Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αργυρίδης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 839/16, 8/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B211 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΙΟΝ: Μ.Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 839/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν.
- XXXXXX Αργυρίδης
- XXXXXX Κωνσταντίνου Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 8 Δεκεμβρίου 2020 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Θεμιστοκλέους Για κατηγορούμενους: κ. Ευτυχίου Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Οι κατηγορίες Στη βάση του κατηγορητηρίου ο κατηγορούμενος 1 κατηγορείται πως στις 22/12/2015 στο Στρόβολο εξύβρισε τον XXXXXX Αργυρίδη (στο εξής «ο παραπονούμενος») με τη φράση «γάδαρο», «βλάκα» και «παλαβό», με τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση, κατά παράβαση του Άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 1), ότι περαιτέρω προκάλεσε τρόμο στον παραπονούμενο απειλώντας τον με παράνομη πράξη, δηλαδή αναφέροντάς του τη φράση «θα σε σκοτώσω», κατά παράβαση των Άρθρων 91A και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 2) και ότι επιτέθηκε στον παραπονούμενο κατά παράβαση του Άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 3). Η κατηγορουμένη 2 κατηγορείται για δημόσια εξύβριση του παραπονούμενου, κατά παράβαση του Άρθρου 99 του Κεφ. 154, ότι δηλαδή τον εξύβρισε με τις φράσεις ''παλαβούς, βλάκες'' και ''70 χρονών παλιόγερο'', με τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Έρεισμα για την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης παρείχε αντιπαράθεση μεταξύ παραπονούμενου και κατηγορουμένων, οι οποίοι ήταν πρώην συνιδιοκτήτες της στέγης γερόντων XXXXXX στο Στρόβολο (στο εξής «το γηροκομείο»). Ο κατηγορούμενος 1 είναι αδελφός με τον παραπονούμενο, ενώ η κατηγορουμένη 2 είναι ιατρός στο επάγγελμα και διευθύντρια μέχρι σήμερα του γηροκομείου. Β. Η μαρτυρία και η αξιολόγησή της Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Προβαίνω σε αυτή την αξιολόγηση με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθενός στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση υπόψη μου είχα και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός, με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα, δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του ξεχωριστά, αλλά πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162). Κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων στην παρούσα ποινική υπόθεση είχα υπόψη μου και το εξής σαφές και περιεκτικό απόσπασμα από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στη Monteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459: «Το έργο του Δικαστηρίου στην αναζήτηση της αλήθειας στο μέτρο βεβαίως του ανθρωπίνως δυνατού, είναι έργο περίπλοκο, περίτεχνο και ιδιαίτερα λεπτό. Η ανθρώπινη εμπειρία, την αντικειμενική συνισταμένη της οποίας εκφράζει το κάθε Δικαστήριο, διδάσκει ότι είναι απροσδιόριστα απεριόριστη η περιπτωσιολογία της ανθρώπινης έκφρασης μ' όλες τις εκφάνσεις της. Είναι γι' αυτό που ένα Δικαστήριο, ιδιαιτέρως ποινικής δικαιοδοσίας, οφείλει να διυλίζει, να διηθίζει και να φιλτράρει την όλη μαρτυρία με περισσή επιμέλεια και τέτοια προσοχή έτσι ώστε αν καταλήξει σε ενοχή, αυτή να είναι συμβατή με το διαχρονικό αξίωμα και θεμέλιο στην ποινική δίκη, ότι ουδείς καταδικάζεται εκτός εάν κριθεί ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Μαρτυρία στην υπόθεση έδωσαν για την Κατηγορούσα Αρχή ο XXXXXX Αργυρίδης, παραπονούμενος και οι δύο κατηγορούμενοι ενόρκως για την Υπεράσπιση, ενώ ως παραδεκτά γεγονότα στην υπόθεση καταχωρίστηκαν τα Τεκμήρια 4, 5 και 8, από τα οποία προκύπτουν τα εξής: Ο παραπονούμενος πήγε στο Σταθμό Στροβόλου στις 22/12/2015 και περί ώρα 20:45 και ανέφερε το επίδικο συμβάν, ως το εξιστορεί στην κατάθεσή του. Στις 25/12/2015 ο παραπονούμενος απαίτησε, κατόπιν λήψεως συμβουλής από τον δικηγόρο του, όπως η υπόθεση διερευνηθεί από την Αστυνομία και καταχωριστεί κατηγορητήριο εναντίον των κατηγορουμένων. Η Αστ. XXXXX, Χρ. Χατζηαβραάμ, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 και τον κατηγόρησε γραπτώς στις 15/01/2016 και αυτός απάντησε ''δεν παραδέχομαι''. Η Αστ. XXXXX, Θ. Σιακαλλή, έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορουμένη 2 και της επέστησε την προσοχή της στον Νόμο και αυτή απάντησε ''δεν εξύβρισα κανέναν, ό, τι είχα να πω, το είπα στην κατάθεσή μου.'' Ο παραπονούμενος στην κατάθεσή του ανέφερε ότι, ήταν συνιδιοκτήτης του γηροκομείου και τις μετοχές του τις μεταβίβασε στα παιδιά του πριν περίπου 12 χρόνια. Σύμφωνα με απόφαση Δικαστηρίου, είπε, ο γιος του, Λούκας Αργυρίδης, ο οποίος δεν είναι μέτοχος στο γηροκομείο, μπορεί να εργάζεται ως νοσηλευτής και είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου. Στις 22/12/2015 και περί ώρα 20:00 θα γινόταν σύσκεψη του Διοικητικού Συμβουλίου στο γηροκομείο και ο γιος του δεν μπορούσε να παρευρεθεί. Έτσι, του υπόγραψε πληρεξούσιο για να παρευρεθεί στη θέση του. Όταν έφτασε εκεί, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 βγήκαν έξω και άρχισαν να του φωνάζουν γιατί πήγε εκεί και να φύγει αμέσως. Ο κατηγορούμενος 1 τον αποκάλεσε ''γάδαρο, βλάκα και παλαβό'' και τον απείλησε ότι αν ξαναπάει στο γηροκομείο θα τον σκοτώσει. Η κατηγορουμένη 2 του είπε ''παλαβούς και βλάκες εν θέλουμε δαμέ'' και ''70 χρονών παλιόγερο εν τον θέλουμε δαμέ μαζί μας.'' Ο ίδιος δεν τους έβρισε, αλλά τους έδειξε μόνο το πληρεξούσιο και τότε ο κατηγορούμενος 1 το άρπαξε από τα χέρια του και πριν το διαβάσει το έσκισε και το πέταξε στο πάτωμα. Ο παραπονούμενος αρνήθηκε να φύγει και ο κατηγορούμενος 1 τον έσπρωξε με τα δύο του χέρια στο στήθος και τον κλότσησε με το γόνατό του στην κοιλιά, χωρίς να τραυματιστεί. Δεν επιθυμεί να εξεταστεί από γιατρό. Ο παραπονούμενος στο Δικαστήριο διάνθησε τα λεγόμενά του με περισσότερες λεπτομέρειες. Προέκυψε πως ήταν πικραμένος με τους κατηγορούμενους, διότι όπως είπε ο αδελφός του, με την κατηγορούμενη 2 συμφώνησαν να κάνουν το γηροκομείο δικό τους. Παρόλο που εξαρχής είχε 30% μετοχικό κεφάλαιο στο γηροκομείο, τώρα κατέχει μόνο το 5% «με τον πόλεμο που μας κάνουν». Ήταν επίσης πικραμένος, διότι δεν διόρισαν το γιο του στο Διοικητικό Συμβούλιο, ούτε και του πρόσφεραν εργασία, όπως προνοείται στη συμφωνία επί Δικαστηρίω, Τεκμήριο
- Τόσο πικραμένος μάλιστα, που ο ίδιος παραδέχθηκε πως παρευρίσκεται σε Γενικές Συνελεύσεις της εταιρείας του γηροκομείου (χωρίς να εξηγήσει υπό ποία ιδιότητα, αφού ήταν κοινό έδαφος ότι ούτε διευθυντής του γηροκομείου είναι, ούτε μέτοχος), οι οποίες δεν έχουν ποτέ αίσιο τέλος διότι ο ίδιος υπογράφει πως δεν αποδέχεται τα πρακτικά αυτών. Προέκυψε, εν κατακλείδι, πως είναι πικραμένος, διότι η οικογένειά του κατέχει μειοψηφικό ποσοστό στην εταιρεία, δεν περνά ο λόγος του και δεν μπορεί να το δεχθεί. Ο κατηγορούμενος 1 στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 6, ανέφερε πως έχει ποσοστό 48% στο γηροκομείο, η κατηγορουμένη 2 ποσοστό 47% και ο παραπονούμενος ποσοστό 5% των μετοχών αυτού. Στις 15:00 της 22/12/2015 τηλεφώνησε στον XXXXXX Αργυρίδη, αδελφότεκνό του και γιο του παραπονούμενου, ο οποίος είναι νοσηλευτής στο γηροκομείο και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού και του ανέφερε ότι την ίδια μέρα και στις 20:00 θα γινόταν συνάντηση του Διοικητικού Συμβουλίου. Στις 20:15 περίπου εμφανίστηκε στην είσοδο του γηροκομείου ο παραπονούμενος και τον ρώτησε τι ήθελε εκεί και αυτός του είπε ''να με σε κόφτει.'' Ξανατηλεφώνησε στον XXXXX και δεν απάντησε και έτσι είπε στην κατηγορούμενη 2 να φύγουν. Ο παραπονούμενος κρατούσε μία κόλλα χαρτί και του φώναζε να την υπογράψει και όταν ο κατηγορούμενος 1 πήγε κοντά και ζήτησε να δει τι γράφει πάνω, ο παραπονούμενος του την έδωσε, αλλά πριν προλάβει να δει τι έγραφε, την τράβηξε απότομα προς το μέρος του. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αποχώρησαν από το μέρος, ενώ ο παραπονούμενος ήταν ακόμη εκεί. Δεν τον έβρισε, ούτε τον έσπρωξε, ούτε τον απείλησε. Έχει οικονομικές διαφορές με τον παραπονούμενο, για τις οποίες υπάρχουν δικαστηριακές υποθέσεις και από τότε ο τελευταίος πηγαίνει στο γηροκομείο, φωνάζει και προκαλεί προβλήματα. Ο κατηγορούμενος 1 στη μαρτυρία του στο Δικαστήριο είχε διαφορετική εκδοχή, και από τον παραπονούμενο και από την κατηγορούμενη 2, ως προς το πώς ξεκίνησε το Διοικητικό Συμβούλιο και μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας του γηροκομείου. Είπε ότι, το ξεκίνησε ο ίδιος με 100% μετοχικό κεφάλαιο, ενώ η κατηγορούμενη 2 ήταν ήδη διευθύντριά του. Ύστερα η κατηγορούμενη 2 και ο παραπονούμενος κατέστησαν μέτοχοι, είπε. Αιτιάται τον παραπονούμενο για όλα τα προβλήματα που ο ίδιος δημιουργούσε κατά καιρούς μπροστά στους ένοικους, στους συγγενείς τους και στο προσωπικό του γηροκομείου. Εξήγησε πως ο XXXXXX, γιος του παραπονούμενου διορίστηκε στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας ως προνοούσε το Τεκμήριο 2, αλλά δεν είχε ακόμα τελειώσει τις σπουδές του και δεν μπορούσε ούτε και ήθελε να εργαστεί με πλήρη απασχόληση. Ισχυρίστηκε, ότι ο παραπονούμενος πίστευε ότι οι κατηγορούμενοι τον κορόιδευαν και δεν τηρούσαν τη συμφωνία, Τεκμήριο 2, ενώ αυτοί την τηρούσαν. Η κατηγορουμένη 2 στην κατάθεσή της, Τεκμήριο 9, επιβεβαιώνει αρκετά από τα λεγόμενα του κατηγορούμενου
- Εξηγεί, περαιτέρω, ότι ο λόγος της συνάντησης του Διοικητικού Συμβουλίου στις 22/12/2015 ήταν ο καταμερισμός εργασιών και δεν θα μπορούσε να γίνει στην απουσία του XXXXX, ο οποίος εργαζόταν κατ΄εκείνο το διάστημα όποτε ο ίδιος μπορούσε ως νοσηλευτής στο γηροκομείο. Όταν η ίδια και ο κατηγορούμενος 1 ξεκίνησαν να φύγουν, ο παραπονούμενος άρχισε να τους φωνάζει κλέφτες και γαϊδούρια και ότι θα τους πάρει Δικαστήριο. Του ζήτησε να σταματήσει να φωνάζει και να σεβαστεί τους επισκέπτες, τους ενοίκους και το προσωπικό του γηροκομείου. Έφυγε για να σταματήσει ο παραπονούμενος να φωνάζει. Η ίδια δεν τον εξύβρισε. Είδε ότι κρατούσε ένα χαρτί στα χέρια του, αλλά δεν γνωρίζει τι ήταν. Η κατηγορούμενη 2, μέσω της γραπτής της δήλωσης (έγγραφο Α) έδωσε διαφορετική, τρίτη εκδοχή ως προς το πώς άρχισε τις εργασίες του το γηροκομείο. Εξήγησε πως αρχικά το μετοχικό κεφάλαιο του κατεχόταν κατά 70% από την ίδια, εκ του οποίου κρατούσε 40% για λογαριασμό του κατηγορούμενου 1 και το υπόλοιπο 30% κατέχετο εξ' ημισίας από τα παιδιά του παραπονούμενου XXXXX και XXXXX. Αργότερα αυξήθηκε το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας, είπε, χωρίς η XXXXX και XXXXX Αργυρίδη να συνεισφέρουν στην αύξηση αυτή. Ούτε ο παραπονούμενος, ούτε ο κατηγορούμενος 1 είναι αξιόπιστοι μάρτυρες. Είναι ξεκάθαρο ότι υπάρχουν μεταξύ τους διαφωνίες χρόνων που πηγάζουν από οικονομικές διαφορές, τις οποίες δεν κατάφεραν να επιλύσουν, αν και είναι αδέλφια. Ουδείς, θεωρώ, είπε ολόκληρη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Δεν μπορώ να βασιστώ στα λεγόμενά οποιουδήποτε από αυτούς για να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα στην υπόθεση. Το γεγονός ότι παραπονούμενος και κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκαν σε παράνομη συμπεριφορά, ότι δηλαδή ενώ ήταν δημόσιοι υπάλληλοι και νοσηλευτές στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας διατηρούσαν την ιδιωτική επιχείρηση του γηροκομείου, εκ προοιμίου βάλλει εναντίον της αξιοπιστίας τους. Περαιτέρω, και οι δύο είχαν την τάση να υπερβάλλουν για να αποδείξουν τα λεγόμενά τους. Ο παραπονούμενος ήταν ιδιαίτερα αναξιόπιστος. Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν πήγε στο νοσοκομείο αφού σύμφωνα με την κατάθεσή του στην Αστυνομία, ο αδελφός του τον κλώτσησε, απάντησε «είπα να σεβαστώ την αδελφοσύνη», απάντηση αλλοπρόσαλλη για κάποιον που σύμφωνα με τα δικά του λεγόμενα κίνησε εναντίον του αδελφού του, τουλάχιστον 10 δικαστικές διαδικασίες. Ύστερα απάντησε πως ήθελε απλώς να γίνει παρατήρηση στον αδελφό του για να συνετιστεί, ενώ προκύπτει από το παραδεκτό Τεκμήριο 4 ότι ο δικηγόρος του έκανε φασαρία, διά τηλεφώνου, στον Αστυνομικό Σταθμό Στροβόλου στις 25/12/15 (χριστουγεννιάτικα) για να καταχωριστεί εναντίον των κατηγορουμένων ποινική υπόθεση. Ο κατηγορούμενος 1 ενώ προσκόμισε στο Δικαστήριο κάποιες χειρόγραφες πρόχειρες σημειώσεις για να αποδείξει τα λεγόμενά του σε σχέση με το ωράριο και τρόπο εργασίας του γιου του παραπονούμενου, XXXXXX, στο γηροκομείο, δεν προσκόμισε, ενώ θα μπορούσε να το πράξει σύμφωνα με τα λεγόμενα τόσο του ιδίου όσο και της κατηγορούμενης 2, το επίσημο πρόγραμμα εργασίας του γηροκομείου κατά τον επίδικο χρόνο. Το Τεκμήριο 11 που κατέθεσε είναι όπως προανέφερα πρόχειρο, χειρόγραφο και απροσδιόριστης χρονολογίας. Παρόλο που η κατηγορουμένη 2 μου έκανε καλύτερη εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα από τους άλλους δύο μάρτυρες, εν τούτοις θεωρώ πως η μαρτυρία της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή με την ασφάλεια που απαιτείται σε ποινική υπόθεση. Η κατηγορουμένη 2 έχει κάθε συμφέρον στην υποστήριξη της εκδοχής του κατηγορούμενου 1, διότι τα οικονομικά τους συμφέροντά συμπλέουν, αφού είναι πλέον μεταξύ τους κατά 95% μέτοχοι του γηροκομείου. Η αδυναμία του Δικαστηρίου να στηριχτεί επί των λεγομένων των μαρτύρων στην υπόθεση θεωρώ πως μπορεί να προκύψει μόνο και μόνο από τη σωρεία των διαφορών μεταξύ τους. Εξηγώ. Μόνο από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία στην παρούσα υπόθεση, προκύπτουν οι εξής προηγούμενες ή εκκρεμούσες δικαστηριακές υποθέσεις μεταξύ των διαδίκων ή των οικογενειών τους, σε σχέση με το γηροκομείο ή για συμβάντα που έλαβαν χώρα σε αυτό: 1) Αίτηση Διάλυσης XXXXX/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Τεκμήριο 16). 2) Αγωγή XXXXX/11 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Τεκμήριο 15). 3) Πολιτική Έφεση 43/2011 (βλέπε Τεκμήριο 2). 4) Ποινική Υπόθεση XXXXX/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Τεκμήριο 14). 5) Αγωγή XXXXX/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Τεκμήριο 13). Πάντως, δεν αποκλείεται να εκκρεμούν κι άλλες υποθέσεις μεταξύ τους αφού η κατηγορούμενη 2 έκανε λόγο για άλλες καταγγελίες που ο παραπονούμενος υπέβαλε στην Αστυνομία εναντίον της, ενώ ο παραπονούμενος για περίπου 10 υποθέσεις εναντίον του αδερφού του. Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές διαφορές μεταξύ παραπονούμενου και κατηγορουμένων παρέχουν έρεισμα σε αριθμό δικαστικών διαδικασιών, χωρίς να διαφαίνεται τέλος σε αυτές, δεσμεύοντας πολύτιμο και δημόσιο δικαστικό χρόνο και δυναμιτίζοντας περαιτέρω τις μεταξύ τους σχέσεις. Είναι λυπηρό, δαπανηρό και εν πολλοίς μάταιο όταν οι προσωπικές διαμάχες μεταξύ των διαδίκων τροφοδοτούν τις επιχειρηματικές τους διαφορές και αναζωπυρώνουν αντί να καταλαγιάζουν τις ήδη τεταμένες μεταξύ τους σχέσεις. Γ. Κατάληξη Ελλείψει αξιόπιστης μαρτυρίας στην υπόθεση το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε οποιαδήποτε ευρήματα, επί των οποίων να εφαρμόσει το νόμο. Συνεπώς, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται του κατηγορητηρίου. €80 έξοδα παράστασης μαρτύρων να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.)............... Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο