Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 8164/2019, 27/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B218 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8164/2019 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. XXXXX ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 27 Νοεμβρίου 2020 Για κατηγορούσα αρχή: Κα Ε. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενη: Προσωπικά Κατηγορούμενη: Παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει 3 κατηγορίες ως αναγράφονται στο κατηγορητήριο και δήλωσε μη παραδοχή στην πρώτη κατηγορία με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Η κατηγορία στην οποία η Κατηγορούμενη αρνήθηκε ενοχή είναι η ακόλουθη: Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς να λαμβάνεται κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 58
(14)και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84, που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2, 5 και 20Α του νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τις ΚΔΠ 312/2007, 189/2008, και τους Νόμους 166/87, 8(Ι)/2000, 243(Ι)/2004, 270(Ι)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, η Κατηγορούμενη την 18/10/18 στη Λεωφόρο Σπ. Κυπριανού στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX93, δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα ώστε τα χέρια της, πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος, δηλαδή χρησιμοποιούσε τηλέφωνο με το χέρι. Μαρτυρία Για να στοιχειοθετήσει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε ένα μάρτυρα κατηγορίας, τον αρχιαστυφύλακα XXXXX κο XXXXX Γιάγκου (στο εξής ο ΜΚ1). Κατατέθηκε ως τεκμήριο 1 ανακριτικός φάκελος (στο εξής Τεκμήριο 1) που ετοιμάστηκε από τον ΜΚ1 με ημερομηνία 18/10/
- Ο ΜΚ1 υιοθέτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 και το ανέγνωσε στο Δικαστήριο. Επιπρόσθετα αναγνώρισε την κατηγορουμένη ως το πρόσωπο που οδηγούσε το επίδικο όχημα κατά τον επίδικο χρόνο. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1: «ΑΔΙΚΗΜΑ(ΤΑ): Οδήγηση αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής XXXXX93 με
- Ελεύθερα Χέρια (χρήση κινητού
- Χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας
- Χωρίς άδεια κυκλοφορίας» Και πιο κάτω, υπό τον τίτλο «ΓΕΓΟΝΟΤΑ» αναφέρεται ότι: «Στις 18/10/18 και περί ώρα 11:50 στην οδό/Λεωφόρο Σπ. Κυπριανού στον Στρόβολο ο ΜΚ.1 κατάγγειλε τον οδηγό του οχήματος με αρ. εγγραφής XXXXX93 για τα πιο πάνω αδικήματα. Του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο και απάντησε: Όχι. Παρατηρήσεις δεξί χέρι κτυπούσε πλήκτρα, MOT 27/07/
- Άδεια κυκλοφορίας 31/12/
- Παρατηρήσεις: Δεξί χέρι κτυπούσε πλήκτρα, ΜΟΤ 27/07/
- 'Αδεια κυκλοφορίας 31/12/2016» Κατά την αντεξέταση του ΜΚ1, η Κατηγορούμενη του υπέβαλε ότι λέει ψέματα, ότι κατά τον επίδικο χρόνο το όχημα της βρισκόταν σε στάση σε φώτα τροχαίας και ότι δεν κρατούσε κινητό τηλέφωνο. Ο ΜΚ1 επέμεινε στη θέση του ότι τα γεγονότα ήταν όπως τα ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση. Στη συνέχεια το Δικαστήριο με ενδιάμεση του απόφαση ημερομηνίας 18 Οκτωβρίου 2020, έκρινε την Κατηγορούμενη εκ πρώτης όψεως ένοχη και την κάλεσε σε απολογία. Η Κατηγορούμενη επέλεξε να δώσει μαρτυρία ενόρκως και όπως ανέφερε, κατά τον επίδικο χρόνο, ενώ ήταν σταματημένη στα φώτα τροχαίας και περίμενε να ανάψει πράσινο για να προχωρήσει, αντιλήφθηκε ότι ο ΜΚ1 της «έπαιξε την πουρού» και της ζήτησε να προχωρήσει και να σταματήσει στο πλησιέστερο σημείο για έλεγχο. Αρνήθηκε επίμονα ότι κρατούσε κινητό κατά τον επίδικο χρόνο. Ερωτηθείσα για ποιο λόγο ο ΜΚ1 να της ζητήσει να σταματήσει αν δεν κρατούσε το κινητό απάντησε «Δεν ξέρω, είναι που τα παράξενα». Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω και να ακούσω με προσοχή και υπομονή και τους δύο μάρτυρες που κατέθεσαν. Έχοντας διεξέλθει της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στη βάση του συνόλου της και όχι αποσπασματικά, θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της αντλώντας καθοδήγηση από τις αρχές που τίθενται από την σχετική νομολογία, λαμβάνοντας μεταξύ άλλων παραγόντων υπόψη μου, τη φυσικότητα, ευθύτητα, αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων, τυχόν ύπαρξη υπερβολών, ουσιωδών αντιφάσεων, προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν αλλά και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. μεταξύ άλλων, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97, Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1 A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173 κ.α.) Ο ΜΚ1 μου προκάλεσε θετική εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Χωρίς να προβαίνει σε περιττά σχόλια και απαντήσεις, ήταν σταθερός στη θέση του ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Έχει δώσει άμεσες και σαφείς απαντήσεις στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και κατέθεσε με φυσικότητα πείθοντας το Δικαστήριο ότι ακριβώς κατέθεσε τα πράγματα όπως εξελίχθηκαν στην πραγματικότητα. Έχοντας ακούσει τη μαρτυρία του στο σύνολο της, τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής και ότι τα όσα ανέφερε ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Η Κατηγορούμενη δεν μου έχει αφήσει καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Παρόλο που φαίνεται, και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι είναι, μια καθωσπρέπει και ευγενική κυρία, η οποία οφείλω να ομολογήσω ότι επέδειξε τον δέοντα σεβασμό στο Δικαστήριο κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, εντούτοις από τη μαρτυρία της διέκρινα ότι δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Ήταν εμφανές ότι την είχε δυσαρεστήσει ιδιαίτερα το γεγονός ότι καταγγέλθηκε σε σχέση με το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας και δεν ήθελε να παραδεχτεί την διάπραξη του αδικήματος. Ο ισχυρισμός της ότι ενώσω βρισκόταν στο δρόμο με το όχημα της σε στάση (λόγω του ότι υπήρχε τροχαία κίνηση), ο ΜΚ1 της έκανε σήμα να σταματήσει για έλεγχο, χωρίς η ίδια να είχε διαπράξει το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής. Εφόσον ο ΜΚ1 δεν μπορούσε τη δεδομένη στιγμή να γνωρίζει ότι η Κατηγορούμενη είχε ταυτόχρονα διαπράξει και τα αδικήματα στις κατηγορίες 2 και 3 (που αφορούν οδήγηση χωρίς άδεια κυκλοφορίας και χωρίς να έχει πιστοποιητικό καταλληλόλητας), δεν είχε κάποιο λόγο να ζητήσει από την Κατηγορούμενη να σταματήσει για έλεγχο. Παρεμβάλλω ότι, ο ΜΚ1 τη δεδομένη στιγμή δεν βρισκόταν σε αστυνομικό οδόφραγμα για έλεγχο οχημάτων αλλά οδηγούσε και αυτός. Συνεπώς η μόνη λογική εξήγηση είναι αυτή που ανέφερε ο ΜΚ1, ότι δηλαδή, αντιλήφθηκε ότι η Κατηγορούμενη κρατούσε κινητό και πληκτρολογούσε με το χέρι, και γι' αυτό το λόγο, έκανε σήμα στην Κατηγορούμενη να σταματήσει για να την καταγγείλει. Κατά την καταγγελία αποκαλύφθηκε και η διάπραξη των αδικημάτων που περιλαμβάνονται στις κατηγορίες 2 και 3, τις οποίες η Κατηγορούμενη παραδέχτηκε. Ευρήματα Στις 18/10/18 και περί τις 11:50, στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στον Στρόβολο, η Κατηγορούμενη, ενώ το αυτοκίνητο της βρισκόταν σε στάση λόγω τροχαίας κίνησης, κρατούσε το κινητό της και πληκτρολογούσε. Ο ΜΚ1 που περνούσε δίπλα από το όχημα της, αντιλήφθηκε το γεγονός αυτό και της έκανε σήμα να σταματήσει ώστε να την καταγγείλει. Κατά την καταγγελία της ο ΜΚ1 είχε διαπιστώσει και την διάπραξη των αδικημάτων που περιέχονται στις κατηγορίες 2 και 3, τα οποία η Κατηγορούμενη παραδέχτηκε. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με τον κανονισμό 58
(14)των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84, όπως τροποποιήθηκε από τις ΚΔΠ 312/2007, 189/2008, και τους Νόμους 166/87, 8(Ι)/2000, 243(Ι)/2004, 270(Ι)/2004: «
(14)Κάθε οδηγός, κατά την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος, οφείλει να λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια του, πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού, να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος. Ειδικότερα ο οδηγός απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος να κρατά οποιοδήποτε αντικείμενο άσχετο με την οδήγηση, περιλαμβανομένου και κινητού τηλεφώνου.» Σύμφωνα με την υπόθεση Θεοδότου v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 695 για τη διάπραξη του αδικήματος αρκεί να αποδειχτεί ότι υπήρξε επηρεασμός της ελεύθερης κίνησης των χεριών κατά την κίνηση. Αξίζει να σημειωθεί, ότι σε αυτή την υπόθεση ο εφεσείων ήταν σταματημένος σε κόκκινο φανάρι και έκανε χρήση κινητού τηλεφώνου, το οποίο κρατούσε στο αυτί με τον ώμο του, ενώ τα χέρια του ήταν στο τιμόνι χωρίς να είχε εγερθεί θέμα ως προς το κατά πόσον μπορούσε να θεωρηθεί ότι οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο. Παρατηρείται βεβαίως, ότι ο κανονισμός που ίσχυε τότε ήταν διαφορετικός αφού είχε μεταγενέστερα τροποποιηθεί. Συγκεκριμένα ο κανονισμός 58
(5), όπως ήταν τότε, προνοούσε ότι: «Κατά την οδήγηση οι οδηγοί μηχανοκινήτων οχημάτων οφείλουν να λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια τους να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος. Ειδικότερα απαγορεύεται η χρήση τηλεφώνου με τα χέρια.» Οι τροποποιήσεις όμως που επέφερε η μεταγενέστερη τροποποίηση του κανονισμού, όχι μόνο δεν αναιρούν το προηγούμενο που έχει δημιουργηθεί με την υπόθεση Θεοδότου ανωτέρω, αλλά μπορεί να λεχθεί ότι έχουν καταστήσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μπορεί να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα ακόμη πιο αυστηρές, εφόσον έχει προστεθεί πρόνοια για ασφαλές κράτημα του τιμονιού, καθώς επίσης και ρητή απαγόρευση πέραν του κινητού τηλεφώνου και οποιουδήποτε αντικειμένου άσχετου με την οδήγηση. Σύμφωνα με τον περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμος του 1972 (86/1972): «"οδηγός" περιλαμβάνει παν πρόσωπον, όπερ εν τη πραγματικότητι οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα εις δεδομένον τινά χρόνον ως και παν πρόσωπον, όπερ φέρει την ευθύνην του οχήματος διά σκοπούς οδηγήσεως αυτού, εν όσω τούτο είναι εσταθμευμένον εφ' οιασδήποτε οδού, εν τη περιπτώσει δε ρυμουλκουμένου οχήματος, τον οδηγόν του οχήματος, υφ' ου σύρεται το ρυμουλκούμενον όχημα·» Στο Ν. 86/1972και στην ΚΔΠ 66/84 δεν προσφέρεται ερμηνεία της λέξης οδήγηση. Ούτε στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχω εντοπίσει ερμηνεία του συγκεκριμένου όρου (Στην υπόθεση Θεοδότου ανωτέρω δεν ήταν επίδικο θέμα το κατά πόσον ο εφεσείων οδηγούσε). Ανατρέχοντας στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 27th edition, 2015, volume 1, στη σελίδα 40, παράγραφος 1.105 αναφέρονται τα ακόλουθα: «The principles of Pinner v. Everett and other cases where summarized (so far as still relevant) in Edkins v. Knowles [1973] Q.B. 748 as follows:
(1)The vehicle does not have to be in motion, there will always be a brief interval of time after the vehicle has been brought to rest and before the motorist has completed those operations necessarily connected with driving, such as applying the handbreak, switching off the ignition and securing the vehicle, during which he must still be considered to be driving.
(2)When a motorist stops before he has completed his journey, he may still be driving; an obvious example is when he is halted at the traffic lights. Each case will depend upon its own facts, but generally the following questions will be relevant: a. What was the purpose of the stop? If it is connected with the driving, and not for some purpose unconnected with the driving, the facts may justify a finding that the driving is continuing although the vehicle is stationary. b. How long has he stopped? The longer he is stopped, the more difficult it becomes to regard him as still driving. c. Did he get out of the vehicle? If he remains in the vehicle, it is some indication (although not conclusive) that he is still driving.
(3)If a motorist is stopped and appreciable time elapses, it will be a question of fact and degree, whether the motorist is still to be considered as driving at that time.
(4)When a motorist has arrived at the end of his journey, then subject to the brief interval referred to in head
(1)above, can no longer be regarded as driving.
(5)When a motorist has been effectively prevented or persuaded from driving, he can no longer be considered to be driving. Σε δική μου μετάφραση: «Οι αρχές της Pinner v. Everett και άλλων υποθέσεων συνοψίστηκαν (στο βαθμό που ακόμα ισχύουν) στην Edkins v. Knowles [1973] Q.B. 748 ως ακολούθως:
(1)Το όχημα δε χρειάζεται να βρίσκεται σε κίνηση, πάντοτε θα υπάρχει ένα σύντομο μεσοδιάστημα μετά που το όχημα ακινητοποιήθηκε και πριν ο οδηγός έχει ολοκληρώσει όλες τις απαραίτητες ενέργειες που σχετίζονται με την οδήγηση, όπως το να εφαρμόσει το χειρόφρενο, να σβήσει τον κινητήρα και να ασφαλίσει το όχημα, κατά τη διάρκεια των οποίων μπορεί ακόμα να θεωρηθεί ότι οδηγεί.
(2)Όταν ένας οδηγός σταματά πριν να ολοκληρώσει το ταξίδι του, μπορεί ακόμα να οδηγεί, ένα ξεκάθαρο παράδειγμα είναι όταν βρίσκεται ακινητοποιημένος στα φώτα τροχαίας. Κάθε περίπτωση εξαρτάται από τα δικά της γεγονότα, αλλά γενικά τα ακόλουθα ερωτήματα είναι σχετικά: a. Ποιος ήταν ο σκοπός της ακινητοποίησης; Αν σχετίζεται με την οδήγηση και όχι με κάποιο σκοπό άσχετο με αυτήν, τα γεγονότα μπορεί να δικαιολογούν ένα εύρημα ότι η οδήγηση συνεχίζει ακόμα και αν το όχημα είναι ακινητοποιημένο. b. Για πόσο χρονικό διάστημα ακινητοποιήθηκε; Όσο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ήταν ακινητοποιημένος τόσο πιο δύσκολο θα είναι να θεωρηθεί ότι η οδήγηση συνεχίζει. c. Βγήκε έξω από το όχημα; Αν παραμένει στο όχημα αυτό είναι μια ένδειξη (όμως όχι καθοριστική) ότι η οδήγηση συνεχίζει).
(3)Αν ένας οδηγός είναι ακινητοποιημένος και έχει παρέλθει σημαντικό χρονικό διάστημα, τίθεται θέμα γεγονότων και βαθμού, έτσι ώστε να διαπιστωθεί αν ο οδηγός συνέχιζε να οδηγεί κατά τον επίδικο χρόνο.
(4)Όπου ο οδηγός έχει αφιχθεί στο τέρμα του ταξιδίου του, τότε εκτός όπως ισχύει το σύντομο μεσοδιάστημα που αναφέρεται στο σημείο
(1)ανωτέρω, δε θα μπορεί πλέον να θεωρηθεί ότι υφίσταται οδήγηση.
(5)Όπου ο οδηγός έχει επιτυχώς εμποδιστεί ή μεταπειστεί να μην οδηγήσει, δε μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται οδήγηση. Οι υπογραμμίσεις και η έμφαση στο κείμενο είναι δικές μου. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι, ακόμα και ακινητοποιημένο να είναι ένα όχημα, όπως για παράδειγμα κατά την αναμονή στα φώτα τροχαίας, και πάλι μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται οδήγηση. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την κατηγορία αρ. 1 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. [Υπ.] ....... Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο