ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 9401/2018, 20/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B216 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9401/2018 ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν. ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ XXXXX Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 20/10/2020 Για κατηγορούσα αρχή: Κος Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενη: Κος Καρεκλάς Κατηγορούμενος: απών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Εκ πρώτης όψεως Υπόθεση) Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 1 κατηγορία ως αναγράφεται στο κατηγορητήριο στην οποία δήλωσε μη παραδοχή με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Η κατηγορία στην οποία ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε παραδοχή αφορά παράνομη στάθμευση σε πεζόδρομο κατά παράβαση του κανονισμού 58
(9)(στ), 71 και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84, που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2, 5 και 20Α του νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε καθώς και του άρθρου 88 του Περί Δήμων Νόμου του 1985 (111/85). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο Κατηγορούμενος την 31/1/17 στην οδό Επτανήσου μέσα στα όρια του Δήμου Λευκωσίας ενώ είχε τον έλεγχο ή ευθύνη του αυτοκινήτου με αρ. XXXXX57 στάθμευσε τούτο σε πεζόδρομο. Οι δύο πλευρές δήλωσαν ως παραδεχτό γεγονός που εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι η οδός Επτανήσου βρίσκεται στα δημοτικά όρια του Δήμου Λευκωσίας. Για να στοιχειοθετήσει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε δύο μάρτυρες κατηγορίας, την κα XXXXX Θεοδούλου (στο εξής ΜΚ1), τροχονόμο του Δήμου Λευκωσίας και τον κο XXXXX Μία (στο εξής ΜΚ2), εργαζόμενο στο Δήμο Λευκωσίας. Η ΜΚ1 ανάφερε ότι στις 31/01/2017, η ώρα 12:26 καθώς έκανε περιπολία στην οδό Επτανήσου είχε δει το αυτοκίνητο UH57 πάνω σε πεζόδρομο και εξέδωσε εξώδικο πρόστιμο το οποίο τοποθέτησε στον αλεξήνεμο του ως άνω οχήματος. Ο ΜΚ2 ανάφερε ότι μετά την παρέλευση 30 ημερών από την ημερομηνία καταγγελίας, είχε προβεί σε έρευνα στο αρχείο που τηρείται από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών με βάση την οποία ανακάλυψε ότι ο ιδιοκτήτης του ως άνω οχήματος, όπως ανέφερε είναι ο Κατηγορούμενος. Κατάθεσε προς τούτο ως Τεκμήριο 2, σχετικό πιστοποιητικό εκδοθέν από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών, το οποίο φέρει σφραγίδα ημερομηνίας 5.3.2019 και υπογραφή του αρμόδιου λειτουργού, σύμφωνα με το οποίο ο ιδιοκτήτης του ως άνω οχήματος από 2.3.2012 μέχρι την ημερομηνία έκδοσης του πιστοποιητικού είναι ο κ. XXXXX Ηρακλέους με αριθμό δελτίου ταυτότητας XXXXX47. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο δικηγόρος του Κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του επαρκώς ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει υπεράσπιση και ως εκ τούτου θα πρέπει να αθωωθεί με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155. Αντίθετη ήταν η άποψη του συνηγόρου της Κατηγορούσας αρχής, ο οποίος εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Στο σύγγραμμα «Η Ποινική Δικονομία στην Κύπρο» Δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση του Criminal Procedure in Cyprus
(1975)στα Ελληνικά, έντιμου κύριου Γ.Μ. Πική, στις σελίδες 197 - 198 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η ορολογία του Άρθρου 74
(1)(β) συνάδει με την πατροπαράδοτη έννοια του όρου «εκ πρώτης όψεως» (prima facie) που αποδόθηκε στον όρο διαχρονικά από την αγγλική νομολογία. Δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου εφόσον το δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία, ορωμένη εξ όψεως, όχι σε βάθος, εγείρει θέμα ενοχής του κατηγορουμένου
- Η θεώρηση της μαρτυρίας σε αυτό το στάδιο είναι προκαταρκτική, καθώς το δικαστήριο πρέπει να αφήσει ανοικτούς τους ορίζοντες της ετυμηγορίας του μέχρι το πέρας της δίκης ως προς την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου
- Το 1962 ο κλάδος του αγγλικού Ανωτάτου Δικαστηρίου (Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England) εξέδωσε την ακόλουθη καθοδηγητική οδηγία πρακτικής (practice note) ως προς το τι συνεπάγεται ο όρος «prima facie» (εκ πρώτης όψεως) προς καθοδήγηση των κατώτερων ποινικών δικαστηρίων της χώρας. Οι οδηγίες αυτές, παρόλο που δεν είναι δεσμευτικές για την κυπριακή Δικαιοσύνη, συνιστούν βοήθημα το οποίο υπήρξε καθοδηγητικό για την ανάπτυξη της κυπριακής νομολογίας επί του θέματος. Η προκριθείσα καθοδηγητική οδηγία έχει (σε ελεύθερη μετάφραση) ως εξής : «Χωρίς να επιδιώκεται η στοιχειοθέτηση αρχής δικαίου, ως θέμα πρακτικής το δικαστήριο πρέπει να καθοδηγείται από τους ακόλουθους παράγοντες, επιλαμβανόμενο εισήγησης ότι δεν θεμελιώθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση : (α) Κατά πόσο απουσιάζει μαρτυρία η οποία να στοιχειοθετεί ουσιωδώς συστατικό της υπό κρίση κατηγορίας. (β) Κατά πόσο η προσαχθείσα από την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρία έχει απογυμνωθεί κύρους ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης ή είναι καταφανώς αναξιόπιστη σε βαθμό που κανένα δικαστήριο δεν θα μπορούσε μετά ασφαλείας να καταδικάσει τον κατηγορούμενο.» Η απόφαση αποδοχής ή απόρριψης της εισήγησης δεν εξαρτάται από το κατά πόσο το δικαστήριο θα καταδίκαζε ή θα αθώωνε τον κατηγορούμενο σε εκείνο το στάδιο, αλλά από το κατά πόσο η μαρτυρία είναι τέτοια που θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει σε καταδίκη του κατηγορουμένου
- Wiseman and Another v. Borman and Others
(1967)3 AllER 1047 (βλ. Ιδιαίτερα την απόφαση του Λόρδου Denning (M.R.). 674. 674Cozens v. Brutus
(1972)2 AllER 1. Επίσης βλ. Vye v. Vye
(1969)2 AllER
- Practice Note (QBD) ‐ Lord Parker, Chief Justice
(1962)1 AllER 448.» Στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 το Ανώτατο Δικαστήριο το Εφετείο συνόψισε και επανέλαβε την νομολογία για τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας, προς διαπίστωση ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ως ακολούθως: «Η νομολογία όμως είναι σαφέστατη επί του προκειμένου. (Ίδε: Practice Note [1962] 1 All E.R. 448, R. v. Galbraith [1981] 73 Cr. App. R. 124, Azinas v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, Δημοκρατία ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. Λαμβάνοντας τα πιο πάνω υπόψη είναι ξεκάθαρο ότι το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας εκτός ως ανωτέρω περιγράφεται. Έργο του Δικαστηρίου σ' αυτό το στάδιο, είναι να αποφανθεί κατά πόσον η Κατηγορούσα αρχή έχει προσφέρει τέτοια μαρτυρία, η οποία εάν και εφόσον αξιολογηθεί και κριθεί αποδεκτή, θα είναι ικανή να στηρίξει καταδίκη του Κατηγορουμένου για το αδίκημα που κατηγορείται. Σύμφωνα με τον κανονισμό 58
(9)(στ) των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84, όπως τροποποιήθηκε: «
(9)Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο, οφείλει να μη σταθμεύει το όχημα ούτε εγκαταλείπει αυτό - ... (στ) πάνω σε πεζοδρόμιο ή πεζόδρομο. Όπως έχει προαναφερθεί, το Δικαστήριο δε μπορεί σε αυτό το στάδιο να υπεισέλθει σε εις βάθος αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσφέρθηκε. Χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που έχει προσφερθεί, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον έχει προσφερθεί η απαιτούμενη γι' αυτό το στάδιο μαρτυρία έτσι ώστε να αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση . Ξεκινώντας, έχει δηλωθεί ως παραδεχτό γεγονός ότι η οδός Επτανήσου βρίσκεται εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λευκωσίας. Περαιτέρω, έχει δοθεί μαρτυρία από τον ΜΚ1 ότι το όχημα XXXXX57 εντοπίστηκε στις 31/01/2017, η ώρα 12:26 σταθμευμένο σε πεζόδρομο στην οδό Επτανήσου. Έχει επίσης δοθεί μαρτυρία από τον ΜΚ2 μέσα από το Τεκμήριο 2 ότι ο ιδιοκτήτης του ως άνω οχήματος από 2.3.2012 μέχρι την ημερομηνία έκδοσης του πιστοποιητικού είναι ο Κατηγορούμενος. Σημειώνεται ότι το Τεκμήριο 2 ως μέρος αρχείου δημόσιας αρχής, μπορεί να γίνει αποδεκτό ως αποδεικτικό στοιχείο χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω απόδειξη (άρθρο 35
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9). Το γεγονός ότι το Τεκμήριο 1 φέρεται να έχει υπογραφτεί από αρμόδιο λειτουργό της αρχής αυτής, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο ότι το εν λόγω έγγραφο έγινε και υπογράφτηκε δεόντως από τον εν λόγω λειτουργό (άρθρο 35
(3)(α) του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9). Εξάλλου, δεν υπήρξε ένσταση στην κατάθεση του Τεκμηρίου 2 ούτε έχει υποβληθεί από τον δικηγόρο του Κατηγορουμένου ότι το εν λόγω έγγραφο δεν έχει υπογραφτεί δεόντως από αρμόδιο λειτουργό της εν λόγω αρχής. Έχω προσέξει ότι ο ΜΚ1 έχει παραλείψει εκ παραδρομής να αναφέρει τον αριθμό XXXXX μεταξύ του XXXXX και του 57, γεγονός που κατά την άποψη μου δε μπορεί να δημιουργήσει ρήγμα στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής εφόσον δεν υπήρξε αμφισβήτηση από την υπεράσπιση ως προς το γεγονός ότι το εν λόγω όχημα είναι το όχημα του Κατηγορουμένου, ούτε ότι κατά τον επίδικο χρόνο το συγκεκριμένο όχημα ήταν σταθμευμένο στο συγκεκριμένο σημείο. Αντίθετα κατά την αντεξέταση, ο συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε κατ' επανάληψη ότι το όχημα του Κατηγορουμένου ήταν σταθμευμένο στο συγκεκριμένο σημείο. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος ως ιδιοκτήτης του ως άνω οχήματος, μπορεί να θεωρηθεί ως το πρόσωπο το οποίο είχε την ευθύνη ή τον έλεγχο του κατά τον επίδικο χρόνο. Σε σχέση με το ερώτημα ως προς το κατά πόσον το σημείο όπου ήταν σταθμευμένο το όχημα του Κατηγορουμένου είναι πεζόδρομος, έχει δοθεί προς τούτο μαρτυρία από τον ΜΚ1, ο οποίος ανάφερε ότι το συγκεκριμένο σημείο είναι πεζόδρομος, αλλά πέραν τούτου, το Δικαστήριο μπορεί να στηριχτεί στο τεκμήριο της κανονικότητας και να κρίνει ότι έχουν ληφθεί από το Δήμο Λευκωσίας όλα τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να χαρακτηριστεί η συγκεκριμένη οδός ως πεζόδρομος (Γενικός Εισαγγελέας v Φλωρίδης
(1999)2ΑΑΔ 95 και Γεωργαλίδης v Δήμου Λάρνακος
(2001)2ΑΑΔ 789 με αναφορά στην Boyd-gibbins v.Skinner [1951] All E.R. p.1049). Επιπρόσθετα από τα πιο πάνω, η πλευρά της υπεράσπισης δεν έχει αμφισβητήσει κάποιο από τα συστατικά στοιχεία του του αδικήματος. Κατά την αντεξέταση, η γραμμή της υπεράσπισης συνοψίζεται στα ακόλουθα: Α) ότι παραχωρήθηκε σχετικό δικαίωμα ή και προνόμιο στον Κατηγορούμενο για να σταθμεύει στο συγκεκριμένο σημείο, και Β) ότι τη δεδομένη στιγμή ο κατηγορούμενος το έπραξε γιατί έπρεπε να φορτώσει και εκφορτώσει βαριά αντικείμενα από και προς το κατάστημα του. Περαιτέρω, κατά την αγόρευση του κατά την εισήγηση του για το εκ πρώτης όψεως ο συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε μεταξύ άλλων: «Εντιμότατε, αυτό το οποίο έχω να αναφέρω είναι ότι ο Κατηρογούμενος ισχυρίζεται ότι έχει προνόμιο και ότι όταν έγινε πεζοδρομοποίηση του δρόμου του είχαν δικαίωμα να παρκάρει και ότι αυτό το δικαίωμα είναι αυτό το οποίο εκτέλεσε.» Σε πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην Ποινική Έφεση 167/2013, Νικόλας Μαρσέλλο κ.α. v Κύπρου Κωνσταντίνου, ημερομηνίας 18/1/2017 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: Όπως έχουμε σημειώσει πιο πάνω, ο συνήγορος είναι εκπρόσωπος του διάδικου και οι δηλώσεις του τον δεσμεύουν. (Βλ. Ανδρέου ν Almifalani
(2009)1 A.A.Δ. 608). Στην υπόθεση Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, τονίστηκε ότι, «η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό». Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε προσφάτως και στην υπόθεση Ρεβέκκα Πέτρου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:D497, ECLI:CY:AD:2016:D497, Ποιν. Εφ. 41/2015, ημερ. 25 Οκτωβρίου 2016, στην οποία έκαμε αναφορά ο συνήγορος των εφεσειόντων. Η αρχή αυτή έχει ως βασικό υπόβαθρο το γενικό σκοπό της αντεξέτασης, που αποτελεί σημαντικό όπλο της υπεράσπισης, όχι μόνο να αμφισβητήσει τα λεχθέντα και την αξιοπιστία των μαρτύρων κατηγορίας, αλλά, και εξίσου αναγκαίο να θέσει την εκδοχή της υπεράσπισης, ως προς τα γεγονότα, για να τεκμηριώσει στη συνέχεια τη δική της. Επίσης, η αντεξέταση προσφέρει τη δυνατότητα παρουσίασης γεγονότων που δεν έχει καταθέσει ένας μάρτυρας τα οποία, όμως, θα μπορούσε να είχαν κατατεθεί. (Βλ. Ανθίμου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ 56). Σημείωση: Η υπογράμμιση είναι δική μου. Αναφορικά με τον ισχυρισμό για ύπαρξη προνομίου που να επιτρέπει στον Κατηγορούμενο να σταθμεύει στο συγκεκριμένο σημείο, παρατηρώ ότι δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία επί τούτου, όμως δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος να αποδειχτεί η απουσία οποιουδήποτε δικαιώματος. Επιπρόσθετα να αναφέρω ότι δεν έχω υπόψη μου για την ύπαρξη τέτοιας υπεράσπισης στο συγκεκριμένο αδίκημα, ούτε και με έχει παραπέμψει ο συνήγορος υπεράσπισης σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε σχετική νομολογία που να προνοεί τη συγκεκριμένη υπεράσπιση για το συγκεκριμένο αδίκημα. Συνεπώς, είναι ευθύνη της πλευράς του Κατηγορουμένου κατά την προβολή της υπεράσπισης του, να προσφέρει μαρτυρία για την ύπαρξη σχετικού δικαιώματος και/ ή να μας παραπέμψει στο νόμο ή κανονιστική διάταξη ή στη νομολογία που προνοεί για τη συγκεκριμένη υπεράσπιση. Σύμφωνα με τα πιο πάνω, κρίνω ότι υπό το φως της μαρτυρίας που δόθηκε από την Κατηγορούσα αρχή, έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου ο οποίος καλείται σε απολογία. [Υπ.] .............. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο