Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 24131/18, 17/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2020:19 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Μ. Αμπίζας, Π.Ε.Δ. Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Α.Ε.Δ. Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 24131/18 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α v.
- XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
- XXXXX ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
- XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
- ΜD SHAFIKUL ISLAM MD SHAFIKUL ISLAM
- XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Κατηγορουμένων ------------------------- Ημερομηνία: 17 Νοεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Θ. Παπακυριακού με κα Σ. Παπουή Για Κατηγορούμενο αρ. 1: κ. Μ. Μιχαήλ Για Κατηγορούμενο αρ. 2: κ. Κ. Ευσταθίου με κ. Σ. Στυλιανού Για Κατηγορούμενο αρ. 3: κ. Σπαστρής Για Κατηγορούμενο αρ. 4: κ. Κάρνος Για Κατηγορούμενο αρ. 5: κ. Αναστασίου Κατηγορούμενοι 2, 3, 4, 5 παρόντες Κατηγορούμενος 1 απών -------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο, στην αρχική του μορφή, αποτελείται από 39 κατηγορίες οι οποίες αφορούν αδικήματα εμπορίας ενηλίκων προσώπων, υποκίνησης, συνέργειας και απόπειρας διάπραξης αδικημάτων εμπορίας προσώπων, συμμετοχής, αποδοχής και διάπραξης εγκλημάτων, συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, συνομωσίας για καταδολίευση, συνομωσίας προς διάπραξη πλημμελήματος, νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, υποβοήθησης παράνομης εισόδου, διέλευσης και παραμονής, υποκίνησης μαρτύρων σε ψευδή μαρτυρία ή σε απόκρυψη αληθινής μαρτυρίας, επηρεασμού μαρτύρων, και παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία. Ο κάθε ένας από τους κατηγορουμένους 1-5 αντιμετωπίζει κάποιες από τις 39 αυτές κατηγορίες. Οι κατηγορούμενοι δεν παραδέχτηκαν ενοχή στις εναντίον τους κατηγορίες. Η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ξεκινήσει ακόμη. Σε στάδιο κατά το οποίο η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, η ευπαίδευτη συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή ανέφερε ότι, έχοντας αναλάβει το χειρισμό της υπόθεσης, είχε πρόθεση να αιτηθεί την τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Ως, τελικώς, εξελίχθηκε το θέμα, η συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή πληροφόρησε το Δικαστήριο για την αναστολή της ποινικής δίωξης στις κατηγορίες 9-12, 14-23, 25, 32-33 και 36-
- Συνεπώς, οι κατηγορούμενοι τους οποίους αφορούσαν οι εν λόγω κατηγορίες απαλλάχθηκαν αυτών. Περαιτέρω δε, η Κατηγορούσα Αρχή αιτήθηκε την τροποποίηση των κατηγοριών 1-8, 13, 24, 26-31, 34 και 35 και την προσθήκη κατηγοριών 40-51 ως το κείμενο που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και τελικώς σημειώθηκε με την ένδειξη Χ. Στόχος της τροποποίησης, ως εισηγήθηκε η κα Παπακυριακού, είναι, στη βάση των προνοιών του άρθρου 83 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, να διασαφηνιστούν οι κατηγορίες και οι λεπτομέρειες αυτών, μειώνοντας τον αριθμό των κατηγοριών. Σύμφωνα με την ευπαίδευτη συνήγορο, στις πλείστες των περιπτώσεων, παρέχεται διευκρίνιση των νομοθετικών άρθρων ώστε να είναι ακριβέστερη η έκθεση των αδικημάτων χωρίς να αλλάζει το βάθρο των κατηγοριών. Υποβοηθούνται έτσι οι κατηγορούμενοι να ετοιμάσουν την υπεράσπισή τους με βεβαιότητα. Δεν παραβλάπτονται τα δικαιώματα τους αφού ακόμη και τα νέα αδικήματα αφορούν αναμενόμενα, με βάση το μαρτυρικό υλικό, αδικήματα και δεν είναι εντελώς νέα αδικήματα που δεν θα αναμένονταν με βάση το μαρτυρικό υλικό. Υπέδειξε το γεγονός ότι υπόθεση βρίσκεται σε στάδιο πριν την ακρόαση της. Ο κάθε ένας από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των κατηγορουμένων ανέλυσε τους λόγους για τους οποίους προβάλλεται ένσταση στην αιτούμενη τροποποίηση. Οι εισηγήσεις αυτές περιλαμβάνουν την μη ύπαρξη ή συγκεκριμενοποίηση από την Κατηγορούσα Αρχή ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου, αλλαγή της φύσης κατηγοριών με ύπαρξη κενών που αφήνουν τους κατηγορούμενους σε αβεβαιότητα ως προς το τι θα αντιμετωπίσουν, με συνεπαγόμενο δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων τους. Περαιτέρω, προβάλλεται η μη δυνατότητα πρόσαψης νέων κατηγοριών μετά την απαγγελία των κατηγοριών στους κατηγορούμενους ή και μετά την παραπομπή τους στο Κακουργιοδικείο για συγκεκριμένα αδικήματα, καθώς επίσης και αδιαφάνεια ως προς τους λόγους για τους οποίους η Κατηγορούσα Αρχή αναγκάστηκε να προβεί σε αίτημα τροποποίησης, οι οποίοι αφορούν την ύπαρξη, πλέον, νομολογίας στη βάση της οποίας κατηγορίες του αρχικού κατηγορητηρίου θα αποτύγχαναν. Τέθηκε επίσης εισήγηση ότι υποκατάσταση και προσθήκη κατηγοριών είναι εφικτή μόνο εφόσον ακουστεί μαρτυρία στην υπόθεση. Ως αναφέρθηκε ανωτέρω, βάση για το υπό κρίση αίτημα αποτέλεσε το άρθρο 83 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 το οποίο προνοεί ότι: «83
(1)Όταν, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης φαίνεται στο Δικαστήριο ότι το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είτε με τροποποίηση του ή με υποκατάσταση του ή με προσθήκη σε αυτό νέας κατηγορίας ως το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο ώστε να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης». Από τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει τόσο τροποποιήσεις υφιστάμενων κατηγοριών όσο και την υποκατάσταση και προσθήκη κατηγοριών όταν φανεί ότι το κατηγορητήριο είναι «ελαττωματικό». Το κατά πόσον ένα κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό αποτελεί θέμα το οποίο δεν συναρτάται μόνο με τα εξωτερικά γνωρίσματα του κατηγορητηρίου και ειδικότερα με διατύπωση των κατηγοριών αλλά και με το πως η Κατηγορούσα Αρχή αντικρίζει τις κατηγορίες, έχοντας ως κριτήριο το αποδεικτικό υλικό το οποίο έχει στη διάθεσή της ή, σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή στην εξέλιξη της δίκης, τη μαρτυρία που προσκομίστηκε. Η έννοια του «ελαττωματικού» έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση Pouris v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 148, όπου γίνεται αναφορά και στην Αγγλική νομολογία επί του θέματος υιοθετώντας την ερμηνεία που έχει δοθεί στον όρο. Στην υπόθεση R. v. Smith and others 34 Cr. App. R. 168 τονίστηκε ότι μπορεί να γίνει οποιαδήποτε μεταβολή του κατηγορητηρίου σε θέματα όπως την περιγραφή και άλλα, ώστε να ανταποκρίνεται στη διαθέσιμη μαρτυρία στην υπόθεση, πάντοτε υπό την προϋπόθεση ότι η τροποποίηση δεν προκαλεί αδικία στον κατηγορούμενο. Κατηγορητήριο είναι επίσης ελαττωματικό, όπως λέχθηκε στην υπόθεση R. v. Martin [1962] 1QB 221, όπου υπάρχει ελάττωμα το οποίο δεν είναι εκ πρώτης όψεως φανερό, όπως για παράδειγμα, όταν το κατηγορητήριο ενώπιον του Κακουργιοδικείου περιέχει κατηγορίες που δεν δικαιολογούνται από τις καταθέσεις της προανάκρισης ενώ δεν περιέχει κατηγορίες για αδικήματα που προκύπτουν από αυτές τις καταθέσεις. Στην υπόθεση Leonidou v. The Police
(1987)2 C.L.R. 96 αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με την ελαττωματικότητα του κατηγορητηρίου: «On the question as to when a charge or information may be considered as defective so that the provisions of s. 83 and 84 can be applied, useful guidance may be derived from Archbold's Criminal Pleading, Evidence and Practice, 40th ed. p. 52, para. 53 where it is stated as follows: «(
- a)An indictment is defective not only when it is bad on the face of it, but also: (
- i)When it does not accord with the evidence before the commiting magistrates either because of inaccuracies or deficiencies in the indictment or because the indictment charges offences not disclosed in that evidence or fails to charge an offence which is disclosed therein, (
- ii)When for such reasons it does not accord with the evidence given at the trial: R. v. Hall [1968] 52 Cr. App. R. 528; R. v. JohalandRam.» Όπως, δε, εξηγήθηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Lanitis Bros Ltd ν. Ιατρικών Υπηρεσιών
(1995)2 Α.Α.Δ. 266, η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, δηλαδή σε κάθε στάδιο της διαδικασίας μέχρι την έκδοση της ετυμηγορίας του Δικαστηρίου. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται ότι δεν προκαλείται βλάβη στα δικαιώματα ενός κατηγορουμένου στην προώθηση της υπεράσπισής του. Τροποποίηση κατηγορητηρίου επιτρέπεται με σχετική ευκολία στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας και δυσκολότερα σε μεταγενέστερα στάδια της δίκης όπου η υπεράσπιση του κατηγορουμένου είναι δυνατό να επηρεαστεί. Στην παρούσα υπόθεση, έχουμε, με μεγάλη προσοχή, εξετάσει τις αιτούμενες τροποποιήσεις υφιστάμενων κατηγοριών καθώς και τις αιτούμενες προσθήκες κατηγοριών, υπό το φως των πιο πάνω αρχών. Έχουμε, επίσης, πράξει τούτο προβληματιζόμενοι από τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των κατηγορουμένων στην ολότητα τους. Προκύπτει, από τις εισηγήσεις όλων, ότι το πραγματικό βάθρο επί του οποίου βασίζεται το υπό κρίση αίτημα παραμένει το υφιστάμενο μαρτυρικό υλικό. Διαπιστώνεται περαιτέρω ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δεν αλλοιώνεται η φύση των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι αλλά με αυτή σκοπείται η πληρέστερη έκθεση και περιγραφή των αδικημάτων, με τον τρόπο που η Κατηγορούσα Αρχή κρίνει ορθότερο, στη βάση του υφιστάμενου μαρτυρικού υλικού. Παράλληλα, συγκεκριμένες κατηγορίες αποδίδονται και σε άλλο ή άλλους κατηγορούμενους, επίσης ως απόρροια του υφιστάμενου μαρτυρικού υλικού, ενώ οι νέες κατηγορίες είναι καθόλα συναφείς με τις υφιστάμενες και λογικά αναμενόμενες, στη βάση και πάλι του υφιστάμενου μαρτυρικού υλικού και δεν πρόκειται για αδικήματα ξένα προς αυτό. Δεν είμαστε σε θέση να διαπιστώσουμε ότι το κατηγορητήριο, μετά από μια τέτοια τροποποίηση, θα πάρει μορφή που λογικά δεν θα ανέμεναν οι κατηγορούμενοι, με αποτέλεσμα να παραβλάπτονταν έτσι τα δικαιώματα τους. Αντιθέτως, έχουμε την άποψη ότι, με αυτό τον τρόπο, οι κατηγορούμενοι θα είναι σε θέση να γνωρίζουν τι ακριβώς είναι που τους αποδίδεται και αντιμετωπίζουν. Συγκεφαλαιώνοντας, έχοντας υπόψη το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση με την ακροαματική διαδικασία να μην έχει ακόμη ξεκινήσει και το γεγονός ότι αυτά που ζητούνται με το αίτημα στηρίζονται στο υπάρχον μαρτυρικό υλικό και κρίνοντας ότι ουδείς δυσμενής επηρεασμός των κατηγορουμένων στην υπεράσπισή τους υφίσταται από μια τέτοια τροποποίηση, αποφασίζουμε ότι η διακριτική μας ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Συναφώς, καλούμε την συνήγορο για την Κατηγορούσα Αρχή να προβεί στην τροποποίηση ώστε να προχωρήσουμε με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 84 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. (Υπ.) ................ Μ. Αμπίζας, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................. Γ. Πετάση ‑ Κορφιώτη, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................. Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο