που παρήλθε από τότε και λόγω του ότι η ΜΚ3 ήταν αυτή που κατέθεσε πρώτη στην Αστυνομία και είχε μιλήσει τηλεφωνικά με τους πελάτες. Η προθυμία του ΜΚ2 να φέρει έγγραφα για να υποστηρίξει τα λεγόμενά του, τα οποία εν τέλει ουδέποτε του ζητήθηκαν από τον αντεξετάζοντα συνήγορο, είναι ένδειξη της αξιοπιστίας του και όχι το αντίθετο, όπως επιχειρηματολόγησε η υπεράσπιση. Οι τοποθετήσεις του ότι η επίδικη περίπτωση, όπου ο κατηγορούμενος είσπραξε ασφάλιστρα και δεν τα απέδωσε στην Ασφαλιστική, διαφέρει από περιπτώσεις, στις οποίες ο κατηγορούμενος δεν εισέπραττε ασφάλιστρα, αλλά ήταν και πάλι συμβατικά υποχρεωμένος να τα αποδώσει στην Ασφαλιστική, ελέγχεται ως απόλυτα ορθή από το Δικαστήριο με βάση τη Συμφωνία. Δεν θεωρώ πως το κίνητρο του ήταν αλλότριο στην καταγγελία του κατηγορούμενου, αλλά όπως ανέφερε σκοπός ήταν η παραδειγματική τιμωρία του για σκοπούς αποτροπής του ιδίου και άλλων ασφαλιστών μελλοντικά. Ο κατηγορούμενος στην ανακριτική κατάθεσή του στην Αστυνομία, Τεκμήριο 2, παραδέχθηκε πως είχε δικό του βιβλιάριο επιταγών και για να μην μείνουν εκτεθειμένοι κάποιοι πελάτες του εισέπραττε ασφάλιστρα από άλλους πελάτες και τα κατέθετε σε λογαριασμούς των πρώτων. Δεν είχε πρόθεση να οικειοποιηθεί τα χρήματα των πελατών του, αλλά έκανε απλώς κατακράτηση ασφαλίστρων, χωρίς όμως να αφήνει οποιονδήποτε πελάτη του εκτεθειμένο. Υπόγραψε βεβαίωση, ώστε να εξοφληθεί από το Ταμείο Προνοίας του στην Ασφαλιστική το οφειλόμενο ποσό και θεωρεί ότι έχουν ξεκαθαριστεί τα υπόλοιπα των πελατών και ο ίδιος δεν οφείλει οτιδήποτε στην εταιρεία. Σε τηλεφωνική του επικοινωνία με τη Χαρά Κωνσταντίνου του Νομικού Τμήματος της Ασφαλιστικής στις 12/10/2015 ξεκαθαρίστηκε σ' αυτόν ότι τα επίδικα ποσά δεν είχαν εξοφληθεί από το Ταμείο Προνοίας. Επιμένει ότι η Ασφαλιστική όφειλε, με βάση τη συγκατάθεσή του, να εξοφλήσει από το Ταμείο Προνοίας και τα επίδικα ποσά. Στην ανώμοτή του δήλωση ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι δεν έκλεψε τα επίδικα ποσά και ήταν «εκ των πραγμάτων και εκ της λογικής αδύνατον να τα οικειοποιηθεί», αφού είχε συμβατική υποχρέωση να τα επιστρέψει, είτε τα εισέπραττε είτε όχι. Δεν ενέργησε με δόλο, εξέδιδε αποδείξεις στους πελάτες του, ενεργώντας με διαφάνεια. Συνεργάστηκε με την Αστυνομία, αλλά αυτή δεν ερεύνησε την υπόθεση ως όφειλε. Αντιθέτως, αποδέχθηκε αβασάνιστα τους ισχυρισμούς των λειτουργών της Ασφαλιστικής, δείχνοντας προχειρότητα στη διερεύνηση και μεροληψία εναντίον του. Αξίζει να σημειωθεί ότι, στην ανόμωτη αυτή δήλωση ο κατηγορούμενος δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικό με την πρακτική είσπραξης των ασφαλίστρων και κατάθεσής τους σε λογαριασμούς άλλων πελατών, ως ισχυρίστηκε στην κατάθεσή του στην Αστυνομία. Η ανώμοτη δήλωση είναι απόλυτο δικαίωμα οποιουδήποτε κατηγορούμενου σε ποινική δίκη. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία, με την έννοια ότι δεν είναι ικανή να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη (βλ. μεταξύ άλλων Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22). Ό,τι προκύπτει ως σημαντικό από το σύνολο της σχετικής νομολογίας είναι πως η ανώμοτη δήλωση δεν αποτελεί μαρτυρία, με την αυστηρή έννοια του όρου, ούτε αξιολογείται από το Δικαστήριο ωσάν να ήταν μαρτυρία. Έχει αξία περισσότερο πειστική, παρά αποδεικτική. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που μόνο με μαρτυρία μπορούν να αποδειχθούν, αλλά μπορεί να βοηθήσει στην θεώρηση της μαρτυρίας κάτω από μια διαφορετική σκοπιά (βλ. μεταξύ άλλων Vrakas and Another v. Repbublic
(1972)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 12). Και, βεβαίως, η ανώμοτη δήλωση δεν μπορεί να συμπληρώνει τυχόν κενά στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία συνεχίζει να παραμένει υπόχρεη στην απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας με την παρουσίαση αξιόπιστης και επαρκούς μαρτυρίας (βλ. Θεοχάρους (ανωτέρω) και Αχτάρ κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 397). Εν όψει των πιο πάνω, η πειστική αξία που μπορεί να δοθεί στην απενοχοποιητική ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου είναι μηδαμινή, αφού δεν υποστηρίζεται από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία στην υπόθεση. Τα όσα αναφέρει περί μη ύπαρξης πρόθεσης οικειοποίησης των επίδικων ποσών, τα εξετάζω κατωτέρω. Πάντως σημειώνω στο σημείο αυτό, ότι αν και ο κατηγορούμενος αναφέρει στην κατάθεσή του στην Αστυνομία ότι θεωρεί ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Ασφαλιστική, ποτέ δεν δόθηκε σαφής απάντηση από την Υπεράσπιση αν ο κατηγορούμενος επέστρεψε τα επίδικα ποσά στην Ασφαλιστική, παρόλο που το ερώτημα τέθηκε σαφώς από το Δικαστήριο. Διυλίζοντας τη μαρτυρία σε αναζήτηση απάντησης, προκύπτει, μέσα από τη μαρτυρία του ΜΚ2, ότι το ποσό αυτό δεν εξοφλήθηκε από το Ταμείο Προνοίας του κατηγορούμενου, μέσα από τη μαρτυρία της ΜΚ3, ότι το Ταμείο Προνοίας δεν ήταν επαρκές για να καλύψει ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό του κατηγορούμενου προς την Ασφαλιστική και μέσα από το Τεκμήριο 22, αγωγή XXXXX/15 του Ε.Δ. Λευκωσίας, εναντίον, μεταξύ άλλων, του κατηγορούμενου και της εταιρείας του, ότι ακόμα και μετά τον συμψηφισμό των οφειλόμενων του κατηγορούμενου και του Ταμείου Προνοίας του, παρέμεινε υπόλοιπο €59.868,67 το οποίο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το επίδικο εν προκειμένω ποσό. Γ. Ευρήματα Τα όσα προέκυψαν ως μη αμφισβητούμενα στην παρούσα υπόθεση και αναφέρονται στη σελίδα 1-2 της παρούσας, κατέστησαν αυτόματα ευρήματα του Δικαστηρίου. Η Συμφωνία μεταξύ των μερών προνοούσε στον όρο 13(α) και (β) αυτής ότι, οι εισπράξεις του κατηγορούμενου προερχόμενες από ασφάλιστρα γενικού κλάδου θα γίνονταν το αργότερο μέχρι το τέλος του μεθεπόμενου μήνα από της ημερομηνίας έκδοσης ή ανανέωσης των αντίστοιχων ασφαλιστικών συμβολαίων και η καταβολή τους στην Ασφαλιστική θα γινόταν αμέσως μετά την είσπραξή τους, χωρίς καμία καθυστέρηση. Ο όρος 2(δ)(ii) της Συμφωνίας προνοούσε ότι, η συνεργασία του κατηγορούμενου με την Ασφαλιστική θα είναι αποκλειστική και δεν θα διεξάγει έμμεσα ή άμεσα οποιαδήποτε άλλη εργασία χωρίς τη γραπτή άδεια ή και συγκατάθεση της Ασφαλιστικής. Ο κατηγορούμενος είσπραξε ποσό €400 από τον ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου, ποσό €96,75 από την ΧΧΧΧΧ Οδυσσέως, εκ μέρους του αδελφότεκνού της, ΧΧΧΧΧ Βαρέλια, και €300 από τη ΧΧΧΧΧ Οδυσσέως, εκδίδοντας για αυτά αποδείξεις από μπλοκ αποδείξεων δικών του ιδιωτικών εταιρειών και όχι από μπλοκ αποδείξεων της Ασφαλιστικής. Στην περίπτωση του Κωνσταντίνου ΧΧΧΧΧ αποδέχθηκε έμβασμα σε λογαριασμό της εταιρείας του και όχι της Ασφαλιστικής. Ουδέποτε απέδωσε τα επίδικα ποσά στην Ασφαλιστική και αυτά δεν εξοφλήθηκαν από το Ταμείο Προνοίας του, αφού το πιστωτικό υπόλοιπο αυτού δεν ήταν επαρκές για να καλύψει ολόκληρο το χρεωστικό του υπόλοιπο στην Ασφαλιστική. Ο κατηγορούμενος έχει κι άλλες, κατ΄ισχυρισμό οφειλές προς την Ασφαλιστική, οι οποίες δεν αποτελούν μέρος των επίδικων θεμάτων στην παρούσα και για τις οποίες η Ασφαλιστική κίνησε εναντίον του την αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με αριθμό XXXXX/15. Δ. Νομική πτυχή Η νομολογία σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής, ως προνοείται στο άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154[1] συνοψίσθηκε, με αναφορά και στην αγγλική νομολογία, στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ
  1. Τα συστατικά στοιχεία, λοιπόν, του εν λόγω αδικήματος, ως προκύπτουν και από την εν λόγω απόφαση, είναι τα εξής:
  2. Ο κατηγορούμενος να απέκτησε κατοχή και να αποκόμισε περιουσία,
  3. Αυτό να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια να την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση,
  4. Ο κατηγορούμενος να ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη,
  5. Η περιουσία να είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και
  6. Ο κατηγορούμενος να είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της μόνιμα ή παρόλο που δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, να προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της. Η έννοια του όρου «με δόλιο τρόπο» σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Τόσο η κατοχή όσο και η αποκόμιση πρέπει να γίνει σκόπιμα και χωρίς λάθος εκ μέρους του κατηγορούμενου, ότι η περιουσία ανήκε σε άλλο πρόσωπο (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14). Η έννοια της λέξης «περιουσία» είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει σχεδόν οποιαδήποτε μορφή περιουσίας, κάθε έμψυχο ή άψυχο, δυνάμενο να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας (βλ. και άρθρο 4 του Κεφ. 154). Δεν είναι αναγκαία η φυσική αποκόμιση της κλαπείσας περιουσίας. Ούτε έχει επίδραση στη στοιχειοθέτηση της κλοπής το γεγονός ότι δεν κατέστη δυνατόν να εντοπισθεί το κλαπέν ποσό ή η κατάληξη του (βλ. Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 646). «Αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη» - «claim of right made in good faith», σημαίνει γνήσια πεποίθηση από πλευράς αυτού που αποκτά κατοχή της περιουσίας ότι έχει το δικαίωμα να την αποκτήσει και να την κρατήσει (βλ. Kenny's Outlines of Criminal Law, ανωτέρω, σελ. 295, §281). Περαιτέρω, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα βρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα περιστατικά της υπόθεσης. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Η πρόθεση να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από την περιουσία πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο της ιδιοποίησης των χρημάτων, δηλαδή, όταν ο κατηγορούμενος αποκτά την περιουσία χωρίς να έχει αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, όχι απαραίτητα κατά την πραγματική απόκτηση αυτών, η οποία δύναται, όπως εν προκειμένω, να έγινε νόμιμα ( βλ. Λοϊζίδου Παναγή ν. Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2012)2 ΑΑΔ 794). Άλλωστε, η προγενέστερη της κλοπής απόκτηση της περιουσίας, είναι απαραίτητη προϋπόθεση, ώστε να πληρούνται τα επιπρόσθετα συστατικά στοιχεία του άρθρου 270(β). Σύμφωνα με την Παναγή (ανωτέρω), τα περαιτέρω συστατικά στοιχεία του αδικήματος του Άρθρου 270(β), πέραν αυτών του άρθρου 255 είναι:
(1)ότι η περιουσία πρέπει να εμπιστευθεί στον υπαίτιο,
(2)για ασφαλή φύλαξη, χρήση, πληρωμή ή παράδοση και
(3)για οποιοδήποτε σκοπό ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές στα γεγονότα εν προκειμένω προκύπτουν τα εξής: Ενώ ο κατηγορούμενος απέκτησε τα επίδικα ποσά με την συγκατάθεση των πελατών, εν τούτοις τα ιδιοποιήθηκε χωρίς τη συγκατάθεσή τους. Οι πελάτες εμπιστεύθηκαν τα επίδικα ποσά στον κατηγορούμενο, ώστε αυτός να τα παραδώσει με ασφάλεια στην Ασφαλιστική με σκοπό να εξοφλήσουν τα ασφάλιστρά τους. Ο Κατηγορούμενος δεν το έπραξε. Ενώ, δηλαδή, ο κατηγορούμενος είχε νόμιμο δικαίωμα να εισπράξει τα χρήματα από τους πελάτες, δεν είχε δικαίωμα να τα κατακρατήσει, αλλά έπρεπε να τα αποδώσει στην Ασφαλιστική. Το ότι ο κατηγορούμενος, για την είσπραξη των επίδικων ποσών, επέλεξε να χρησιμοποιήσει δύο διαφορετικά μπλοκ αποδείξεων δύο ξεχωριστών δικών του εταιρειών και σε μία περίπτωση εισέπραξε τα χρήματα με απευθείας έμβασμα στον προσωπικό του λογαριασμό (Τεκμήρια 5,6 και 7), καθώς και το ότι μόνο όταν συνειδητοποίησε ότι η Ασφαλιστική γνώριζε για την είσπραξη των επίδικων ποσών από τους πελάτες, μέσω του παραπόνου των ιδίων, έδωσε τη συγκατάθεση του για αποκοπή των οφειλόμενων από το Ταμείο Προνοίας του και όχι πιο πριν, με οδηγεί σε ασφαλές συμπέρασμα ότι κατά το χρόνο της ιδιοποίησης των χρημάτων ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να κλέψει τα επίδικα ποσά. Τούτη η πρόθεση, εν προκειμένω (αν και όχι πάντα), προκύπτει επίσης εκ του αποτελέσματος, ότι δηλαδή τα επίδικα ποσά δεν καταβλήθηκαν μέχρι σήμερα στην Ασφαλιστική. Το επιχείρημα, με τον τρόπο που τέθηκε από την Υπεράσπιση, ότι, δεν θα ήταν δυνατόν ο κατηγορούμενος να έκλεβε τα επίδικα ποσά, διότι ήταν συμβατικά δεσμευμένος στην επιστροφή τους, δεν μπορεί να αποτελέσει υπεράσπιση. Εάν οικειοποιούμενος τα χρήματα, ο κατηγορούμενος ενήργησε κατά τρόπο που, σύμφωνα με τη Συμφωνία, έθετε στον εαυτό του τη συμβατική υποχρέωση να τα πληρώσει εν τέλει, είναι παντελώς ξεχωριστό ερώτημα από το εάν διέπραξε κλοπή. Ούτε αποκλείεται, στη λογική των πραγμάτων, ένας να ενεργήσει παράνομα, παρόλο που ενεργώντας έτσι ενεργεί και αντισυμβατικά. Το κατά πόσο οι ενέργειες του Κατηγορούμενου ήταν, εκτός από αξιόποινες και επιπρόσθετα αντισυμβατικές δεν είναι θέμα που άπτεται της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου τούτου. Την τυχόν αντισυμβατικότητα της συμπεριφοράς του θα την αποφασίσει το Δικαστήριο που έχει πολιτική δικαιοδοσία και στα πλαίσια της αγωγής, Τεκμήριο
  1. Εν τούτοις, εάν υπήρχε θετική και αξιόπιστη μαρτυρία στην υπόθεση ότι, ο Κατηγορούμενος επέστρεψε στην Ασφαλιστική τα επίδικα ποσά, αυτή θα μπορούσε να ενεργήσει ως στοιχείο που θα συνυπολογιζόταν ώστε να κριθεί εάν υπήρξε ή όχι η αναγκαία πρόθεση για κλοπή, κατά το χρόνο ιδιοποίησης των χρημάτων. Όμως, τέτοια μαρτυρία ουδέποτε δόθηκε στην υπόθεση. Αντιθέτως, δόθηκε αξιόπιστη μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε επέστρεψε στην Ασφαλιστική τα οφειλόμενα ποσά. Η τοποθέτηση της Υπεράσπισης ότι, επηρεάστηκαν δυσμενώς τα δικαιώματα του Κατηγορούμενου διότι κατά την ανάκρισή του από την Αστυνομία κατηγορήθηκε δυνάμει του άρθρου 268 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο αναφέρεται σε κλοπή υπό γραμματέα ή υπηρέτη, ενώ στο κατηγορήτηριο η νομική βάση των κατηγοριών είναι το άρθρο 270(β), το οποίο αναφέρεται σε κλοπή υπό αντιπροσώπου, δεν ευσταθεί διότι ο κατηγορούμενος ήταν εξαρχής ενήμερος ότι κατηγορείτο για κλοπή και ήταν σε θέση να προωθήσει τις θέσεις του, λεπτομερώς, τόσο στην Αστυνομία όσο και στο Δικαστήριο. Δεν του αποστερήθηκε το δικαίωμα να εγείρει, αποτελεσματικά, την υπεράσπισή του. Η διαφορετικότητα στη νομική βάση της κατηγορίας ουδόλως επέδρασε στον τρόπο που αυτός άσκησε τα δικαιώματα του. Εξάλλου, η ιδιότητα υπό την οποία διέπραξε τα αδικήματα, ουδέποτε αμφισβητήθηκε. Ήταν, αδιαμφισβήτητα, αντιπρόσωπος και όχι υπάλληλος της Ασφαλιστικής, βάσει της Σύμβασης, Τεκμήρια 17 και
  2. Τέλος, σημειώνω πως η θέση της Υπεράσπισης ότι, ο τρόπος με τον οποίο χειρίστηκε την ακρόαση της υπόθεσης η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής καταπάτησε τα ανθρώπινα δικαιώματα του Κατηγορούμενου, δεν επεξηγήθηκε ή εξειδικεύθηκε επαρκώς, ώστε να καταστεί κείμενη προς εξέταση. Εν πάση περιπτώσει, δεν διέκρινα οτιδήποτε μεμπτό στο χειρισμό της Κατηγορούσας Αρχής. Αυτό θεωρώ ότι προκύπτει και από τα πρακτικά της διαδικασίας. Ως προς τον τρόπο χειρισμού της διαδικασίας εκ μέρους του συνηγόρου Υπεράσπισης θα αφήσω τα πρακτικά ημερ. 3/7/2020 να μιλήσουν από μόνα τους. Ε. Κατάληξη Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος καταδικάζεται στις κατηγορίες 1, 2 και
  3. ( Υπ.) Μ.Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] 255.-
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή- (
  1. i)με τέχνασμα (
  2. ii)με εκφοβισμό (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο (
  3. iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς. (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.