Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κιούσης κ.α., Αριθμός Υπόθεσης: 847/16, 8/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B220 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ Αριθμός Υπόθεσης: 847/16 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν.
- ΧΧΧΧΧ Κιούσης
- ΧΧΧΧΧΧ Αγαμέμνωνος Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 08/09/2020 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Κος Κουτσόφτας Για τον Κατηγορούμενο 1: Κος Βασιλακκάς Για τον Κατηγορούμενο 2: Κος Μίτσιγγας με την κα Προδρόμου Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Σε δίκη εντός δίκης) Α. Τα επίδικα θέματα Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού κατηγορητήριο που περιλαμβάνει τρεις κατηγορίες. Κατηγορούνται για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, ότι δηλαδή στις 20/2/15 συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή εισήλθαν εντός της κατοικίας της ΧΧΧΧΧΧ Γιάλλουρου από τον Άγιο Δομέτιο, με σκοπό να κλέψουν και έκλεψαν χρυσαφικά και τιμαλφή συνολικής αξίας €68.280 περιουσία της προαναφερθείσας παραπονούμενης, η οποία ας σημειωθεί πως ήταν κατά τον επίδικο χρόνο και είναι μέχρι σήμερα σύζυγος του κατηγορούμενου 1 (κατηγορίες 1 ‑ 3). Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει ακόμα 5 κατηγορίες που προέρχονται από ξεχωριστή διερεύνηση και σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες, για αγορά μεταχειρισμένων αντικείμενων από πρόσωπο που δεν είναι εγγεγραμμένο στο μητρώο αγοραστών μεταχειρισμένων αντικείμενων, παράλειψη διατήρησης βιβλίου καταγραφής αγοράς μεταχειρισμένων αντικείμενων και παράλειψη αγοραστή μεταχειρισμένων αντικείμενων να τα διατηρεί αναλλοίωτα και υπό τη φύλαξή του για περίοδο 10 ημερών, κατά παράβαση των άρθρων 2, 9, 9Α και 9Β του περί Κυπριακού Οργανισμού Σήμανσης Αντικειμένων από Πολύτιμα Μέταλλα Νόμο, Ν. 52/2009όπως τροποποιήθηκε (κατηγορίες 4 ‑ 8). Κατά τη διάρκεια της ακρόασης της υπόθεσης και συγκεκριμένα της μαρτυρίας του Μάρτυρα Κατηγορίας 2, έγινε απόπειρα κατάθεσης της γραπτής κατηγορίας που απαγγέλθηκε στον κατηγορούμενο 1 και της απάντησης που αυτός έδωσε ημερομηνίας 26/4/15 και της ανακριτικής γραπτής του κατάθεσης ημερομηνίας 19/4/15, τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 10 και 11 αντίστοιχα, μόνο ως προς το ότι λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο και όχι ως μαρτυρία στην υπόθεση. Ήταν η θέση της Υπεράσπισης του κατηγορούμενου 1 πως τα Τεκμήρια 10 και 11 δεν πρέπει να γίνουν αποδεκτά ως μαρτυρία στην υπόθεση, διότι: 1) αφενός, ήταν προϊόν υπόσχεσης της Αστυνομίας προς τον κατηγορούμενο 1, περί του ότι αν ομολογούσε θα χρησιμοποιείτο ως Μάρτυρας Κατηγορίας εναντίον του δεύτερου κατηγορούμενου και δεν θα διώκετο, 2) αφετέρου, κατά τις 26/4/15 και 19/4/15, ημερομηνίες των Τεκμηρίων 10 και 11 αντίστοιχα, ήταν υπό την επήρεια σκληρών ναρκωτικών και υποκατάστατων αυτών. Ως εκ των πιο πάνω, συνεχίζει ο ισχυρισμός της Υπεράσπισης, η ομολογία του κατηγορούμενου 1 στο Τεκμήριο 11 δεν ήταν προϊόν της ελεύθερης βούλησης του και δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία στην υπόθεση. Με τη συναίνεση της Κατηγορούσας Αρχής και την έγκριση του Δικαστηρίου, διεξήχθη δίκη εντός δίκης με αντικείμενο τα δύο προαναφερθέντα θέματα. Αναφέρω εξαρχής ότι, το Τεκμήριο 11 περιέχει,πράγματι, ομολογία του κατηγορούμενου
- Ισχυρίζεται σε αυτήν ως εξής: Κατά τον επίδικο χρόνο ο ίδιος ήταν χρήστης σκληρών ναρκωτικών. Η σύζυγός του XXXXX Γιάλλουρου δεν το γνώριζε. Ώστε να εξασφαλίσει χρήματα για τη δόση του συμφώνησε με τον κατηγορούμενο 2, όπως διενεργηθεί διάρρηξη της οικίας όπου έμενε ο κατηγορούμενος 1 με τη σύζυγο, την κόρη τους και την κόρη της συζύγου του από προηγούμενό της γάμο. Δηλαδή, ο κατηγορούμενος 1 έδωσε στον κατηγορούμενο 2 κλειδιά τόσο της εξώπορτας, όσο και της επίδικης οικίας, η οποία είναι ανώγειος κατοικία πάνω από τα πεθερικά του, και τον ειδοποίησε πως έλειπαν όλοι από το σπίτι στις 20/2/15, όταν ο κατηγορούμενος 1 βρισκόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας αφού υπεβλήθη σε επέμβαση στο πόδι. Με αυτό τον τρόπο, ο κατηγορούμενος 2 ήταν σε θέση να διενεργήσει κλοπή μιας βαλίτσας με χρυσαφικά που ήταν κρυμμένη στον καναπέ του σαλονιού, και ο κατηγορούμενος 1 ενημέρωσε προηγουμένως τον κατηγορούμενο 2 περί τούτου, και να δώσει στον κατηγορούμενο 1 περίπου €4.200 από αυτά. Τα κλειδιά της εξώπορτας και της οικίας τα πήρε ο κατηγορούμενος 2 στον κατηγορούμενο 1 ενόσω αυτός ακόμα νοσηλευόταν και ο 1ος τα πέταξε σε δύο καλάθους. Αργότερα, και περί τον Απρίλιο του 2015 η σύζυγός του έμαθε ότι ήταν χρήστης ηρωίνης και άρχισε να τον υποψιάζεται για τη διάρρηξη και την κλοπή των χρυσαφικών της που διενεργήθηκε περί τους δύο μήνες προηγουμένως. Παρεμβάλλω εδώ ότι, ο κατηγορούμενος 2 στις δικές του ανακριτικές καταθέσεις ημερομηνιών 20/4/15, 22/4/15 και 24/4/15, Τεκμήρια 5, 6 και 7 στην κυρίως δίκη δεν παραδέχεται οτιδήποτε από τα όσα ο κατηγορούμενος 1 του καταλογίζει σε σχέση με τις κατηγορίες 1-3, ενώ δέχεται πως γνώριζε τον κατηγορούμενο 1, διότι κατά τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος 2 ασχολείτο με την αγοραπωλησία χρυσαφικών και αγόραζε, κατά καιρούς, χρυσαφικά από τον κατηγορούμενο
- Παραδέχθηκε, επίσης, ότι πήγε και τον είδε στο νοσοκομείο μετά την επέμβασή του. Β. Η νομική πτυχή Η δίκη εντός δίκης, με την αυτοτέλεια που τη χαραχτηρίζει, είναι το μέσο για να εξακριβωθεί κατά πόσο συγκεκριμένη μαρτυρία είναι νομικά αποδεκτή. Σε δίκη εντός δίκης αποφασίζεται κατά πόσον ομολογία ή ενοχοποιητική δήλωση του Κατηγορούμενου, η οποία περιέχεται είτε σε γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία, είτε ως απάντηση σε γραπτή κατηγορία που του απαγέλλει αστυνομικός ή ακόμα και σε προφορική δήλωση του σε οποιοδήποτε πρόσωπο που ασκεί εξουσία, δόθηκε με την ελεύθερη βούλησή του, θεληματικά, χωρίς πρόκληση φόβου στον Κατηγορούμενο για δυσμενείς επιπτώσεις ή πρόκληση ελπίδας για αποκόμιση πλεονεκτήματος ή οφέλους ή καθ΄οιονδήποτε τρόπο καταπίεση, όχι κατά παράβαση των Δικαστικών Κανόνων (Judges' rules), έχοντας πλήρη γνώση των δικαιωμάτων του στη περίπτωση που ήταν ύποπτος, συλληφθείς ή υπόδικος και όχι κατά παράβαση Νόμου ή συνταγματικών δικαιωμάτων (βλ. μεταξύ άλλων Regina v Sfongaras
(1957)22 C.L.R. 113, Kokkinos ν. The Police
(1967)2 C.L.R. 217, 220, Petri v. The Police
(1968)2 C.L.R. 40, Ioannides v. Republic
(1968)2 C.L.R. 169, Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73, Psaras and Another v. Republic
(1987)2 C.L.R. 132, Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 510). Η εξαντλητική, βεβαίως, απαρίθμηση των περιπτώσεων στις οποίες μπορεί να διεξαχθεί δίκη εντός δίκης αντενδείκνυται εφόσον κάθε περίπτωση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Πρέπει πάντως να τηρείται κατά νου, ότι ρόλος των Δικαστηρίων είναι η περιφρούρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η διασφάλιση κράτους δικαίου και υπό αυτό το πρίσμα το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίζει αφ΄ενός εάν θα διεξαχθεί δίκη εντός δίκης και αφ΄ετέρου το αποτέλεσμα της. Είναι, όμως, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εάν θα διεξαχθεί σε οποιαδήποτε περίπτωση δίκη εντός δίκης, με γνώμονα αφ΄ενός την αποφυγή άσκοπων διαδικασιών και αφ΄ετέρου ότι, εφόσον η ομολογία θεωρήθηκε ως η βασιλίδα των μαρτυριών και με μόνο αυτή το Δικαστήριο δύναται να καταδικάσει, υπάρχει αντιστοίχως η υποχρέωση στο Δικαστήριο να διασφαλίσει ότι αυτή δόθηκε με την ελεύθερη βούληση του Κατηγορούμενου και εκουσίως. Κατά την απόφαση εάν θα διεξαχθεί δίκη εντός δίκης πρέπει να ληφθεί υπόψη όπως μην επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα του Κατηγορούμενου (βλ. Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ 571). Ακόμα και αυτεπάγγελτα το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει δίκης εντός δίκης εάν οι συνθήκες το απαιτούν (βλ. σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 2014, σελ. 900). Το αντικείμενο της δίκης εντός δίκης πρέπει να τίθεται εξαρχής και σαφώς από το Δικαστήριο, ώστε να υπάρχει ισότητα των όπλων μεταξύ των μερών και να περιφρουρείται ο δημόσιος δικαστικός χρόνος. Είναι αξιωματικό πλέον, πως είναι για την κατηγορούσα αρχή να αποδείξει ότι η κατάθεση ήταν θεληματική, όχι για την Υπεράσπιση να αποδείξει ότι δεν ήταν. Και το επίπεδο απόδειξης είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως σε κάθε ποινική δίκη (Regina v Sfongaras
(1957)22 C.L.R. 113 και Ibrahim v. R.
(1914)A.C. 599, 609). Όταν η θεληματικότητα ομολογίας ή ενοχοποιητικής δήλωσης καθίσταται απλώς αμφίβολη, τότε το Δικαστήριο οφείλει να μην την αποδεκτεί ως μαρτυρία, με ό,τι τούτο συνεπάγεται για την πορεία της κυρίως δίκης. Στη Fournides (ανωτέρω), διασαφηνίζεται η ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικάζοντος δικαστηρίου να αποκλείσει κατάθεση, η οποία λαμβάνεται κάτω από ύποπτες συνθήκες. Λέχθηκαν τα εξής στη σελ. 86: "The essence of these decisions is that a Court charged to decide the admissibility of a statement must take a broad view of the facts surrounding and accompanying its making and must not hesitate to reject the statement if its provenance is fraught with suspicion. They reflect our commitment to the protection of human rights and the sustenance of the rule of law."». Στην, δε, Psaras (ανωτέρω) σημειώθηκαν τα εξής: «In Criminal Procedure in Cyprus it is noted on analysis of the Cyprus case law that our Courts apply a stringent test to the admissibility of a statement in the interest of the efficacy of the rule of law and as a necessary safeguard against abuse of police power. [....] In defining voluntariness, the Courts here and in England have consistently been guided by the definition of voluntariness of Lord Sumner in Imbrahim v. R. A statement is voluntary if it has not been obtained either by fear of prejudice or hope of advantage held out by a person in authority. In discerning the likelihood of prejudice resulting from fear, the Courts have increasingly laid stress on the element of oppression that may, in an indirect way, sap the free will of the maker». Η δίκη εντός δίκης είναι αυτοτελής διαδικασία. Κρίνεται στη βάση της μαρτυρίας που ακούστηκε εντός αυτής και μόνο. Δεν επιτρέπεται στο δικαστήριο να ανατρέξει σε μαρτυρία που δόθηκε εκτός του πλαισίου της δίκης εντός δίκης, δηλαδή στα πλαίσια της κυρίως δίκης( βλ. Αστυνομία ν. Φοίβου Αντώνη Ησαϊα, Ποιν. Εφ. 6180, ημερ. 18.6.1997). Το Δικαστήριο οφείλει να αποφασίσει το αμφισβητούμενο θέμα, προβαίνοντας στα ευρήματα εκείνα που είναι εντελώς απαραίτητα για επίλυση του εν λόγω θέματος, χωρίς διατύπωση που τείνει να προκρίνει είτε την αξιοπιστία των μαρτύρων στην κυρίως δίκη είτε οποιοδήποτε από τα εκεί αμφισβητούμενα θέματα (Αστυνομία ν. Ησαΐα, άλλως Μπλάκκη
(1997)2 ΑΑΔ 177). Σε εξαίρεση του κανόνα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να ενεργεί ως εφετείο του εαυτού του, το Δικαστήριο μπορεί να αναθεωρήσει την απόφαση στη δίκη εντός δίκης στο τέλος της κυρίως δίκης, δίνοντας βεβαίως σχετική αιτιολόγηση. Μάλιστα, οφείλει να το πράξει εάν τα δεδομένα, ως θα αποκρυσταλλωθούν τότε, απαιτούν κάτι τέτοιο. Γ. Η ακροαματική διαδικασία Με αυτά κατά νου, προχωρώ να παραθέσω συνοπτικά τη μαρτυρία που δόθηκε και να προβώ σε προσεκτική αξιολόγησή της, ώστε να μην διατυπωθούν ευρήματα, περισσότερα από τα αναγκαία, για επίλυση του εδώ επίδικου θέματος. Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τέσσερις μάρτυρες στη δίκη εντός δίκης. Τον Αστ.XXXXX, Δ. Χρίστου, ανακριτή της υπόθεσης (ΜΔΕΔ1), τον Ανώτερο Αστυνόμο και νυν Διευθυντή της Αστυνομικής Ακαδημίας Κύπρου XXXXX Αρναούτη (MΔΕΔ2), τον Αστ. XXXXX, Σ. Χριστοδούλου, ο οποίος έλαβε την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου 1 (ΜΔΕΔ3) και τον Υπαστυνόμο XXXXX Ευστρατίου (ΜΔΕΔ4). Ο κατηγορούμενος 1 τήρησε σιωπή, ενώ μαρτύρησε για την Υπεράσπιση και με όρκο η σύζυγός του, και παραπονούμενη, ΧΧΧΧΧΧ Γιάλλουρου (ΜΔΕΔΥ). Η θέση της Υπεράσπισης, η οποία υποβλήθηκε σε όλους τους MΔΕΔ, ήταν ότι, όταν η παραπονούμενη ανακάλυψε τον Απρίλιο του 2015 πως ο σύζυγός της ήταν χρήστης ναρκωτικών και υποψιάστηκε πως είχε ανάμειξη στη διάρρηξη που έγινε προηγουμένως στο σπίτι της, πήγε με τον πατέρα της XXXXX Γιάλλουρο να επισκεφθούν τον MΔΕΔ2, ο οποίος ήταν γνωστός τους, για να τους συμβουλέψει ως προς το πρακτέο. Του είπαν πως δεν θέλουν να διωχθεί ο κατηγορούμενος 1, αλλά μόνο «ο εγκέφαλος» της υπόθεσης, αφού ήταν σίγουροι ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν διενήργησε την κλοπή, διότι εκείνη τη μέρα ήταν εσωτερικός ασθενής στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Τότε ο MΔΕΔ2, στην παρουσία του ΜΔΕΔ4, τους ανέφερε πως αν ο κατηγορούμενος 1 ομολογήσει την ανάμειξη του, θα χρησιμοποιείτο ως Μάρτυρας Κατηγορίας εναντίον τυχόν συνεργών του. Στις επόμενες μέρες, ο ΜΔΕΔ4 είχε κατ΄ιδίαν συνάντηση στο σπίτι του κατηγορούμενου 1, στην οποία τον έπεισε να παραδεχθεί την ανάμειξή του. Πριν από αυτή τη συνάντηση ουδέποτε παραδέχθηκε κάτι τέτοιο, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες της συζύγου του και της οικογένειάς της. Όταν η ΜΔΕΔΥ έμαθε ότι ο κατηγορούμενος 1, τελικά θα διωκόταν διαμαρτυρήθηκε προφορικά στους ΜΔΕΔ1 και ΜΔΕΔ4, αλλά και γραπτώς στον Γενικό Εισαγγελέα, αποσύροντας το παράπονό της (βλ. Τεκμήρια ΔΕΔ 'Β' και 'Γ') χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο MΔΕΔ1 ήταν ο αστυνομικός που κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 1 στις 26/4/2015, στα κρατητήρια Λακατάμιας, όπου βρισκόταν υπό κράτηση ως ύποπτος με δικαστικό διάταγμα προσωποκράτησης. Δεν είχε οποιαδήποτε άλλη συνομιλία μαζί του. Ο ίδιος δεν του έδωσε καμία υπόσχεση, ούτε γνώριζε αν οποιοσδήποτε άλλος του έδωσε οποιαδήποτε υπόσχεση. Δεν ήταν καν παρών όταν λήφθηκε η κατάθεσή του Τεκμήριο
- Είπε μάλιστα πως η πορεία της υπόθεσης δεν εξαρτάται από τον ίδιο, υποβιβάζοντας με αυτό τον τρόπο την συμβολή του ως εξεταστής της υπόθεσης. Παραδέχθηκε, αντεξεταζόμενος, πως μέχρι ο κατηγορούμενος 1 να δώσει τη γραπτή του κατάθεση, Τεκμήριο 11, δεν ήταν καν ύποπτος στην υπόθεση και καμία ανεξάρτητη μαρτυρία δεν υπήρχε εναντίον του. Επιβεβαίωσε ότι η ΜΔΕΔΥ διαμαρτυρήθηκε στον ίδιο όταν ο σύζυγός της κατηγορήθηκε και της είπε να αποταθεί στον Γενικό Εισαγγελέα, γιατί ο ίδιος δεν ήταν αρμόδιος για να αποσύρει την υπόθεση. Εν πάση περιπτώσει, δεν εξαρτάται από τον ίδιο αν κάποιος θα κατηγορηθεί στο Δικαστήριο ή όχι ανέφερε. Ο MΔΕΔ2 ανέφερε πως κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε ως υπεύθυνος του ΤΑΕ Λευκωσίας, γνωρίζει τον XXXXX Γιάλλουρο, πεθερό του κατηγορουμένου 1, διότι χειρίστηκε υπόθεση πλαστογραφίας εναντίον του, στην οποία τελικά αθωώθηκε από το Δικαστήριο. Δεν θυμάται αν συναντήθηκε με τη σύζυγο και τον πεθερό του κατηγορούμενου 1 τον Απρίλη του
- Θυμήθηκε όμως πως υπήρξε διάρρηξη στο σπίτι της XXXXX Γιάλλουρου. Του υπεβλήθη ότι, η συνάντηση έγινε, διότι ήθελαν να φέρουν εις γνώση του ότι υποψιάζονταν τον κατηγορούμενο 1 για τη διάρρηξη και ήθελαν τη συμβουλή του για το πώς να χειριστούν το θέμα, ώστε να διερευνηθεί η υπόθεση, αλλά αυτός να μην διωχθεί. Ανέφερε ότι, δεν θυμόταν οτιδήποτε περί τούτου. Είπε, πάντως, εμφαντικά πως η υπόθεση αυτή ήταν μια απλή υπόθεση διάρρηξης και παρόλο που οι διαρρήξεις κατά τον χρόνο εκείνο ήταν σε έξαρση, ουδέποτε θα έδινε και ουδέποτε έδωσε είτε πριν, είτε μετά τέτοια υπόσχεση, γιατί δεν είχε ούτε αρμοδιότητα, ούτε εξουσία να το πράξει. Η αρμοδιότητα για κάτι τέτοιο ανήκε στον διευθυντή του ΤΑΕ και ο ίδιος κατά τον Απρίλη του 2015 ήταν τοποθετημένος σε άλλο πόστο και όχι στο ΤΑΕ, ενώ η εξουσία για κάτι τέτοιο ανήκει αποκλειστικά στο Γενικό Εισαγγελέα. Ο MΔΕΔ3 ήταν ο αστυνομικός που έλαβε την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου 1, Τεκμήριο
- Ανέφερε ειλικρινά στο Δικαστήριο πως δεν θυμάται καν το πρόσωπο του κατηγορούμενου 1 και πως δεν τον αναγνωρίζει. Κατά συνέπεια, δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί οτιδήποτε συγκεκριμένο σε σχέση με τη λήψη της κατάθεσής του.
- Όσα γεγονότα θυμόταν και ανέφερε στο Δικαστήριο, ήταν επειδή φρέσκαρε τη μνήμη του από το Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως ο ίδιος δεν ήταν ο ανακριτής της υπόθεσης και δεν είχε οποιανδήποτε εμπλοκή σε αυτήν πέραν από τη λήψη της κατάθεσης του κατηγορούμενου
- Δεν γνωρίζει υπό ποιες συνθήκες ήρθε ο κατηγορούμενος 1 στο ΤΑΕ για να δώσει κατάθεση, δεν γνωρίζει αν πήγε μόνος του ή με άλλα πρόσωπα, δεν θυμάται αν ο MΔΕΔ4 του είπε ότι θα ερχόταν ο κατηγορούμενος 1 τη συγκεκριμένη Κυριακή 19/4/2015 για να του πάρει κατάθεση ή οτιδήποτε άλλο σχετικό. Ο MΔΕΔ4 ανέφερε πως από τον Φεβρουάριο του 2014 υπηρετεί στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας στο κλιμάκιο διαρρήξεων, ενώ σήμερα υπηρετεί ως Βοηθός Υπεύθυνος του εν λόγω κλιμακίου. Αναγνώρισε με ευκολία τον δεύτερο κατηγορούμενο, αφού αργότερα ανέφερε πως ήταν άτομο γνωστό στην Αστυνομία. Τον κατηγορούμενο 1 τον θυμήθηκε, μεν, εξ΄όψεως γιατί τον ξαναείδε, είπε, στο ΤΑΕ, αλλά δεν θυμόταν υπό ποιες συνθήκες. Δεν θυμόταν αν είχε συνάντηση με την ΜΔΕΔΥ και τον πατέρα της, στην παρουσία και στο γραφείο του ΜΔΕΔ2, αλλά είπε ότι αυτό είναι πολύ πιθανόν, χωρίς να ήταν σίγουρος. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε, αρχικά κατηγορηματικά, ότι πήγε στο σπίτι του κατηγορούμενου 1 και κατάφερε να του αποσπάσει ομολογία, για την οποία ο κατηγορούμενος 1 έδωσε αργότερα κατάθεση (Τεκμήριο 11). Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης και όταν άρχισαν να έρχονται στη μνήμη του κάποιες λεπτομέρειες της υπόθεσης, είπε απλώς ότι δεν θυμάται εάν πήγε ποτέ στο σπίτι του κατηγορούμενου
- Ανέφερε ότι ουδέποτε υποσχέθηκε σε οποιονδήποτε -και δεν θα υποσχεθεί ποτέ- ότι, εάν ομολογήσει δεν θα διωχθεί στο Δικαστήριο, διότι δεν έχει εξουσία για κάτι τέτοιο, αφού αυτή ανήκει αποκλειστικά στο Γενικό Εισαγγελέα, ενώ δεν είχε, κατά τον επίδικο χρόνο, ούτε αρμοδιότητα να το πράξει, διότι ήταν τότε ένας απλός λοχίας στο ΤΑΕ. Η σύζυγος του κατηγορούμενου 1, ΜΔΕΔΥ, στη δίκη εντός δίκης, κατάθεσε ως Τεκμήριο ΔΕΔ «Δ» την κατάθεσή της, ημερομηνίας 19/04/
- Ανέφερε παραστατικά και με λεπτομέρειες στο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, ότι την Μεγάλη Τέταρτη του 2015, δηλαδή στις 08/04/2015, έμαθε ότι ο σύζυγός της ήταν χρήστης ναρκωτικών, όταν τον βρήκε στην τουαλέτα σε ημιλιπόθυμη κατάσταση και με μία ένεση στο ένα χέρι. Άρχισε να υποψιάζεται ότι ο άνδρας της έχει ανάμειξη στη διάρρηξη που έγινε στο σπίτι της τον Φεβρουάριο του ιδίου χρόνου, αλλά ήταν βέβαιη πως δεν ήταν ο ίδιος που μπήκε στο σπίτι, διότι ο κατηγορούμενος 1 τη μέρα της διάρρηξης βρισκόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας ως εσωτερικός ασθενής. Ο πατέρας της, XXXXX Γιάλλουρος, ήξερε τον MΔΕΔ2 και τον συνάντησαν για να του πουν τις υποψίες τους και να τους συμβουλεύσει πώς να ενεργήσουν. Τότε ο ΜΔΕΔ2 κάλεσε στο γραφείο του τον ΜΔΕΔ4, λέγοντας πως αυτός ήταν το άτομο «για να του το ξιφκάλει». Ο ΜΔΕΔ4 ανέφερε τότε πως υπηρέτησε χρόνια στην ΥΚΑΝ και πως είχε τον τρόπο για να πείσει τον κατηγορούμενο 1 να παραδεχθεί. Έπρεπε να το έκανε φιλικά και χωρίς στολή και εισηγήθηκε να πάει εκείνος στο σπίτι του κατηγορούμενου
- Ισχυρίζεται πως ανέφερε στους ΜΔΕΔ2 και 4 ότι δεν ήθελε να στείλει τον άντρα της φυλακή και της αναφέρθηκε επί λέξη: «Θα έρθει να δώσει κατάθεση, αν είναι αυτός θα τον βγάλουμε μάρτυρα κατηγορίας και θα πιαμε τον άλλο. Διότι θα έρθει οικιοθελώς να καταθέσει». Ο κατηγορούμενος 1 ποτέ δεν της παραδέχθηκε ότι είχε σχέση με τη διάρρηξη του σπιτιού, μέχρι τη συνάντηση με τον ΜΔΕΔ
- Στην κατ' ιδίαν συνάντηση του κατηγορούμενου 1 και του ΜΔΕΔ, στο σπίτι του πρώτου, ο κατηγορούμενος 1, για πρώτη φορά, παραδέχθηκε την ανάμειξή του στην επίδικη διάρρηξη. Έτσι, η ΜΔΕΔΥ έκλεισε ραντεβού για να πάει μαζί με το σύζυγό της, την Κυριακή, 19/04/2015, για να δώσουν κατάθεση, όπως και έγινε. Μετά τη λήξη του διατάγματος προσωποκράτησης που εκδόθηκε από το Δικαστήριο εναντίον του κατηγορούμενου 1 (τότε υπόπτου), αυτός πήγε στην Ελλάδα με τη μητέρα του για αποτοξίνωση. Η ΜΔΕΔΥ έχασε τότε επικοινωνία με τον ΜΔΕΔ4, ενώ αργότερα όταν επικοινώνησε με τον ΜΔΕΔ1, εξεταστή της υπόθεσης, της είπε ότι έστειλε την υπόθεση στο Δικαστήριο. Όταν η ίδια του ανέφερε πως η συμφωνία τους ήταν ότι, ο κατηγορούμενος 1 θα έβγαινε μάρτυρας κατηγορίας εναντίον του κατηγορούμενου 2 και όχι πως θα κατέληγε κατηγορούμενος, ο ΜΔΕΔ1 της εισηγήθηκε να κάνει αίτηση στον Γενικό Εισαγγελέα για αναστολή της ποινικής υπόθεσης, αλλά ο ίδιος δεν μπορεί να κάνει οτιδήποτε. Τότε πήρε ξανά τηλέφωνο τον ΜΔΕΔ4 και αυτός της είπε πως η ανάμειξή του τελείωσε και πλέον η υπόθεση είναι στα χέρια του ανακριτή της, δηλαδή του ΜΔΕΔ
- Η ΜΔΕΔΥ ένοιωσε τότε αηδία προς την Αστυνομία, δεν πίστευε στα αυτιά της και δεν ήξερε τι να κάνει. Ποτέ δεν ήταν η πρόθεσή της να βάλει τον άνδρα της φυλακή, αφού έχουν μαζί ένα ανήλικο παιδί. Βασίστηκε στις διαβεβαιώσεις της Αστυνομίας ότι, ο άνδρας της θα μαρτυρούσε μόνο ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον του συνεργού του και αυτός ήταν ο λόγος που η ίδια κατάθεσε στην Αστυνομία και έπεισε και τον σύζυγό της να καταθέσει. Έστειλε, στον Γενικό Εισαγγελέα, επιστολές απόσυρσης του παραπόνου της (βλ. Τεκμήρια ΔΕΔ 'Β' και 'Γ'), χωρίς όμως αποτέλεσμα. Δ. Η αξιοπιστία των μαρτύρων, για τους περιορισμένους σκοπούς της δίκης εντός δίκης Κρίνω τους ΜΔΕΔ1 και 3 ως αξιόπιστους μάρτυρες. Είπαν ειλικρινά, χωρίς υπεκφυγές και κατά τη γνώμη μου αληθώς ότι, δεν ήταν σε θέση να θυμηθούν πλείστα από τα γεγονότα για τα οποία ερωτούνταν και ήταν επίδικα εν προκειμένω. Η Υπεράσπιση δεν απέδωσε, έτσι κι αλλιώς, σε αυτούς την «πατρότητα» της ισχυριζόμενης υπόσχεσης, αλλά στους ΜΔΕΔ2 και
- Ο ΜΔΕΔ3 δεν θυμήθηκε καν το πρόσωπο του κατηγορούμενου, παρόλο που έλαβε από αυτόν την επίδικη ανακριτική κατάθεση, Τεκμήριο
- Πόσο μάλλον τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή λήφθηκε. Εν πάση περιπτώσει, οι ΜΔΕΔ1 και 3 αρνήθηκαν οποιαδήποτε σχετική γνώση περί οποιασδήποτε υπόσχεσης αναφέροντας πως το πεδίο αρμοδιότητάς εκάστου στην υπόθεση, ήταν περιορισμένο. Τούτη η θέση δικαιολογείται, εν μέρει, για τον ΜΔΕΔ3, ο οποίος έλαβε απλά την κατάθεση του κατηγορούμενου 1, όχι όμως και για τον ΜΔΕΔ1, ο οποίος ήταν ο ανακριτής της υπόθεσης. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι δεν ήταν σε θέση να αποκλείσουν, συγκεκριμένα και ενθυμούμενοι, την αποδιδόμενη στην αστυνομία υπόσχεση στον κατηγορούμενο 1, δεν ισοδυναμεί με θετική μαρτυρία εκ μέρους τους για τη μη ύπαρξη τέτοιας υπόσχεσης. Δέχομαι, πάντως, πως οι ίδιοι οι ΜΔΕΔ1 και 3 ουδέποτε έδωσαν τέτοια υπόσχεση στον κατηγορούμενο 1 ή στην ΜΔΕΔΥ. Στρέφομαι τώρα στον ΜΔΕΔ
- Οι τοποθετήσεις του και ο τρόπος με τον οποίο απαντούσε από το εδώλιο του μάρτυρα δεν μου έδωσαν οποιοδήποτε λόγο να αμφισβητήσω τα λεγόμενά του. Η τοποθέτησή του ότι ποτέ δεν υποσχέθηκε, και ούτε θα υποσχεθεί, σε ύποπτο ότι αν ομολογήσει δεν θα διωχθεί και θα χρησιμοποιηθεί ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον των συνεργών του, είναι οπωσδήποτε ευπρόσδεκτη και αναμενόμενη από ένα υψηλόβαθμο στέλεχος της Αστυνομίας. Το γεγονός όμως, ότι δεν ενθυμείται συγκεκριμένα τι λέχθηκε σε εκείνη τη συνάντηση, που, παραδέχθηκε πως είχε, με τη ΜΔΕΔΥ και τον πατέρα της, γεννά το ερώτημα: Τι διεμήφθη μεταξύ τους και συγκεκριμένα εκείνη τη μέρα; Είναι η θέση του ΜΔΕΔ2, ότι ποτέ δεν θα έκανε κάτι τέτοιο, ως θέμα γενικής του τακτικής, αρκετή, για να αποδείξει τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής εν προκειμένω; Το ερώτημα απαντάται κατωτέρω. Λόγω κάποιων ουσιωδών κενών στη μνήμη του MΔΕΔ4 δεν είμαι σε θέση να βασιστώ στα λεγόμενά του για να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα. Εξηγώ. Ενώ αρχικά αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι επισκέφθηκε το σπίτι της παραπονούμενης, στην πορεία της αντεξέτασής του, δεν το απέκλεισε. Ποτέ, όμως, δεν ανέφερε τι διεμήφθη σε αυτή. Ενώ ανέφερε, αρχικά, πως δεν θυμόταν αν για την υπόθεση αυτή επικοινώνησε μαζί του ο MΔΕΔ2-χωρίς να το αποκλείσει-ανέφερε αργότερα πως ήταν η παραπονούμενη που έπεισε τον κατηγορούμενο 1 να δώσει κατάθεση στην αστυνομία, και όχι ο ίδιος με τις υποσχέσεις του. Γεννάται, λοιπόν, το ερώτημα, πώς ο ΜΔΕΔ2 γνώριζε αυτό το τελευταίο, αν δεν γνώριζε κάποια από την προϊστορία της υπόθεσης ή εάν δεν είχε κάποια ανάμειξη σε αυτή (πέραν από τις εξετάσεις σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2); Το ερώτημα αυτό δεν απαντήθηκε μέσα από τα λεγόμενά του. Όταν μάλιστα του υπεβλήθη πως έδωσε στην ΜΔΕΔΥ τον αριθμό του κινητού του τηλεφώνου για να μπορεί να επικοινωνεί απευθείας μαζί του, ανέφερε πως δεν θυμόταν κάτι τέτοιο και πως εύκολα θα μπορούσε να το βρει από αλλού, ενώ ήταν η θέση της Υπεράσπισης ότι, τόσο στενή ήταν η συνεργασία της ΜΔΕΔΥ μαζί του, που ο ίδιος της το έδωσε για να μπορεί να επικοινωνεί απευθείας μαζί του. Πάντως, αναφέρθηκε αρκετές φορές στο ότι, τα επίδικα γεγονότα εκτυλίχθηκαν πριν από 5 ½ χρόνια και γι' αυτό δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί λεπτομέρειες. Στη βάση όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η μνήμη του δεν είναι ασφαλής οδηγός για τα όσα εκτυλίχθηκαν στην υπόθεση. Η ΜΔΕΔΥ καθώς αντεξετάζετο έμεινε σταθερή στις θέσεις της, δίνοντας περισσότερες λεπτομέρειες για την εκδοχή της. Θυμόταν ημερομηνίες και γεγονότα με λεπτομέρειες και σε έκταση, όπως θα αναμένετο από μία σύζυγο, η οποία βίωσε τραυματικά γεγονότα, πρώτα της ανακάλυψης ότι ο σύζυγός της είναι χρήστης ναρκωτικών και μετά της υποψίας ότι αυτός ενέχετο στη διάρρηξη που έγινε στο σπίτι της προ διμήνου, ώστε να εξασφαλίσει τις δόσεις του. Αρνήθηκε, πειστικά, πως ο λόγος που ανέμειξαν τον ΜΔΕΔ2 στην υπόθεση ήταν εκδικητικός, διότι αυτός διερεύνησε υπόθεση εναντίον του πατέρα της. Αντίθετα είπε ήταν ο μόνος που μπορούσε να τους συμβουλεύσει πώς να ενεργήσουν σε εκείνη την απέλπιδα, για την ίδια και την οικογένειά της, χρονική στιγμή. Επέμεινε, από αρχής μέχρι τέλους, πως πριν έρθει ο ΜΔΕΔ4 στο σπίτι τους, ο κατηγορούμενος 1 ουδέποτε της παραδέχθηκε ότι είχε ανάμειξη στη διάρρηξη, ενώ αμέσως μετά την εν λόγω συνάντηση παραδέχθηκε και δέχτηκε να δώσει και κατάθεση στην Αστυνομία, όπως και έγινε. Παρόλο που πριν ο κατηγορούμενος 1 παραδεχθεί στον ΜΔΕΔ4 η ίδια και η οικογένειά της τον πίεζαν και τον απειλούσαν να το πράξει, μόνο ο ΜΔΕΔ4 ήταν σε θέση να τον πείσει. Όταν της υπεβλήθη πως ο κατηγορούμενος 1 έδωσε κατάθεση για να μην χάσει την ίδια και το παιδί του και όχι γιατί η Αστυνομία του υποσχέθηκε οτιδήποτε, απάντησε ειλικρινά ''αυτό δεν μπορώ να το ξέρω''. Θεώρησε αδιανόητο η Αστυνομία να συμπεριφέρεται έτσι για να εξιχνιάσει μία υπόθεση. Υπογράμμισε ότι η υπόθεση δεν θα εξιχνιάζετο, εάν η ίδια και ο πατέρας της δεν ζητούσαν βοήθεια από τον ΜΔΕΔ2 και αν τελικά ο ΜΔΕΔ4 δεν έπειθε τον κατηγορούμενο 1 να ομολογήσει. Θεωρώ πως, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, μπορεί να γίνει πιστευτή στα ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας της. Ε. Ευρήματα Κατόπιν της πιο πάνω αξιολόγησης και για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, προβαίνω σε ευρήματα ως ακολούθως: Η ΜΔΕΔΥ και ο πατέρας της συνάντησαν τον ΜΔΕΔ2 τον Απρίλιο του 2015, ώστε να τον συμβουλευθούν ως προς το πρακτέο, διότι υποψιάζονταν τον κατηγορούμενο 1, σύζυγο της ΜΔΕΔΥ, για τη διάρρηξη που έγινε στο σπίτι της ΜΔΕΔΥ και του κατηγορούμενου 1 προ διμήνου, διότι πρόσφατα ανακάλυψαν πως ο κατηγορούμενος 1 ήταν χρήστης ναρκωτικών. Στη συνάντηση αυτή, ο ΜΔΕΔ2 κάλεσε και τον ΜΔΕΔ4, ο οποίος ανέλαβε να πείσει τον κατηγορούμενο 1 να ομολογήσει την ανάμειξή του στη διάρρηξη, λόγω της προηγούμενης πείρας του στην ΥΚΑΝ. Η ΜΔΕΔΥ τόνισε στη συνάντηση πως δεν ήθελε να βάλει τον άντρα της φυλακή. Από τα όσα λέχθηκαν στη συνάντηση αυτή, η ΜΔΕΔΥ αντιλήφθηκε και πίστεψε ότι, εάν ο κατηγορούμενος 1 ομολογούσε όσα γνώριζε για τη διάρρηξη της οικίας της, δεν θα διωκόταν δικαστικώς και θα χρησιμοποιείτο μόνο ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον τυχόν συνεργών του. Με αυτά κατά νου, έδωσε στις 19/4/2015 κατάθεση στην αστυνομία (Τεκμήριο ΔΕΔ «Δ») και προέτρεψε τον σύζυγό της να κάνει το ίδιο. Πριν την κατ' ιδία συνάντηση του κατηγορούμενου 1 και του ΜΔΕΔ4, στο σπίτι της ΜΔΕΔΥ, τον Απρίλιο του 2015 ο κατηγορούμενος 1 αρνείτο κάθε ανάμειξη στην υπόθεση, παρά τις προσπάθειες της ΜΔΕΔΥ να ομολογήσει. Μόνο μετά τη εν λόγω συνάντηση, ο κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε την ανάμειξή του και έδωσε σχετική αυτοενοχοποιητική κατάθεση (Τεκμήριο 11). Οι ΜΔΕΔ1 και ΜΔΕΔ3 δεν έδωσαν οποιεσδήποτε υποσχέσεις στον κατηγορούμενο 1 ώστε να ομολογήσει την ανάμειξή του. Στ. Κατάληξη Πέραν των πιο πάνω ευρημάτων, ουσιώδες στην υπόθεση είναι το εξής: Τι λέχθηκε μεταξύ του ΜΔΕΔ4 και του κατηγορούμενου 1 στην κατ' ιδίαν συνάντηση που οι δύο τους είχαν στο σπίτι του δεύτερου και στην οποία ο πρώτος έπεισε τον δεύτερο να παραδεχθεί την ανάμειξή του; Υπάρχει κενό στη μαρτυρία που άκουσα, ως προς αυτό το ζήτημα. Ο ΜΔΕΔ4 δεν θυμόταν καν τη συνάντηση, πόσω μάλλον τι λέχθηκε σε αυτή, ενώ ο κατηγορούμενος 1, τα λεγόμενα του οποίου θα μπορούσαν να διαφωτίσουν ως προς το ζητούμενο, τήρησε σιωπή. Η ΜΔΕΔΥ, δε, δήλωσε άγνοια ως προς τα διαμειφθέντα μεταξύ του άντρα της και του ΜΔΕΔ4 στην εν λόγω συνάντηση. Το κενό αυτό στη μαρτυρία, δεν μπορεί παρά να προσμετρήσει εις βάρος της Κατηγορούσας Αρχής. Στη βάση όλων των πιο πάνω, θεωρώ ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με επαρκώς θετική μαρτυρία ότι, το Τεκμήριο 11, δεν ήταν προϊόν υποσχέσεων στον κατηγορούμενο 1 και στη σύζυγό του ότι, αν ο κατηγορούμενος 1 ομολογούσε την ανάμειξή του στην υπόθεση δεν θα διωκόταν, αλλά θα χρησιμοποιείτο ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον του κατηγορούμενου
- Η κατηγορούσα αρχή όφειλε να παρουσιάσει επαρκώς θετική μαρτυρία, ώστε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που έχει στους ώμους της στο απαιτούμενο επίπεδο. Η μαρτυρία των ΜΔΕΔ2 και ΜΔΕΔ4, ότι ως θέμα πρακτικής, ουδέποτε έπραξαν, πράττουν ή θα πράξουν ως τους καταλογίζεται, δεν αποτελεί τέτοια θετική μαρτυρία, διότι ουδείς ήταν σε θέση να θυμηθεί συγκεκριμένα τι έγινε, εν προκειμένω. Καταλήγω, συνεπώς, ότι τα Τεκμήρια 10 και 11 δεν μπορούν να γίνουν αποδεχτά ως μαρτυρία στην υπόθεση. Το Δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες, ακόμα και μετά την ακρόαση όλων των μαρτύρων στη δίκη εντός δίκης, ως προς το εάν η ομολογία του κατηγορούμενου 1 ήταν θεληματική και προϊόν της ελεύθερης του βούλησης και όχι προϊόν υποσχέσεων από την αστυνομία προς τον ίδιο και τη σύζυγό του, ότι δεν θα διωκόταν εάν ομολογούσε. Εν όψει της πιο πάνω κατάληξής μου, παρέλκει η εξέταση του έτερου σκέλους, για το οποίο διεξήχθη δίκη εντός δίκης, δηλαδή του κατά πόσο ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο της κατάθεσής του και της απάντησής του στη γραπτή κατηγορία που του απαγγέλθηκε, ήταν υπό την επήρεια σκληρών ναρκωτικών ή υποκατάστατων αυτών. Η κατάθεση των Τεκμηρίων 10 και 11 - ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους - απορρίπτεται. (Υπ.) Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο