← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙKΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. CHAHAL κ.α., Αριθμός Υπόθεσης: 15214/20, 5/11/2020

ΑΣΤΥΝΟΜΙKΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. CHAHAL κ.α., Αριθμός Υπόθεσης: 15214/20, 5/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B209 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Αριθμός Υπόθεσης: 15214/20 ΑΣΤΥΝΟΜΙKΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν.

  1. ΧΧΧΧΧ CHAHAL
  2. ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ KUMAR
  3. ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ SINGH
  4. ΧΧΧΧΧ MOHAMMAD
  5. ΧΧΧΧΧ SINGH
  6. ΧΧΧΧΧ SINGH Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 5/11/2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Κα Α. Μιχαήλ μαζί με την κα Μ. Χ" Χριστοδούλου (ασκούμενη) Για τον Κατηγορούμενο 1: Κος Σ. Στυλιανού Κατηγορούμενος 1 παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Τα επίδικα θέματα Όλοι οι κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση παραδέχθηκαν ενοχή στη δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζουν, ότι δηλαδή στις 20 Σεπτεμβρίου 2020 στη Λευκωσία σε δημόσιο χώρο, δηλαδή στην οδό Γρανικού, χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση και εύλογη δικαιολογία είχαν μαζί τους επιθετικά όπλα, δηλαδή τέσσερις σιδερένιους σωλήνες και ένα σιδερένιο σωλήνα με μυτερή άκρη κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3 του περί Επιθετικών Όπλων (Απαγόρευση) Νόμου, Κεφ. 159 και άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  7. Η πρώτη κατηγορία διακόπηκε για όλους τους κατηγορούμενους και έτσι απαλλάγηκαν απ΄αυτήν. Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει και την κατηγορία 3, στην οποία δεν παραδέχθηκε, διά της οποίας του προσάπτεται πως μεταξύ των ημερομηνιών 15/6/20 και 20/9/20 στη Λευκωσία, ενώ ήταν υπήκοος Ινδίας και διέμενε στη Δημοκρατία υπό το καθεστώς του φοιτητή μέχρι 14/6/20 παρέμεινε στη Δημοκρατία μετά την εκπνοή της περιόδου της άδειας παραμονής του, χωρίς άδεια από τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, κατά παράβαση του άρθρου 19

(1)(λ) του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105 (στο εξής «το Κεφ. 105») και των άρθρων 2, 20Β και 20Γ του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(I)/2000 (στο εξής «ο Νόμος»). Κατατέθηκαν δύο παραδεκτά Τεκμήρια στην υπόθεση. Η Κατηγορούσα Αρχή δεν προσήξε περαιτέρω μαρτυρία και έκλεισε την υπόθεσή της. Η υπόθεση πέρασε τη σκόπελο του εκ πρώτης όψεως σταδίου και ο κατηγορούμενος τήρησε σιωπή, ως ήταν δικαίωμά του. Στη βάση του παραδεκτού Τεκμηρίου 2, κατάθεση ημερομηνίας 21/9/2020 της XXXXX Σοφοκλέους, λειτουργού του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, σημειώνεται πως ο κατηγορούμενος αφίχθηκε νόμιμα στην Κύπρο στις 14/6/19 ως φοιτητής στο Atlantic College. Η άδειά του ως φοιτητής έληξε στις 14/6/20 και ως εκ τούτου παραμένει από τότε παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας. Υπάρχει και καταγγελία από το κολλέγιό του ότι δεν φοιτά. Ως παραδεκτό Τεκμήριο 1 κατατέθηκε επιστολή ημερομηνίας 27/7/2020 που ο δικηγόρος του κατηγορούμενου 1 απέστειλε προς τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και από την οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 1 μαζί με τον δικηγόρο του επισκέφθηκαν το γραφείο αλλοδαπών στις 28/7/2020 με σκοπό ο κατηγορούμενος 1 να υποβάλει αίτημα πολιτικού ασύλου. Αυτό δεν επετεύχθη διότι, σύμφωνα με την επιτολή: «Οι αρμόδιοι υπάλληλοι στο Κλιμάκιο Αλλοδαπών (ΥΑΜ) δεν μπόρεσαν να του καθορίσουν σύντομα ημερομηνία ώστε να προχωρήσει στην καταχώρηση της αίτησής του, λόγω φόρτου εργασίας και κατειλημμένων ημερομηνιών από άλλους αλλοδαπούς». Η Κατηγορούσα Αρχή δέχθηκε πως το παραδεκτό Τεκμήριο 1 ισοδυναμεί με εκδήλωση ενδιαφέροντος του κατηγορούμενου για καταχώρηση αίτησης πολιτικού ασύλου στη Δημοκρατία. Ανέφερε επίσης ότι, ο κατηγορούμενος 1 δεν καταχώρισε σχετική αίτηση μέχρι σήμερα. Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα καθίστανται αυτόματα ευρήματα του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετο εύρημα του Δικαστηρίου αποτελεί ότι από τις 28/7/2020 μέχρι και σήμερα ο κατηγορούμενος 1 δεν καταχώρησε αίτηση ασύλου. Ακολούθησαν προφορικές αγορεύσεις. Η Υπεράσπιση επιχειρηματολόγησε ότι ο κατηγορούμενος 1, βάσει του άρθρου 8 του Νόμου, αντλεί δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία από την εκδήλωση ενδιαφέροντός του αυτή και έτσι ελλείπει το συστατικό στοιχείο του παρανόμου της παραμονής στη Δημοκρατία. Σημειώθηκε επίσης ότι, ο κατηγορούμενος 1 δεν υπόκειται σε τιμωρία λόγω μόνο της παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία διότι, στη βάση του άρθρου 7 του Νόμου, παρουσιάστηκε χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στο Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης στις 28/7/2020 για να αιτηθεί άσυλο. Έγινε εισήγηση πως ο χρόνος μεταξύ 14/6/20 (που έληξε η άδεια παραμονής του) και 28/7/20 (που εκδήλωσε ενδιαφέρον για καταχώρηση αίτησης ασύλου) μπορεί να θεωρηθεί ως εύλογος. Η αδυναμία της αρμόδιας αρχής να του καθορίσει ημερομηνία συνέντευξης, ώστε να δύναται να υποβάλει αίτηση ασύλου, δεν μπορεί να επενεργήσει εναντίον του, αφού για την αδυναμία αυτή ουδόλως ευθύνεται ο κατηγορούμενος. Ο κ. Στυλιανού εισηγήθηκε, συνεπώς, την αθώωση του κατηγορούμενου. Η Κατηγορούσα Αρχή είχε αντίθετη άποψη. Υπέβαλε ότι, η απλή εκδήλωση ενδιαφέροντος για καταχώρηση αίτησης πολιτικού ασύλου, βάσει του Τεκμηρίου 1, δεν ισοδυναμεί, ούτε εξομοιώνεται με αίτηση ασύλου, ώστε ο κατηγορούμενος να μπορεί να αντλήσει από αυτή δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία, βάσει του άρθρου 8 του Νόμου. Περαιτέρω σημείωσε ότι, χωρίς ο κατηγορούμενος να μαρτυρήσει ενόρκως και να εκθέσει τους λόγους της παράνομης διαμονής του, ελλείπει το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο ώστε το Δικαστήριο να αποφανθεί ότι, η εκδήλωση ενδιαφέροντός του, βάσει του παραδεκτού Τεκμηρίου 1, ενεργοποιεί το άρθρο 7 του Νόμου. Εν πάση περιπτώσει, η κυρία Μιχαήλ υποστήριξε ότι ακόμα και αν το Δικαστήριο υιοθετήσει τη θέση της Υπεράσπισης, ότι η εκδήλωση ενδιαφέροντος στις 28/7/2020 για καταχώριση αίτησης ασύλου νομιμοποίησε την παραμονή του κατηγορούμενου από τότε και στο εξής, το κατηγορητήριο μπορεί να τροποποιηθεί από το Δικαστήριο βάσει του άρθρου 85
(4)του Κεφ.155 ώστε να αναφέρει την ορθή περίοδο παράνομης παραμονής του κατηγορούμενου, δηλαδή μεταξύ 15/6/20 και 28/7/20. Β. Νομική Πτυχή Το ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος 1 ήρθε νόμιμα στη Δημοκρατία, αλλά παρέμεινε μετά την εκπνοή της άδειας παραμονής του χωρίς άδεια από τον Διευθυντή του Τμήματος Αλλοδαπών και Μετανάστευσης είναι αδιαμφισβήτητο μεταξύ των μερών και κατέστη ήδη εύρημα του Δικαστηρίου. Το αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία, ως προνοείται στο άρθρο 19
(1)(λ) του Κεφ. 105[1] είναι αυστηρής ευθύνης και συντελείται όταν, εκ των πραγμάτων και χωρίς αναγκαιότητα ύπαρξης ένοχης διάνοιας, αλλοδαπός παραμένει στη Δημοκρατία μετά την εκπνοή της περιόδου αυτής χωρίς άδεια από τον Διευθυντή του Τμήματος Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (βλ. Mariano κ.ά. ν. Αστυνομίας Π.Ε. 112 και 113/2014, ημερ. 20/11/2015 και τηρουμένων των αναλογιών Νέλλυ Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2014)2Β Α.Α.Δ 831). Επομένως, το μόνο ερώτημα εν προκειμένω είναι εάν η εκδήλωση ενδιαφέροντος από τον κατηγορούμενο 1 για καταχώριση αίτησης ασύλου στις 28/7/2020, εξομοιώνεται με αίτηση ασύλου η οποία δύναται να νομιμοποιήσει, βάσει του άρθρου 8 του περί Προσφύγων Νόμου, την, κατά τα άλλα παράνομη, παραμονή του κατηγορούμενου 1 στη Δημοκρατία. Σύμφωνα με το άρθρο 7
(1)του Νόμου: «7.-
(1)Αιτητής, ο οποίος εισέρχεται ή εισήλθε στη Δημοκρατία παράνομα, δεν υπόκειται σε τιμωρία λόγω μόνο της παράνομης εισόδου ή διαμονής του, νοουμένου ότι παρουσιάζεται, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στις αρχές και εκθέτει τους λόγους της παράνομης εισόδου ή διαμονής του.» Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται μόνο σε παράνομα εισερχόμενους στη Δημοκρατία. Εάν ο νομοθέτης είχε σκοπό την επέκτασή του και στους νόμιμα εισερχόμενους, των οποίων η παρανομή αργότερα, για οποιοδήποτε λόγο, κατέστη παράνομη, θα το έλεγε ρητά. Αυτή η ερμηνεία, είναι θεωρώ συμβατή και με το σκοπό του νομοθέτη, ήτοι να προστατεύσει από την ποινική δίωξη τους παράνομα εισερχόμενους στη Δημοκρατία, οι οποίοι είναι εν δυνάμει πρόσφυγες και στους οποίους, ακριβώς λόγω της δίωξής τους στη χώρα καταγωγής τους, στερείται η πρόσβαση στον κρατικό μηχανικό ώστε να αποκτήσουν άδεια εισόδου σε ξένο κράτος. Εν προκειμένω, στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος εισήλθε νόμιμα στη Δημοκρατία με άδεια παραμονής για 1 χρόνο ως φοιτητής. Παραβίασε τους όρους της άδειας του ως φοιτητής, αφού υπήρξε καταγγελία από το κολλέγιο του ότι δεν φοιτά. Κατέστη παράνομος με τη λήξη της άδειας παραμονής του, δηλαδή στις 14/6/2020. Ως νόμιμα, λοιπόν, εισερχόμενος στη Δημοκρατία, ο οποίος αργότερα κατέστη παρανόμως διαμένοντας, ο κατηγορούμενος δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7 του Νόμου. Βάσει του άρθρου 2 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000: "αίτηση" σημαίνει αίτηση για παραχώρηση διεθνούς προστασίας υποβληθείσα από αιτητή ο οποίος δεν αιτείται ρητά να του παρασχεθεί άλλη μορφή προστασίας δυνάμενη να ζητηθεί αυτοτελώς· "αιτητής" σημαίνει υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή, ο οποίος έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας και η ιδιότητα αυτή ισχύει για την περίοδο από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης μέχρι τη λήψη τελικής απόφασης σε σχέση με την αίτηση αυτή· η έννοια του αιτητή περιλαμβάνει και ανήλικο· "βεβαίωση υποβολής αίτησης" σημαίνει βεβαίωση υποβολής αίτησης που χορηγείται σε αιτητή δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 8· κράτηση" σημαίνει περιορισμό σε ειδικό χώρο που επιβάλλεται σε αιτητή με αποτέλεσμα τη στέρηση της ελεύθερης κυκλοφορίας του Το Άρθρο 8
(1)(α)-(γ) του ίδιου Νόμου, με πλαγιότιτλο Δικαίωμα παραμονής και βεβαίωση υποβολής αίτησης: ''8.-
(1)(α) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (1Α) του παρόντος άρθρου και με την επιφύλαξη της παραγράφου (β) του εδαφίου
(4)του άρθρου 16Δ, ο αιτητής έχει, αποκλειστικά για το σκοπό της διαδικασίας, δικαίωμα παραμονής στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, το οποίο δικαίωμα ισχύει από την ημερομηνία υποβολής της αίτησής του μέχρι- (
  1. i)την ημερομηνία κατά την οποία λήγει άπρακτη η προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 12Α του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου για άσκηση προσφυγής κατά απόφασης του Προϊσταμένου επί της εν λόγω αίτησης ή κατά απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής επί διοικητικής προσφυγής την οποία ο αιτητής τυχόν καταχώρησε ενώπιόν της, ή (
  2. ii)σε περίπτωση που ασκήθηκε η προαναφερόμενη προσφυγή εμπρόθεσμα, την ημερομηνία έκδοσης πρωτόδικης απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου επ' αυτής. (β) Εντός τριών
(3)ημερών από την κατάθεση της αίτησης, ο υπεύθυνος στο χώρο κατάθεσης της αίτησης χορηγεί στον αιτητή βεβαίωση υποβολής αίτησης η οποία - (
  1. i)Eκδίδεται επ' ονόματι του αιτητή και κατά τον τύπο που αποφασίζεται από τον Προϊστάμενο· και (
  2. ii)πιστοποιεί ότι ο αιτητής δικαιούται να παραμείνει στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, για όσο διάστημα εξετάζεται η αίτησή του· και (iii) εάν ο αιτητής δεν δικαιούται να διακινείται ελεύθερα στο σύνολο ή σε τμήμα των ελεγχόμενων από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχών, πιστοποιεί το γεγονός αυτό· και (
  3. iv)δεν είναι απαιτητέο να πιστοποιεί την ταυτότητα του αιτητή· και (
  4. v)ισχύει καθόσον χρόνο ο αιτητής έχει δικαίωμα παραμονής στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. (γ) Το προβλεπόμενο στην παράγραφο (α) δικαίωμα παραμονής δεν θεμελιώνει δικαίωμα για χορήγηση άδειας διαμονής.» Στη βάση των πιο πάνω διατάξεων, καθίσταται σαφές ότι χρονικό ορόσημο για την άντληση δικαιώματος αλλοδαπού για νόμιμη παραμονή στη Δημοκρατία, είναι η στιγμή της υποβολής αίτησης ασύλου. Το δικαίωμα, μάλιστα, αυτό ισχύει «αποκλειστικά για το σκοπό της διαδικασίας» εξέτασης της αίτησης. Ο Νόμος δεν κάνει λόγο για αίτημα, το οποίο ενδεχομένως να μπορούσε να ερμηνευθεί ως κάτι ξεχωριστό από γραπτή αίτηση, αλλά για αίτηση, η οποία ορίζεται ρητά στο ερμηνευτικό άρθρο του Νόμου, ως «αίτηση για παραχώρηση διεθνούς προστασίας [...]». Η ερμηνεία που προτείνει η Υπεράσπιση, δεν προκύπτει ως ορθή από το ίδιο το κείμενο του Νόμου, ερμηνευόμενο γραμματικά. Θεωρώ ότι, η Υπεράσπιση εισηγείται απόδοση νοήματος στο Νόμο που αντίκειται στη γραμματική ερμηνεία των χρησιμοποιηθέντων λέξεων. Εάν ο νομοθέτης σκοπό είχε να παραχωρήσει δικαίωμα παραμονής σε αιτητή ασύλου, ακόμα και πριν την υποβολή αίτησης ασύλου, θα το έλεγε ρητά. Η χρήση των λέξεων «έχει υποβάλει αίτηση», στον παρατατικό χρόνο, σε συνδυασμό με το ότι η ιδιότητα του αιτητή ασύλου αποκτάται «από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης» (βάσει του του άρθρου 2 του Νόμου ανωτέρω) συνηγορεί υπέρ του ότι, η καταχώριση της αίτησης ασύλου είναι αναγκαία, ώστε αιτητής να θεωρείται ως νομίμως διαμένοντας στη Δημοκρατία και μόνο για το χρονικό διάστημα εξέτασης αυτής. Μάλιστα, είναι ξεκάθαρο από το κείμενο των πιο πάνω διατάξεων ότι, αιτητής ασύλου αντλεί δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία από την ημερομηνία υποβολής της αίτησής του και όχι από την ημερομηνία έκδοσης της βεβαίωσης υποβολής της αίτησης, η οποία πιστοποιεί, ρητά και γραπτώς, το δικαίωμα τούτο ρητά (βλ. άρθρο 8
(1)(β)(ii)). Παρόλο, δηλαδή, που ο Νόμος δίδει περιθώριο 3 ημερών στις κρατικές αρχές να εκδώσουν βεβαίωση υποβολής αίτησης, εν τούτοις το δικαίωμα παραμονής του αλλοδαπού άρχεται, κατ΄εφαμογή του Νόμου, από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης του και δεν εξαρτάται από την ημερομηνία έκδοσης της βεβαίωσης υποβολής. Κατά ανάλογο τρόπο, εάν ο νομοθέτης είχε σκοπό να συνδέσει την νόμιμη παραμονή αλλοδαπού με την απλή εκδήλωση ενδιαφέροντος του για καταχώριση αίτησης ασύλου, θα το έπραττε. Συνεπώς, η ερμηνεία που προτείνει η Υπεράσπιση απορρίπτεται. Περαιτέρω, και ενδεχομένως εκ του περισσού, αναφέρω ότι το γεγονός πως ο κατηγορούμενος εκδήλωσε το ενδιαφέρον του για υποβολή αίτησης ασύλου μόλις στις 28/7/2020 και μετά τη λήξη της άδεια παραμονής του ως φοιτητής, αλλά και το ότι από 28/7/2020 μέχρι και σήμερα δεν μερίμνησε να υποβάλει αίτηση ασύλου είναι στοιχεία που δυνατόν να συνηγορούν εναντίον της γνησιότητας του αιτήματος του. Εν τούτοις, το θέμα αυτό δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα στην παρούσα υπόθεση και έτσι δεν θα το αποφασίσω. Να αναφέρω στο σημείο αυτό και το εξής. Ακόμα και εάν το επιχείρημα της Υπεράσπισης επιτύγχανε, αυτό θα μπορούσε να παρέχει υπεράσπιση στον κατηγορούμενο 1 εν προκειμένω, μόνο για το χρονικό διάστημα από 28/7/2020 και εντεύθεν. Πριν την εκδήλωση ενδιαφέροντος του κατηγορούμενου 1 στις 28/7/2020, και με γνώμονα ότι το άρθρο 7 του περί Προσφύγων Νόμου δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, η παραμονή του στη Δημοκρατία ήταν εν πάση περιπτώσει παράνομη από 15/6/2020 μέχρι 28/7/2020. Άλλο ζήτημα είναι εάν αλλοδαπός παραμένει στη Δημοκρατία χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και κατά παράβαση του άρθρου 19
(1)(λ) του Κεφ. 105, και άλλο, εντελώς ξεχωριστό, και υστερινό, ζήτημα αποτελεί το εάν η παράνομη παραμονή του στη Δημοκρατία, νομιμοποιείται αργότερα λόγω της υποβολής αίτησης ασύλου, βάσει του περί Προσφύγων Νόμου. Η νομιμοποίηση αυτή της παραμονής, δεν εξομοιώνεται με λήψη άδειας παραμονής από τον Διευθυντή, ως αυτή ορίζεται στο Κεφ. 105, ούτε αναιρεί το ότι, εν προκειμένω, τέτοια άδεια δεν υπήρχε σε ισχύ κατά τον επίδικο χρόνο, κατά παράβαση του άρθρου 19
(1)(γ) του Κεφ. 105. Επομένως, με τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης να παραμένουν τα ίδια και εάν το επιχείρημα της Υπεράσπισης επιτύγχανε, η παρούσα θεωρώ πως θα ήταν πρέπουσα περίπτωση για τροποποίηση του κατηγορητηρίου από το Δικαστήριο μετά το τέλος της δίκης και σύμφωνα με το άρθρο 85
(4)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 ώστε να αναφέρεται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 3 ως περίοδος παράνομης παραμονής, η περίοδος μεταξύ 15/6/2020 και 28/
  1. Εν τούτοις, για τους λόγους που προανέφερα αυτό δεν είναι αναγκαίο. Γ. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, ο κατηγορούμενος 1 κρίνεται ένοχος στην κατηγορία 3 που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......... Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «
  2. Πρόσωπο το οποίο- [......] (λ) αφoύ έχει εισέλθει στη Δημoκρατία ως πρoσωριvός κάτoικoς για περιoρισμέvη περίoδo παραμέvει στη Δημoκρατία μετά τηv εκπvoή της περιόδoυ αυτής χωρίς vα έχει εξασφαλίσει άδεια από τov Αvώτερo Διευθυντή· [......] είvαι έvoχo πoιvικoύ αδικήματoς [......]» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.