← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Bairam κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10551/19, 11/12/2020

Δημοκρατία ν. Bairam κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10551/19, 11/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2020:21 Αρ. Υπόθεσης: 10551/19 Δημοκρατία - ν -

  1. XXXXX Bairam από την Ρουμανία
  2. XXXXX Ali, από το Πακιστάν
  3. XXXXX Shoaib, από το Πακιστάν Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 11 Δεκεμβρίου 2020 Για την Δημοκρατία: κα Ε. Παπαλοΐζου Για κατηγορούμενο 1: κα Κ. Λούτσιου Για κατηγορουμένους 2 & 3: κος Α. Χρίστου Κατηγορούμενοι: Παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες που αφορούν μεταξύ άλλων αδικήματα συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος και πλημμελήματος, εμπορία ενηλίκων προσώπων, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες πράξεις, υποβοήθηση υπηκόου τρίτης χώρας με σκοπό την αποκόμιση κέρδους, πλαστογραφίας, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και εξαναγκασμό σε γάμο, καθώς και αδικήματα επίθεσης. Οι κατηγορίες 25 και 26 για το αδίκημα του εικονικού γάμου, έχουν ανασταλεί από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας πριν την έναρξη της ακρόασης. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής όπως προκύπτει από την ακροαματική διαδικασία, είναι ότι οι κατηγορούμενοι διακίνησαν, παρέλαβαν και στέγασαν τις δύο παραπονούμενες από την Ρουμανία (Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3) καταχρώμενοι την ευπαθή θέσης τους, με αποτέλεσμα αυτές να μην έχουν άλλη αποδεκτή δυνατότητα παρά να υποταχθούν με σκοπό την εκμετάλλευση τους, στην διάπραξη του αδικήματος της υποβοήθησης υπηκόου τρίτης χώρας. Η υποβοήθηση συνίστατο σύμφωνα με την μαρτυρία, στην τέλεση γάμου με υπηκόους τρίτων χωρών ώστε αυτοί να αποκτήσουν δικαίωμα παραμονής στην Δημοκρατία. Αντίθετη ήταν η θέση της υπεράσπισης. Υποστηρίχθηκε μεταξύ άλλων ότι δεν ασκήθηκε καμία ψυχολογική ή σωματική βία στις παραπονούμενες και ότι αυτές συμφώνησαν να συνάψουν τους πιο πάνω γάμους με σκοπό την αποκόμιση οικονομικού οφέλους για τις ίδιες. Υποστηρίχθηκε επίσης ότι κατά το στάδιο της ανάκρισης, οι αστυνομικές αρχές λειτούργησαν κατά παράβαση των αστυνομικών κανονισμών και με αδικία προς την πλευρά των κατηγορουμένων με αποτέλεσμα να παραβιαστεί στην παρούσα δικαστική διαδικασία το δικαίωμα τους για δίκαιη δίκη. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο όπως έχει τροποποιηθεί, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τις πιο κάτω κατηγορίες: Κατηγορία 1: Συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση κατά παράβαση των άρθρων 2, 63Α, 63Β

(3), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, οι κατηγορούμενοι, μεταξύ τους και με άλλα πρόσωπα, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2019 στη Δημοκρατία ή αλλαχού, συμμετείχαν σε εγκληματική οργάνωση έχοντας ως απώτερο σκοπό την εμπορία ενήλικων προσώπων. Κατηγορία 2: Συμμετοχή και αποδοχή διάπραξης εγκλημάτων κατά παράβαση των άρθρων 2, 63 (Β)
(1)(β)
(2)και
(3)και άρθρα 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 και του άρθρου 6 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμος του 2014 (60(Ι)/2014). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, οι κατηγορούμενοι, μεταξύ τους και με άλλα πρόσωπα, στον ίδιο τόπο και χρόνο με την 1η κατηγορία, έχοντας γνώση των παράνομων σκοπών ή δραστηριοτήτων εγκληματικής οργάνωσης, συμμετείχαν σε πράξεις εγκληματικής οργάνωσης οι οποίες θα έπρεπε λογικώς να γνωρίζουν ότι συνδέονται με οποιοδήποτε τρόπο με την διάπραξη του αδικήματος, δηλαδή της εμπορίας ενήλικων προσώπων. Κατηγορία 3: Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος από τους κατηγορουμένους 1 και 3 ήτοι το αδίκημα της εμπορίας ενήλικων προσώπων κατά παράβαση των άρθρων 371, 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 και του άρθρου 6 του Περί καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου 87(Ι)/2007. Κατηγορίες 4, 5 και 6: Εμπορία ενήλικων προσώπων, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4 και 6(ε) (στ), 12
(2)και 13 (β) (δ) του Περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου 60(Ι)/2014 και των άρθρων 5 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων 4 και 6 οι κατηγορούμενοι 1 και 3, μαζί με άλλο πρόσωπο, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2019 στη Λευκωσία, διακίνησαν, παρέλαβαν και στέγασαν την XXXXX XXXXX SIMA (4η κατηγορία) και την XXXXX XXXXX MIHAEL (6η κατηγορία), καταχρώμενοι την ευπαθή θέση τους με αποτέλεσμα αυτές να μην έχουν άλλη αποδεκτή δυνατότητα παρά να υποταχθούν με σκοπό την εκμετάλλευση τους για διάπραξη του αδικήματος της υποβοήθησης υπηκόου τρίτης χώρας. Στις λεπτομέρειες αδικήματος της 5ης κατηγορίας αναφέρεται ότι κατηγορούμενος 1, μαζί με άλλο πρόσωπο, την 16.6.2019 στη Δημοκρατία, παρέλαβε από την Λάρνακα την XXXXX XXXXX SIMA και τη μετέφερε στην Επαρχία Λευκωσίας, καταχρώμενος την ευπαθή θέση της με αποτέλεσμα αυτή να μην έχει άλλη αποδεκτή δυνατότητα παρά υποταχθεί, με σκοπό την εκμετάλλευση της για διάπραξη του αδικήματος της υποβοήθησης υπηκόου τρίτης χώρας, Κατηγορία 7: Νομιμοποίηση Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(iii)
(2), 5 και 8 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/2007, και άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, οι κατηγορούμενοι 1 και 3, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2019 στη Λευκωσία, ενώ γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι περιουσία, δηλαδή, το χρηματικό ποσό των €12.000,00 αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος ήτοι του αδικήματος της εμπορίας ενήλικων προσώπων, απέκτησαν και κατείχαν το πιο πάνω χρηματικό ποσό. Κατηγορία 8: Συνομωσία προς διάπραξη του κακουργήματος της υποβοήθησης υπηκόου τρίτης χώρας, με πρόθεση και με σκοπό την αποκόμιση κέρδους ενώ η κατηγορία 9 αφορά το αδίκημα της υποβοήθησης υπηκόου τρίτης χώρας, με πρόθεση και με σκοπό την αποκόμιση κέρδους, κατά παράβαση των άρθρων 2, 19Α
(2)
(3)(α) και 20 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμος, Κεφ. 105 και του άρθρου 20 του του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, οι κατηγορούμενοι 1 και 3, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2019 στη Δημοκρατία, βοήθησαν τον 2° κατηγορούμενο XXXXX ALI από το Πακιστάν να τελέσει γάμο με την XXXXX XXXXX MIHAELA από τη Ρουμανία (Μ.Κ.2) ώστε αυτός να παραμείνει στη Δημοκρατία ως σύζυγος ευρωπαίας πολίτη, αποκομίζοντας οικονομικό όφελος. Το ίδιο αδίκημα της υποβοήθησης υπηκόου τρίτης χώρας με πρόθεση και με σκοπό την αποκόμιση κέρδους, αναφέρεται και στην κατηγορία 28, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της οποίας, οι κατηγορούμενοι 1 και 3, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2019 στη Δημοκρατία βοήθησαν τον XXXXX Singh Sandhu από την Ινδία να τελέσει γάμο με την XXXXX XXXXX Sima από τη Ρουμανία ώστε αυτός να παραμείνει στη Δημοκρατία ως σύζυγος ευρωπαίας πολίτη, αποκομίζοντας οικονομικό όφελος. Κατηγορία 10: Συνομωσία προς διάπραξη του κακουργήματος της πλαστογραφίας ενώ η κατηγορία 11 αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 11ης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι 1, και 3 κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2019 στη Λευκωσία, κατάρτησαν πλαστό έγγραφο με σκοπό την καταδολίευση δηλαδή κατάρτησαν πιστοποιητικό ελευθερίας για την XXXXX XXXXX SIMA από τη Ρουμανία (Μ.Κ.3) , ενώ γνώριζαν ότι δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Κατηγορία 12: Συνομωσία προς διάπραξη του κακουργήματος κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου ενώ η κατηγορία 13 αφορά το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 13ης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι 1 και 3 κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2019 στη Λευκωσία, εν γνώσει τους και δολίως έθεσαν σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο δηλαδή πλαστό πιστοποιητικό ελευθερίας για την XXXXX XXXXX SIMA (Μ.Κ.3) από τη Ρουμανία. Κατηγορία 14: Συνομωσία προς διάπραξη του κακουργήματος της πλαστογραφίας ενώ η κατηγορία 15 αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας κατά παράβαση των άρθρων 20, 29, 331, 333(a) και 335 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 15ης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι 1, και 3 κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2019 στη Λευκωσία, κατάρτησαν πλαστό έγγραφο με σκοπό την καταδολίευση δηλαδή κατάρτησαν πιστοποιητικό ελευθερίας για την XXXXX XXXXX MIHAELA (Μ.Κ.2) από τη Ρουμανία, ενώ γνώριζαν ότι δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Κατηγορία 16: Συνομωσία προς διάπραξη του κακουργήματος της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου ενώ η κατηγορία 17 αφορά το αδίκημα της της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 17ης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι 1 και 3 κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2019 στη Λευκωσία, εν γνώσει τους και δολίως έθεσαν σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο δηλαδή πλαστό πιστοποιητικό ελευθερίας για την XXXXX XXXXX MIHAELA από τη Ρουμανία (Μ.Κ.2). Κατηγορίες 18 και 20: Συνομωσία για την διάπραξη του πλημμελήματος του εξαναγκασμού σε γάμο ενώ οι κατηγορίες 19 και 21 αφορούν το αδίκημα του εξαναγκασμού σε γάμο κατά παράβαση των άρθρων 4, 20 και 150 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  3. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 19 και 21, οι κατηγορούμενοι 1 και 3 μεταξύ 16.6.2019 και 18.6.2019 στη Λευκωσία και Λάρνακα, με τη χρήση εξαναγκασμού, έπεισαν την XXXXX XXXXX MIHAELA και την XXXXX XXXXX SIMA και την από τη Ρουμανία (Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3) να παντρευτούν παρά τη θέληση τους. Κατηγορία 22: Απαγωγή κατά παράβαση των άρθρων 4, 29 και 148 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  4. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος 1 μεταξύ των ημερομηνιών 16.06.2019 και 20.6.2019 στη Λευκωσία, κατακράτησε την XXXXX XXXXX SIMA (Μ.Κ.3) από τη Ρουμανία χωρίς τη θέληση της με σκοπό να τελέσει γάμο με άλλο πρόσωπο. Κατηγορία 23: Επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 4, 29 και 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  5. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος 1 κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2019 στην Λευκωσία, επιτέθηκε εναντίον της XXXXX XXXXX MIHAELA από τη Ρουμανία (Μ.Κ.2) και της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Κατηγορία 24: Συνομωσία για καταδολίευση, κατά παράβαση των άρθρων 302, 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  6. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος οι κατηγορούμενοι κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2019 στη Δημοκρατία συνωμότησαν μεταξύ τους όπως με απάτη ή με άλλο δόλιο μέσο να καταδολιεύσουν την Κυπριακή Δημοκρατία με την τέλεση γάμων προσώπων τρίτων χωρών με ευρωπαίους πολίτες με απώτερο σκοπό την εξασφάλιση της παραχώρησης δελτίου παραμονής στη Δημοκρατία. Κατηγορία 27: Απόπειρα εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 305 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  7. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος 2 μεταξύ της 18.6.2019 και 19.6.2019 στη Λευκωσία, εσκεμμένα αποπειράθηκε να εξασφαλίσει δελτίο παραμονής στη Δημοκρατία από την Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως ως σύζυγος ευρωπαίας πολίτη, ήτοι εξανάγκασε σε γάμο την XXXXX XXXXX MIHAELA από τη Ρουμανία (Μ.Κ.2) και παρουσίασε στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης το πιστοποιητικό γάμου του προαναφερόμενου γάμου. Παραδεκτά γεγονότα Κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν από τις δύο πλευρές και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, τα πιο κάτω παραδεκτά γεγονότα (έγγραφα Α, Α1, Α2, και Α3): Έγγραφο Α. Όλα τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, παραλήφθηκαν νομότυπα, διακινήθηκαν νομότυπα, χωρίς να υποστούν οποιαδήποτε αλλοίωση και/ή επέμβαση και βρίσκονταν υπό τη συνεχή και ασφαλή φύλαξη της Αστυνομίας, μέχρι και την ημερομηνία κατάθεσης τους στο Δικαστήριο. Στις 18/06/2019 και ώρα 21:06 λήφθηκε μήνυμα από την INTERPOL Μαδρίτης με το οποίο ενημερώνονταν οι Κυπριακές Αρχές ότι καταγγέλθηκε από την μητέρα της XXXXX XXXXX Sima, με Αριθμό Δελτίου Ταυτότητας XXXXX8763, ηλικίας 18 ετών, ότι ταξίδεψε από το Βουκουρέστι στην Κύπρο την 16/06/2019 για να παντρευτεί άγνωστο πρόσωπο μη Ευρωπαίο πολίτη, έναντι πληρωμής. Σύμφωνα με το μήνυμα της INTERPOL Μαδρίτης, αφού η XXXXX XXXXX Sima αφίχθηκε στην Κύπρο, μετάνιωσε και από τότε κρατείται παρά τη θέληση της σε άγνωστο μέρος στη Λευκωσία και διέκοψε κάθε επικοινωνία με τη μητέρα της. Το εν λόγω μήνυμα, στην Ισπανική και στην Αγγλική γλώσσα, το οποίο παραλήφθηκε από τον Αστ. XXXXX XXXXX Σολωμού της INTERPOL Λευκωσίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  8. Την ίδια μέρα και ώρα 21:57 ο Αστ. XXXXX XXXXX Σολωμού ζήτησε περαιτέρω διευκρινίσεις και στοιχεία σχετικά με την πληροφορία. Το σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  9. Οι διευκρινίσεις δόθηκαν από την INTERPOL Μαδρίτης την 19/06/019 και ώρα 15:10 και το σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  10. Την ίδια μέρα ο Αστ. XXXXX XXXXX Σολωμού ενημέρωσε σχετικά το Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων και το Γραφείο Καταπολέμησης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, όπως και τις υπόλοιπες υπηρεσίες της Αστυνομίας. Περαιτέρω ενημέρωσε τηλεφωνικώς το ΤΑΕ Λευκωσίας του οποίου τα μέλη ξεκίνησαν άμεσα εξετάσεις για εντοπισμό της. Ακολούθως, ο Αστ. XXXXX XXXXX Σολωμού τοποθέτησε το όνομα της XXXXX XXXXX Sima στον Κατάλογο Ονομάτων Προσώπων που αναζητούνται. Alert List, ως θύμα απαγωγής. Στις 20/06/2019 ο Αστ. XXXXX XXXXX Στυλιανού (ΜΚ1 επί του κατηγορητηρίου), τοποθετημένος στο Κ.Ε.Δ. Αερολιμένα Λάρνακας για τη διενέργεια διαβατηριακών ελέγχων στο Αεροδρόμιο Λάρνακας. Την ίδια μέρα και ώρα 01:20 παρουσιάστηκε για διαβατηριακό έλεγχο, η XXXXX XXXXX SIMA, κάτοχος Ρουμάνικου Δελτίου Ταυτότητας υπ' αρ XXXXX63 ημερ. γέννησης 27/04/2001 με προορισμό το Βουκουρέστι με την πτήση RO
  11. Σε έλεγχο που διενήργησε ο Αστ. XXXXX XXXXX Στυλιανού (ΜΚ1 επί του κατηγορητηρίου), διαπίστωσε ότι τα στοιχεία της βρίσκονταν εντός του Καταλόγου Ονομάτων Προσώπων που αναζητούνται, Alert List, ως πιθανό θύμα απαγωγής. Ο Αστ. XXXXX XXXXX Στυλιανού (ΜΚ1 επί του κατηγορητηρίου) ενημέρωσε τον υπεύθυνο αναχωρήσεων, ο οποίος συνόδευσε την XXXXX XXXXX SIMA στο γραφείο των αναχωρήσεων. Μαζί με την XXXXX XXXXX SIMA συνταξίδευαν και η XXXXX XXXXX GEAMANU, κάτοχος Ρουμάνικου Δελτίου Ταυτότητας XXXXX08, ημερομηνία γέννησης 28/03/1998 και ο 1ος κατηγορούμενος, κάτοχος Ρουμανικού Διαβατηρίου με αριθμό XXXXX26 και ημερομηνία γέννησης 11/01/1994, οι οποίοι επίσης οδηγήθηκαν στο γραφείο αναχωρήσεων όπου και παρέδωσαν τα ταξιδιωτικά τους έγγραφα. Ακολούθως, ο Αστ. XXXXX XXXXX Στυλιανού (ΜΚ1 επί του κατηγορητηρίου) ενημέρωσε την Αστ. XXXXX XXXXX Μπότσαρη (ΜΚ2 επί του κατηγορητηρίου) του ΤΑΕ Λευκωσίας, η οποία προσήλθε στο γραφείο αναχωρήσεων περί η ώρα 02:15 για συνέχιση των εξετάσεων. Έγγραφο Α
  12. Την 21.6.2019 και μεταξύ των ωρών 11:45 - 12:45 στην Ιατροδικαστική Υπηρεσία του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, η Αστ. XXXXX XXXXX Πιτσιλλίδου έλαβε αριθμό φωτογραφιών κατά την ιατροδικαστική εξέταση της XXXXX - XXXXX Geamanu καθ' υπόδειξη του ιατροδικαστή Δρ. XXXXX Χαραλάμπους. Οι εν λόγω φωτογραφίες, χωρίς να αφαιρεθεί ή προστεθεί οτιδήποτε ή αλλοιωθούν με οποιοδήποτε τρόπο, δέθηκαν σε βιβλιάριο που αποτελείται από 44 φωτογραφίες με Αριθμό Φωτογραφικού Φακέλου 037/2019 (τεκμ. 6). Έγγραφο Α
  13. Η εταιρεία MoneyGram παρέχει υπηρεσίες άμεσης αποστολής και παραλαβής χρημάτων σε όλες τις χώρες, στις οποίες υπάρχουν γραφεία της εν λόγω εταιρείας, έναντι χρέωσης. Ο αποστολέας μπορεί να μεταβεί σε οποιοδήποτε κατάστημα της MoneyGram και δίνοντας τα στοιχεία του, ήτοι όνομα, διεύθυνση, τηλέφωνο, ημερομηνία γέννησης και αριθμό ταυτότητας ή διαβατηρίου, να αποστείλει χρήματα υπό τη μορφή μετρητών σε παραλήπτη, δίνοντας το ακριβές όνομα του παραλήπτη, ως αυτό αναγράφεται στην ταυτότητα ή το διαβατήριο του. Στον αποστολέα δίνεται απόδειξη αποστολής στην οποία αναγράφεται ένας αριθμός αναφοράς με 8 ψηφία. Ακολούθως, ο παραλήπτης μπορεί να μεταβεί άμεσα στο κοντινότερο γραφείο της MoneyGram και δίνοντας τον εν λόγω αριθμό αναφοράς, και παρουσιάζοντας είτε την ταυτότητα του, είτε το διαβατήριο του, ώστε να ταυτοποιηθεί το όνομα του, μπορεί να παραλάβει το χρηματικό ποσό που απέστειλε ο αποστολέας, και πάλι υπό τη μορφή μετρητών. Συναλλαγές εντός συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω της MoneyGram μπορεί να γίνουν μέχρι και το ποσό των 3.000 ευρώ. Από μαρτυρία που εξασφαλίστηκε από το σύστημα συναλλαγών της MoneyGram, φαίνεται ότι την 18.6.2019 η παραπονούμενη, XXXXX XXXXX Sima (Μ.Κ.3 της διαδικασίας), απέστειλε μέσω γραφείου της εν λόγω εταιρείας στη Λευκωσία, το ποσό των 800 ευρώ, στην XXXXX Dinca, στην Ρουμανία. Η σχετική απόδειξη αποστολής κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  14. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης η Αστ. XXXXX XXXXX Νεοκλέους (ΜΚ4 επί του κατηγορητηρίου) προέβη σε έλεγχο στο σύστημα της Αστυνομίας σε σχέση με τον αριθμό κινητού τηλεφώνου XXXXX27, χωρίς θετικό αποτέλεσμα. Η εφαρμογή WhatsApp είναι μια υπηρεσία κοινωνικής δικτύωσης, η οποία δύναται να εγκατασταθεί σε κινητό τηλέφωνο τύπου smart phone και καθιστά δυνατή την επικοινωνία με άλλους χρήστες της εν λόγω εφαρμογής μέσω μηνυμάτων, κλήσεων και βιντεοκλήσεων μέσω διαδικτύου. Η εφαρμογή μετά την εγκατάσταση της, δημιουργεί ένα λογαριασμό χρήστη χρησιμοποιώντας τον αριθμό τηλεφώνου ενός ατόμου ως το όνομα χρήστη. Το λογισμικό της εφαρμογής τότε συγκρίνει αυτόματα όλους τους αριθμούς τηλεφώνου από τις επαφές της συσκευής κινητού τηλεφώνου στην οποία έχει εγκατασταθεί και προσθέτει όσες επαφές του χρήστη του κινητού τηλεφώνου έχουν λογαριασμό στην εφαρμογή WhatsApp στη λίστα επαφών για επικοινωνία μέσω διαδικτύου. Την 18.6.2019 και ώρα 8:36 το πρωί η XXXXX Ματθαίου (Μ.Κ.8 επί του κατηγορητηρίου), εγκεκριμένη διερμηνέας από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως να μεταφράζει από τα Ρουμανικά στα Ελληνικά και αντίστροφα, έλαβε μήνυμα στο κινητό της τηλέφωνο στην αγγλική γλώσσα, και συγκεκριμένα μέσω της εφαρμογής What's Up από τον αριθμό XXXXX99, και ο αποστολέας της ζήτησε όπως μεταφράσει από τα Ρουμανικά στα Ελληνικά τα πιστοποιητικά αγαμίας δύο γυναικών με τα ονόματα Geamanu XXXXX XXXXX από τη Ρουμανία και XXXXX XXXXX Sima από τη Ρουμανία. Η XXXXX Ματθαίου (ΜΚ8 επί του κατηγορητηρίου) μετέφρασε τα δύο πιστοποιητικά αγαμίας και ακολούθως ενημέρωσε μέσω της εφαρμογής What's Up τον αποστολέα και συναντήθηκαν στο χώρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Στο χώρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ο αποστολέας του μηνύματος έδωσε στην XXXXX Ματθαίου (ΜΚ8 επί του κατηγορητηρίου) τα πρωτότυπα πιστοποιητικά αγαμίας μαζί με την πιστοποίηση των εγγράφων, apostille, (η οποία είναι η πιστοποίηση για τη διεθνή χρήση τους σε όλα τα κράτη που εντάχθηκαν στην διάταξη του άρθρου 3 της Σύμβασης της Χάγης), τα οποία ακολούθως πιστοποίησε στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ακολούθως παρέδωσε στον αποστολέα του μηνύματος τόσο τα πρωτότυπα, όσο και τα πιστοποιημένα και έλαβε σε αντάλλαγμα χρηματική αμοιβή για τις υπηρεσίες μετάφρασης. Η XXXXX Ματθαίου (Μ.Κ.8 επί του κατηγορητηρίου) δεν γνωρίζει τον αποστολέα και δεν είναι σε θέση να θυμηθεί το πρόσωπο το οποίο συνάντησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Η XXXXX Ματθαίου (ΜΚ.8 επί του κατηγορητηρίου) εκτύπωσε τα πιστοποιητικά αγαμίας της παραπονούμενης XXXXX XXXXX Geamanu (ΜΚ2 στη διαδικασία) και της παραπονούμενης XXXXX XXXXX Sima (ΜΚ3 στη διαδικασία) από το κινητό της τηλέφωνο και τα παρέδωσε στην Αστυνομία με την υπογραφή της και ημερομηνία 21.6.2019, τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 22 και
  15. Την 20.6.2019 και περί η ώρα 01:30 η Αστ. XXXXX XXXXX Μπότσαρη (ΜΚ.2 επί του κατηγορητηρίου) της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λευκωσίας ενημερώθηκε από τον Αστ. XXXXX XXXXX Στυλιανού (ΜΚ1 επί του κατηγορητηρίου), ότι προ ολίγου είχε παρουσιαστεί για διαβατηριακό έλεγχο η παραπονούμενη XXXXX XXXXX Sima (ΜΚ3 στη διαδικασία), τα στοιχεία της οποίας βρίσκονταν εντός του Καταλόγου Ονομάτων Προσώπων που αναζητούνται, Alert List, ως πιθανό θύμα απαγωγής, συνοδευόμενη από άλλα δύο πρόσωπα. Η Αστ. XXXXX XXXXX Μπότσαρη (ΜΚ2 επί του κατηγορητηρίου) μετέβη στον Αερολιμένα Λάρνακας, όπου συνάντησε την παραπονούμενη XXXXX XXXXX Sima (ΜΚ3 στη διαδικασία), καθώς και τον 1ο κατηγορούμενο και την παραπονούμενη XXXXX XXXXX Geamanu (Μ.Κ.2 στη διαδικασία), οι οποίοι ήταν τα πρόσωπα που τη συνόδευαν. Σε συνομιλία που είχε με τις παραπονούμενες εγέρθηκαν υποψίες ότι πρόκειται για πιθανά θύματα εμπορίας και ως εκ τούτου ενημερώθηκε το Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων. Η παραπονούμενη XXXXX XXXXX Sima (Μ.Κ.3 στη διαδικασία) παρέδωσε στην Αστ. XXXXX XXXXX Μπότσαρη (ΜΚ2 επί του κατηγορητηρίου) τα Τεκμήρια 1 και 2 του Δικαστηρίου. Το Τεκμήριο 19 είναι αντίγραφο του Τεκμηρίου
  16. Την 20.6.2019 και ώρα 10:25 η Αστ. XXXXX XXXXX Νικολάου (Μ.Κ.3 επί του κατηγορητηρίου) συνέλαβε τον 1° κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης με τη βοήθεια της διερμηνέα XXXXX Ντράγκα και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο ο 1ος κατηγορούμενος απάντησε «Είμαι έτοιμος να συνεργαστώ με την Αστυνομία». Το εν λόγω ένταλμα σύλληψης, καθώς και ο όρκος δυνάμει του οποίου εκδόθηκε, κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
  17. Ακολούθως η Αστ. XXXXX XXXXX Νικολάου (ΜΚ3 επί του κατηγορητηρίου) του παρέδωσε αντίγραφο των δικαιωμάτων του, τα οποία παρέλαβε και υπέγραψε στην παρουσία της διερμηνέα XXXXX Ντράγκα. Την 21.6.2019 και μεταξύ των ωρών 11:45 - 12:10 ο ιατροδικαστής Δρ. XXXXX Χαραλάμπους (ΜΚ16 επί του κατηγορητηρίου) εξέτασε το σώμα της παραπονούμενης XXXXX XXXXX Geamanu (ΜΚ2 στη διαδικασία) και κατέληξε στα ακόλουθα ιατροδικαστικά ευρήματα:
  18. Δερματική πάθηση στην περιοχή του λαιμού
  19. Εκχύμωση διαστάσεων 4X3.5 εκ. κίτρινου χρώματος κάτω από τον αριστερό αγκώνα. (Αναφέρει δάγκωμα από το συμβίο της)
  20. Εκδορά διαστάσεων 3X0.2 εκ. εντός 24ώρου κάτω από τον αριστερό αγκώνα.
  21. Εκχύμωση διαστάσεων 1.5X1.5 εκ. 3-4 ημερών, στην οπίσθια χώρα του αριστερού μηρού. (Δεν γνωρίζει πως προκλήθηκε)
  22. Εκχύμωση διαστάσεων 5X4 εκ. κίτρινου χρώματος στην πρόσθια χώρα του αριστερού αντιβραχίονα. (Αναφέρει δάγκωμα από τον συμβίο της)
  23. Εκχύμωση διαστάσεων 3X2 εκ. κίτρινου χρώματος στον δεξιό αγκώνα.
  24. Εκχύμωση διαστάσεων 2.5X2 εκ. 1-2 ημερών στην πρόσθια χώρα του αριστερού μηρού. (Αναφέρει ότι κτύπησε η ίδια στο κρεβάτι της).
  25. Εκχύμωση διαστάσεων 4X4.5 εκ. κίτρινου χρώματος στην οπίσθια χώρα του αριστερού αντιβραχίονα. (Αναφέρει δάγκωμα από τον συμβίο της)
  26. Εκχύμωση διαστάσεων 6X5 εκ. κίτρινου χρώματος στην οπίσθια χώρα του αριστερού αντιβραχίονα. (Αναφέρει δάγκωμα από τον συμβίο της)
  27. Εκχύμωση διαστάσεων 7X7 εκ. κίτρινου χρώματος στον δεξιό αντιβραχίονα. (Αναφέρει δάγκωμα από τον συμβίο της ).
  28. Τρεις κυκλοτερείς εκχυμώσεις κίτρινου χρώματος διαστάσεων 3.5X6 εκ. άνω από τον δεξιό αγκώνα. (Αναφέρει δάγκωμα από τον συμβίο της)
  29. Εκχύμωση διαστάσεων 1.5X2 εκ. κίτρινου χρώματος στην αριστερή μαστική περιοχή (αναφέρει ότι την προκάλεσε η ίδια)
  30. Δερματική πάθηση στην οπίσθια χώρα του αριστερού και δεξιού βραχίονα
  31. Δερματική πάθηση στον δεξιό αγκωνιαίο βόρθο.
  32. Παλαιά ουλή 3X0.3 εκ. στη πρόσθια χώρα της δεξιάς κνήμης. Τα πιο πάνω τραύματα της παραπονούμενης XXXXX XXXXX Geamanu (ΜΚ2 στη διαδικασία) φαίνονται στο Τεκμήριο 6 του Δικαστηρίου. Την 26.6.2019 και περί η ώρα 11:05, στο φούρνο Πανδώρα στον Άγιο Αντώνιο, η Λοχ. XXXXX XXXXX Χείλη (ΜΚ18 επί του κατηγορητηρίου), συνέλαβε τον 2° κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, ο τελευταίος απάντησε «it's not true.» To εν λόγω ένταλμα σύλληψης, καθώς και ο όρκος δυνάμει του οποίου εκδόθηκε κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
  33. Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 12:10 - 14:15 η Λοχ. XXXXX XXXXX Χείλη (ΜΚ18 επί του κατηγορητηρίου) έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον 2° κατηγορούμενο στην Αγγλική γλώσσα. Η εν λόγω κατάθεση με τη μετάφραση της στην Ελληνική γλώσσα κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 26 και 26Α. Πριν από τη λήψη της κατάθεσης του, ο 2ος κατηγορούμενος παρέλαβε αντίγραφο των δικαιωμάτων του και υπέγραψε σχετική βεβαίωση παραλαβής. Την 26.6.2019 και μεταξύ των ωρών 11:40 - 13:25 ο Αστ. XXXXX XXXXX Διονυσίου (Μ.Κ.19 επί του κατηγορητηρίου), με τη βοήθεια της διερμηνέα XXXXX XXXXX Ιωσήφ (ΜΚ13 επί του κατηγορητηρίου) και στην παρουσία του δικηγόρου του, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον 1° κατηγορούμενο, κατά την οποία ο τελευταίος αρνήθηκε να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση, αναφέροντας ότι «ό,τι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο». Η εν λόγω κατάθεση, με την μετάφραση της στην Ελληνική γλώσσα, κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 27 και 27Α. Πριν από τη λήψη της κατάθεσης του, παραδόθηκαν στον 1° κατηγορούμενο αντίγραφο των δικαιωμάτων του, τα οποία παρέλαβε και υπέγραψε σχετική βεβαίωση παραλαβής. Την 27.6.2019 και μεταξύ των ωρών 11:50 - 12:07 ο Αστ. XXXXX XXXXX Θωμά (Μ.Κ.15 επί του κατηγορητηρίου) με τον Λοχ. XXXXX XXXXX Κλεάνθους (ΜΚ10 επί του κατηγορητηρίου), μετά από γραπτή συγκατάθεση του 2ου κατηγορούμενου και στην παρουσία του, ερεύνησαν το διαμέρισμα 401 που βρίσκεται στην οδό XXXXX 4, XXXXX Λευκωσία, χωρίς να εντοπιστεί οτιδήποτε το επιλήψιμο. Η συγκατάθεση για την έρευνα του διαμερίσματος κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  34. Την 30.6.2019 και μεταξύ των ωρών 10:30 - 12:30 η Αστ. XXXXX XXXXX Νεοκλέους (Μ.Κ.4 επί του κατηγορητηρίου), με τη βοήθεια του διερμηνέα XXXXX Περβαιζ Χαν (ΜΚ17 επί του κατηγορητηρίου), έλαβε από τον 2° κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση. Η εν λόγω ανακριτική κατάθεση του 2ου κατηγορούμενου, με τη μετάφραση της στην Αγγλική και Ελληνική γλώσσα κατατέθηκαν ως Τεκμήριο. 29, 29Α και 29Β. Την 1.7.2019 και περί η ώρα 9:10 ο Α/Αστ. XXXXX Ν. Νικολάου (Μ.Κ.14 επί του κατηγορητηρίου) συνέλαβε τον 3° κατηγορούμενο στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λευκωσίας, δυνάμει εντάλματος σύλληψης, και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, ο 3ος κατηγορούμενος απάντησε «ΟΚ». Το εν λόγω ένταλμα σύλληψης, καθώς και ο όρκος δυνάμει του οποίου εκδόθηκε, κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  35. Ακολούθως τον μετέφερε στα γραφεία του Ουλαμού Πρόληψης Εγκλημάτων όπου του έδωσε γραπτώς τα δικαιώματα του, τα οποία ο 3ος κατηγορούμενος υπέγραψε. Την ίδια μέρα ο Αστ. XXXXX XXXXX Θωμά (Μ.Κ.15 επί του κατηγορητηρίου) με την Λοχ. XXXXX XXXXX Χείλη (Μ.Κ.18 επί του κατηγορητηρίου) μετέβηκαν στα γραφεία του Ουλαμού Πρόληψης Εγκλημάτων Λευκωσίας και παρέλαβαν τον 3° κατηγορούμενο. Ακολούθως και μεταξύ των ωρών 11:05 - 11:30 ο Αστ. XXXXX XXXXX Θωμά (Μ.Κ.15 επί του κατηγορητηρίου) μετά από γραπτή συγκατάθεση του 3ου κατηγορούμενου και στην παρουσία του, ερεύνησε το διαμέρισμα 11 που βρίσκεται στην οδό XXXXX 37 στο Στρόβολο στην επαρχία Λευκωσίας, χωρίς να εντοπιστεί οτιδήποτε το επιλήψιμο. Η συγκατάθεση για την έρευνα του διαμερίσματος κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  36. Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 14:05 - 14:38 στο Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων ο Αστ. XXXXX XXXXX Θωμά (Μ.Κ.15 επί του κατηγορητηρίου) έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον 3° κατηγορούμενο στην παρουσία του δικηγόρου του. Η εν λόγω ανακριτική κατάθεση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 32 με την μετάφραση της στην ελληνική γλώσσα. Έγγραφο Α
  37. Την 18.6.2019 ο 2ος κατηγορούμενος παρουσιάστηκε στο Δήμο Λειβαδιών με την παραπονούμενη XXXXX XXXXX Geamanu (Μ.Κ.2 στη διαδικασία), όπου τέλεσαν γάμο. Για σκοπούς τέλεσης του γάμου παρουσιάστηκαν και κατατέθηκαν στο Δημαρχείο, μεταξύ άλλων, τα Τεκμήρια 8 του Δικαστηρίου, ήτοι ένορκες δηλώσεις της XXXXX - XXXXX Geamanu (Μ.Κ.2 στη διαδικασία), το Τεκμήριο 11 του Δικαστηρίου, το Τεκμήριο 22 του Δικαστηρίου, καθώς και πιστοποιητικό ότι ο 2ος κατηγορούμενος είναι αιτητής πολιτικού ασύλου. Ως αποτέλεσμα τέλεσης του γάμου εκδόθηκε το πιστοποιητικό γάμου, Τεκμήριο 10 του Δικαστηρίου. Την 18.6.2019 ο XXXXX Signh Sandhu παρουσιάστηκε στο Δήμο Λειβαδιών με την παραπονούμενη XXXXX XXXXX Sima (Μ.Κ.3 στη διαδικασία), όπου τέλεσαν γάμο. Για σκοπούς τέλεσης του γάμου παρουσιάστηκαν, και κατατέθηκαν στο Δημαρχείο, μεταξύ άλλων, τα Τεκμήρια 15 και 16 του Δικαστηρίου, ήτοι ένορκες δηλώσεις της XXXXX XXXXX Sima (Μ.Κ.3 στη διαδικασία), τα Τεκμήρια 18 και 18Α του Δικαστηρίου, το Τεκμήριο 23 του Δικαστηρίου, καθώς και πιστοποιητικό ελευθερίας του XXXXX Signh Sandhu. Ως αποτέλεσμα τέλεσης του γάμου, εκδόθηκε το πιστοποιητικό γάμου, Τεκμήριο 17 του Δικαστηρίου. Μαρτυρία Για την κατηγορούσα αρχή κατέθεσαν 7 συνολικά μάρτυρες. Οι κατηγορούμενοι μετά που κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν να μην δώσουν μαρτυρία ούτε και προέβησαν σε οποιαδήποτε ανώμοτη δήλωση, διατηρώντας το δικαίωμα της σιωπής. Ο κατηγορούμενος 1 δεν κάλεσε κανένα μάρτυρα ενώ για την υπεράσπιση των κατηγορούμενων 2 και 3, κατέθεσε ένας μάρτυρας υπεράσπισης. Θα παραθέσουμε στην συνέχεια, σύνοψη της δοθείσας μαρτυρίας αφού σκοπός δεν είναι η αναπαραγωγή του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε στο Δικαστήριο. Ιδιαίτερη ανάλυση θα γίνει όπου χρειάζεται, στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας. Μαρτυρία κατηγορούσας αρχής Όπως προαναφέρθηκε, για την κατηγορούσα αρχή κατέθεσαν 7 μάρτυρες. Εκτός από τις δύο παραπονούμενες (Μ.Κ2 και Μ.Κ.3) κατέθεσαν 3 αστυνομικοί που συμμετείχαν στην διερεύνηση της υπόθεσης (Μ.Κ.1, Μ.Κ.4 και Μ.Κ.7), μια ψυχολόγος που εξέτασε τις παραπονούμενες (Μ.Κ.6) και μια λειτουργός του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού (Μ.Κ.5) Μ.Κ.1, Αστ. XXXXX, XXXXX Γεωργίου Η μάρτυρας εργάζεται από το 2009 στο Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων της Αστυνομίας. Σύμφωνα με την γραπτή της κατάθεση (έγγραφο 1), την 12.6.2020 και ώρα 08:00 ο Αστ. XXXXX XXXXX Διονυσίου της παρέδωσε δύο τεκμήρια ως ακολούθως:
  38. Χακί φάκελο που περιέχει το χρηματικό ποσό των €1000,00 σε χαρτονομίσματα των €50,00,
  39. Χακί φάκελος που περιέχει μία απόδειξη της MoneyGram με αποστολέα την XXXXX XXXXX Sima και παραλήπτη την XXXXX Dinca. Η μάρτυρας κατέθεσε τα πιο πάνω ως τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα. Μ.Κ.2, XXXXX XXXXX Geamanu Στην γραπτή της κατάθεση στην αστυνομία (έγγραφο 2) που κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, αναφέρει ότι κατάγεται από την Ρουμανία και έφτασε στην Κύπρο με τον φίλο της XXXXX με σκοπό να παντρευτεί για να κερδίσει με αυτόν τον τρόπο κάποια χρήματα, προκειμένου να εξοφλήσει τα χρέη που έχει στην χώρα της. Ο XXXXX τον οποίο γνώρισε 6 μήνες προηγουμένως, είναι παντρεμένος με ένα παιδί, αλλά της είχε υποσχεθεί ότι θα χωρίσει. Τρεις μέρες πριν έρθουν στην Κύπρο, ο XXXXX της είπε ότι θα έπρεπε να ταξιδέψουν όπου αυτή θα παντρευόταν κάποιον στην Κύπρο και θα έπαιρνε ένα χρηματικό ποσό, αλλά δεν της είπε πόσα. Αυτά τα χρήματα, όπως της ανέφερε θα τα έπαιρνε ο ίδιος ο XXXXX και όταν θα επιστρέφαν στη Ρουμανία θα την βοηθούσε και την ίδια με τα χρέη που είχε. Του έδωσε την ταυτότητα της και της εξέδωσε εισιτήριο για Κύπρο χωρίς η ίδια να πληρώσει οτιδήποτε. Έφτασαν στην Κύπρο στις 16.6.2019 όπου τους παρέλαβε ένας άνδρας στο αεροδρόμιο Λάρνακας και τους μετέφερε σε ξενοδοχείο στην Λευκωσία. Μετέφερε επίσης ακόμη μια κοπέλα από την Ρουμανία με την οποία έμεναν στο ίδιο ξενοδοχείο. Εκεί έμαθε ότι την κοπέλα την έλεγαν XXXXX και η οποία της είπε ότι ήρθε στην Κύπρο για να παντρευτεί χωρίς να γνωρίζει με ποιόν. Στις 18.06.2018 το πρόσωπο που τους μετέφερε στην Λευκωσία, τους πήρε και πάλι με το αυτοκίνητο του, σε ένα χώρο στάθμευσης. Εκεί συνάντησαν ένα πρόσωπο που ονομάζεται XXXXX, τον οποίο πρώτη φορά έβλεπε. Είδε όμως τον XXXXX προηγουμένως να μιλά μαζί του σε βιντεοκλήση και πρόσεξε ότι είχε λογαριασμό στο Facebook με το όνομα XXXXX Singh. Στην συνέχεια, το πρόσωπο που τους μετέφερε στον χώρο στάθμευσης, έδωσε στην ίδια και στην XXXXX κάποια έγγραφα και τα υπογράψαν. Δεν κατάλαβε τι υπόγραφε γιατί τα έγγραφα αυτά δεν ήταν στα ρουμάνικα. Ο XXXXX είπε στην ίδια και την XXXXX να μπουν σε ένα αυτοκίνητο Audi για να τους πάρει στην Λάρνακα για να παντρευτούν. Οι υπόλοιποι έμειναν στον χώρο στάθμευσης. Μπήκαν στο αυτοκίνητο και σε πολύ κοντινή απόσταση, σταμάτησαν σε ένα σουπερμάρκετ όπου τους περίμεναν δύο άντρες τους οποίους πήραν μαζί τους στην Λάρνακα. Ο οδηγός, τους ανέφερε στα αγγλικά ότι αυτοί ήταν τα άντρες που θα παντρευόντουσαν. Δεν γνωρίζει από πού είναι αυτοί οι άντρες, ούτε μιλήσαν μαζί τους. Πήγαν στη Λάρνακα σε ένα μεγάλο κτίριο όπου παντρεύτηκαν. Παντρεύτηκε πρώτα η ίδια και μετά η XXXXX. Δεν γνωρίζει το όνομα του άνδρα που παντρεύτηκε, ούτε από πού είναι. Κανένας δεν την ρώτησε οτιδήποτε πριν να παντρευτεί. Μετά ο ίδιος οδηγός που τους πήρε στη Λάρνακα, τους μετέφερε με το αυτοκίνητο του με την XXXXX πίσω στην Λευκωσία στο ξενοδοχείο όπου διέμεναν. Ο XXXXX αμέσως μετά που παντρεύτηκε, της είπε ότι θα επέστρεφαν πίσω στην Ρουμανία και όταν θα έφταναν, θα έπαιρναν τα χρήματα από το γάμο. Της είπε να μην ανησυχεί αλλά επειδή είχε πολύ ανάγκη αυτά τα λεφτά, συνέχισε να τον ρωτά. Τότε αυτός θύμωσε, την άρπαξε από τα μαλλιά και την έριξε στο κρεβάτι. Μετά ξεκίνησε να την κτυπά στο πρόσωπο με τα χέρια και να την δαγκώνει. Τελικά από τον γάμο που έκανε στην Κύπρο δεν πήρε καθόλου χρήματα. Στην γραπτή κατάθεση της στην αστυνομία (έγγραφο 2), η μάρτυρας αναγνώρισε την υπογραφή της στο πιστοποιητικό γάμου που τέλεσε με το πιο πάνω άγνωστο της πρόσωπο. Αναγνώρισε επίσης την υπογραφή της σε άλλα έγγραφα που της έδωσε ο οδηγός που την μετέφερε στην Λάρνακα και τα οποία υπέγραψε. Η μάρτυρας δεν αναγνώρισε έγγραφο που της υποδείχθηκε και που αφορά δήλωση πρόσληψης ευρωπαίου πολίτη, στην οποία βεβαιώνεται ότι εργοδοτείται από Κυπριακή εταιρεία. Ανέφερε ότι πρώτη φορά βλέπει αυτό το έγγραφο και δεν γνωρίζει το πρόσωπο που το υπογράφει ως εργοδότης της. Ανέφερε επίσης ότι δεν δούλεψε οπουδήποτε στην Κύπρο, ούτε είχε σκοπό να εργαστεί. Στην συνέχεια, της υποδείχθηκαν κάποιες φωτογραφίες. Αναγνώρισε το πρόσωπο που αναφέρεται με το όνομα XXXXX Yasin, ως τον οδηγό που τους παρέλαβε από το αεροδρόμιο. Στην φωτογραφία που αναγράφει το όνομα XXXXX Ali (κατηγορούμενος 2), αναγνώρισε αυτόν που παντρεύτηκε, σημειώνοντας ότι όταν τον συνάντησε φορούσε γυαλιά μυωπίας. Στην φωτογραφία που αναγράφει το όνομα XXXXX Singh Sandhu, αναγνώρισε αυτόν που παντρεύτηκε η XXXXX. Στην δια ζώσης μαρτυρία της στο Δικαστήριο, η μάρτυρας ανέφερε ότι έμαθε ότι το εισιτήριο της για το ταξίδι στην Κύπρο, το πλήρωσε ο XXXXX. Όλα τα έγγραφα (τεκμ. 8, 9 και 10), τα υπέγραψε στο αυτοκίνητο πηγαίνοντας στην Λάρνακα. Κατατέθηκαν επίσης ως τεκμήρια 12 και 13 αντίστοιχα, αίτηση για εγγραφή ευρωπαίου πολίτη καθώς και δήλωση εργοδότη για πρόσληψη ευρωπαίου πολίτη. Στα εν λόγω έγγραφα, η μάρτυρας αναγνώρισε την υπογραφή της. Κατατέθηκε επίσης ως τεκμήριο 14, επιστολή στην οποία πιστοποιείται η εγγραφή της μάρτυρος, στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ενώπιον του Δικαστηρίου, η μάρτυρας αναγνώρισε τον πρώτο κατηγορούμενο ως το πρόσωπο με το όνομα XXXXX που ήταν ο σύντροφος της την επίδικη περίοδο. Το πραγματικό του όνομα είναι XXXXX Bairam αλλά χρησιμοποιούσε το όνομα XXXXX. Αναγνώρισε επίσης τον τρίτο κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που της συστήθηκε με το όνομα XXXXX, τον οποίο γνώρισε στο χώρο στάθμευσης και επίσης είχε δει προηγουμένως να μιλά με το XXXXX σε βιντεοκλήση. Το πρόσωπο αυτό, το είδε επίσης στο δωμάτιο του ξενοδοχείου στην Λευκωσία όπου διέμεναν. Αντεξεταζόμενη, η μάρτυρας επανέλαβε ότι διατηρούσε ερωτική σχέση με τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος γνώριζε τα οικονομικά της προβλήματα. Η ίδια γνώριζε τον σκοπό για τον οποίο ήλθε στην Κύπρο. Στην αρχή αρνήθηκε να έλθει αλλά στην συνέχεια ο κατηγορούμενος 1 την έπεισε αφού την διαβεβαίωσε ότι όλα θα πάνε καλά. Με αυτό τον τρόπο κατά την μάρτυρα, ο κατηγορούμενος 1 την ανάγκασε να έρθει στην Κύπρο, λέγοντας της δηλαδή να μην ανησυχεί. Στην συνέχεια, δέχθηκε ότι ήλθε στην Κύπρο με την θέληση της λόγω της οικονομικής της κατάστασης και ότι τα ταξιδιωτικά της έγγραφα ήταν στην κατοχή της. Δέχθηκε επίσης ότι δεν κρατείτο με την βία στο δωμάτιο του ξενοδοχείου που διέμενε. Το ίδιο ισχύει και για την XXXXX. Ισχυρίστηκε εντούτοις ότι ο κατηγορούμενος 1 την κτύπησε στο ξενοδοχείο, όχι μόνο γιατί του ζήτησε τα χρήματα της αλλά και γιατί ζήλευε. Τα έγγραφα (τεκμήρια 9 έως 14) δεν τα είδε ποτέ στην κατοχή του κατηγορουμένου
  40. Ούτε είδε τον κατηγορούμενο 1 να τα δίνει σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Ισχυρίστηκε όμως ότι τα έγγραφα - τεκμήρια 9, 11 και 12 τα κατάρτησε χωρίς την συγκατάθεση της, ο οδηγός του XXXXX που τις μετέφερε στην Λάρνακα. Δεν είδε τον κατηγορούμενο 1 να λαμβάνει χρήματα από τον γάμο της. Έμαθε όμως από την XXXXX ότι τα πήρε και τα έστειλε στην Ρουμανία μέσω του MoneyGram. Η XXXXX πήρε επίσης το δικό της μερίδιο. Ο κατηγορούμενος 1 είπε πριν τον γάμο τόσο στην ίδια όσον και στην Oana ότι αν μετάνιωσαν και ήθελαν να φύγουν θα έπρεπε να του δώσουν πίσω τα χρήματα που ξόδεψε για το αεροπορικό τους εισιτήριο. Επανέλαβε ότι αναγνωρίζει τον τρίτο κατηγορούμενο ως το πρόσωπο με το όνομα XXXXX για τον οποίο ανέφερε ότι μιλά λίγα Ρουμανικά. Όλα τα πρόσωπα που εμπλέκονταν σε αυτή την υπόθεση, τα αναγνώρισε από φωτογραφίες που της υπέδειξε η αστυνομία. Επέμενε επίσης ότι ο κατηγορούμενος 3, διατηρούσε λογαριασμό στο Facebook με το όνομα XXXXX Singh, τον οποίο είδαν και οι αστυνομικοί μετά από υπόδειξη της ιδίας. Μ.Κ.3, XXXXX XXXXX Sima Η μάρτυρας κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 22.6.19 (έγγραφο 3). Σε αυτήν αναφέρει ότι κατάγεται από την Ρουμανία. Έφτασε στην Κύπρο για να τελέσει εικονικό γάμο με αμοιβή €1.000,00 μετά από προτροπή μιας φίλης της, η οποία της είπε ότι το έκανε και η ίδια χωρίς πρόβλημα. Το εισιτήριο για την Κύπρο της το παραχώρησε η φίλη της αλλά δεν ξέρει ποιος το πλήρωσε. Στο αεροδρόμιο Λάρνακας, την παρέλαβε κάποιος άνδρας με το όνομα XXXXX Yasin Gakhar. Μαζί παρέλαβε και την Μ.Κ.2, η οποία επίσης κατάγεται από την Ρουμανία και ήλθε στην Κύπρο με τον άνδρα της τον XXXXX για να τελέσει εικονικό γάμο και να κερδίσει κάποια χρήματα. Ο πιο πάνω οδηγός που ήταν μελαχρινός και σωματώδης, μετέφερε και τους τρεις σε ξενοδοχείο στην Λευκωσία όπου διέμεναν στο ίδιο δωμάτιο. Στο μεταξύ, ο XXXXX της εξήγησε ότι έπρεπε να υπογράψει κάποια χαρτιά για να γίνει ο γάμος. Της είπε επίσης ότι είναι τυχερή που είναι μαζί του γιατί ξέρει την διαδικασία και θα πάρει σίγουρα τα λεφτά της σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις όπου οι κοπέλες υπογράφουν έγγραφα για πορνεία. Αυτή φοβήθηκε με όσα άκουσε και ζήτησε να φύγει και να μην τελέσει τον γάμο αφού δεν ένιωθε ασφαλής. Ο XXXXX πήρε τότε τηλέφωνο κάποιο XXXXX και τον ενημέρωσε ότι η μάρτυρας ήθελε να φύγει. Αυτός του είπε ότι ο μόνος τρόπος για να φύγει, είναι να τους πληρώσει €1.000,
  41. Μετά από αυτό, ο XXXXX δεν την άφηνε να βγαίνει από το δωμάτιο μόνη της γιατί φοβόταν ότι θα πάει στην αστυνομία. Τότε η μάρτυρας πήρε τηλέφωνο την μητέρα της που ζούσε στην Ισπανία και την ενημέρωσε για το τι συνέβη. Αυτή της είπε ότι θα καταγγείλει την υπόθεση και την συμβούλεψε να φύγει και πριν παντρευτεί να καταγγείλει τα πάντα στην κυπριακή αστυνομία. Όμως η μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να φύγει επειδή δεν είχε χρήματα. Έτσι μετά από δύο μέρες που ήρθε στην Κύπρο, μαζί με την Μ.Κ.2 και τον XXXXX, συναντήθηκαν με τον οδηγό που τους μετέφερε στην Λευκωσία και ετοίμασαν τα έγγραφα για τον γάμο. Εκεί ήταν και ο XXXXX. Την ίδια μέρα, συναντήθηκαν και με τους άνδρες με τους οποίους θα τελούσαν γάμο. Στην συνέχεια μετέβηκαν στην Λάρνακα όπου έγιναν οι δύο γάμοι. Παρόντες κατά τον γάμο της ήταν ο οδηγός και η Μ.Κ.2 με το πρόσωπο που αυτή θα παντρευόταν. Ο XXXXX με τον XXXXX επέστρεψαν στο ξενοδοχείο και τους περίμεναν. Μετά την τέλεση του γάμου, επέστρεψαν πίσω στο ξενοδοχείο στην Λευκωσία. Εκεί ο XXXXX, της είπε ότι αρέσει πολύ στον XXXXX και να μην είναι ανόητη να δεχτεί να πάει μαζί του και ότι θα κερδίσει πολλά λεφτά. Το βράδυ ήρθε στο ξενοδοχείο ο XXXXX. Έδωσε €20,00 στον XXXXX και τότε αυτός έφυγε από το δωμάτιο μαζί με την Μ.Κ.
  42. Ο XXXXX της είπε ότι του αρέσει πολύ και ότι αν θέλει να μείνει στην Κύπρο, μπορεί να της βρει δουλειά. Αυτή του απάντησε ότι θέλει να πάει στην οικογένεια της στην Ρουμανία. Της ζήτησε να συναντηθούν στο Βουκουρέστι αλλά αυτή αρνήθηκε και απομακρύνθηκε από κοντά του. Η μάρτυρας ανέφερε επίσης στην κατάθεση της (έγγραφο 3), ότι όταν ο XXXXX της είπε ότι θα της βρει δουλειά στην Κύπρο, αμέσως αυτή σκέφτηκε ότι ήθελε να την ρίξει στην πορνεία και φοβήθηκε πάρα πολύ. Ο XXXXX της είπε ότι ο XXXXX έχει τόσα πολλά λεφτά που μπορεί να ακυρώσει το εισιτήριο της. Μετά από αυτά, η μάρτυρας φοβήθηκε ότι δεν θα επέστρεφε ποτέ σπίτι της. Τελικά πήρε την αμοιβή των €1.000,00 για τον γάμο. Της έδωσε τα χρήματα ο οδηγός του αυτοκινήτου XXXXX Yasin Gakhar. Ήρθε στο ξενοδοχείο και πήρε τηλέφωνο τον XXXXX, ζητώντας του να κατεβεί κάτω για να της δώσει τα λεφτά και έτσι και έγινε. Ο XXXXX της είπε να κρύψει τα λεφτά, να μην τα δει η Μ.Κ.2 γιατί τα χρήματα που θα έπαιρνε η Μ.Κ.2 από τον γάμο, τα πήρε ο ίδιος και τα έστειλε στη γυναίκα του στη Ρουμανία. Την πήρε ο XXXXX στα γραφεία της Moneygram και έστειλε η ίδια τα λεφτά στην γυναίκα του αφού όπως της είπε, ο δικός του λογαριασμός ήταν μπλοκαρισμένος. Το Κυπριακό τηλέφωνο και τη διεύθυνση που έδωσε στο Moneygram, της τα έδωσε ο XXXXX. Εν τω μεταξύ, η Μ.Κ.2 ρωτούσε συνέχεια τον XXXXX πότε θα πάρει τα χρήματα της από τον γάμο. Η ίδια δεν της είπε ότι ο XXXXX εισέπραξε τα λεφτά γιατί φοβόταν τον XXXXX, ο οποίος κατά την μάρτυρα, έλεγε συνέχεια ψέματα στην Μ.Κ.
  43. Την διαβεβαίωνε συνεχώς ότι θα στείλει τα λεφτά ο XXXXX όταν θα επιστρέψουν στη Ρουμανία. Όμως, η Μ.Κ.2 συνέχεια ρωτούσε για τα λεφτά της και του έλεγε ότι τα έχει ανάγκη μέχρι που ο XXXXX ξεκίνησε να την κτυπά. Ενώ βρίσκονταν στο ξενοδοχείο, την πήρε από τα μαλλιά, την έριξε στο κρεβάτι και ξεκίνησε να την δαγκώνει στα χέρια και να την χαστουκίζει στο κορμί και στο πρόσωπο. Ήταν η θέση της μάρτυρος ότι ο XXXXX κοροϊδεύει την Μ.Κ.
  44. Ο ίδιος της εκμυστηρεύτηκε ότι μόλις φτάσουν στη Ρουμανία, θα επιστρέψει στη γυναίκα του και στα δύο του παιδιά. Η Μ.Κ.2 όμως δεν το καταλάβαινε και νόμιζε ότι την αγαπούσε. Αναφέρει στην συνέχεια η μάρτυρας στην κατάθεση της, ότι στις 20/06/2019 εντοπίστηκε στο αεροδρόμιο Λάρνακας από την αστυνομία με την Μ.Κ.2 και τον κατηγορούμενο 1 κατά την αναχώρηση τους από την Κύπρο. Τον κατηγορούμενο 1 όλοι τον ξέρουν ως XXXXX. Στο αεροδρόμιο, τους πήρε όλους μαζί ο οδηγός XXXXX Yasin Gakhar. Δεν είχε σκοπό να επιστρέψει ξανά στην Κύπρο αλλά ο XXXXX και ο XXXXX της είπαν ότι θα έπρεπε να έρθει σε ένα μήνα για να πάει με τον άντρα που παντρεύτηκε σε ένα γραφείο, ώστε να πάρει την βίζα του και αν ήθελε αυτός, με έξτρα λεφτά να τον συνόδευε σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Η ίδια δεν γνωρίζει τα στοιχεία του άνδρα που παντρεύτηκε. Αυτά αναφέρονται στα έγγραφα του γάμου, τα οποία η ίδια αναγκάστηκε να υπογράψει με εντολή του οδηγού XXXXX Yasin Gakhar. Στην δια ζώσης μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου, η μάρτυρας ανέφερε ότι όταν πριν τον γάμο ζήτησε να φύγει από την Κύπρο, της λέχθηκε από τον XXXXX ότι πρέπει να δώσει €1.000,00 ή αλλιώς να κάνει σεξ με τον XXXXX. Τον XXXXX τον γνώρισε πρώτη φορά στο αεροδρόμιο και της συστήθηκε με αυτό το όνομα. Νόμιζε αρχικά ότι η Μ.Κ. 2 ήταν γυναίκα του. Όταν η μάρτυρας βρισκόταν στην Κύπρο, έμαθε από τον XXXXX ότι το εισιτήριο της, το είχε αγοράσει ο XXXXX. Ενώπιον του Δικαστηρίου, η μάρτυρας αναγνώρισε στο πρόσωπο του κατηγορουμένου 1 τον XXXXX και τον κατηγορούμενο 3 ως τον XXXXX που περιέγραψε στην κατάθεση της. Επανέλαβε την θέση της ότι μετά που τηλεφώνησε στην μητέρα της, ο XXXXX ήταν πάντα μαζί τους και τις συνόδευε κατά τις εξόδους τους από το δωμάτιο. Τα έγγραφα για τον γάμο τα συμπλήρωσε ο οδηγός όταν βρίσκονταν στο χώρο στάθμευσης ενός κτηρίου που στην συνέχεια έμαθε ότι ήταν το immigration. Η μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήρια 15 και 16, δύο έγγραφα με τον τίτλο Affidavit και ως τεκμήριο 17, το πιστοποιητικό γάμου που τέλεσε στην Κύπρο. Αναγνώρισε την υπογραφή της και στα τρία έγγραφα. Κατά την μάρτυρα, όλα τα έγγραφα που χρειάζονταν για τον γάμο, ετοιμάστηκαν από τον οδηγό του αυτοκινήτου. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 18, πιστοποιητικό ελευθερίας για την ίδια στη ρουμάνικη γλώσσα. Το έγγραφο αυτό όπως αναφέρει και στην ερώτηση 21 της κατάθεσης της στην Αστυνομία, δεν το αναγνωρίζει αφού αναγράφεται ότι διαμένει στο Βουκουρέστι ενώ αυτή διαμένει σε ένα χωριό άλλη περιοχής της Ρουμανίας όπου ο Δήμαρχος είναι διαφορετικός από αυτόν που υπογράφει. Κατέθεσε περαιτέρω ως τεκμήριο 19, απόδειξη αποστολής χρημάτων στην Ρουμανία μέσω της MoneyGram. Σε αυτό όμως παρότι υπάρχει η υπογραφή της, εσφαλμένα αναγράφεται ότι γεννήθηκε το 1960 και ότι διαμένει στον Στρόβολο. Η ίδια απλά έδωσε την ταυτότητά της στον Ali και υποθέτει ότι αυτός πρέπει να έδωσε τα στοιχεία αυτά στο MoneyGram. Αντεξεταζόμενη, επανέλαβε ότι ο XXXXX τους είπε ότι δεν μπορούν να βγουν από το δωμάτιο του ξενοδοχείου μόνες τους. Αρνήθηκε όμως ότι είχε απαχθεί. Ανέφερε ότι κρατούσε το τηλέφωνο της και μπορούσε να επικοινωνήσει με όποιο ήθελε αλλά όπως είπε δεν έπαψε να φοβάται. Όταν ζήτησε από τον XXXXX να φύγει, αυτός της είπε ότι θα έπρεπε να πληρώσει €1.000,00 είτε να κάνει σεξ με τον XXXXX. Δεν είχε τα χρήματα για να πληρώσει και αρνήθηκε να κάνει σεξ με τον XXXXX. Αυτός ήταν ο λόγος που δεν έφυγε και επίσης άλλος ένας λόγος, ήταν ο φόβος που ένιωθε. Το έγγραφο ελευθερίας (τεκμ. 18) δεν το κρατούσε ο XXXXX αλλά ο οδηγός του αυτοκινήτου. Ο XXXXX της είπε όμως ότι ο XXXXX συνεργάζεται με άτομα που διευθετούν αυτά τα ζητήματα. Ο Άλεξ της είπε επίσης ότι συνεργάζεται με τον Ali εδώ και 6 χρόνια και ότι είχε έρθει ξανά στην Κύπρο όπου τέλεσε και ο ίδιος εικονικό γάμο. Ήταν μπροστά η ίδια όταν ο XXXXX πήρε τα χρήματα για τον γάμο της Μ.Κ.2, τα οποία έστειλε στην Ρουμανία μέσω του MoneyGram. Ο XXXXX είπε στην ίδια ότι η Μ.Κ.2 δεν θα δει ούτε ένα σεντ και όταν θα επιστρέψουν στην Ρουμανία θα την χωρίσει και θα επιστρέψει πίσω στη γυναίκα του. Από αυτό, η μάρτυρας κατάλαβε ότι ο XXXXX απλά εκμεταλλεύεται την Μ.Κ.
  45. Επανέλαβε επίσης ότι στην παρουσία της, ο Άλεξ κτύπησε την Μ.Κ.
  46. Η ίδια δεν αντέδρασε από φόβο. Επανέλαβε ακόμα ότι ο Άλεξ δεν τις άφηνε να βγουν μόνες τους από το δωμάτιο. Η ίδια όμως δεν δοκίμασε ποτέ να φύγει. Ανέφερε ότι βρίσκεται στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων μαζί με την Μ.Κ.2 από την μέρα που έδωσε την κατάθεση της (έγγραφο 3). Δέχθηκε ότι δεν ανέφερε στην πιο πάνω κατάθεση της ότι ο XXXXX ζήτησε επιστροφή των €1000,00 για να την αφήσει να φύγει. Μετά την κατάθεση της, η ίδια ζήτησε να εξεταστεί από ψυχολόγο. Στην συνέχεια, ο συνήγορος των κατηγορουμένων 2 και 3, υπέδειξε στην μάρτυρα μέσω ηλεκτρονικής κάρτας μνήμης (τεκμ. 20), κάποια βίντεο και εικόνες από την ηλεκτρονική εφαρμογή Tik -Tok, όπου εμφαίνεται η ίδια στην Λευκωσία να είναι σε εύθυμη κατάσταση και να χορεύει με συνοδεία μουσικής. Η μάρτυρας αναγνώρισε ότι διατηρεί λογαριασμό στην εν λόγω εφαρμογή και ότι ανάρτησε αυτά τα βίντεο. Ανέφερε όμως ότι αυτά τα έκανε γιατί ήταν πάρα πολύ αγχωμένη και βρήκε αυτόν τον τρόπο ώστε να γλιτώσει από το άγχος. Αυτά τα βίντεο δεν δείχνουν κατά την μάρτυρα ότι ήταν ευτυχισμένη στην Κύπρο. Εάν ήταν έτσι, δεν υπήρχε περίπτωση να τηλεφωνήσει στη μητέρα της και να της παραπονεθεί. Δέχθηκε στο σημείο αυτό ότι είχε το τηλέφωνο της και ελεύθερη πρόσβαση στο διαδίκτυο και επιπλέον ότι είχε και αρκετό χρόνο μόνη της στο ξενοδοχείο. Δεν προσπάθησε όμως να επικοινωνήσει με την αστυνομία γιατί φοβόταν. Μόνο την μητέρα της που ζει στην Ισπανία πήρε τηλέφωνο. Δέχθηκε επίσης ότι έβγαινε από το ξενοδοχείο πολύ συχνά όχι όμως μόνη της. Πάντα ήταν μαζί της ο XXXXX και η Μ.Κ.
  47. Το δωμάτιο του ξενοδοχείου κλείδωνε με κάρτα αλλά μπορούσε να βγει έξω αν ήθελε. Η μάρτυρας αρνήθηκε ότι στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την μητέρα της, της είπε ότι έχει απαχθεί. Της ανέφερε μόνο ότι δεν μπορεί να φύγει από την Κύπρο και της είπε να επικοινωνήσει με την Interpol, για να μην κάνει τον γάμο επειδή είχε μετανιώσει. Μετά που έδωσε την κατάθεση της, αναγνώρισε τον XXXXX από φωτογραφία που της έδειξε η αστυνομία μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή. Επέμενε ότι ο XXXXX συνεργαζόταν με τον XXXXX, ο οποίος είχε πρόσωπα που ασχολούνταν με την ετοιμασία των εγγράφων. Τέλος, η μάρτυρας ανέφερε ότι ορισμένα πράγματα που ανέφερε δια ζώσης στο Δικαστήριο, δεν τα είπε στην κατάθεση της στην αστυνομία γιατί ήταν αγχωμένη και φοβισμένη κατά την λήψη της κατάθεσης. Μ.Κ.4, Λοχίας XXXXX XXXXX Κλεάνθους Υπηρετεί στο Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων του Αρχηγείου Αστυνομίας. Σύμφωνα με την γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία που κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (έγγραφο 4), στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης στις 21.6.2019 και ώρα 09.30 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στην παρουσία διερμηνέως, συνέλαβε με δικαστικό ένταλμα σύλληψης τον κατηγορούμενο 1 και αφού επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε: «Παραδέχομαι την πλαστογραφία, δεν παραδέχομαι τα άλλα». Ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήρια 33 και 33Α αντίστοιχα, τον ένταλμα σύλληψης του κατηγορουμένου 1 και την ένορκη δήλωση που το συνοδεύει. Στο ένταλμα σύλληψης αναφέρονται τα πιο κάτω αδικήματα:
  48. Συνομωσία για καταδολίευση, Κεφ.154, άρθρο 302,
  49. Υποβοήθηση της παράνομης εισόδου, διέλευσης και παραμονής, Κεφ. 103 άρθρο 19 Α
(2),
  1. Εξαναγκασμού σε γάμο, Κεφ 154, άρθρο
  2. Νομιμοποίηση Εσόδων που προέρχονται από παράνομες δραστηριότητες, Ν.188(Ι)/07άρθρο 4
(1)(ίίί) (ίν)
  1. Πλαστογραφία Κεφ. 154 άρθρο 331-333,
  2. Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου Κεφ. 154 άρθρο 339 και
  3. Εξασφάλιση εγγραφής με ψευδής παραστάσεις, Κεφ. 154, άρθρο
  4. Στην χειρόγραφη οπισθογράφηση του εντάλματος η οποία σημειώθηκε και υπεγράφη από τον μάρτυρα, αναγράφεται η πιο πάνω απάντηση του κατηγορουμένου 1, την οποία έδωσε μετά που του επιστήθηκε η προσοχή στον Νόμο ότι δηλαδή παραδέχεται μόνο το αδίκημα της πλαστογραφίας. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, ανέφερε ότι δεν εκτίμησε την ψυχολογική κατάσταση του κατηγορουμένου 1 όταν προέβαινε στην πιο πάνω δήλωση, Σε ερώτηση κατά πόσον ο κατηγορούμενος 1 αντιλαμβανόταν την έννοια της λέξης «πλαστογραφία», ο μάρτυρας απάντησε ότι κατά την σύλληψη συνοδευόταν από μεταφραστή, ο οποίος του μετάφραζε και ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε πλήρως τι λέχθηκε. Όταν τον συνέλαβε, δεν του υπέδειξε τα έγγραφα στα οποία αναφερόταν το αδίκημα της πλαστογραφίας. Ο ίδιος δεν είδε ούτε περιήλθε σε γνώση του οποιαδήποτε μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο 1 με πλαστογραφημένα έγγραφα. Μ.Κ.
  5. XXXXX Γενναδίου Εργάζεται στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης στον κλάδο ευρωπαίων πολιτών. Κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, την γραπτή κατάθεση της στην αστυνομία (έγγραφο 5). Αναφέρεται σε αυτή ότι η ευρωπαία υπήκοος XXXXX XXXXX Geamanu (Μ.Κ.2) με ημερομηνία γέννησης 28.3.1998, προσήλθε στο τμήμα στις 19.6.2019 και υπέβαλε αίτηση για έκδοση βεβαίωσης εγγραφής πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία εκδόθηκε στις 21.6.
  6. Στην δήλωση ανέφερε ότι είναι έγγαμη. Σύμφωνα με τον Η.Υ του Τμήματος, η πιο πάνω είναι παντρεμένη με ένα αλλοδαπό πρόσωπο από το Πακιστάν. Αυτός αφίχθηκε στην Δημοκρατία με θεώρηση εισόδου ως φοιτητής στις 27.6.
  7. Στις 3.8.15 τέλεσε γάμο με άλλη ευρωπαία υπήκοο από την Ρουμανία στο Δημαρχείο Λευκωσίας. Ακολούθως, στις 21.8.2015, υπέβαλε αίτηση για να του παραχωρηθεί δελτίο διαμονής ως σύζυγος ευρωπαίας υπηκόου. Η αίτηση του απορρίφθηκε και τα στοιχεία του καταχωρήθηκαν στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων. Ακολούθως, ο αλλοδαπός πήρε διαζύγιο από την ευρωπαία σύζυγο του. Στις 18.6.19 τέλεσε νέο γάμο με την ευρωπαία υπήκοο XXXXX XXXXX Geamanu (Μ.Κ.2) ενώ την επομένη 19.6.19, υπέβαλε νέα αίτηση για διαμονή ως σύζυγος ευρωπαίας υπηκόου, η οποία εξετάζεται. Έτερος αλλοδαπός, ο XXXXX Harpinder Signh υπέβαλε επίσης αίτηση για έκδοση δελτίου διαμονής ως μέλος οικογένειας πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αφού τέλεσε γάμο με την ευρωπαία υπήκοο από την Ρουμανία XXXXX XXXXX Sima (Μ.Κ.3). Και αυτή η αίτηση εξετάζεται. Τέλος, η αλλοδαπή XXXXX Kanu υπέβαλε στις 19.10,18 αίτημα διαμονής ως σύζυγος ευρωπαίου πολίτη, ο οποίος είναι ο XXXXX Bairam από την Ρουμανία (κατηγορούμενος 1). Στην συνέχεια, η μάρτυρας κατέθεσε τμήμα της γραπτής κατάθεσης της στην αστυνομία ημ. 30.7.20 (έγγραφο 5Α) ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Σύμφωνα με αυτήν, ο κατηγορούμενος 3 XXXXX Shoaib, από το Πακιστάν, αφίχθηκε στην Δημοκρατία στις 22.7.06 ως φοιτητής. Η άδεια παραμονής του έληξε στις 30.6.08 χωρίς να αναχωρήσει από την Δημοκρατία και ως εκ τούτου, τα στοιχεία του καταχωρήθηκαν στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων. Στην συνέχεια τέλεσε γάμο με ευρωπαία πολίτη από την Ρουμανία και αιτήθηκε άδεια παραμονής ως σύζυγος ευρωπαίας υπηκόου η οποία απορρίφθηκε όταν διαπιστώθηκε ότι το ζεύγος δεν διέμενε στην ίδια διεύθυνση. Νέα αίτηση που υποβλήθηκε στις 8.1.12, επίσης απορρίφθηκε. Έκτοτε, ο κατηγορούμενος 3 δεν διευθέτησε την νόμιμη παραμονή του στην Δημοκρατία και στις 8.10.13, εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης. Στις 17.7.14 καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 4 ετών για τα αδικήματα της συνομωσίας, πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, καθώς και για την συμβολή του στην τέλεση εικονικών γάμων. Μετά την αποφυλάκιση του, συνελήφθη και κηρύχθηκε ως απαγορευμένος μετανάστης. Την 14.6.17, η εκτέλεση του διατάγματος απέλασης αναστάλθηκε μετά από αίτηση της συζύγου του στο Υπουργείο Εσωτερικών. Μετά από νέα εξέταση, η εκτέλεση του διατάγματος απέλασης προωθήθηκε εκ νέου γιατί κρίθηκε ότι ο κατηγορούμενος 3 συνιστούσε σοβαρή απειλή κατά θεμελιωδών συμφερόντων της κοινωνίας. Όμως μετά από νέο αίτημα του, το διάταγμα απέλασης ανεστάλη εκ νέου και στις 27.11.17 αφέθηκε ελεύθερος επειδή εκκρεμούσε το πιο πάνω αίτημα του για έκδοση άδειας παραμονής. Το αίτημα του τελικά απορρίφθηκε στις 6.3.
  8. Εναντίον της πιο πάνω απόφασης, ο κατηγορούμενος 3 υπέβαλε έφεση. Να σημειωθεί ότι στο σημείο αυτό, με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, απορρίφθηκε αίτημα της κατηγορούσας αρχής για να συμπεριληφθούν ως μαρτυρία παρόμοιων γεγονότων, αναφορές της μάρτυρος στην κατάθεση της (έγγραφο 5Α) που αφορούν το καθεστώς παραμονής του κατηγορούμενου 3 στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και τους λόγους που κρίθηκε ως ανεπιθύμητος μετανάστης. Ενώπιον του Δικαστηρίου, η μάρτυρας ανέφερε ότι οι δύο παραπονούμενες (Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3) βρίσκονται στην Κύπρο ως κάτοχοι βεβαίωσης εγγραφής ευρωπαίου πολίτη από τις 21.06.
  9. Για να αποταθεί κάποιος αλλοδαπός να πάρει άδεια γάμου, πρέπει να παρουσιάσει στο τμήμα το πιστοποιητικό ελευθερίας από την χώρα του, μαζί με ένορκο δήλωση και θα εξεταστεί από την ανάλογη λειτουργό, την ληξίαρχο γάμου, για να του εκδοθεί πιστοποιητικό ελευθερίας. Το εν λόγω πιστοποιητικό, το εκδίδει ο ληξίαρχος γάμου που υπάγεται στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Αλλοδαποί που επιθυμούν να τελέσουν γάμο νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία, πρέπει να έχουν νόμιμη άδεια παραμονής και να υποβάλουν αίτηση στον ληξίαρχο γάμου, για έκδοση του πιο πάνω πιστοποιητικού ελευθερίας. Οι αιτητές ασύλου, θεωρούνται για τους πιο πάνω σκοπούς ότι έχουν άδεια παραμονής στην Δημοκρατία. Η μάρτυρας αναγνώρισε μεταξύ άλλων εγγράφων και το τεκμήριο 13 που είναι δήλωση πρόσληψης ευρωπαίου πολίτη. Αφορά την Μ.Κ.2 XXXXX XXXXX Geomanu και βεβαιώνει την πρόσληψη της ως εργοδοτούμενη σε Κυπριακή εταιρεία. Το έγγραφο αυτό υπάρχει στον φάκελο του τμήματος που αφορά την εν λόγω αλλοδαπή. Ο λόγος που ζητούν αυτή την βεβαίωση, είναι γιατί πρέπει να αποδείξει ο ευρωπαίος πολίτης ότι έχει επαρκείς πόρους διαμονής στην Δημοκρατία. Αναγνώρισε επίσης την εγγραφή της Μ.Κ.2 στο Τμήμα Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (τεκμ.14). Στα πλαίσια της αίτησης για πιστοποιητικό διαμονής, ο κάθε ευρωπαίος πολίτης πρέπει να δηλώνει εγγραφή στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και όνομα εργοδότη, όπου αποδεικνύει ότι μπορεί να διαμένει στη Δημοκρατία χωρίς κατά την μάρτυρα να είναι βάρος του κοινωνικού συνόλου. Δήλωση πρόσληψης ευρωπαίου πολίτη σε κυπριακή εταιρεία, υπάρχει στο αρχείο του τμήματος και για την Μ.Κ.3 (τεκμ. 35). Κατατέθηκε στα πλαίσια της αίτησης της για εξασφάλιση διαμονής ως ευρωπαία υπήκοος. Υπάρχει επίσης εγγραφή της στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (τεκμ.36). Στην αντεξέταση ανέφερε ότι δεν έχει γίνει έλεγχος για να διαπιστωθεί η εικονικότητα του γάμου του κατηγορουμένου
  10. Ισχυρίστηκε ότι για να κηρυχθεί κάποιος γάμος ως εικονικός, υπάρχει μεγάλη διαδικασία. Συστάθηκε σχετική επιτροπή που εξετάζει το θέμα και δεν είναι εύκολο να αποδειχθεί η εικονικότητα κάποιου γάμου με μόνο έναν έλεγχο. Όταν κατατίθενται έγγραφα στην υπηρεσία της, ελέγχονται. Όμως δεν είναι ειδικοί όπως είπε για να εξακριβώσουν αν είναι πλαστά ή όχι. Ούτε τηλεφωνούν στον φερόμενο εργοδότη για να διαπιστώσουν αν όντως ο αλλοδαπός εργάζεται εκεί. Αυτό γίνεται με τον έλεγχο γνησιότητας του γάμου. Όταν στέλνεται ο φάκελος στην υπηρεσία που εξετάζει για τη γνησιότητα ή εικονικότητα γάμου, ελέγχεται και το κατά πόσον ο ευρωπαίος πολίτης εργάζεται στον εργοδότη που δήλωσε. Οι συγκεκριμένοι φάκελοι δεν έχουν σταλεί για έλεγχο γνησιότητας γάμου ως εκ τούτου δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν υπάρχει πρόβλημα με τα εν λόγω πιστοποιητικά. Μ.Κ.6, XXXXX Λοϊζίδου Είναι Κλινική Ψυχολόγος στις Υπηρεσίας Ψυχικής Υγείας. Στα πλαίσια της εργασίας της, προέβη σε ψυχολογική αξιολόγηση των παραπονουμένων Geamanu XXXXX XXXXX και XXXXX XXXXX Sima (Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3). Κατέθεσε τις εκθέσεις της για την Μ.Κ.2 ως έγγραφο 6 και για την Μ.Κ.3 ως έγγραφο 6Α . Σε αυτές αναφέρει ότι οι δύο παραπονούμενες έχουν αναγνωριστεί ως πιθανά θύματα εμπορίας από την αστυνομία. Έχει πείρα στην αξιολόγηση των θυμάτων εμπορίας γιατί από το 2013, ήταν εκ των ψυχολόγων που προέβαιναν σε ψυχολογική αξιολόγηση προσώπων που παρέπεμπε η αστυνομία ως θύματα εμπορίας. Έχει επιπλέον παρακολουθήσει αρκετά εκπαιδευτικά σεμινάρια για το θέμα. Σύμφωνα με το τεκμήριο 6, το νοητικό πηλίκο της Μ.Κ.2 κυμαίνεται από οριακό έως χαμηλό. Έχει περιορισμένη αντίληψη του κινδύνου στις κοινωνικές καταστάσεις και η κοινωνική κρίση της, είναι ανώριμη για την βιολογική της ηλικία με αποτέλεσμα να χειραγωγείται εύκολα από άλλους. Χρειάζεται υποστήριξη ώστε να λαμβάνει σωστές αποφάσεις στην ζωή της. Κατά τις συναντήσεις, διατηρούσε ένα καλό επίπεδο συνείδησης. Συγκεκριμένα, είχε φυσιολογική συγκέντρωση την ώρα της εξέτασης και προσανατολισμό στον χρόνο, τόπο, στον εαυτό της και στους άλλους. Θα μπορούσε να συμμετάσχει στην ποινική διαδικασία, με την προϋπόθεση ότι θα γίνει χρήση απλού λεξιλογίου και ερωτήσεων. Στο τεκμήριο 6Α που αφορά την Μ.Κ.3, αναφέρεται ότι το νοητικό επίπεδο της βρίσκεται σε φυσιολογικά επίπεδα. Σε φυσιολογικά επίπεδα βρίσκονται και οι ανώτερες ψυχικές λειτουργίες (σκέψη, μνήμη, προσοχή, αντίληψη, σύνθεση, ανάλυση). Κατά τις συναντήσεις δεν παρατηρήθηκε οποιαδήποτε ενεργός ψυχοπαθολογία που να επηρεάζει την επαφή της με την πραγματικότητα. Μέσα από τη συνεργασία, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία της, διαπιστώθηκε πως διατηρεί φοβικά συναισθήματα προς τους άλλους, έχει χαμηλή αυτοπεποίθηση και είναι εύκολο να χειραγωγηθεί από αυτούς. Στην διάρκεια των αξιολογικών συναντήσεων με την Μ.Κ.3, διαφάνηκε συμπτωματολογία, που παραπέμπει σε διαταραχή μετατραυματικού στρες. Θα μπορούσε να συμμετάσχει στην ποινική διαδικασία, με την προϋπόθεση ότι θα είναι απλές και κατανοητές οι ερωτήσεις που θα της υποβάλλονται. Αναφέρεται τέλος ότι δεν ενδείκνυται η παρουσία των κατηγορουμένων στην ίδια αίθουσα, όταν η Μ.Κ.3 θα καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου, λόγω του ότι ενδέχεται να πυροδοτήσει σε αυτή, συναισθήματα τρόμου. Ενώπιον του Δικαστηρίου, η μάρτυρας ανέφερε ότι από την αξιολόγηση των δύο παραπονουμένων, διαπίστωσε ένα προφίλ το οποίο τις καθιστούσε ευάλωτες όσον αφορά στην εκμετάλλευσή τους από άλλους ανθρώπους. Η Μ.Κ.2 βρισκόταν σε μια κακοποιητική σχέση με τον XXXXX. Κατά την μάρτυρα, η Μ.Κ.2 δεν μπορεί να προστατεύσει τον εαυτό της από κινδύνους και σε γενικές γραμμές, φαίνεται να έχει περιορισμένη αντίληψη του κινδύνου. Αν ήταν άτομο με ένα φυσιολογικό μεγάλωμα και φυσιολογικές αντιστάσεις και όρια, θα μπορούσε να θέσει προτεραιότητα τον εαυτό της και να διεκδικήσει μια σχέση, η οποία να είναι αρμονική ή να φύγει από την παρούσα σχέση. Κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης της Μ.Κ.2 δεν υπήρχαν συμπτώματα για να γίνει διάγνωση για μετατραυματικό στρες, όμως μπορεί να υπάρχει καθυστέρηση στην εμφάνιση αυτών των συμπτωμάτων. Σε σχέση με την Μ.Κ.3, έγινε επίσης αναφορά σε μια κακοποιητική σχέση που είχε από την ηλικία των 15 ετών και για τα τραυματικά παιδικά της χρόνια αφού η μητέρα της, την εγκατέλειψε όταν ήταν στην ηλικία του ενός έτους και μεγάλωσε με τον πατέρα και τους παππούδες της. Η Μ.Κ.3 επέλεξε στα δεκαπέντε της χρόνια να μπει σε μια σχέση κακοποιητική. Οι κηδεμόνες της, ο πατέρας της και οι παππούδες, ήταν αδύναμοι ώστε να είναι σε θέση να την προστατεύσουν. Ούτε η ίδια είχε τα εφόδια να προστατεύσει τον εαυτό της. Στην παραμονή της στην Κύπρο, βίωσε αισθήματα συναισθηματικού εγκλωβισμού, φόβου και ανασφάλειας. Οι παραπονούμενες κατά την μάρτυρα όπως και άλλα θύματα εμπορίας, είναι ευάλωτα άτομα που υπολείπονται σε εκπαίδευση, σε στηρικτικό πλαίσιο και μπορεί να τρομάξουν εύκολα. Έχουν δυσκολίες στην οικογένεια τους, οικονομικά είναι σε μια κακή κατάσταση, και ως εκ τούτου το να πείσεις ένα άτομο σε αυτήν την κατάσταση να προβεί σε εικονικό γάμο, ήταν πιο εύκολο. Οι ίδιες το είδαν σαν μια καλή οικονομική ευκαιρία και δεν αντιλαμβανόταν πλήρως τη σοβαρότητα της υπόθεσης, ούτε πόση προέκταση μπορούσε αυτό να λάβει. Η Μ.Κ.3 σε κάποιο στάδιο μετάνιωσε αλλά της δόθηκαν δύο επιλογές που δεν μπορούσε να εκπληρώσει, είτε να πληρώσει €1.000,00 είτε να κάνει σεξ με τον XXXXX. Επιπλέον, τα άτομα αυτά δεν καταγγέλλουν τα ίδια τις πιέσεις που δέχονται λόγω των προσωπικών δυσκολιών που έχουν και των συνθηκών κινδύνου και ανασφάλειας που βιώνουν. Τουλάχιστον όσον αφορά την Μ.Κ.3, έπρεπε κάποιος άλλος να μεριμνήσει για να προστατευτεί ή να καταγγελθεί το γεγονός της πίεσης που ένιωθε. Κατά την μάρτυρα, πολλές φορές τα θύματα εμπορίας δεν αντιλαμβάνονται την θυματοποίηση τους. Κάποιες φορές δεν καταγγέλλουν τους θύτες γιατί θεωρούν ότι είναι επιλογή των ιδίων να θυματοποιηθούν. Τέλος, η μάρτυρας ανέφερε ότι ένα θύμα εμπορίας που έχει περιέλθει σε μια κατάσταση εγκλωβισμού, μπορεί παράλληλα να εκθέτει τον εαυτό του σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Υπάρχουν αναρτήσεις που δεν αντιπροσωπεύουν την ψυχική κατάσταση του ατόμου και το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Στην αντεξέταση, ανέφερε ότι δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει την αλήθεια αυτών που λέχθηκαν από τις παραπονούμενες. Οι αναφορές της Μ.Κ.2 για τον εικονικό γάμο, αφορούσαν κυρίως ότι ήταν μια ιδέα η οποία υπήρχε στο περιβάλλον της και ότι αποφάσισε η ίδια να το κάνει. Το μετατραυματικό στρες της Μ.Κ.3, σχετιζόταν κυρίως με τα γεγονότα που συνέβησαν στην Κύπρο και σε μικρότερο βαθμό με τα γεγονότα της Ρουμανίας που προηγήθηκαν. Οι δύο παραπονούμενες δεν κατάφεραν να συμπληρώσουν το τεστ IQ και γι' αυτό δεν συμπεριλήφθηκε στην έκθεση της αφού δεν υπήρχε σχετικό πόρισμα. Σε σχέση με το οριακό προς χαμηλό νοητικό πηλίκο της M.K.2, ανέφερε ότι αυτό συμπεριλαμβάνεται στο φυσιολογικό νοητικό πηλίκο, δεν είχε δηλαδή νοητική υστέρηση. Η μάρτυρας διαφώνησε με την θέση ότι εάν γινόταν αξιολόγηση της προσωπικότητας των παραπονουμένων, θα μπορούσε να δείξει εάν αυτές έλεγαν την αλήθεια. Ισχυρίστηκε ότι μια διαταραχή προσωπικότητας δεν σημαίνει ότι κάποιος λέει ψέματα. Το ένα δεν συνάδει με το άλλο. Επιπλέον, κάποιος μπορεί να έχει μια υγιή προσωπικότητα και να λέει ψέματα. Η εξέταση αυτή δεν είναι ανιχνευτής ψεύδους. Είναι διαγνωστικό εργαλείο, που χρησιμοποιείται για τη διάγνωση της προσωπικότητας. Η ίδια κατέγραψε αυτά που της είχαν πει και δεν υπήρχε κανένας λόγος να τα αμφισβητήσει. Επιδείχθηκαν στην μάρτυρα, οι εικόνες και τα βίντεο από την κάρτα μνήμης (τεκμ. 20) όπου η Μ.Κ.3 ανάρτησε στην πλατφόρμα Tik- Tok και στα οποία εμφαίνεται μεταξύ άλλων να χορεύει και να τραγουδά. Υπεβλήθη στην μάρτυρα ότι ένα πρόσωπό εγκλωβισμένο συναισθηματικά που νιώθει φόβο και ανασφάλεια δεν θα αναρτούσε βίντεο στο διαδίκτυο χορεύοντας και γελώντας. Η μάρτυρας απάντησε ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι ψυχομετρικό εργαλείο. Ένας άνθρωπος μπορεί να αναρτήσει στο διαδίκτυο ό,τι θέλει, δεν σημαίνει όμως ότι αυτό είναι ψυχομετρικό εργαλείο, το οποίο θα μετρήσει κατά πόσο έχει διαταραχή προσωπικότητας ή είναι ένα ευτυχισμένο άτομο. Έτυχε πολλές φορές κάποια άτομα να αναρτούν στο διαδίκτυο χαρούμενες εικόνες και την επομένη να αυτοκτονούν. Άρα δεν είναι μέτρο το οποίο θα μπορούσε να μετρήσει την ψυχική κατάσταση κάποιου ατόμου. Ένα βίντεο δεν σημαίνει ότι αυτό που βλέπουμε είναι μια πραγματικότητα, αυτό που ζούσε εκείνην τη στιγμή, το άτομο το απεικονίζεται. Η μάρτυρας ανέφερε επιπλέον ότι η Μ.Κ.3 στις συναντήσεις τους, ερχόταν χαμογελαστή και ευδιάθετη παρότι δεν ήταν ευχάριστες οι συναντήσεις και δεν μιλούσαν για χαρούμενα πράγματα. Μ.Κ.7, Αστ. XXXXX XXXXX Διονυσίου Υπηρετεί στο Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων, του Αρχηγείου Αστυνομίας. Έχει εμπλακεί σε 40 υποθέσεις εμπορίας προσώπων και έχει έρθει σε επαφή με πέραν των 60 προσώπων που υπήρξαν θύματα εμπορίας. Στην παρούσα περίπτωση, ήταν ένας εκ των ανακριτών της υπόθεσης. Ο μάρτυρας κατέθεσε στην συνέχεια ως τεκμήριο 38, θεληματική κατάθεση που πήρε στην ρουμάνικη γλώσσα με την βοήθεια διερμηνέα από τον κατηγορούμενο 1 στον χώρο των Κεντρικών Φυλακών, μετά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Πιστό αντίγραφο στην ελληνική γλώσσα, καταχωρήθηκε ως τεκμήριο 38Α. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος 1 είχε ζητήσει όπως προβεί σε κατάθεση μέσω του δικηγόρου του, ο οποίος απέστειλε επιστολή στη Νομική Υπηρεσία. Ο μάρτυρας με οδηγίες της Νομικής Υπηρεσίας, μετέβη στις Κεντρικές Φυλακές και έλαβε την εν λόγω κατάθεση από τον κατηγορούμενο
  11. Στην εν λόγω κατάθεση, ο κατηγορούμενος 1 παραδέχεται μεταξύ άλλων ότι συνήψε σε προγενέστερο στάδιο εικονικό γάμο στην Κύπρο με την παρότρυνση του κατηγορουμένου 3, ο οποίος ψευδώς του υποσχόταν ότι θα του εξεύρει εργασία. Ο κατηγορούμενος 3 του είπε όμως ότι για να του εκδώσει άδεια εργασίας θα έπρεπε πρώτα να παντρευτεί, για αυτό και αναγκάστηκε να τελέσει εικονικό γάμο. Το ίδιο συνέβη και με την Μ.Κ.2 που ήταν φίλη του και με την οποία ήρθε στην Κύπρο μετά που ο κατηγορούμενος 3 τους υποσχέθηκε ότι θα τους εξεύρει εργασία. Τους είπε όμως ότι για να γίνει αυτό, θα έπρεπε πρώτα η Μ.Κ.2 να τελέσει γάμο στην Κύπρο. Ο κατηγορούμενος 1 στην εν λόγω κατάθεση του, αρνείται ότι πήρε χρήματα από τον γάμο της Μ.Κ.
  12. Απλά ο κατηγορούμενος 3 τον δάνεισε €7.000,00 για να τα στείλει στο παιδί του στην Ρουμανία που είχε πρόβλημα και θα του τα ξοφλούσε όταν άρχιζε να εργάζεται. Ο κατηγορούμενος 1 αναφέρει επίσης στην εν λόγω κατάθεση του ότι μετά την σύλληψη τους, ο κατηγορούμενος 3 τον προσέγγισε στην φυλακή και του ζήτησε να πάρει αυτός όλη την ευθύνη για τα αδικήματα, υποσχόμενος να του δώσει σε τέτοια περίπτωση, το ποσόν των €6.000,
  13. Όταν ο κατηγορούμενος 1 αρνήθηκε, ο κατηγορούμενος 3 σε συνεργασία με τον κατηγορούμενο 2, τον απείλησε για την ζωή του. Στην συνέχεια, ο Μ.Κ.7 αναφέρθηκε στις ενέργειες στις οποίες προβαίνει το τμήμα του σε περίπτωση διερεύνησης υποθέσεων εμπορίας προσώπου. Ανέφερε ότι το τμήμα του όταν λάβει πληροφορίες ότι υπάρχουν ενδείξεις θυματοποίησης ενός προσώπου, διευθετεί συνάντηση με το εν λόγω πρόσωπο για να διαπιστωθεί κατά πόσον είναι ή όχι θύμα εμπορίας. Όταν διευθετηθεί η συνάντηση, γίνονται συνεντεύξεις προς τον σκοπό αυτό. Ο τρόπος λήψης της συνέντευξης και γενικά η όλη συμπεριφορά προς το εν δυνάμει θύμα, καθορίζονται από το εγχειρίδιο αναγνώρισης θυμάτων εμπορίας προσώπων του Αρχηγείου Αστυνομίας και τον οδηγό για τον χειρισμό περιπτώσεων εμπορίας προσώπων του εθνικού μηχανισμού αναφοράς, του Υπουργείου Εσωτερικών. Γενικά προσπαθούν να αποκτήσουν μια σχέση εμπιστοσύνης, γιατί τα θύματα δεν εμπιστεύονται τις αρχές και την αστυνομία και γενικά δεν εμπιστεύονται σχεδόν κανέναν. Οπότε το πρώτο τους μέλημα είναι να τους δείξουν ότι είναι ασφαλείς, να μην φοβούνται, ότι η αστυνομία δεν θα κρίνει το οποιοδήποτε θύμα για τις πράξεις του και αυτό χρειάζεται χρόνο. Μπορεί να κάνουν αρκετές συνεντεύξεις μέχρι να φτάσει στο σημείο το εν δυνάμει θύμα να αναφέρει όλα τα γεγονότα που αφορούν τη θυματοποίηση του. Υπάρχουν δε αρκετές περιπτώσεις όπου από τις συνεντεύξεις, διαφάνηκε ότι δεν επρόκειτο για θύματα εμπορίας. Στην παρούσα υπόθεση, οι δύο παραπονούμενες (Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3) αναγνωρίστηκαν ως θύματα εμπορίας, από το Τμήμα Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων. Όσον αφορά την XXXXX XXXXX Geamanu (Μ.Κ.2), διαπιστώθηκε από την αρχή ότι δεν αντιλαμβανόταν εύκολα τις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν και είχαν υπόνοιες ότι το νοητικό της επίπεδο ήταν χαμηλό. Η οικονομική ανάγκη που είχε στην πατρίδα της, φάνηκε ότι την οδήγησε στην απόφαση της να έλθει στην Κύπρο και να συνάψει εικονικό γάμο. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε και στις κατά την άποψη του ψεύτικες υποσχέσεις από τον κατηγορούμενο 1 για δημιουργία δεσμού και οικογένειας, ενώ ο ίδιος είχε οικογένεια στη Ρουμανία. Επιπλέον όταν αφίχθηκαν στην Κύπρο, εκτός του ότι είχε περιορισμό ελευθερίας κινήσεων, όταν ο κατηγορούμενος 1 πήρε τα χρήματα από τον γάμο και του τα ζήτησε, αυτός την κτύπησε και τα χρήματα τα απέστειλε στην οικογένειά του. Όλα αυτά, έπεισαν το τμήμα του ότι η Μ.Κ.2 είναι θύμα εμπορίας. Όσον αφορά την XXXXX XXXXX (Μ.Κ.3), το νεαρό της ηλικίας της, οι οικονομικές της ανάγκες, η προβληματική σχέση που είχε στη Ρουμανία, την οδήγησαν να έρθει στην Κύπρο για τέλεση εικονικού γάμου. Στην Κύπρο, όπως φάνηκε, είχαν με την Μ.Κ.2 περιορισμό κινήσεων καθόλη τη διάρκεια παραμονής τους στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Όταν πήγαιναν κάπου αλλού, ήταν συνέχεια ελεγχόμενες και οι δύο. Όταν η Μ.Κ.3 φοβήθηκε ότι θα την εξωθούσαν στην πορνεία και ζήτησε να φύγει, της ανάφεραν ότι θα έπρεπε να πληρώσει €1000,00, πράγμα που παραπέμπει σε εικονικό χρέος. Όλα αυτά, έπεισαν το τμήμα του να την αναγνωρίσει ως θύμα εμπορίας. Ο μάρτυρας ανέφερε στην συνέχεια ότι οι δύο παραπονούμενες, παρουσίαζαν όλα τα συμπτώματα που εμφανίζονται στα θύματα εμπορίας όπως αναφέρονται σε εγχειρίδιο που είναι ο οδηγός αναγνώρισης θυμάτων εμπορίου. Συγκεκριμένα, παρουσίαζαν φόβο και ανησυχία, ανάφεραν προβλήματα ύπνου, δεν εμπιστεύονταν αρχικά τις αρχές, είχαν απότομες αλλαγές διάθεσης, σημάδια βίας και φαίνονται εξασθενημένες. Οι ίδιες δεν είχαν αντιληφθεί αρχικά ότι είχαν θυματοποιηθεί, κάτι που ισχύει στις περιπτώσεις θυμάτων εμπορίας. Ειδικά η Μ.Κ.2 που είχε στρατολογηθεί από ψεύτικες υποσχέσεις έρωτα. Επιπλέον, η περίπτωση των δύο παραπονουμένων, είχε όλα τα στοιχεία εμπορίας όπως διεθνική αλυσίδα ανθρώπων που κάνουν στρατολόγηση, υπόθαλψη, μεταφορά, παραλαβή, και εκμετάλλευση. Αμέσως μετά την αναγνώριση των θυμάτων εμπορίας, αυτά ενημερώνονται από το τμήμα του για τα δικαιώματά που έχουν. Ακολούθως, ενημερώνονται οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και οι Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας για την ψυχολογική αξιολόγηση ή και στήριξη του θύματος. Στην παρούσα, το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού ενημερώθηκε με επιστολή ως προς την αναγνώριση πιθανών θυμάτων εμπορίου στο πρόσωπο των δύο παραπονουμένων (τεκμ. 40 και 41). Ο ίδιος ενημέρωσε επιπλέον το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού ότι οι δύο παραπονούμενες έδωσαν κατάθεση, δηλώνοντας ότι ο γάμος τους δεν ήταν αληθινός και ότι τον έκαναν με χρηματικό αντίτιμο. Τα θύματα δεν εντάσσονται στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων αλλά παρόλα αυτά, είναι υπό την προστασία του τμήματος του και τοποθετούνται σε κυβερνητικό καταφύγιο ή σε καταφύγια που ανήκουν σε μη κυβερνητικούς οργανισμούς. Αυτό έγινε και με τις δύο παραπονούμενες οι οποίες ήταν πολύ ανήσυχες και χρειάστηκε να τις καθησυχάσει πολλές φορές. Στην παρούσα υπόθεση, δεν έχουν συλληφθεί όλοι οι εμπλεκόμενοι στα αδικήματα. Αναζητείται ακόμη το πρόσωπο που παντρεύτηκε την Μ.Κ.3 για το οποίο εκδόθηκε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Ο οδηγός του αυτοκινήτου όπως τον περιέγραψαν οι παραπονούμενες, διέφευγε της σύλληψης και τελικά συνελήφθη τον Αύγουστο του
  14. Γι' αυτόν σχηματίστηκε καινούργιος ποινικός φάκελος και παραπέμφθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σε άλλη υπόθεση. Στην αντεξέταση, ανέφερε ότι η εκμετάλλευση της Μ.Κ.2 από τον κατηγορούμενο 1, καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι δεν της έδωσε καθόλου χρήματα για τον γάμο που συνήψε η ίδια. Αυτό το επιβεβαίωσε και η Μ.Κ.3, σύμφωνα με την μαρτυρία της οποίας, τα χρήματα της Μ.Κ.2 ο κατηγορούμενος 1 δεν της τα έδωσε, αλλά τα έστειλε στην σύζυγο του στην Ρουμανία. Συμφώνησε ότι οι δύο παραπονούμενες ανέφεραν το όνομα XXXXX και ουδέποτε το όνομα XXXXX Zahoor που είναι ο τρίτος κατηγορούμενος. Ισχυρίστηκε όμως ότι υπήρξε πληροφορία από αξιόπιστο πληροφοριοδότη, ότι το πρόσωπο με το ψευδώνυμο XXXXX είναι ο κατηγορούμενος
  15. Το στοιχείο αυτό αναφέρεται και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει το αίτημα για έκδοση εντάλματος σύλληψης του κατηγορουμένου
  16. Στην ίδια ένορκη δήλωση, αναφέρεται ότι από τον έλεγχο που έγινε στο μηχανογραφημένο σύστημα του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, όσον αφορά τα στοιχεία του πιο πάνω προσώπου, διαπιστώθηκε ότι η φωτογραφία του μοιάζει με την περιγραφή του, όπως την έδωσαν τα θύματα. Επιπλέον, μέσα από δύο ημερολόγια ενεργείας (τεκμ. 42 και 43) προκύπτει ότι η Μ.Κ.3 είδε φωτογραφία του τρίτου κατηγορούμενου και τον αναγνώρισε ως το πρόσωπο με το όνομα XXXXX. Ο μάρτυρας όμως δεν ήταν σε θέση να αναφέρει γιατί το στοιχείο αυτό δεν συμπεριλαμβάνεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για έκδοση εντάλματος σύλληψης. Ο μάρτυρας δέχθηκε ότι δεν τηρήθηκαν οι σχετικοί κανονισμοί της αστυνομίας που ρυθμίζουν την αναγνώριση προσώπου μέσω φωτογραφίας, όπως η υποχρέωση για την επίδειξη 12 φωτογραφιών με σχετική ομοιότητα. Ως προς την προϋπόθεση να μην εμφαίνονται με την φωτογραφία και τα στοιχεία του υπόπτου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι υπάρχει αυτή η δυνατότητα στο ηλεκτρονικό σύστημα της αστυνομίας. Η μη αυστηρή τήρηση των αστυνομικών κανονισμών σε σχέση με την φωτογραφική αναγνώριση, ίσως να δικαιολογεί κατά τον μάρτυρα την μη συμπερίληψη της αναγνώρισης αυτής στην ένορκη δήλωση του εντάλματος σύλληψης του κατηγορουμένου
  17. Πλην της Μ.Κ.3 δεν έγινε άλλη φωτογραφική αναγνώριση. Η Μ.Κ.2 δεν θέλησε να κάνει καμία αναγνώριση γιατί δεν μπορούσε να δει λόγω φόβου τα πρόσωπα των κατηγορουμένων. Ο μάρτυρας δήλωσε μάλιστα την έκπληξη του για το γεγονός ότι οι δύο παραπονούμενες προσήλθαν τελικά στο Δικαστήριο να καταθέσουν. Μέχρι μια εβδομάδα πριν, φοβόντουσαν να δουν τους κατηγορούμενους μπροστά τους. Η αστυνομία, μέχρι και ψυχολόγο επιστράτευσε για να τις βοηθήσει. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε τέλος ότι οι δύο παραπονούμενες δεν μπορούσαν να μεταβούν εκτός του ξενοδοχείου μόνες τους όπου ήθελαν. Δέχθηκε όμως ότι είχαν πρόσβαση στο ιντερνέτ και στα κινητά τους τηλέφωνα. Με αυτό τον τρόπο, η Μ.Κ.3 ειδοποίησε την μητέρα της και με την σειρά της, η μητέρα της ειδοποίησε την αστυνομία. Μαρτυρία Υπεράσπισης Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους δυνάμει του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, επέλεξαν να μην δώσουν ένορκη μαρτυρία ούτε να προβούν σε οποιαδήποτε δήλωση. Ο κατηγορούμενος 1 δεν προσκόμισε καμία επιπλέον μαρτυρία ενώ οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κάλεσαν προς υποστήριξη της υπεράσπισης τους, το ψυχολόγο Μάριο Αργυρίδη, του οποίου η μαρτυρία έχει συνοπτικά ως εξής: Μ.Υ.1 Δρ. XXXXX Αργυρίδης Είναι εγγεγραμμένος συμβουλευτικός ψυχολόγος και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο «Νεάπολις» το μάθημα της ψυχολογίας. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, το έγγραφο 7 στο οποίο αναγράφεται αναλυτικά το βιογραφικό του, με αναφορές μεταξύ άλλων στις σπουδές του στην ψυχολογία στις ΗΠΑ και την ακαδημαϊκή και επαγγελματική του ενασχόληση στην Κύπρο και το εξωτερικό. Ο μάρτυρας κατέθεσε επίσης ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, το έγγραφο 7Α, στο οποίο σχολιάζει τις δύο ψυχοδιαγνωστικές εκθέσεις που συντάχθηκαν από την κλινική ψυχολόγο Μ.Κ.6 (έγγραφα 6 και 6Α) και οι οποίες αφορούν τις δύο παραπονούμενες. Ο μάρτυρας αμφισβητεί με το έγγραφο 7Α τα πορίσματα των πιο πάνω εκθέσεων, ειδικότερα το συμπέρασμα ότι το νοητικό πηλίκο της Μ.Κ.2 κυμαίνεται από οριακό έως χαμηλό ενώ της Μ.Κ.3 ως φυσιολογικό. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι με βάση τη βιβλιογραφία, είναι σχεδόν αδύνατο κάποιος ειδικός να διαγνώσει μέσω απλής συνέντευξης, την οριακή νοημοσύνη. Πολύ δε περισσότερο στην παρούσα περίπτωση όπου έγιναν δύο μόνο συνεντεύξεις. Κατά τον μάρτυρα, για να μπορούσε η Μ.Κ.6 να έχει μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα, ακόμα και με τις δύο ή τρεις αυτές συναντήσεις, θα έπρεπε να χορηγήσει άλλα διαγνωστικά εργαλεία όπως το Wechsler Nonverbal Scale of Ability (Wechsler & Naglieri, 2006). To συγκεκριμένο εργαλείο αξιολόγησης νοημοσύνης, είναι το πιο αναγνωρισμένο εργαλείο παγκοσμίως για άτομα που δεν έχουν ως μητρική γλώσσα αυτή που χρησιμοποιεί το εργαλείο αξιολόγησης ευφυΐας ή έχουν φτωχό λεξιλόγιο. Εναλλακτικά, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και το Test of Nonverbal Intelligence (Brown, Sherbenou, & Johnsen
(2010). Με αυτό τον τρόπο, θα μπορούσε με όσο το δυνατό περισσότερη σαφήνεια να διαγνωστούν τα επίπεδα της γνωστικής λειτουργίας των παραπονουμένων. Ειδικότερα, τα χαρακτηριστικά της Μ.Κ.2 που αναφέρονται σε νοητικό πηλίκο που κυμαίνεται από οριακό έως χαμηλό θα μπορούσαν να αξιολογηθούν με πιο έγκυρες μεθόδους από την απλή διαγνωστική συνέντευξη. Παραδειγματικά, θα μπορούσε να χορηγηθεί το Πολυφασικό Ερωτηματολόγιο Προσωπικότητας της Μινεσότα, Έκδοση 2 (Minnesota Multiphasic Personality Inventory (MMPI-2). Το εν λόγω εργαλείο, αποτελεί παγκοσμίως το πιο συχνά χρησιμοποιούμενο και περισσότερο διερευνημένο εργαλείο για την αξιολόγηση της ενήλικης ψυχοπαθολογίας. Εκτός της καθαρά κλινικής χρήσης του, το εν λόγω εργαλείο (ΜΜΡΙ-2) χρησιμοποιείται για να αναγνωρίζονται ψυχολογικοί παράγοντες που σχετίζονται με επιλογή προσωπικού για ευαίσθητες θέσεις επικινδυνότητας ή ασφαλείας όπως αντικοινωνική συμπεριφορά, διαπροσωπική δυσπιστία, παρεκκλίνουσες σκέψεις και συμπεριφορές, συναισθηματική αστάθεια, κλπ. Το ΜΜΡΙ-2 θα μπορούσε κατά τον μάρτυρα άνετα να χορηγηθεί στην περίπτωση των παραπονουμένων αφού υπάρχει σταθμισμένο και στη ρουμανική γλώσσα. Ταυτόχρονα, ο τρόπος καταχώρησης των απαντήσεων και η ερμηνεία τους, είναι αυτούσια σε όλες τις γλώσσες. Χορηγώντας το ΜΜΡΙ-2, θα μπορούσε η Μ.Κ.6 να απαντήσει σε πολλά ερωτήματα/προβληματισμούς/υποθέσεις που τίθενται στην έκθεση όπως κατά πόσο ενδεχομένως να υπάρχει υπερβολή ή υποεκτίμηση στην εξιστόρηση και επεξεργασία των γεγονότων, στην μετατραυματική συμπτωματολογία, στο αν η θυματοποίηση των παραπονουμένων είναι χαρακτηριστικό τους, στα επίπεδα ανωριμότητας τους ή στο μέγεθος των επιπέδων της ευαλωτότητας τους, όπως και σε δεκάδες άλλες πτυχές της προσωπικότητάς τους. Θα μπορούσε επίσης να ελεγχθεί και το στοιχείο της χαμηλής κοινωνικοοικονομικής τάξης και εκπαίδευσης των παραπονουμένων αφού με τη σωστή ερμηνεία των αποτελεσμάτων, μπορούν να διαπιστωθούν τα δεδομένα, ανάλογα με την κοινωνικοοικονομική τάξη και εκπαίδευση τους. Κατά τον μάρτυρα, είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν καθόλου ψυχομετρικά εργαλεία, ακόμη και για τις μεταβλητές ενδιαφέροντος, όπως για παράδειγμα, τη μετατραυματική συμπτωματολογία. Στο ζήτημα αυτό θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί το ερωτηματολόγιο αξιολόγησης μετατραυματικής συμπτωματολογίας και διαταραχής. Συμπερασματικά, ο μάρτυρας θεωρεί ότι με βάση τις πρότυπες οδηγίες της ψυχοδιαγνωστικής διαδικασίας, θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί μια αυστηρά δομημένη ψυχοδιαγνωστική συνέντευξη (κάτι που δεν έγινε) και να εμπλουτιστεί η συνέντευξη αυτή με ψυχομετρικά εργαλεία όπως αυτά που ο ίδιος προανέφερε για να υποστηρίξουν περαιτέρω και με περισσότερη εγκυρότητα και αξιοπιστία, τα οποιαδήποτε ευρήματα κατά τη διάρκεια της συνέντευξης. Στην δια ζώσης κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι η πιο πάνω άποψη του, στηρίζεται όχι μόνο στην ακαδημαϊκή του εκπαίδευση αλλά και στην επαγγελματική του ενασχόληση. Αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στην εργασία του σε καταφύγια γυναικών και των παιδιών τους που έχουν κακοποιηθεί, τη συνεργασία που είχε με την πολιτειακή Αστυνομία της Αλαμπάμα για εκπαίδευση εφήβων κοριτσιών για το πώς να αποφύγουν καταστάσεις βίας και εκμετάλλευσης και την εποπτεία του στο παρατηρητήριο My Heart στην Πάφο, για μετανάστες οι οποίοι ενδεχομένως να έχουν βιώσει παρόμοια συναισθήματα. Ανέφερε επίσης ότι το πολυπολιτισμικό εργαλείο Raven's που αφορά το IQ και που επίσης αξιολογεί το νοητικό πηλίκο κάποιου ατόμου, αν και χρησιμοποιεί διαφορετικό αριθμό για να καταλήξει σε μία κατηγορία νοητικού πηλίκου, θα μπορούσε κάλλιστα να είχε χρησιμοποιηθεί στην προκειμένη περίπτωση. Αν όμως για οποιονδήποτε λόγο κάποιος δεν μπορεί να ανταποκριθεί και η πληροφορία της γνωστικής επάρκειας του ατόμου που αξιολογείται είναι πάρα πολύ σημαντική τότε θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί εναλλακτικά ένα άλλο εξίσου καλύτερο εργαλείο, το Wechsler, για να απαντηθεί το ερώτημα με σαφήνεια, το ποιο ακριβώς είναι το νοητικό πηλίκο του κάθε ατόμου. Ο μάρτυρας επέμενε ότι μέσα από μία συνέντευξη είτε κλινική είτε τυπική χωρίς τον συνδυασμό ψυχομετρικών εργαλείων δεν είναι δυνατόν ο ψυχολόγος να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα αναφορικά με το νοητικό πηλίκο του εξεταζόμενου. Ισχυρίστηκε επιπλέον ότι οποιαδήποτε από τις δύο παραπονούμενες παρουσίαζε μετατραυματικό στρες, αυτό θα μπορούσε να διαγνωστεί με τη χρήση των ψυχομετρικών εργαλείων ιδιαίτερα του το MMPI 2 που δεν αποτελεί απλή αυτοαναφορά και ως εκ τούτου, ο εξεταζόμενος δεν μπορεί να υπερβάλλει. Ο μάρτυρας ρωτήθηκε κατά πόσον ένα άτομο που βιώνει μία κατάσταση εγκλωβισμού, φόβου, ντροπής και ενοχής θα μπορούσε να προβαίνει σε δημιουργία και δημοσίευση βίντεο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Απάντησε ότι στην ψυχολογία υπάρχει ο αμυντικός μηχανισμός της ψυχοαποσύνδεσης, όπου ουσιαστικά σώμα και πνεύμα είναι λες και χωρίζουν. Έτσι δεν αποκλείεται άτομο το οποίο μπορεί να βιώνει τραυματικότατη εμπειρία, να χαμογελά, ακόμα και να είναι σε κατάσταση εκστατική. Ως εκ τούτου θα είναι αδύνατο να πάρουμε μία στιγμή από τη ζωή του ατόμου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, για να πούμε ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει κάτω από τραυματικές συνθήκες. Ανέφερε τέλος ότι με βάση τη δική του εμπειρογνωμοσύνη, στις αξιολογήσεις των παραπονουμένων θα χρησιμοποιούσε έναν συνδυασμό δομημένης κλινικής συνέντευξης με όσο το δυνατό περισσότερα ψυχομετρικά εργαλεία, για να καταλήξει σε πιο ασφαλή συμπεράσματα, κάτι που προνοείται από την πρακτική και τα πρότυπα της επιστήμης της ψυχολογίας. Στην αντεξέταση, δέχθηκε ότι δεν είναι εγγεγραμμένος κλινικός ψυχολόγος αλλά συμβουλευτικός ψυχολόγος. Αρνήθηκε όμως ότι ως συμβουλευτικός ψυχολόγος δεν είναι σε θέση να προβαίνει σε ψυχοδιαγνωστικές αξιολογήσεις. Ο μάρτυρας επέμενε ότι η χρήση ψυχομετρικών εργαλείων είναι αναγκαία για ψυχοδιαγνωστική αξιολόγηση αφού εμπλουτίζει και υποστηρίζει την εγκυρότητα και αξιοπιστία των ευρημάτων της ψυχοδιαγνωστικής συνέντευξης. Πρέπει κατά τον μάρτυρα να υπάρχει συνδυασμός και των δύο για να καταλήξει ο ψυχολόγος σε ασφαλή συμπεράσματα. Δέχθηκε ότι δεν είδε ποτέ τις παραπονούμενες ούτε ήταν στο δωμάτιο αξιολόγησης και δεν γνωρίζει τι ακριβώς λέχθηκε. Ισχυρίστηκε όμως ότι όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο, αφορούν αποκλειστικά την επιστημονική του άποψη για το τι διάβασε στις δύο εκθέσεις που του δόθηκαν. Σε σχέση με την Μ.Κ.2, ο μάρτυρας επανέλαβε για να μπορεί ο ψυχολόγος να αξιολογήσει όλες τις πτυχές του ατόμου με οριακή νοημοσύνη, τα δυνατά και αδύνατα σημεία του και την ψυχοσύνθεση του, χρειάζονται αρκετές συναντήσεις. Μέσα σε δύο συναντήσεις θα είναι δύσκολο να αξιολογήσει όλες αυτές της πτυχές, ειδικά χωρίς τον συνδυασμό ψυχομετρικών εργαλείων. Του υπεδείχθη ότι το πόρισμα για οριακή νοημοσύνη, έγινε σύμφωνα με την έκθεση της Μ.Κ.6 μετά από «αδρή εκτίμηση» της κατάστασης της Μ.Κ.
  1. Ο μάρτυρας απάντησε ότι για σκοπούς Δικαστηρίου αλλά και οποιασδήποτε άλλης επίσημης αξιολόγησης, ο ψυχολόγος οφείλει να μην κάνει αδρές, αλλά συγκεκριμένες εκτιμήσεις, από τη στιγμή που έχει και τα ψυχομετρικά εργαλεία που τον βοηθούν να προβεί σε ασφαλή συμπεράσματα. Ο μάρτυρας δέχθηκε ότι δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα αν οι παραπονούμενες ήταν σε θέση να συμπληρώσουν ένα ψυχομετρικό τεστ. Όμως βασιζόμενος στα όσα η Μ.Κ.6 ανέφερε στις εκθέσεις της, ότι διατηρούσαν καλό επίπεδο συνείδησης, συγκέντρωσης, προσανατολισμό και επιπλέον υπήρχε μετάφραση, θεωρεί ότι το ψυχομετρικό εργαλείο MMPI 2 θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ακόμα και με άτομα με χαμηλό κοινωνικοοικονομικό επίπεδο και με χαμηλή εκπαίδευση. Του υποβλήθηκε ότι η Μ.Κ.6 έδωσε στις δύο παραπονούμενες να συμπληρώσουν το Raven's test και ότι καμιά από τις δύο δεν ήταν σε θέση να το ολοκληρώσει. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στην έκθεση της Μ.Κ.6, η οποία όφειλε οπωσδήποτε να το αναφέρει αν όντως χορήγησε αυτό το τεστ. Επιπλέον, ο μάρτυρας επανέλαβε ότι ακόμα και αν ένα τεστ δεν δώσει την πληροφορία που χρειάζεται ο ψυχολόγος, όπου υπάρχει ευκαιρία για εναλλακτικό τεστ που μπορεί να δώσει την ίδια πληροφορία, τότε πρέπει να εφαρμόζεται το εναλλακτικό τεστ. Επίσης, ο μάρτυρας ανέφερε ότι στην έκθεση της Μ.Κ.6 δεν αναφέρεται πουθενά ότι χρησιμοποιήθηκε η δομημένη κλινική συνέντευξη. Του υπεβλήθη ότι μία αυστηρά δομημένη διάγνωση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε θύματα εμπορίας, λόγω της πολυπλοκότητάς τους, της κουλτούρας τους και του βεβαρημένου κοινωνικοοικονομικού τους ιστορικού. Ο μάρτυρας απάντησε ότι αυτή η θέση ενισχύει την δική του εκδοχή ότι είναι αδύνατο σε δύο μόνο συναντήσεις να καταλήξει κάποιος ψυχολόγος με σαφήνεια σε ασφαλές πόρισμα, ακριβώς λόγω αυτής της πολυπλοκότητας των συγκεκριμένων ατόμων. Ο μάρτυρας ανέφερε στην συνέχεια ότι ασχολήθηκε με ζητήματα εμπορίας προσώπων, κατά την συνεργασία του με το My Heart, που είναι το κέντρο υποστήριξης μεταναστών στην Πάφο. Ο ρόλος του ήταν εποπτικός και συμβουλευτικός. Στα πλαίσια αυτά, παρακολουθούσε ο ίδιος τα θύματα εμπορίου και επόπτευε τους κλινικούς ψυχολόγους για τις υπηρεσίες που παρείχαν στα πρόσωπα αυτά. Στην παρούσα περίπτωση όμως η κατάθεση του στο Δικαστήριο δεν γίνεται προκειμένου να εκφέρει άποψη για το αν οι παραπονούμενες είναι θύματα ή όχι εμπορίας προσώπων. Ισχυρίστηκε ότι δεν μπορεί να έχει τέτοια άποψη, διότι ακριβώς δεν αξιολόγησε τις παραπονούμενες. Ο μάρτυρας επανέλαβε ότι σκοπός της μαρτυρίας του στην παρούσα, είναι μόνο να παραθέσει την επιστημονική του άποψη αναφορικά με την ψυχοδιαγνωστική αξιολόγηση των δύο παραπονουμένων από την Μ.Κ.
  2. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι αγόρευσαν από γραπτό κείμενο, το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Είχαν επίσης την ευκαιρία να απαντήσουν προφορικά σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου, διευκρινίζοντας πτυχές των γραπτών τους αγορεύσεων. Θα παραθέσουμε στην συνέχεια σύνοψη της επιχειρηματολογίας των συνηγόρων όπως προκύπτει από τις πιο πάνω τελικές αγορεύσεις τους. Αγόρευση συνηγόρου για τον κατηγορούμενο
  3. Η συνήγορος για τον κατηγορούμενο 1 στην αγόρευση της, αναφέρθηκε συνοπτικά στην δοθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Ισχυρίστηκε ότι αυτή δεν είναι αρκετή για να στοιχειοθετήσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος
  4. Ιδιαίτερα, δεν υπάρχει σε καμία περίπτωση μαρτυρία η οποία να συνδέει με οποιοδήποτε τρόπο τον κατηγορούμενο 1 με τους υπόλοιπους κατηγορούμενους, ειδικότερα με τον κατηγορούμενο
  5. Ούτε δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να δεικνύει ότι ο κατηγορούμενος 1, συνεννοήθηκε με τους υπόλοιπους κατηγορούμενους για την πραγμάτωση κοινών στόχων. Δεν στοιχειοθετούνται ως εκ τούτου οι κατηγορίες εναντίον του κατηγορουμένου 1 για συνομωσία με τους άλλους κατηγορουμένους και για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης. Όσο αφορά τις παραπονούμενες, η συνήγορος εισηγήθηκε ότι από την μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο, διαφαίνεται ότι ήρθαν στην Κύπρο για να τελέσουν γάμο, με την δική τους θέληση. Ειδικά για την Μ.Κ.2 δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία εξαναγκασμού ή απειλών ή πίεσης από τον κατηγορούμενο 1 προς αυτήν για να τελέσει εικονικό γάμο. Ως εκ τούτου, οι κατηγορίες που αφορούν τον κατηγορούμενο 1 για εμπορία προσώπων, εξαναγκασμό σε γάμο και υποβοήθηση υπηκόου τρίτης χώρας δεν ευσταθούν. Το ίδιο ισχύει κατά την συνήγορο και για τα αδικήματα πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος
  6. Οι παραπονούμενες κατέθεσαν ότι ουδέποτε είδαν τον κατηγορούμενο 1 να καταρτίζει ή να έχει στην κατοχή του, τα έγγραφα που αναφέρονται στο κατηγορητήριο ως πλαστά. Ανέφεραν μάλιστα ότι αυτά τα είχε στην κατοχή του μόνο ο οδηγός του Ali, ο οποίος δεν βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε σχέση με την κατηγορία της απαγωγής της Μ.Κ.3 από τον κατηγορούμενο 1, η συνήγορος παρέπεμψε στην μαρτυρία της ιδίας της Μ.Κ.3, η οποία ανέφερε ότι δεν της ασκήθηκε καμία βία ή απειλή να παραμένει στο δωμάτιο του ξενοδοχείου και ότι είχε στην κατοχή της το τηλέφωνο της και δυνατότητα επικοινωνίας με οποιονδήποτε ήθελε. Ισχυρίστηκε μάλιστα η Μ.Κ.3 ότι ουδέποτε είχε αναφέρει στην μητέρα της ότι ήταν θύμα απαγωγής. Σε σχέση με το αδίκημα της επίθεσης εναντίον της Μ.Κ.2, ήταν η θέση της συνηγόρου ότι οι μώλωπες που έφερε στο σώμα της, προκληθήκαν κατά τις ερωτικές περιπτύξεις με τον κατηγορούμενο
  7. Από τις απαντήσεις της Μ.Κ.2 σε υποβολές στην αντεξέταση της, ότι οι μώλωπες στο σώμα της, προκλήθηκαν από ερωτικά παιχνίδια, διαφαίνεται ότι δεν είναι ξεκάθαρο για το πως της προκληθήκαν αυτά τα τραύματα. Συνεπώς κατά την συνήγορο και η κατηγορία για επίθεση θα πρέπει να απορριφθεί. Ήταν συμπερασματικά η θέση της συνηγόρου για τον κατηγορούμενο 1 ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος
  8. Αγόρευση συνηγόρου για τους κατηγορουμένους 2 και
  9. Ο συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορουμένων 2 και 3, ισχυρίστηκε ότι δεν δόθηκε καθόλου μαρτυρία που να αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό, την εμπλοκή των πελατών του στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Ανέφερε ότι οι δύο παραπονούμενες δεν είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο με τον φόβο να μην κατηγορηθούν οι ίδιες ενώ οι ανακριτικές αρχές δεν ενήργησαν δίκαια και αντικειμενικά προς στους κατηγορουμένους Ο συνήγορος σημείωσε ότι σε καμία περίπτωση δεν αμφισβήτησε ότι οι παραπονούμενες συνήψαν τον οποιοδήποτε γάμο στην Κύπρο. Εκείνο το οποίο αμφισβητεί, είναι το ότι συμμετείχαν ως δράστες οι κατηγορούμενοι 2 και 3 ή ακόμα ότι, ακόμα και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι ήταν παρόντες στην οποιαδήποτε περιγραφόμενη από τις παραπονούμενες χρονική στιγμή, η μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι τέτοια, ώστε να μπορεί να θεμελιώσει την τέλεση του οποιοδήποτε αδικήματος, για τα οποία βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο συνήγορος αναφέρθηκε στην συνέχεια σε εκτεταμένα αποσπάσματα της μαρτυρίας των δύο παραπονουμένων, προκειμένου να καταδείξει ότι οι θέσεις τους είναι αντιφατικές και εκ των υστέρων σκέψεις. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι όπως προκύπτει από την αντεξέταση των παραπονουμένων, αυτές συνεννοήθηκαν μεταξύ τους για το τι θα καταθέσουν στο Δικαστήριο, γεγονός που καθιστά την μαρτυρία τους προκατασκευασμένη και αναξιόπιστη. 'Όσον αφορά την αναγνώριση των κατηγορουμένων από τις παραπονούμενες, ο συνήγορος με παραπομπή σε νομολογία, εισηγήθηκε ότι στις περιπτώσεις όπου η ταυτότητα του κατηγορούμενου επιδιώκεται να αναγνωριστεί για πρώτη φορά στο εδώλιο του κατηγορουμένου και στην απουσία οποιασδήποτε αναγνώρισης εκτός Δικαστηρίου, αυτή η διαδικασία είναι τόσο άδικη για τον κατηγορούμενο που το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να την αποκλείσει. Έγινε επίσης αναφορά στην μαρτυρία του Μ.Κ.7 ανακριτή της υπόθεσης, ο οποίος αναφέρθηκε στην αναγνώριση του κατηγορουμένου 3 από την Μ.Κ.3 με την επίδειξη σε αυτήν της φωτογραφίας του από το μηχανογραφικό σύστημα της αστυνομίας. Ο συνήγορος υπέδειξε ότι ο ίδιος ο Μ.Κ.7, παραδέχθηκε ότι κατά την πιο πάνω διαδικασία φωτογραφικής αναγνώρισης του κατηγορουμένου 3 δεν τηρήθηκε η αστυνομική διάταξη 3/
  10. Ήταν μάλιστα η θέση του συνηγόρου ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί, η αστυνομία προκειμένου να ενοχοποιήσει τον κατηγορούμενο 3 να επέδειξε την φωτογραφία του στην Μ.Κ.3 πριν την κατάθεση της ώστε να δύναται να περιγράψει τα χαρακτηριστικά του σε αυτήν. Υπό τας περιστάσεις θα ήταν ακροσφαλές κατά τον συνήγορο να γίνει αποδεκτή η αναγνώριση του κατηγορουμένου 3 από το εδώλιο του κατηγορουμένου. Ακολούθως, ο συνήγορος με παραπομπή σε νομολογία, αναφέρθηκε στο δικαίωμα των κατηγορουμένων για δίκαιη διερεύνηση της υπόθεσης τους. Ήταν η θέση του ότι οι παραλείψεις που επέδειξε η αστυνομία σε διάφορα στάδια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, είναι προφανείς και ικανές ώστε να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα, πως οι κατηγορούμενοι 2 και 3 δεν έτυχαν δίκαιης διερεύνησης και συνεπακόλουθα δίκαιης δίκης. Αναφέρθηκε ειδικά στην παράλειψη διευθέτησης αναγνώρισης των κατηγορουμένων σύμφωνα με τις αστυνομικές διατάξεις. Στοιχείο που κατά τον συνήγορο καταδεικνύει ότι η αστυνομία δεν είχε ενώπιον της επαρκή στοιχεία, ώστε να ταυτοποιήσει το ψευδώνυμο Ali με το ονοματεπώνυμο και τα στοιχεία του κατηγορουμένου
  11. Ακόμα και να υπήρχε η όποια πληροφορία για τον κατηγορούμενο 3, δεν φαίνεται πουθενά κατά τον συνήγορο να οδηγεί στην κατάληξη της αστυνομίας ότι εμπλέκεται στα αδικήματα. Ως εκ τούτου, η υπόδειξη φωτογραφίας του κατηγορουμένου 3 από το μηχανογραφικό σύστημα της αστυνομίας στην Μ.Κ.2 δεν δικαιολογείται. Με τον τρόπο αυτό, στοχοποιήθηκε ο κατηγορούμενος 3 από την αστυνομία χωρίς καθόλου στοιχεία εναντίον του. Ως δείγμα μη δίκαιης διερεύνησης από την αστυνομία, ο συνήγορος ισχυρίστηκε περαιτέρω, την απόκρυψη ουσιώδους μαρτυρίας αναφορικά με τον ανώνυμο πληροφοριοδότη που κατ' ισχυρισμό ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 3 χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο XXXXX και τον οποίο η κατηγορούσα αρχή δεν κάλεσε να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως αποτέλεσμα, η υπεράσπιση στερήθηκε σημαντικής μαρτυρίας, που δικαιολογεί την θέση της για μη δίκαιη δίκη. Εν πάση περιπτώσει, ήταν η θέση του συνηγόρου, ότι ουδέποτε υπήρξε τέτοιος πληροφοριοδότης που να κατονόμασε τον κατηγορούμενο 3 ως τον XXXXX και οι αστυνομικές αρχές δεν είχαν τέτοια πληροφορία από τρίτο πρόσωπο. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ενόψει των πιο πάνω ότι δεν έχει διαφανεί η οποιαδήποτε σχέση μεταξύ των τριών κατηγορουμένων, ούτε η συνωμοσία τους, ήτοι η σύμπτωση βουλήσεων τους για την διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν. Στο τέλος της ημέρας, δεν αποδείχθηκε κατά τον συνήγορο οποιαδήποτε προσυνεννόηση ή στρατολόγηση των παραπονουμένων από τους κατηγορουμένους. Επιπλέον, καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε που να καταδεικνύει σε βαθμό πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την όποια ευπαθή θέση των παραπονουμένων, αλλά και την οποιαδήποτε εκμετάλλευση τους από τους κατηγορουμένους 2 και
  12. Όσον αφορά στα αδικήματα, που αφορούν την κατάρτιση και την κυκλοφορία πλαστού εγγράφου από μέρους των κατηγορουμένων 2 και 3 ήταν η θέση του συνηγόρου ότι δεν αποδείχθηκε το στοιχείο της εμπλοκής τους στην αντικειμενική υπόσταση των αδικημάτων. Ούτε η εικονικότητα σε σχέση με τους επίδικους γάμους των παραπονουμένων, έχει κατά τον συνήγορο αποδειχθεί. Αυτός ήταν και ο λόγος που η κατηγορούσα αρχή ζήτησε την τροποποίηση των κατηγοριών που παρέπεμπαν σε εικονικούς γάμους. Ο συνήγορος αναφέρθηκε επί του προκειμένου και στη μαρτυρία της Μ.Κ.5 από το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού, σύμφωνα με την οποία οι επίδικοι γάμοι δεν κηρύχθηκαν ως εικονικοί και ότι για να γίνει αυτό, χρειάζεται μεγάλη διαδικασία. Ανεξαρτήτως τούτου, ο συνήγορος εισηγήθηκε με παραπομπή σε πρόσφατη νομολογία, ότι δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα του εικονικού γάμου διότι ελλείπει ένα από τα βασικά συστατικά στοιχεία. Πρόκειται κατά τον συνήγορο για το συστατικό στοιχείο ότι ο γάμος έγινε με σκοπό την είσοδο και παραμονή στην Δημοκρατία, των αλλοδαπών που θα παντρεύονταν τις παραπονούμενες. Ο συνήγορος ανέλυσε στην συνέχεια τα νομικά χαρακτηριστικά των κατηγοριών όπως προκύπτουν μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Εισηγήθηκε ότι καμία κατηγορία δεν αποδείχθηκε αφού η προσαχθείσα μαρτυρία δεν είναι ικανή να φθάσει στον βαθμό απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ούτε το στοιχείο κοινής δράσης των κατηγορουμένων ή και συνεννόησης μεταξύ τους ή και γνώσης και θεμελίωσης κοινού σκοπού μπορεί να εξαχθεί. Επιπλέον, κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει κατά τον συνήγορο ότι οι δυο παραπονούμενες, ενήργησαν με δική τους βούληση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο συνήγορος ζήτησε την απαλλαγή των κατηγορουμένων 2 και 3, σε όλες τις κατηγορίες ου αντιμετωπίζουν. Αγόρευση συνηγόρου για την Δημοκρατία Η συνήγορος για την Δημοκρατία στην αγόρευση της, αναφέρθηκε αρχικά στην δοθείσα μαρτυρία. Μετά από εκτεταμένη ανάλυση της μαρτυρίας των δύο παραπονουμένων (Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3), κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί την εκδοχή τους ως αξιόπιστη. Κατά την συνήγορο, προκύπτει ξεκάθαρα από την μαρτυρία των δύο παραπονουμένων ότι οι κατηγορούμενοι εμπλέκονται σε όλα τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούνται στην παρούσα υπόθεση. Ιδιαίτερα, καταδεικνύεται η συνεργασία των κατηγορουμένων 1 και 3 στην ετοιμασία πλαστών εγγράφων καθώς και στην συνομωσία για εμπορία των δύο παραπονουμένων, οι οποίες εξαναγκάστηκαν να συνάψουν τους επίδικους γάμους. Θεώρηση της μαρτυρίας στην ολότητα της, καταδεικνύει κατά την συνήγορο, ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 3 είχαν ο καθένας το δικό του ρόλο προς επίτευξη του κοινού σκοπού. Οι αναφορές του κατηγορούμενου 1 προς την Μ.Κ.3, έτειναν από τη μια να της προκαλέσουν το αίσθημα του εγκλωβισμού, παρουσιάζοντας της την εμπλοκή και τις δυνατότητες του ιδίου και του κατηγορούμενου 3 και από την άλλη να την καθησυχάσουν λόγω της εμπειρίας τους, στη διάπραξη τέτοιου είδους αδικημάτων. Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι αυτό το αίσθημα εγκλωβισμού που αισθάνονταν οι δύο παραπονούμενες και το οποίο εξήγησε η ψυχολόγος (Μ.Κ.6), τις απέτρεπε από το να αναζητήσουν βοήθεια, δεδομένου ότι βρίσκονταν σε μια ξένη, άγνωστη χώρα, χωρίς να μπορούν να επικοινωνήσουν επαρκώς σε άλλη γλώσσα και χωρίς να γνωρίζουν που μπορούσαν να απευθυνθούν. Αυτό ακριβώς το αίσθημα του εγκλωβισμού που τους είχε δημιουργηθεί, μαζί με την υπόσχεση της αμοιβής που τόσο είχαν ανάγκη, είναι που καταδεικνύει κατά την συνήγορο, τα αδικήματα εμπορίας που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι 1 και
  13. Αναφορικά με την μαρτυρία αναγνώρισης του κατηγορουμένου 3, η συνήγορος ανέφερε ότι οι δύο παραπονούμενες αναφέρθηκαν με λεπτομέρειες σε όλες τις συναντήσεις που είχαν με τον κατηγορούμενο 3, ενώ η Μ.Κ.3 είχε μείνει μόνη μαζί του στο δωμάτιο του ξενοδοχείου για 20 - 30 λεπτά. Κατά την συνήγορο, προκύπτει από την μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος 3 είναι πρόσωπο που οι παραπονούμενες είχαν δει αρκετές φορές μέσα σε λίγες μέρες, σε διάφορες συνθήκες και είχαν μιλήσει και μαζί του. Συνεπώς, είναι η θέση της συνηγόρου ότι θα μπορούσαν να τον αναγνωρίσουν οπουδήποτε και δεν τίθεται θέμα εσφαλμένης αναγνώρισης. Η συνήγορος επεσήμανε ότι αυτό που ζητήθηκε από τις παραπονούμενες εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου, ήταν να υποδείξουν αν βλέπουν το πρόσωπο που κατονομάζουν στη μαρτυρία τους ως Ali ενώ στην αίθουσα του Δικαστηρίου βρίσκονταν αρκετά άλλα πρόσωπα και στο ειδώλιο των κατηγορουμένων, άλλοι δύο κατηγορούμενοι. Η συνήγορος αναφέρθηκε στην συνέχεια στην μαρτυρία της ψυχολόγου (Μ.Κ.6) την οποία κατά την άποψη της θα μπορούσε να στηριχθεί το Δικαστήριο για να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα, ιδιαίτερα ως προς το ευάλωτο του χαρακτήρα των παραπονουμένων, στοιχείο που τις καθιστούσε εύκολα θύματα εμπορίας. Κατά την συνήγορο, το ίδιο αξιόπιστοι ήταν και οι υπόλοιποι μάρτυρες κατηγορίας οι οποίοι δεν κλονίστηκαν καθόλου κατά την αντεξέταση τους. Αντιθέτως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία του Μ.Υ.1, ο οποίος κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας για την υπεράσπιση των κατηγορουμένων 1 και 3 και να εξαγάγει τα οποιαδήποτε συμπεράσματα σε σχέση με τις εκθέσεις της Μ.Κ.
  14. Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι ο Μ.Υ.1 υπέπεσε σε αντιφάσεις διαφοροποιώντας την θέση του στην ένορκη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στην γραπτή έκθεση του (έγγραφο 7Α). Ήταν επίσης η θέση της συνηγόρου ότι αυτό που προκύπτει από όλα όσα ανέφερε ο Μ.Υ.1 στο Δικαστήριο, είναι ότι η μη χρήση ψυχομετρικών εργαλείων δεν καθιστά από μόνη της, τα αποτελέσματα μιας κλινικής αξιολόγησης μη έγκυρα. Η συνήγορος απέρριψε στην συνέχεια τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης των κατηγορουμένων 1 και 3 για απόκρυψη μαρτυρίας που επηρέασε το δικαίωμα δίκαιης Δίκης. Ιδιαίτερα ως προς την ταυτότητα του πληροφοριοδότη που ανέφερε στην αστυνομία ότι ο κατηγορούμενος 3 χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο XXXXX, η συνήγορος επεσήμανε ότι για την απόδειξη της υπόθεσης της, η Δημοκρατία δεν προσκόμισε μαρτυρία σε σχέση με πληροφορίες από πληροφοριοδότη και δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με οποιοδήποτε τέτοια πληροφορία. Η πιο πάνω πληροφορία που δόθηκε στην αστυνομία από πληροφοριοδότη, τέθηκε μόνο με ένορκη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου προς το σκοπό έκδοσης του εντάλματος σύλληψης του κατηγορούμενου
  15. Δεν τίθεται ως εκ τούτου ζήτημα απόκρυψης μαρτυρίας ούτε παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης, όπως εισηγείται ο συνήγορος των κατηγορουμένων 2 και
  16. Στην συνέχεια, η συνήγορος προέβη σε νομική ανάλυση των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Με παραπομπή σε νομολογία και στην δοθείσα μαρτυρία, ισχυρίστηκε ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι η μαρτυρία κατέδειξε ότι ο κατηγορούμενος 1, σε συνεργασία με τον κατηγορούμενο 3, ήταν το πρόσωπο το οποίο, εκμεταλλευόμενος την ευπαθή θέση της Μ.Κ.2, την στρατολόγησε και την μετέφερε στην Κύπρο για την τέλεση γάμου έναντι αμοιβής. Η Μ.Κ.3 στρατολογήθηκε από τον κατηγορούμενο 3 σε συνεργασία με άλλα πρόσωπα στην Ρουμανία, ενώ μεταφέρθηκε στην Κύπρο από τον κατηγορούμενο
  17. Οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 τελούσαν υπό την συνεχή επίβλεψη του κατηγορούμενου 1 μέχρι την διεκπεραίωση των παράνομων σκοπών, κάτω από τις εντολές και οδηγίες του κατηγορούμενου
  18. Ο κατηγορούμενος 3 είναι κατά την συνήγορο ο εγκέφαλος της όλης υπόθεσης, ο οποίος διευθέτησε την τέλεση παράνομων γάμων υπηκόων τρίτης χώρας έναντι αμοιβής, εκμεταλλευόμενος την ευπαθή θέση των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.
  19. Η συνήγορος, ζήτησε μάλιστα να γίνει αποδεκτή η προηγούμενη καταδίκη του κατηγορούμενου 3 για αδικήματα εικονικών γάμων ως μαρτυρία παρόμοιων γεγονότων, με σκοπό να καταδείξει την ενοχή του στα ίδια αδικήματα που αντιμετωπίζει στην παρούσα. Τέλος η συνήγορος ανέφερε ότι ο οδηγός των οχημάτων που μετέφεραν τις παραπονούμενες, ακολουθούσε τις οδηγίες του κατηγορούμενου
  20. Επιπλέον ο οδηγός του κατηγορούμενου 3, ως ανέφεραν οι παραπονούμενες, ήταν υπεύθυνος για την ετοιμασία των εγγράφων και τη μεταφορά τους για την εκτέλεση των παράνομων σκοπών. Αξιολόγηση μαρτυρίας Η αξιολόγηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο κατά το οποίο το Δικαστήριο επιστρατεύει τις εμπειρίες και την πείρα του για να αντεπεξέλθει, έχοντας όμως ως πολύτιμο βοήθημα και τις αρχές αξιολόγησης που ανακύπτουν από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ως έχει νομολογηθεί, η εκτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα δεν βασίζεται μόνο στην πειστικότητα που μεταδίδει, στο ύφος και στον τρόπο που αρθρώνει αλλά και στο περιεχόμενο της μαρτυρίας του, συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό της υπόθεσης (βλ. Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71, Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 371). Αναφορικά με τυχόν αντιφάσεις στη μαρτυρία, έχει νομολογηθεί ότι για να καθιστούν αναξιόπιστο τον μάρτυρα θα πρέπει να είναι τέτοιες που να δημιουργούν ρήγμα στην εκδοχή του. Πρέπει δηλαδή οι αντιφάσεις να είναι ουσιαστικής μορφής ώστε να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή να φανερώνουν τη διάθεση του να πει ψέματα στο Δικαστήριο (βλ. Κ.Κ. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ 294). Είχαμε την ευκαιρία στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης να παρακολουθήσουμε με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μας. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, αξιολογήσαμε τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο και την ποιότητα της, καθοδηγούμενοι από σειρά παραγόντων, όπως μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την πιθανότητα ύπαρξης οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και διάφορα άλλα στοιχεία, στα οποία θα αναφερθούμε πιο κάτω. Οι αστυνομικοί του Τμήματος Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων που έλαβαν μέρος στην διερεύνηση της υπόθεσης (Μ.Κ.1, Μ.Κ.4 και Μ.Κ.7), μας έκαναν εξαιρετική εντύπωση. Η όλη στάση τους στο εδώλιο του μάρτυρα και οι άμεσες απαντήσεις τους δεν δικαιολογούν συμπέρασμα για διάθεση των εν λόγω μαρτύρων να αποφύγουν την αλήθεια ή να πουν ψέματα ούτε και αποκαλύπτουν τη δημιουργία ρήγματος στην μαρτυρία τους, ικανού να πλήξει καίρια την αξιοπιστία τους. Ειδικότερα: Η Μ.Κ.1 κατέθεσε τα τεκμήρια 1 και 2 χωρίς να αντεξεταστεί από την υπεράσπιση. Η μαρτυρία της ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Ο Μ.Κ.4 αναφέρθηκε στην εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης του κατηγορουμένου 1 και στην απάντηση που έδωσε μετά την επίστηση της προσοχής του στον Νόμο. Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε επί της ουσίας κατά την αντεξέταση του. Ανεξαρτήτως τούτου, ο Μ.Κ.4 μας έκαμε πολύ καλή εντύπωση, απαντώντας με σαφήνεια και λεπτομέρεια στις ενέργειες του αναφορικά με την σύλληψη του κατηγορουμένου 1. Ο μάρτυρας ήταν περαιτέρω ειλικρινής, αναφέροντας ότι δεν υπέδειξε στον κατηγορούμενο 1 κατά την σύλληψη του, τα έγγραφα στα οποία αναφερόταν ότι κατ' ισχυρισμό πλαστογράφησε και ότι δεν περιήλθε σε γνώση του ιδίου του μάρτυρα, οποιαδήποτε μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο 1 με πλαστογραφημένα έγγραφα. Η μαρτυρία του για τους πιο πάνω λόγους, γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Ο Μ.Κ. 7 αναφέρθηκε με λεπτομέρεια σε όλες τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε για σκοπούς διερεύνησης της υπόθεσης χωρίς η μαρτυρία του να κλονιστεί σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του. Ήταν επίσης αρκετά κατατοπιστικός ως προς τις ενέργειες στις οποίες προβαίνει το τμήμα του, στις περιπτώσεις διερεύνησης υποθέσεων εμπορίας προσώπου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο μάρτυρας εξήγησε τους λόγους για τους οποίους οι δύο παραπονούμενες (Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3) αναγνωρίστηκαν ως θύματα εμπορίας από το Τμήμα Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων αφού παρουσίαζαν όλα τα συμπτώματα που εμφανίζονται στα θύματα εμπορίας όπως αναφέρονται σε εγχειρίδιο που είναι ο οδηγός αναγνώρισης θυμάτων εμπορίας. Πρέπει βέβαια να τονίσουμε ότι τον τελικό λόγο του κατά πόσον οι παραπονούμενες υπήρξαν θύματα του αδικήματος της εμπορίας προσώπων, τον έχει το Δικαστήριο. Όμως για σκοπούς διερεύνησης της υπόθεσης ο Μ.Κ.7 έδωσε επαρκείς δικαιολογίες γιατί το Τμήμα Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων θεώρησε για τους δικούς τους σκοπούς τις παραπονούμενες ως θύματα εμπορίας με ιδιαίτερη αναφορά στον φόβο που ένιωθαν για τους κατηγορούμενους. Ο μάρτυρας ήταν πολύ κατατοπιστικός σε σχέση με την διαδικασία που ακολουθείται από το Τμήμα Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων της αστυνομίας, μετά που κάποιο πρόσωπο θα αναγνωριστεί ως θύμα εμπορίας. Αρκετά κατατοπιστικός ήταν και ως προς την διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά την φωτογραφική αναγνώριση του κατηγορουμένου 3 από την Μ.Κ.3 αλλά και ειλικρινής στο ζήτημα αυτό, παραδεχόμενος ότι δεν τηρήθηκε πλήρως η αστυνομική διάταξη 3/8 που ρυθμίζει την αναγνώριση προσώπου μέσω φωτογραφίας, όπως η υποχρέωση για την επίδειξη 12 φωτογραφιών με σχετική ομοιότητα. Να σημειώσουμε ότι σύμφωνα με την εν λόγω αστυνομική διάταξη, χρειάζεται επιπλέον να ακολουθήσει της φωτογραφικής και αναγνωριστική παράταξη και επίσης, οι φωτογραφίες που χρησιμοποιήθηκαν να φυλαχθούν για να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο ως μαρτυρία αν παραστεί ανάγκη. Τίποτα από τα πιο πάνω δεν έχει γίνει αφού σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Κ.7 δεν έγινε αναγνωριστική παράταξη λόγω του ότι οι παραπονούμενες δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση λόγω φόβου να δουν τους κατηγορούμενους. Στο σύγγραμμα των Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης» στην σελ. 435 στο κεφάλαιο με τον τίτλο, «αναγνώριση και αστυνομικές διατάξεις», αναφέρεται ότι η αυστηρή τήρηση των αστυνομικών διατάξεων που καθορίζουν τους κανόνες αναγνώρισης, ενέχει κρίσιμη σημασία για την σωστή διερεύνηση της υπόθεσης και την απονομή της δικαιοσύνης αφού η μαρτυρία που θα προκύψει μπορεί εκτός αν κριθεί ως τυπικής ή επουσιώδους μορφής να οδηγήσει σε απόρριψη της αναγνώρισης και να επηρεάσει και άλλη παράπλευρη μαρτυρία. Πρέπει επίσης όμως να τονιστεί παράλληλα ότι η πιο πάνω διάταξη, αναφέρει ρητά στο άρθρο 1 ότι ρυθμίζει την φωτογραφική αναγνώριση υπόπτων που είναι άγνωστα στον μάρτυρα και τα βλέπει κατά την στιγμή του εγκλήματος (identification), η οποία διαχωρίζεται από την αναγνώριση προσώπων που ο μάρτυρας γνωρίζει από προηγουμένως (recognition). Σύμφωνα με την νομολογία, κατά την αναγνώριση γνωστών από πριν προσώπων, σε αντίθεση με την αναγνώριση αγνώστων, δεν τίθεται κατά κανόνα θέμα επίδειξης φωτογραφιών στον μάρτυρα ή η διενέργεια αναγνωριστικής παράταξης (βλ. France v. R
(2012)UKPC 28, R v Popat
(1998)2 Cr App R 208). Στην παρούσα περίπτωση, ο κατηγορούμενος 3 δεν ήταν άγνωστο πρόσωπο στην Μ.Κ.3 αφού είχε την ευκαιρία να τον δει αρκετές φορές κατά την διαμονή της στην Κύπρο, σε μια δε περίπτωση σύμφωνα με την μαρτυρία των παραπονουμένων, βρίσκονταν μόνοι στο δωμάτιο του ξενοδοχείου για αρκετή ώρα. Ως εκ τούτου, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αστυνομικής διάταξης 3/8 ως προς την φωτογραφική αναγνώριση του κατηγορουμένου 3 από την Μ.Κ.
  1. Εν πάση περιπτώσει, η μη εφαρμογή της εν λόγω διάταξης κατά την πιο πάνω φωτογραφική αναγνώριση, είναι επουσιώδους σημασίας κατά την κρίση μας αφού η ίδια η συνήγορος για την Δημοκρατία στην τελική της αγόρευση, ανέφερε ότι η κατηγορούσα αρχή δεν στηρίζεται στην αναγνώριση των κατηγορουμένων σε φωτογραφίες ούτε σε οποιαδήποτε αναγνωριστική παράταξη, η οποία ούτως ή άλλως δεν έγινε. Αντιθέτως στηρίχθηκε στην αναγνώριση εντός του Δικαστηρίου, στην οποία θα αναφερθούμε με έκταση στην συνέχεια, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας των παραπονουμένων. Δεν ισχύει ως εκ τούτου η θέση του συνηγόρου για τον κατηγορούμενο 3 ότι δεν έγινε δίκαιη διερεύνηση της υπόθεσης από την αστυνομία, αναφορικά με την ως άνω αναγνώριση του πελάτη του και ο συνεπακόλουθος ισχυρισμός του ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του κατηγορουμένου 3 για δίκαιη δίκη. Περαιτέρω, ο Μ.Κ.7 κατέθεσε ότι υπήρχε πληροφορία από πληροφοριοδότη, ότι το πρόσωπο με το ψευδώνυμο Ali είναι ο κατηγορούμενος
  2. Πρόκειται στην ουσία για εξ' ακοής μαρτυρία αφού το πρόσωπο που έδωσε την πληροφορία στην αστυνομία δεν κλήθηκε από την κατηγορούσα αρχή να καταθέσει στο Δικαστήριο. Στην παρούσα υπόθεση και έχοντας υπόψη τις διατάξεις του άρθρου 27 του Κεφ.9 δεν θα δώσουμε καμία βαρύτητα στην πιο πάνω εξ' ακοής μαρτυρία. Αυτό, λόγω της παράλειψης της κατηγορούσας αρχής να προσαγάγει τον εν λόγω μάρτυρα προκειμένου να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου και να αντεξεταστεί επί της πιο πάνω δήλωσης του, χωρίς μάλιστα να δοθεί μια δικαιολογία από την κατηγορούσα αρχή για την παράλειψη αυτή. Παρά τα πιο πάνω, η γενικότερη εντύπωση που μας έκανε ο Μ.Κ.7 είναι ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη. Η Μ.Κ.5 XXXXX Γεναδίου του τμήματος αρχείου πληθυσμού και μετανάστευσης, επίσης μας έκανε καλή εντύπωση. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις αιτήσεις που υποβλήθηκαν στο τμήμα της από τις παραπονούμενες για εγγραφή ως ευρωπαίες υπήκοοι αλλά και στα αιτήματα των αλλοδαπών που τις παντρεύτηκαν για άδεια διαμονής ως σύζυγοι ευρωπαίου πολίτη. Αναφέρθηκε επίσης στο καθεστώς διαμονής του κατηγορουμένου 3 στην Δημοκρατία, την καταδίκη του σε φυλάκιση 4 ετών για αδικήματα μεταξύ άλλων πλαστογραφίας και συμβολής στην τέλεση εικονικών γάμων και στους λόγους για τους οποίους αναστάληκε μετά την αποφυλάκιση του, το διάταγμα απέλασης του. Η μάρτυρας αναγνώρισε με ευχέρεια όλα τα έγγραφα που καταχωρήθηκαν στο τμήμα της για σκοπούς προώθησης των πιο πάνω αιτήσεων άδειας γάμου, με ιδιαίτερη αναφορά στα τεκμήρια 13, 14, 35 και 36 που αποτελούν πιστοποιητικά εργοδότησης των δύο παραπονουμένων στην Κύπρο καθώς και πιστοποιητικά εγγραφής τους στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Αναφέρθηκε επίσης λεπτομερώς στην διαδικασία έκδοσης άδειας γάμου από αλλοδαπούς στην Δημοκρατία, τονίζοντας ότι πρέπει να παρουσιάσουν στο τμήμα το πιστοποιητικό ελευθερίας από την χώρα τους, μαζί με ένορκο δήλωση. Τα έγγραφα αυτά εξετάζονται από την ανάλογη λειτουργό, την ληξίαρχο γάμου, για να εκδοθεί πιστοποιητικό ελευθερίας από το τμήμα αρχείου πληθυσμού. Η μάρτυρας ήταν επίσης ειλικρινής, αναφέροντας ότι δεν ελέγχεται από το τμήμα της, η γνησιότητα των εγγράφων που καταχωρούνται για σκοπούς εξασφάλισης άδειας διαμονής στην Δημοκρατία. Σημειώνουμε τέλος ότι η μαρτυρία της Μ.Κ.5 δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της αντεξέτασης της. Δεν έχουμε ως εκ τούτου καμία αμφιβολία ότι η Μ.Κ.5 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Υπενθυμίζουμε στο σημείο αυτό ότι είχε απορριφθεί στο στάδιο παράθεσης της μαρτυρίας της Μ.Κ.5, αίτημα της συνηγόρου για την Δημοκρατία όπως γίνει αποδεκτή μαρτυρία παρόμοιων γεγονότων (similar facts evidence), αναφορά της μάρτυρος στην κατάθεση της (έγγραφο 5Α) που σχετίζεται με το καθεστώς παραμονής του κατηγορούμενου 3 στην Κυπριακή Δημοκρατία και τους λόγους που κρίθηκε ως ανεπιθύμητος μετανάστης. Η λόγοι απόρριψης του πιο πάνω αιτήματος, αναφέρονται στην ενδιάμεση μας απόφαση και δεν θεωρούμε σκόπιμο να τους επαναλάβουμε. Σημειώνουμε μόνο ότι τα εν λόγω στοιχεία δεν καταδείκνυαν χωρίς άλλο, ροπή του κατηγορουμένου 3 στην διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας. Παρόλα αυτά, η συνήγορος για την Δημοκρατία, επανήλθε στο θέμα στην τελική της αγόρευση. Ζήτησε συγκεκριμένα αυτή την φορά όπως γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία παρόμοιων γεγονότων, όχι για το καθεστώς παραμονής του κατηγορούμενου 3 στην Δημοκρατία και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες κρίθηκε ως ανεπιθύμητος μετανάστης, αλλά η προηγούμενη καταδίκη του σε φυλάκιση 4 ετών για αδικήματα μεταξύ άλλων πλαστογραφίας και συμβολής στην τέλεση εικονικών γάμων. Κατ' αρχάς πρέπει να σημειώσουμε ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος 3 κρίθηκε ως ανεπιθύμητος μετανάστης δεν μπορούν να διαχωριστούν από την πιο πάνω καταδίκη του αφού σύμφωνα με την μαρτυρία της Μ.Κ.5, μετά την εν λόγω καταδίκη, είναι που εκδόθηκε σχετικό διάταγμα απέλασης του. Ως εκ τούτου, ισχύουν οι ίδιοι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο έκρινε με την ενδιάμεση απόφαση του ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αποδοχής μαρτυρίας για παρόμοια γεγονότα. Ανεξαρτήτως τούτου, επαναλαμβάνουμε ότι σε ποινικές υποθέσεις, η μαρτυρία παρόμοιων γεγονότων δύσκολα γίνεται αποδεκτή. Είναι καθιερωμένη νομική αρχή ότι σε ποινικές υποθέσεις, μαρτυρία αναφορικά με τον κακό χαρακτήρα ή τη ροπή του κατηγορούμενου να προβαίνει σε ποινικές πράξεις δεν είναι αποδεκτή για τον βασικό λόγο ότι η αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας δημιουργεί άδικη και αρνητική προκατάληψη εναντίον του κατηγορούμενου. Όμως η νομολογία αναγνωρίζει κάποιες εξαιρέσεις στον εν λόγω κανόνα, η μία εκ των οποίων είναι η αποδοχή μαρτυρίας για παρόμοια γεγονότα (similar fact evidence). Η κλασική υπόθεση επί του θέματος είναι η Boardman v. DPP
(1974)3 All E.R. 887, σύμφωνα με την οποία τέτοια μαρτυρία γίνεται αποδεκτή κατ' εξαίρεση και απαιτεί μεγάλο βαθμό αποδεικτικής αξίας. Αυτό γιατί μαρτυρία προηγούμενης κακής συμπεριφοράς γενικά δεν γίνεται αποδεκτή, ακόμα και όπου τείνει να δείξει ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε άλλα αδικήματα της ίδιας γενικής φύσης όπως αυτά για τα οποία κατηγορείται. Η μαρτυρία για παρόμοια γεγονότα, πρέπει να έχει κάποια ιδιαίτερη σχετικότητα που να ξεπερνά αυτό το όριο και πρέπει να οδηγεί έντονα στο συμπέρασμα, όχι μόνο ότι ο κατηγορούμενος είναι ο τύπος του ατόμου που μπορεί να έχει τάση και ροπή να διαπράξει τα υπό κρίση αδικήματα, αλλά ότι πρέπει στην πραγματικότητα να τα έχει διαπράξει. Στην παρούσα υπόθεση, το γεγονός και μόνο ότι ο κατηγορούμενος 3 καταδικάστηκε στις 17.7.2014 σε φυλάκιση για αδικήματα μεταξύ άλλων πλαστογραφίας και συμβολής σε τέλεση εικονικού γάμου δεν καταδεικνύει από μόνο του, ροπή στην διάπραξη τέτοιων αδικημάτων καθώς και των υπολοίπων αδικημάτων που κατηγορείται στην παρούσα. Επιπλέον δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για τις λεπτομέρειες των αδικημάτων στα οποία καταδικάστηκε ώστε να καταδειχθεί η σχετικότητα με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει στην παρούσα. Σχετικότητα που είναι απολύτως αναγκαία σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, προκειμένου να αποδειχθεί η ροπή του κατηγορουμένου 3, σε συγκεκριμένη παράνομη συμπεριφορά. Ενόψει των πιο πάνω, το αίτημα της συνηγόρου για την Δημοκρατία για αποδοχή μαρτυρίας παρόμοιων γεγονότων σε σχέση με την πιο πάνω προηγούμενη καταδίκη του κατηγορουμένου 3 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Θα προχωρήσουμε στην συνέχεια, στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των δύο παραπονουμένων Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3. Σημειώνεται ότι οι εν λόγω μάρτυρες, θεωρούνται από τις διωκτικές αρχές ως θύματα εμπορίας. Η θέση της κατηγορούσας αρχής όπως προκύπτει από την ακροαματική διαδικασία αλλά και από τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 4, 5 και 6 που αφορούν το αδίκημα της εμπορίας ενήλικων προσώπων, είναι ότι οι δύο παραπονούμενες έτυχαν εκμετάλλευσης από τους κατηγορούμενους αλλά και από άλλα πρόσωπα ώστε έναντι χρηματικής αμοιβής να τελέσουν γάμο με υπηκόους τρίτης χώρας, προκειμένου αυτοί να εξασφαλίσουν άδεια παραμονής στην Δημοκρατία ως σύζυγοι ευρωπαίου πολίτη. Αναπόφευκτα, η μαρτυρία των δύο παραπονουμένων επικεντρώθηκε σε ζητήματα που αφορούσαν τον τρόπο και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ήρθαν στην Κύπρο και τέλεσαν τους επίδικους γάμους, την δυνατότητα που είχαν να εγκαταλείψουν τον πιο πάνω σκοπό και την εν γένει ελευθερία κινήσεων τους κατά την διαμονή τους στην Δημοκρατία. Σημειώνεται επί του προκειμένου ότι ειδικά στον κατηγορούμενο 1, καταλογίζεται και το αδίκημα της απαγωγής της Μ.Κ.3 (22η κατηγορία). Λόγω της σπουδαιότητας της μαρτυρίας των δύο παραπονουμένων, τις παρακολουθήσαμε πολύ προσεκτικά ενώ κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου, εστιάζοντας κυρίως στις αντιδράσεις τους κατά την αντεξέταση και γενικότερα στον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν. Δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι οι δύο παραπονούμενες, είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Παρά το εμφανές άγχος που τις διακατείχε και την έντονη συναισθηματική τους φόρτιση καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας τους, οι δύο παραπονούμενες ήταν σταθερές στις θέσεις τους ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έφτασαν στην Κύπρο και τους λόγους για τους οποίους τέλεσαν τους επίδικους γάμους με υπηκόους τρίτης χώρας, τους οποίους δεν γνώριζαν από προηγουμένως. Ήταν επίσης πολύ κατατοπιστικές ως προς την διαδικασία που προηγήθηκε των πιο πάνω γάμων με την ετοιμασία των αναγκαίων εγγράφων, από το πρόσωπο που τις μετέφερε με αυτοκίνητο στην Λάρνακα για να παντρευτούν. Γίνεται επίσης αποδεκτή για τους λόγους που θα εξηγήσουμε πιο κάτω, η αναγνώριση από τις παραπονούμενες των κατηγορουμένων 1 και 3, η οποία έγινε εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου. Σημειώνουμε ότι και οι δύο παραπονούμενες κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος 1 είναι το πρόσωπο με το ψευδώνυμο XXXXX που ήταν κατά τους επίδικους χρόνους ο σύντροφος της Μ.Κ.2, και με τον οποίο ήρθε στην Κύπρο από την Ρουμανία και ο κατηγορούμενος 3 είναι το πρόσωπο που είχε την εποπτεία των διαδικασιών για τους δύο γάμους, το οποίο χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Ali. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2, είναι παραδεκτό από την υπεράσπιση ότι πρόκειται για το πρόσωπο που παντρεύτηκε την Μ.Κ.2 (βλ. έγγραφο παραδεκτών γεγονότων Α3) οπόταν δεν τέθηκε θέμα αναγνώρισης του. Είχαμε την ευκαιρία κατά την ακροαματική διαδικασία να εξετάσουμε με ενδιάμεση απόφαση μας, τις προϋποθέσεις αποδοχής μαρτυρίας αναγνώρισης κατηγορουμένου εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου. Υποδείξαμε με παραπομπή στο σύγγραμμα των Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης» στην σελ. 402 ότι η αναγνώριση προσώπων που ήδη γνωρίζει ο μάρτυρας (recognition), διαφέρει από την αναγνώριση προσώπων που του είναι άγνωστα (identification) και ως εκ τούτου, κατά την πρώτη (σε αντίθεση με τη δεύτερη), δεν τίθεται κατά κανόνα θέμα επίδειξης φωτογραφιών στον μάρτυρα ή η διενέργεια αναγνωριστικής παράταξης. Ειδικότερα σε σχέση με την αναγνώριση εντός Δικαστηρίου, αναφέρεται στην σελίδα 408 του ιδίου συγγράμματος ότι αυτή επιτρέπεται, όταν ο παραπονούμενος γνωρίζει τον κατηγορούμενο από πριν. Σχετική είναι και η υπόθεση Τουμάζου v Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2018:B432, Ποιν. Έφεση 166/16, ημερ. 5/10/2018, όπου λέχθηκε ότι: «Η αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας δεν παραβιάζει per se την έννοια της δίκαιης δίκης, εκτός από εξαιρετικές περιστάσεις. Είναι ζήτημα που εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης, (Holland, ανωτέρω, Tido v The Queen [2011] 2 Cr. App. R. 23, PC). Άλλο βεβαίως, σε δεύτερο στάδιο, είναι το ζήτημα της βαρύτητας που θα της αποδοθεί.» Στο ίδιο σύγγραμμα στην σελίδα 402, αναφέρεται ότι στις περιπτώσεις αναγνώρισης προσώπου που είναι γνωστό στον μάρτυρα (και ιδιαίτερα αν ο τελευταίος τον ξέρει καλά), η ποιότητα της αναγνώρισης κρίνεται, πέραν

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.