Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 8164/2019, 18/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B215 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8164/2019 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. XXXXX ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 18 Οκτωβρίου2020 Για κατηγορούσα αρχή: Κα Ε. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενη: Προσωπικά Κατηγορούμενη: παρούσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Εκ πρώτης όψεως Υπόθεση) Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει 3 κατηγορίες ως αναγράφονται στο κατηγορητήριο και δήλωσε μη παραδοχή στην πρώτη κατηγορία με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Η κατηγορία στην οποία η Κατηγορούμενη αρνήθηκε παραδοχή είναι η ακόλουθη: Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς να λαμβάνεται κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 58
(14)και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84, που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2, 5 και 20Α του νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τις ΚΔΠ 312/2007, 189/2008, και τους Νόμους 166/87, 8(Ι)/2000, 243(Ι)/2004, 270(Ι)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, η Κατηγορούμενη την 18/10/18 στη Λεωφόρο Σπ. Κυπριανού στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX93, δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα ώστε τα χέρια της, πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος, δηλαδή χρησιμοποιούσε τηλέφωνο με το χέρι. Για να στοιχειοθετήσει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε ένα μάρτυρα κατηγορίας, τον αρχιαστυφύλακα XXXXX κο XXXXX Γιάγκου (στο εξής ο ΜΚ1). Κατατέθηκε ως τεκμήριο 1 ανακριτικός φάκελος (στο εξής Τεκμήριο 1) που ετοιμάστηκε από τον ΜΚ1 με ημερομηνία 18/20/
- Ο ΜΚ1 υιοθέτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 και το ανέγνωσε στο Δικαστήριο. Επιπρόσθετα αναγνώρισε την κατηγορουμένη ως το πρόσωπο που οδηγούσε το επίδικο όχημα κατά τον επίδικο χρόνο. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1: «ΑΔΙΚΗΜΑ(ΤΑ): Οδήγηση αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής XXXXX93 με
- Ελεύθερα Χέρια (χρήση κινητού
- Χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας
- Χωρίς άδεια κυκλοφορίας» Και πιο κάτω, υπό τον τίτλο «ΓΕΓΟΝΟΤΑ» αναφέρεται ότι: «Στις 18/10/18 και περί ώρα 11:50 στην οδό/Λεωφόρο Σπ. Κυπριανού στον Στρόβολο ο ΜΚ.1 κατάγγειλε τον οδηγό του οχήματος με αρ. εγγραφής XXXXX93 για τα πιο πάνω αδικήματα. Του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο και απάντησε: Όχι. Παρατηρήσεις δεξί χέρι κτυπούσε πλήκτρα, MOT 27/07/
- Άδεια κυκλοφορίας 31/12/
- Παρατηρήσεις: Δεξί χέρι κτυπούσε πλήκτρα, ΜΟΤ 27/07/
- 'Αδεια κυκλοφορίας 31/12/2016» Κατά την αντεξέταση του ΜΚ1, η Κατηγορούμενη του υπέβαλε ότι λέει ψέματα καθώς αυτή δεν κρατούσε κινητό τηλέφωνο καθώς επίσης και ότι κατά τον επίδικο χρόνο το όχημα της βρισκόταν σε στάση σε φώτα τροχαίας. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής η Κατηγορούμενη εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της επαρκώς ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει υπεράσπιση και ως εκ τούτου θα πρέπει να αθωωθεί με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155. Αντίθετη ήταν η άποψη της συνηγόρου της Κατηγορούσας αρχής, η οποία εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και η Κατηγορούμενη θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Στο σύγγραμμα «Η Ποινική Δικονομία στην Κύπρο» Δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση του Criminal Procedure in Cyprus
(1975)στα Ελληνικά, έντιμου κύριου Γ.Μ. Πική, στις σελίδες 197 - 198 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η ορολογία του Άρθρου 74
(1)(β) συνάδει με την πατροπαράδοτη έννοια του όρου «εκ πρώτης όψεως» (prima facie) που αποδόθηκε στον όρο διαχρονικά από την αγγλική νομολογία. Δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου εφόσον το δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία, ορωμένη εξ όψεως, όχι σε βάθος, εγείρει θέμα ενοχής του κατηγορουμένου
- Η θεώρηση της μαρτυρίας σε αυτό το στάδιο είναι προκαταρκτική, καθώς το δικαστήριο πρέπει να αφήσει ανοικτούς τους ορίζοντες της ετυμηγορίας του μέχρι το πέρας της δίκης ως προς την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου
- Το 1962 ο κλάδος του αγγλικού Ανωτάτου Δικαστηρίου (Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England) εξέδωσε την ακόλουθη καθοδηγητική οδηγία πρακτικής (practice note) ως προς το τι συνεπάγεται ο όρος «prima facie» (εκ πρώτης όψεως) προς καθοδήγηση των κατώτερων ποινικών δικαστηρίων της χώρας. Οι οδηγίες αυτές, παρόλο που δεν είναι δεσμευτικές για την κυπριακή Δικαιοσύνη, συνιστούν βοήθημα το οποίο υπήρξε καθοδηγητικό για την ανάπτυξη της κυπριακής νομολογίας επί του θέματος. Η προκριθείσα καθοδηγητική οδηγία έχει (σε ελεύθερη μετάφραση) ως εξής : «Χωρίς να επιδιώκεται η στοιχειοθέτηση αρχής δικαίου, ως θέμα πρακτικής το δικαστήριο πρέπει να καθοδηγείται από τους ακόλουθους παράγοντες, επιλαμβανόμενο εισήγησης ότι δεν θεμελιώθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση : (α) Κατά πόσο απουσιάζει μαρτυρία η οποία να στοιχειοθετεί ουσιωδώς συστατικό της υπό κρίση κατηγορίας. (β) Κατά πόσο η προσαχθείσα από την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρία έχει απογυμνωθεί κύρους ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης ή είναι καταφανώς αναξιόπιστη σε βαθμό που κανένα δικαστήριο δεν θα μπορούσε μετά ασφαλείας να καταδικάσει τον κατηγορούμενο.» Η απόφαση αποδοχής ή απόρριψης της εισήγησης δεν εξαρτάται από το κατά πόσο το δικαστήριο θα καταδίκαζε ή θα αθώωνε τον κατηγορούμενο σε εκείνο το στάδιο, αλλά από το κατά πόσο η μαρτυρία είναι τέτοια που θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει σε καταδίκη του κατηγορουμένου
- Wiseman and Another v. Borman and Others
(1967)3 AllER 1047 (βλ. Ιδιαίτερα την απόφαση του Λόρδου Denning (M.R.). 674. 674Cozens v. Brutus
(1972)2 AllER 1. Επίσης βλ. Vye v. Vye
(1969)2 AllER
- Practice Note (QBD) ‐ Lord Parker, Chief Justice
(1962)1 AllER 448.» Στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 το Ανώτατο Δικαστήριο το Εφετείο συνόψισε και επανέλαβε την νομολογία για τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας, προς διαπίστωση ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ως ακολούθως: «Η νομολογία όμως είναι σαφέστατη επί του προκειμένου. (Ίδε: Practice Note [1962] 1 All E.R. 448, R. v. Galbraith [1981] 73 Cr. App. R. 124, Azinas v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, Δημοκρατία ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. Λαμβάνοντας τα πιο πάνω υπόψη είναι ξεκάθαρο ότι το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας εκτός ως ανωτέρω περιγράφεται. Έργο του Δικαστηρίου σ' αυτό το στάδιο, είναι να αποφανθεί κατά πόσον η Κατηγορούσα αρχή έχει προσφέρει τέτοια μαρτυρία, η οποία εάν και εφόσον αξιολογηθεί και κριθεί αποδεκτή, και στην απουσία οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας, θα είναι ικανή να στηρίξει καταδίκη της Κατηγορουμένης για το αδίκημα που κατηγορείται. Σύμφωνα με τον κανονισμό 58
(14)των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84, όπως τροποποιήθηκε από τις ΚΔΠ 312/2007, 189/2008, και τους Νόμους 166/87, 8(Ι)/2000, 243(Ι)/2004, 270(Ι)/2004: «
(14)Κάθε οδηγός, κατά την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος, οφείλει να λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια του, πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού, να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος. Ειδικότερα ο οδηγός απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος να κρατά οποιοδήποτε αντικείμενο άσχετο με την οδήγηση, περιλαμβανομένου και κινητού τηλεφώνου.» Σύμφωνα με την υπόθεση Θεοδότου v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 695 για τη διάπραξη του αδικήματος αρκεί να αποδειχτεί ότι υπήρξε επηρεασμός της ελεύθερης κίνησης των χεριών κατά την κίνηση. Αξίζει να σημειωθεί, ότι σε αυτή την υπόθεση ο εφεσείων ήταν σταματημένος σε κόκκινο φανάρι και έκανε χρήση κινητού τηλεφώνου, το οποίο κρατούσε στο αυτί με τον ώμο του, ενώ τα χέρια του ήταν στο τιμόνι χωρίς να είχε εγερθεί θέμα ως προς το κατά πόσον μπορούσε να θεωρηθεί ότι οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο. Παρατηρείται βεβαίως, ότι ο κανονισμός που ίσχυε τότε ήταν διαφορετικός αφού είχε μεταγενέστερα τροποποιηθεί. Συγκεκριμένα ο κανονισμός 58
(5)όπως ήταν τότε προνοούσε ότι: «Κατά την οδήγηση οι οδηγοί μηχανοκινήτων οχημάτων οφείλουν να λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια τους να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος. Ειδικότερα απαγορεύεται η χρήση τηλεφώνου με τα χέρια.» Οι τροποποιήσεις όμως που επέφερε η μεταγενέστερη τροποποίηση του κανονισμού, όχι μόνο δεν αναιρούν το προηγούμενο που έχει δημιουργηθεί με την υπόθεση Θεοδότου ανωτέρω, αλλά μπορεί να λεχθεί ότι έχουν κάνει το αδίκημα ακόμη πιο αυστηρό, εφόσον έχει προστεθεί πρόνοια για ασφαλές κράτημα του τιμονιού, καθώς επίσης και ρητή απαγόρευση πέραν του κινητού τηλεφώνου και οποιουδήποτε αντικειμένου άσχετου με την οδήγηση. Σύμφωνα με τον Ο περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμος του 1972 (86/1972): «"οδηγός" περιλαμβάνει παν πρόσωπον, όπερ εν τη πραγματικότητι οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα εις δεδομένον τινά χρόνον ως και παν πρόσωπον, όπερ φέρει την ευθύνην του οχήματος διά σκοπούς οδηγήσεως αυτού, εν όσω τούτο είναι εσταθμευμένον εφ' οιασδήποτε οδού, εν τη περιπτώσει δε ρυμουλκουμένου οχήματος, τον οδηγόν του οχήματος, υφ' ου σύρεται το ρυμουλκούμενον όχημα·» Στο 86/1972 και στην ΚΔΠ 66/84 δεν προσφέρεται ερμηνεία της λέξης οδήγηση. Ούτε στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχω εντοπίσει ερμηνεία του συγκεκριμένου όρου (Στην υπόθεση Θεοδότου ανωτέρω δεν ήταν επίδικο θέμα το κατά πόσον ο εφεσείων οδηγούσε). Ανατρέχοντας στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 27th edition, 2015, volume 1, στη σελίδα 40, παράγραφος 1.105 αναφέρονται τα ακόλουθα: «The principles of Pinner v. Everett and other cases where summarized (so far as still relevant) in Edkins v. Knowles [1973] Q.B. 748 as follows:
(1)The vehicle does not have to be in motion, there will always be a brief interval of time after the vehicle has been brought to rest and before the motorist has completed those operations necessarily connected with driving, such as applying the handbreak, switching off the ignition and securing the vehicle, during which he must still be considered to be driving.
(2)When a motorist stops before he has completed his journey, he may still be driving; an obvious example is when he is halted at the traffic lights. Each case will depend upon its own facts, but generally the following questions will be relevant: a. What was the purpose of the stop? If it is connected with the driving, and not for some purpose unconnected with the driving, the facts may justify a finding that the driving is continuing although the vehicle is stationary. b. How long has he stopped? The longer he is stopped, the more difficult it becomes to regard him as still driving. c. Did he get out of the vehicle? If he remains in the vehicle, it is some indication (although not conclusive) that he is still driving.
(3)If a motorist is stopped and appreciable time elapses, it will be a question of fact and degree, whether the motorist is still to be considered as driving at that time.
(4)When a motorist has arrived at the end of his journey, then subject to the brief interval referred to in head
(1)above, can no longer be regarded as driving.
(5)When a motorist has been effectively prevented or persuaded from driving, he can no longer be considered to be driving. Σε δική μου μετάφραση: «Οι αρχές της Pinner v. Everett και άλλων υποθέσεων συνοψίστηκαν (στο βαθμό που ακόμα ισχύουν) στην Edkins v. Knowles [1973] Q.B. 748 ως ακολούθως:
(1)Το όχημα δε χρειάζεται να βρίσκεται σε κίνηση, πάντοτε θα υπάρχει ένα σύντομο μεσοδιάστημα μετά που το όχημα ακινητοποιήθηκε και πριν ο οδηγός έχει ολοκληρώσει όλες τις απαραίτητες ενέργειες που σχετίζονται με την οδήγηση, όπως το να εφαρμόσει το χειρόφρενο, να σβήσει τον κινητήρα και να ασφαλίσει το όχημα, κατά τη διάρκεια των οποίων μπορεί ακόμα να θεωρηθεί ότι οδηγεί.
(2)Όταν ένας οδηγός σταματά πριν να ολοκληρώσει το ταξίδι του, μπορεί ακόμα να οδηγεί, ένα ξεκάθαρο παράδειγμα είναι όταν βρίσκεται ακινητοποιημένος στα φώτα τροχαίας. Κάθε περίπτωση εξαρτάται από τα δικά της γεγονότα, αλλά γενικά τα ακόλουθα ερωτήματα είναι σχετικά: a. Ποιος ήταν ο σκοπός της ακινητοποίησης; Αν σχετίζεται με την οδήγηση και όχι με κάποιο σκοπό άσχετο με αυτήν, τα γεγονότα μπορεί να δικαιολογούν ένα εύρημα ότι η οδήγηση συνεχίζει ακόμα και αν το όχημα είναι ακινητοποιημένο. b. Για πόσο χρονικό διάστημα ακινητοποιήθηκε; Όσο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ήταν ακινητοποιημένος τόσο πιο δύσκολο θα είναι να θεωρηθεί ότι η οδήγηση συνεχίζει. c. Βγήκε έξω από το όχημα; Αν παραμένει στο όχημα αυτό είναι μια ένδειξη (όμως όχι καθοριστική) ότι η οδήγηση συνεχίζει).
(3)Αν ένας οδηγός είναι ακινητοποιημένος και έχει παρέλθει σημαντικό χρονικό διάστημα, τίθεται θέμα γεγονότων και βαθμού, έτσι ώστε να διαπιστωθεί αν ο οδηγός συνέχιζε να οδηγεί κατά τον επίδικο χρόνο.
(4)Όπου ο οδηγός έχει αφιχθεί στο τέρμα του ταξιδίου του, τότε εκτός όπως ισχύει το σύντομο μεσοδιάστημα που αναφέρεται στο σημείο
(1)ανωτέρω, δε θα μπορεί πλέον να θεωρηθεί ότι υφίσταται οδήγηση.
(5)Όπου ο οδηγός έχει επιτυχώς εμποδιστεί ή μεταπειστεί να μην οδηγήσει, δε μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται οδήγηση. Οι υπογραμμίσεις και η έμφαση στο κείμενο είναι δικές μου. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι, ακόμα και ακινητοποιημένο να είναι ένα όχημα, όπως για παράδειγμα κατά την αναμονή στα φώτα τροχαίας, και πάλι μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται οδήγηση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις πιο πάνω αναφερόμενες αρχές, το Δικαστήριο δε μπορεί σε αυτό το στάδιο να υπεισέλθει σε εις βάθος αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ1. Αρκεί να αναφερθεί ότι η μαρτυρία που έχει προσφερθεί, είναι ικανή εάν και εφόσον κριθεί από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη και αποδεχτή, για να επιφέρει την καταδίκη της Κατηγορούμενης στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. Σύμφωνα με τα πιο πάνω, κρίνω ότι υπό το φως της μαρτυρίας που δόθηκε από την Κατηγορούσα αρχή, έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορούμενης στην πρώτη κατηγορία και ως εκ τούτου την καλώ σε απολογία. [Εξηγούνται τα δικαιώματα της Κατηγορουμένης] [Υπ.] .............. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο