Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κωνσταντίνου, Αριθμός Υπόθεσης: 19092/16, 10/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B210 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ Αριθμός Υπόθεσης: 19092/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. ΧΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 10/11/2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Κα Α. Σιαπανή Για τον Κατηγορούμενο: Κος Λ. Βραχίμης μαζί με την κα Ν. Βραχίμη Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Τα επίδικα θέματα Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι, στις 24 Φεβρουαρίου 2016 στα Λύμπια επιτέθηκε εναντίον της πρώην συζύγου του ΧΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧΧ προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, Ν.119(I)/2000 όπως τροποποιήθηκε. Ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι, ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη βρίσκονταν εντός του αυτοκινήτου του πρώτου, με παρούσα στο πίσω κάθισμα την ανήλικη κόρη τους, όταν ο κατηγορούμενος έπιασε την παραπονούμενη με το αριστερό του χέρι από τα μαλλιά στο σημείο πάνω από το σβέρκο, κουνούσε το κεφάλι της πάνω κάτω και με το δεξί του χέρι που το είχε σφιγμένο σε γροθιά, τη χτύπησε προκαλώντας της αιμάτωμα δεξιάς κροταφικής χώρας, άλγος δεξιού αυτιού και δεξιάς παρειάς και ερυθρότητα στη μετωπική χώρα. Η Υπεράσπιση εισηγήθηκε πως ο κατηγορούμενος ύψωσε το αριστερό του χέρι για να προστατευθεί από τα χτυπήματα της παραπονούμενης, η οποία καθόταν στη θέση του συνοδηγού και της χτύπησε άθελά του στο δεξί της μάτι. Β. Η μαρτυρία και η αξιολόγησή της Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Προβαίνω σε αυτή την αξιολόγηση με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθενός στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση υπόψη μου είχα και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός, με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα, δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του ξεχωριστά, αλλά πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162). Κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων στην παρούσα ποινική υπόθεση είχα υπόψη μου και το εξής σαφές και περιεκτικό απόσπασμα από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στη Monteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459: «Το έργο του Δικαστηρίου στην αναζήτηση της αλήθειας στο μέτρο βεβαίως του ανθρωπίνως δυνατού, είναι έργο περίπλοκο, περίτεχνο και ιδιαίτερα λεπτό. Η ανθρώπινη εμπειρία, την αντικειμενική συνισταμένη της οποίας εκφράζει το κάθε Δικαστήριο, διδάσκει ότι είναι απροσδιόριστα απεριόριστη η περιπτωσιολογία της ανθρώπινης έκφρασης μ' όλες τις εκφάνσεις της. Είναι γι' αυτό που ένα Δικαστήριο, ιδιαιτέρως ποινικής δικαιοδοσίας, οφείλει να διυλίζει, να διηθίζει και να φιλτράρει την όλη μαρτυρία με περισσή επιμέλεια και τέτοια προσοχή έτσι ώστε αν καταλήξει σε ενοχή, αυτή να είναι συμβατή με το διαχρονικό αξίωμα και θεμέλιο στην ποινική δίκη, ότι ουδείς καταδικάζεται εκτός εάν κριθεί ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Εντούτοις, η βεβαιότητα η οποία αναζητείται στη δικαστική απόφαση δεν είναι αυτή της απόλυτης μαθηματικής βεβαιότητας, αλλά το είδος της βεβαιότητας που ικανοποιεί την κρίση και τη συνείδηση των Δικαστών στα πλαίσια της λογικής (βλ. Μαμαλικόπουλος ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 25/14, απόφ. ημερ. 20/9/2018, Rex v. Dickman
(1910)5 Cr.App.R. 135 και Miller v. Minister of Pensions
(1947)2 All E.R. 372). Για την Κατηγορούσα Αρχή μαρτύρησαν τρεις συνολικά μάρτυρες, ο Aστ. XXXXX, Θ. Λάμπρου (στο εξής ο ΜΚ1), η XXXXX XXXXX Βασιλείου (στο εξής η παραπονούμενη) και ο Δρ. Ηλιάδης XXXXX (στο εξής ο ΜΚ3). Για την Υπεράσπιση μαρτύρησε ενόρκως ο κατηγορούμενος, ο XXXXX Βενιαμίν (στο εξής ο ΜΥ1) και ο XXXXX Αντωνίου (στο εξής ο ΜΥ2). Ο ΜΚ1 ήταν το άτομο που έλαβε κατάθεση από την παραπονούμενη ημερομηνίας 20/9/16, καθώς και από τον κατηγορούμενο και απεύθυνε τη γραπτή κατηγορία στον κατηγορούμενο (Τεκμήρια 1, 2 και 3 αντίστοιχα). Εξήγησε στο Δικαστήριο πως, τόσα χρόνια αργότερα, δεν θυμόταν επακριβώς τι του ανέφεραν η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος. Ό,τι του είπαν τα κατέγραψε πάντως. Δεν γνωρίζει τι μεσολάβησε μεταξύ Φεβρουαρίου 2016 που για πρώτη φορά η παραπονούμενη κατήγγειλε το συμβάν και Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, όταν αποφάσισε πλέον να προχωρήσει η διαδικασία ποινικής δίωξής του. Ο ΜΚ1 ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας στην υπόθεση. Μαρτύρησε ως ο ανακριτής της υπόθεσης και η μαρτυρία του ήταν τυπική, ενώ δεν είχε γνώση των πρωτογενών γεγονότων της υπόθεσης. Δεν έχω αμφιβολία πως είναι αξιόπιστος μάρτυρας, αφού κατέθεσε με σαφήνεια και θεωρώ χωρίς υπεκφυγές τα όσα καθηκόντως έπραξε στην υπόθεση και τα όσα θυμόταν. Η παραπονούμενη στην κατάθεσή της ημερομηνίας 25/2/2015 (Τεκμήριο 4) ανέφερε ότι κατάγεται από τη Ρουμανία. Το 2007 παντρεύτηκε τον κατηγορούμενο και χώρισαν το
- Από τότε ζουν σε ξεχωριστά σπίτια στα Λύμπια. Την επίδικη μέρα τσακώθηκαν και ο κατηγορούμενος σταμάτησε το αυτοκίνητο και άρχισε να την τραβά από τα μαλλιά και να την κτυπά στο πρόσωπο. Κατάφερε να βγει από το αυτοκίνητο και πήρε την κόρη της και έφυγαν. Κατά καιρούς ο κατηγορούμενος απείλησε ότι θα τις σκοτώσει και τις δύο. Έχει στην κατοχή του όπλο της Εθνικής Φρουράς και φοβάται πως μπορεί να πραγματοποιήσει τις απειλές του, αν βγει εκτός εαυτού. Λόγω των υποσχέσεων που ο κατηγορούμενος της έδωσε δεν επιθυμεί τη διερεύνηση της υπόθεσης από την Αστυνομία στο παρόν στάδιο, αλλά μόνο να του γίνει αυστηρή παρατήρηση και να παραληφθεί το όπλο του. Στις 20/9/16 έδωσε συμπληρωματική κατάθεση στην Αστυνομία (Τεκμήριο 5), όπου ανέφερε πως «λόγω της γενικής συμπεριφοράς του XXXXX [κατηγορούμενου] προς εμένα και το μωρό μας τους τελευταίας μήνες, αποφάσισα να προχωρήσει η διαδικασία ποινικής δίωξής του για ξυλοδαρμό μου στις 24/2/2016». Κατά τον επίδικο χρόνο, τη χτύπησε με τη γροθιά του δεξιά του προσώπου της, τραβώντας της με το αριστερό του χέρι από τα μαλλιά, στο σημείο πάνω από το σβέρκο, κουνώντας την πάνω κάτω και χτυπώντας την με το δεξί του χέρι που ήταν σφιγμένο σε γροθιά. Η κόρη τους που καθόταν στο πίσω κάθισμα άρχισε να τους φωνάζει να σταματήσουν αλλά ο κατηγορούμενος δεν την άκουγε. Λόγω των διενέξεων μεταξύ των γονέων τους η μικρή τους κόρη χρειαζόταν ψυχολογική στήριξη από επαγγελματία και τη λάμβανε από κυβερνητικό γιατρό στο Πέρα Χωριό Νήσου. Φοβήθηκε για την ίδια και το παιδί της και γι' αυτό τον λόγο κατάγγειλε το περιστατικό. Αποφάσισε να μην διερευνηθεί αμέσως η υπόθεση γιατί ο κατηγορούμενος της υποσχέθηκε πως θα λάβει βοήθεια για τη διαχείριση του θυμού του, κάτι που ουδέποτε έπραξε.Στην κυρίως μαρτυρία της στο Δικαστήριο εξήγησε πως ο κατηγορούμενος ήταν πάντα νευρικός, έσπαζε πράγματα στο σπίτι, την έβριζε και η ίδια τον ικέτευε να πάει σε ψυχολόγο/ψυχίατρο γιατί χρειαζόταν βοήθεια για τη διαχείριση του θυμού του. Εκείνος υποσχόταν ότι θα το κάνει, αλλά δεν το έπραξε παρόλο το περιθώριο χρόνου που του έδωσε προς τούτο. Τα χτυπήματα του κατηγορούμενου της προκάλεσαν πόνο και μαύρισμα στη μύτη καθώς και μαύρισμα κάτω και πάνω από το δεξί της μάτι, τα οποία χρειάστηκαν περίπου 3 εβδομάδες για να υποχωρήσουν. Δεν έλαβε φαρμακευτική αγωγή. Εξήγησε αντεξεταζόμενη πως έφυγε από το σπίτι που έμενε με τον κατηγορούμενο όταν χώρισαν το 2011, αλλά μετά από κάποιους μήνες επέστρεψε γιατί δεν τα έβγαζε πέρα οικονομικά και έμεινε εκεί μέχρι το 2013, οπόταν και βρήκε άλλη ενοικιαζόμενη οικία στα Λύμπια για να μένει με την κόρη της. Από το 2013 και μετά ουδέποτε διανυκτέρευσε στο σπίτι του κατηγορούμενου, εκτός από κάποιες φορές που η κόρη τους ήταν άρρωστη και χρειαζόταν βοήθεια. Όταν της υπεβλήθηκε ότι είναι αλκοολική ανέφερε ότι δεν πίνει σε βαθμό που να χάνει τον έλεγχο όπως ο κατηγορούμενος, ο οποίος κάνει επεισόδια και φωνάζει. Κατά τον επίδικο χρόνο δεν έκανε στον κατηγορούμενο σκηνή ζηλοτυπίας ούτε άρχισε να τον χτυπά, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει πόσες γροθιές της έδωσε ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο. Πάντως ήταν περισσότερες από δύο, είπε. Ανέφερε πως έκαναν συμφωνία ότι δεν θα τον κατάγγελλε αν πήγαινε σε γιατρό για τη διαχείριση του θυμού του. Οι απειλές που εκστόμιζε εναντίον της ίδιας και της κόρης της δεν ήταν μεμονωμένες, συνέχιζαν για χρόνια πριν το επίδικο επεισόδιο. Ουδέποτε όμως κατάγγειλε τις απειλές αυτές στην Αστυνομία πριν από τον Φεβρουάριο
- Όταν ρωτήθηκε γιατί για πρώτη φορά αναφέρει αυτές στο Δικαστήριο και δεν βρίσκονται στην κατάθεσή της, είπε πως ο αστυνομικός που της έλαβε την κατάθεση ήξερε τα γεγονότα και της είπε ότι δεν ήταν αναγκαίο να καταγραφούν. Το παιδί τους ήταν μάρτυρας στο επεισόδιο, αλλά δεν ήθελε να τη βάλει σε διαδικασία κατάθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου. Εξήγησε πως η κόρη τους έχει πλέον στενές και τακτικές σχέσεις με τον κατηγορούμενο, αφού πια είναι μεγάλη και δεν μπορεί να της το απαγορεύσει. Ο ΜΚ3 ανέφερε στο Δικαστήριο πως ήταν ο γιατρός που εξέτασε την παραπονούμενη την επίδικη ημερομηνία στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και κατέγραψε στο ιατρικό του πιστοποιητικό τα εξής: «παρουσιάζει υποδόριο αιμάτωμα δεξιάς μετωπικής χώρας και ερυθρότητα περιοχής και εκχύμωση δεξιάς κροταφικής χώρας. Αιτιάται άλγος δεξιού ωτός και δεξιάς παρειάς». Είναι ειδικός στη γενική ιατρική και διευθυντής των Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Εξήγησε πως το υποδόριο αιμάτωμα είναι, κοινώς, το καρούμπαλο, δηλαδή συσσώρευση υγρού στον αιμοφόρο ιστό. Δημιουργείται μετά από κάκωση. Η κάκωση μπορεί να είναι ελαφριάς ή βαριάς μορφής και συμπεριλαμβάνει και το χτύπημα. Εξήγησε πως η ερυθρότητα και η εκχύμωση παρουσιάζεται περίπου 6 ‑ 8 ώρες μετά το συμβάν, το οποίο προκαλεί την κάκωση. Για να αναφέρει «εκχύμωση» στο πιστοποιητικό του σημαίνει ότι η δεξιά κροταφική χώρα της παραπονούμενης άρχισε να μαυρίζει και να υπάρχει εντύπωμα. Δεν είναι σε θέση να γνωρίζει την προέλευση των συμπτωμάτων ή να προσδιορίσει την ένταση ή τον αριθμό του χτυπήματος/χτυπημάτων από τα ευρήματά του. Συμπτώματα όπως αυτά της παραπονούμενης μπορεί να διαρκέσουν μέχρι και 10 μέρες μετά το συμβάν που τα προκάλεσε. Ανέφερε πως υπάρχει πιθανότητα κάποιος να δεχτεί χτύπημα στην κροταφική ή μετωπιαία χώρα και να δημιουργηθεί μαύρισμα στην ευρύτερη περιοχή. Η κροταφική χώρα είναι πάντως πιο ευαίσθητη από τη μετωπιαία χώρα, η οποία είναι ανθεκτικότερη, σημείωσε. Δεν αμφισβητήθηκε επί της ουσίας κατά την αντεξέταση και ανέφερε πως ο ίδιος δεν είδε οποιοδήποτε μαύρισμα στο μάτι της παραπονούμενης, κατά τη στιγμή της εξέτασης, γιατί αν έβλεπε θα το κατέγραφε. Κατέγραψε στο ιατρικό πιστοποιητικό του μόνο αυτά για τα οποία του παραπονέθηκε η ασθενής και τα δικά του ευρήματα κατόπιν της κλινικής εξέτασης. Δέχομαι τον ΜΚ3 ως εμπειρογνώμονα μάρτυρα ιατρό και δέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητά της. Επεξήγησε πλήρως το ιατρικό του πιστοποιητικό, ως είχε υποχρέωση, ώστε να παρέχεται στο Δικαστήριο έδαφος για την εξαγωγή των δικών του συμπερασμάτων. Προκύπτει επομένως από τη μαρτυρία του ΜΚ3 πως πράγματι, κατά την επίδικη μέρα, η παραπονούμενη υπέστη τα τραύματα που αναφέρονται στο Τεκμήριο
- Αντικείμενο, όμως, της παρούσας υπόθεσης είναι πώς αυτά προκλήθηκαν και για τούτο υπάρχουν οι διιστάμενες εκδοχές της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση ημερομηνίας 24/9/16, Τεκμήριο 2, ανέφερε πως από το 2007 μέχρι και το 2011 ήταν παντρεμένος με την παραπονούμενη η οποία έφυγε από το σπίτι του για διάστημα 2 ‑ 3 μηνών κατά το 2011, αλλά μετά έσμιξαν ξανά και ζούσαν μαζί μέχρι τα Χριστούγεννα του
- Μετά χώρισαν οριστικά και ο ίδιος στις αρχές του 2016 είχε σχέση με άλλη κοπέλα. Η παραπονούμενη ζήλευε γιατί να σπαταλά λεφτά στην άλλη κοπέλα ενώ δεν έδινε της ίδιας διατροφή. Ήταν αλκοολική και με επιθετικές τάσεις από τότε που ήταν παντρεμένοι. Με μια παρόμοια αφορμή άρχισε και ο καβγάς μεταξύ τους κατά την επίδικη μέρα. Ενώ βρίσκονταν στο αυτοκίνητο με την κόρη τους στο πίσω κάθισμα και ενώ ο ίδιος οδηγούσε, η παραπονούμενη του έδωσε 2 ‑ 3 μπάτσους στο πρόσωπο. Αυτός τότε γύρισε το χέρι του για να την απομακρύνει και τη χτύπησε άθελά του στο δεξί της μάτι. Τότε σταμάτησε να τον χτυπά και ξεκίνησε να κλαίει. Όταν του τηλεφώνησε η Αστυνομία του Πέρα Χωριού αμέσως πήγε και παρέδωσε το G3 που είχε χρεωμένο πάνω του από τον στρατό. Δέχτηκε παρατηρήσεις από την Αστυνομία και απολογήθηκε. Η παραπονούμενη είπε πως δεν θα τον πάρει στο Δικαστήριο εφόσον εξεταστεί από γιατρό για τα νεύρα του. Της απολογήθηκε ξανά, της είπε ότι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να επισκεφθεί γιατρό, αλλά αν το επιθυμεί θα το κάνει μόλις μπορέσει. Θεώρησε ότι το θέμα έληξε εκεί. Έκτοτε η παραπονούμενη χρησιμοποίησε το περιστατικό με εκβιαστικό τρόπο για να μην τον πάρει στο Δικαστήριο και ο λόγος που τώρα ανακινείται η υπόθεση είναι διότι έχει σκοπό να ζητήσει τροποποίηση των διαταγμάτων επικοινωνίας που έχει με την κόρη του. Πιθανόν ο λόγος που το κάνει αυτό είναι γιατί δεν θέλει να βλέπει ο κατηγορούμενος καθόλου την κόρη τους. Η απάντησή του στη γραπτή κατηγορία που του απεύθυνε ο ΜΚ1 στις 24/9/16 ως φαίνεται από το Τεκμήριο 3 ήταν «με χτύπησε και εγώ απλώς προσπάθησα να την απομακρύνω». Αντεξεταζόμενος, αρνήθηκε ότι ακόμη και κατά τη διάρκεια του γάμου τους ήταν νευρικός, επιθετικός και απειλητικός. Ισχυρίστηκε πως η παραπονούμενη ήταν την επίδικη μέρα μεθυσμένη και άρχισε να τον χτυπά διότι ζήλεψε που είχε σχέση με άλλη γυναίκα. Ο ίδιος σήκωσε το αριστερό του χέρι για να σταματήσει τα χτυπήματά της, διότι υπήρχε κίνδυνος να τρακάρουν στο δρόμο. Είχε και ο ίδιος μαυράδες, πόνους και ζαλάδες από τα χτυπήματα της παραπονούμενης αλλά ουδέποτε την κατήγγειλε στην αστυνομία και ουδέποτε επισκέφτηκε γιατρό. Η παραπονούμενη 5-6 μήνες μετά το επίδικο περιστατικό, ενώ αυτός καθόταν για σουβλάκια σε ταβέρνα στα Λύμπια ήρθε και του έριξε μία καρέκλα. Κρίνω τόσο την παραπονούμενη, όσο και τον κατηγορούμενο αναξιόπιστους μάρτυρες. Θεωρώ πως δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία οποιουδήποτε από αυτούς για να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα. Η παραπονούμενη ενώ στην πρώτη της κατάθεση ανέφερε πως από το 2011 που χώρισε με τον κατηγορούμενο ζουν σε ξεχωριστά σπίτια, στο Δικαστήριο ανέφερε κάτι διαφορετικό. Πως μόνο από το τέλος του 2013 ζουν χωριστά, ενώ από το 2011 μέχρι και την οριστική αποχώρησή της από το σπίτι του κατηγορούμενου έμενε εκεί μαζί με την κόρη τους διότι δεν τα έβγαζε πέρα οικονομικά, εκτός από μια μικρή περίοδο που μετακόμισε στους γονείς της. Υπάρχει, λοιπόν, διάσταση, μεταξύ της κατάθεσής της και των λεγομένων της στο Δικαστήριο. Επίσης δεν με έπεισε όταν έλεγε ότι μεταξύ του 2013 και του 2016 έμεινε μόνο μεμονωμένες φορές στο σπίτι του κατηγορούμενου, όταν η κόρη τους ήταν άρρωστη. Περαιτέρω, στη δεύτερη κατάθεσή της δεν εξηγεί τους λόγους που πήγε στην Αστυνομία 7 μήνες μετά το συμβάν για να προωθήσει το παράπονό της. Μιλά για τη γενική συμπεριφορά του κατηγορούμενου και μόνο στο Δικαστήριο εξήγησε πως αυτό οφειλόταν, στη μη αλλαγή στάσης από τον κατηγορούμενο, δηλαδή ότι δεν πήρε ψυχολογική υποστήριξη για να ελέγχει τα νεύρα του. Αντεξετάστηκε επίμονα επί του ότι, η εξήγηση αυτή είναι προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων και δεν με έπεισε η θέση της ότι ο αστυνομικός που της λάμβανε κατάθεση της ανέφερε πως δεν χρειαζόταν να αναφέρει οτιδήποτε για τους λόγους που μόλις τον Σεπτέμβριο 2016 αποφάσισε να προωθήσει το παράπονό της. Είναι, επίσης, ξεκάθαρο πως μεταξύ κατηγορούμενου και παραπονούμενης υπήρχαν προηγούμενες διαφορές, κάτι που κάνει τον κάθε ένα τους επιρρεπή στο να προωθήσει τη δική του θέση. Σε τέτοιες, δε, περιπτώσεις το Δικαστήριο οφείλει να είναι ιδιαίτερο προσεκτικό στην αξιολόγηση της μαρτυρίας ώστε τα συμπεράσματα στα οποία να καταλήξει να είναι όσο το δυνατόν πιο ασφαλή. Παρόλο, λοιπόν, που η κατηγορούμενη ξεκάθαρα υπέστη τραύματα από το επίδικο περιστατικό, δεν πείστηκα ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της για να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα ως προς τον τρόπο που αυτά δημιουργήθηκαν. Παρόλο που δεν φάνηκε να διατηρεί έχθρα ή αντιπαλότητα στον παρόντα χρόνο με τον κατηγορούμενο, αφού όπως ανέφερε δεν έχει πρόβλημα αυτός να έχει επαφή με την κόρη τους, εν τούτοις δεν μπορώ να βασιστώ με την απαιτούμενη ασφάλεια στα λεγόμενά της για τον επίδικο χρόνο. Ειδικά με το δεδομένο ότι ο ΜΥ2 ανέφερε ότι λίγο καιρό μετά το επίδικο συμβάν έριξε την καρέκλα στον κατηγορούμενο ενώ αυτός καθόταν για σουβλάκια σε ταβέρνα στα Λύμπια. Τούτη η αναφορά του ΜΥ2 δεν επιτρέπει εξαγωγή συμπεράσματος ως προς το λόγο που αυτό έγινε ή τι προηγήθηκε, όμως θέτει σε αμφιβολία τα λεγόμενα της παραπονούμενης ότι δεν είναι αλκοολική και ότι δεν έκανε σκηνές ζηλοτυπίας. Ούτε και ο κατηγορούμενος είναι αξιόπιστος μάρτυρας. Οι αντιφάσεις του άρχισαν από την ίδια την κατάθεσή του. Αφενός αναφέρει πως δεν χρωστούσε διατροφές στην παραπονούμενη και αφετέρου ότι την πλήρωνε όποτε μπορούσε και σταδιακά, θέσεις αλληλοσυγκρουόμενες. Η αξιοπιστία του μειώνεται ακόμα περισσότερο απ' το ότι προκύπτει να παραδέχεται στην ανακριτική του κατάθεση ότι έχει πρόβλημα διαχείρισης θυμού, κάτι το οποίο στο Δικαστήριο αρνήθηκε πεισματικά. Επίσης, ενώ αρχικά άφησε να νοηθεί ότι λόγω του επίδικου επεισοδίου η παραπονούμενη έφυγε από το σπίτι του μαζί με την κόρη τους, στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του παραδέχθηκε πως κατά τον επίδικο χρόνο ζούσαν χώρια. Οι αντιφάσεις του συνεχίστηκαν όταν είπε ότι προσπάθησε να πείσει την κόρη του να έρθει στο Δικαστήριο να μαρτυρήσει υπέρ του, ενώ προηγουμένως είπε ότι δεν ήθελε να την εμπλέξει και πως για το καλό της θα έβαζε στην άκρη τις διαφορές του με την μητέρα της. Ουδέποτε, μάλιστα, ανέφερε στην κατάθεσή του ότι η παραπονούμενη ήταν μεθυσμένη, ενώ ήταν κεντρικός του ισχυρισμός κατά την κατάθεσή του στο Δικαστήριο. Αρνητικό αντίκτυπο στην αξιοπιστία του έχει και το γεγονός ότι κατά την υποβολή των ενστάσεων από τον δικηγόρο υπεράσπισης στις ερωτήσεις αντεξέτασης της κατηγορούσας αρχής, σε περισσότερες από μια περιπτώσεις, του υποβαλλόταν η απάντηση και την έδιδε αργότερα. Τούτο αναπόφευκτα επηρεάζει την κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία οποιουδήποτε μάρτυρα. Επίσης, θεωρώ ότι σε πολλές περιπτώσεις υπέρβαλε και σκοπό είχε να βάλει εναντίον του γενικού χαρακτήρα της παραπονούμενης ώστε να προδιαθέσει το Δικαστήριο εναντίον της. Σημείωσε αφενός ότι ήταν αλκοολική και αφετέρου ότι μια νύχτα που καθόταν στο χωριό για σουβλάκια η παραπονούμενη ήρθε και του πέταξε μία καρέκλα και αυτός ύψωσε το χέρι του για να αμυνθεί. Εν πάση περιπτώσει, οι τοποθετήσεις του ήταν, κρίνω, καθοδηγούμενες από την επιθυμία του να αθωωθεί. Πολλές φορές απαντούσε μονολεκτικά και χωρίς τις απαιτούμενες επεξηγήσεις, ενώ τούτες έχρηζαν. Απορρίπτω τη μαρτυρία του στην ολότητά της. Ο ΜΥ1 ανέφερε στο Δικαστήριο πως είναι φίλος και κουμπάρος του κατηγορούμενου και επιβεβαίωσε πως τον Μάιο του 2016 και όταν ο κατηγορούμενος βρισκόταν στα σουβλάκια που δουλεύει η γυναίκα του ήρθε η παραπονούμενη, άρχισε να του φωνάζει και του έριξε μία καρέκλα πάνω από το κεφάλι, ενώ ο ίδιος έβαλε το χέρι του για να προστατευθεί. Ενώ στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε, καθοδηγούμενος από το δικηγόρο του, πως αυτό έγινε τον Μάιο 2016, στην αντεξέτασή του είπε ότι δεν θυμόταν την ημέρα ή τη χρονολογία του συμβάντος. Παραδέχθηκε πως ήρθε για να βοηθήσει τον κατηγορούμενο χωρίς όμως να γνωρίζει για ποιο πράγμα κατηγορείται, αφού θεώρησε πως κατηγορείται για το περιστατικό για την καρέκλα. Δεν μπορώ να βασιστώ στα λεγόμενα του ΜΥ
- Η μαρτυρία του ήταν αποσπασματική και άσχετη με τα επίδικα θέματα. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανεξάρτητος μάρτυρας στην υπόθεση και η μαρτυρία του σκοπό είχε να ενισχύσει την αξιοπιστία του κατηγορούμενου, την οποία ήδη απέρριψα. Ο ΜΥ2 είναι παιδικός φίλος και συγχωριανός του κατηγορούμενου. Είπε ότι από το 2016 η παραπονούμενη δεν έμενε μαζί με τον κατηγορούμενο, ενώ είχαν ήδη χωρίσει από το
- Αυτό το ξέρει διότι έπαιρνε την κόρη του για να παίζει με την κόρη του κατηγορούμενου στο σπίτι του. Μάλιστα όταν ο κατηγορούμενος πήγε στο Κουρδιστάν να δουλέψει το 2013-2014, ο ΜΥ2 πήγε στο σπίτι του 2 ‑ 3 φορές καθ' υπόδειξη του κατηγορούμενου και έδωσε λεφτά στην παραπονούμενη. Από το 2016 δεν ξαναπήγε στο σπίτι του κατηγορούμενου. Ήταν βέβαιος ότι μέχρι τότε η παραπονούμενη ζούσε καθημερινά με τον κατηγορούμενο. Διερωτήθηκε και τη ρώτησε και πως και έμενε εκεί αφού ήταν ήδη χωρισμένοι και η παραπονούμενη του είπε πως δεν είχε οικονομική δυνατότητα να μείνει άλλου. Αρνήθηκε γνώση περί άλλης σχέσης του κατηγορούμενου το
- Ο ΜΥ2 μου έδωσε την εντύπωση αξιόπιστου μάρτυρα. Κατέθεσε με απλότητα και σαφήνεια τα όσα γνώριζε. Παρόλο που είχε λόγο να υποστηρίξει τον κατηγορούμενο, όντας συγχωριανός και παιδικός του φίλος, θεωρώ ότι μαρτύρησε αληθώς. Το συμπέρασμά του ότι, αφού έπαιρνε την κόρη του μέχρι και το 2016 να παίξει με την κόρη του κατηγορούμενου στο σπίτι του και αφού πήγε στην παραπονούμενη 2 ‑ 3 φορές λεφτά το 2013-2014 όταν ο κατηγορούμενος απουσίαζε στο Κουρδιστάν, τότε θα έμενε κιόλας εκεί, δεν είναι απαραίτητα ορθό, αφού η παραπονούμενη όπως του υπεβλήθη μπορούσε να παίρνει την κόρη της εκεί χωρίς η ίδια να διαμένει εκεί. Δεν δύναμαι, επομένως, στη βάση και μόνο της μαρτυρίας του ΜΥ2, τον οποίο κρίνω αξιόπιστο, να εξάξω ασφαλές συμπέρασμα ότι από το 2011 μέχρι και το 2016 η παραπονούμενη διέμενε αδιάλειπτα στο σπίτι του κατηγορούμενου. Η γνώση του ΜΥ2 για τα τεκταινόμενα στη σχέση παραπονούμενης και κατηγορούμενου ήταν περιορισμένη και οπωσδήποτε αποσπασματική. Φάνηκε ότι ο ΜΥ2 δεν γνώριζε, αφενός ότι ο κατηγορούμενος είχε άλλη σχέση το 2016 και αφετέρου ότι η παραπονούμενη έφυγε από το σπίτι του κατηγορούμενου για μικρό χρονικό διάστημα με την κόρη τους, αμέσως μετά τον χωρισμό τους το 2011 για να επιστρέψει αργότερα. Ούτε φάνηκε να γνωρίζει τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος βάσει του κατηγορητηρίου. Έτσι, παρόλο που θεωρώ πως μαρτύρησε αληθώς στο Δικαστήριο, δεν μπορώ να εξάξω από τη μαρτυρία του οποιοδήποτε γεγονός, σχετικό με τα επίδικα θέματα. Γ. Κατάληξη Στην απουσία πρωτογενούς αξιόπιστης μαρτυρίας σε σχέση με το επίδικο συμβάν ελλείπει το αναγκαίο υπόβαθρο για την εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων ή κατάληξη επί ευρημάτων εκ του Δικαστηρίου. Η Κατηγορούσα Αρχή είχε το βάρος να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και οι μάρτυρές της απέτυχαν να το πράξουν. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .............. Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο