ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΡΑΣΕΛ κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 24144/2019, 26/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B224 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 24144/2019 Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον-
- XXXXX ΡΑΣΕΛ
- XXXXX ΧΑΜΟΥΤ
- XXXXX HOSSAN
- XXXXX ISLAM Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 26/02/
- Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Μιχαήλ-Αβραμίδου. Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Χ. Γαβριηλίδης. Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Κ. Θεοχαρίδης και κα Θ. Αντωνίου. Για τον Κατηγορούμενο 3: κα Κ. Κουππαρή. Για τον Κατηγορούμενο 4: κ. Κ. Θεοχαρίδης για κ. Λ. Κυριακίδη. Κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 4 Παρόντες. ---------- ΠΟΙΝΗ [Σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο 3]
- Στην υπόθεση αυτή, ο Κατηγορούμενος 3, κατόπιν δικής του παραδοχής, κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε στις κατηγορίες με αρ. 5 και 6 στο κατηγορητήριο, που του προσάχθηκαν από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας (στο εξής καλούμενος «ο Κατήγορος»), που αφορούν: · Η κατηγορία με αρ. 5, το αδίκημα της εισόδου στην Δημοκρατία από μη εγκεκριμένο λιμάνι, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3, 12[
(1)και
(5)] και 20 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 105»); Και · Η κατηγορία με αρ. 6, το αδίκημα της απαγορευμένης μετανάστευσης στην Δημοκρατία, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 6
(1)(κ) και 19
(2)του Κεφ.
- Προχώρησα με την διαδικασία επιβολής ποινής, έχοντας στην διάθεση μου έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο 3, την οποία λαμβάνω υπόψη μου εφόσον έχει γίνει αποδεκτή, τόσο από τον Κατηγορούμενο 3, όσο και από τον Κατήγορο.
- Η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία καταδικάστηκε ο Κατηγορούμενος 3, διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Σημείο αναφοράς αποτελεί πάντοτε, η προβλεπόμενη από τον νόμο μέγιστη ποινή (βλ. Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Αυτή, αποτελεί την βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, για τα αδικήματα στα οποία ο Κατηγορούμενος 3 έχει καταδικαστεί, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρεται στην συνέχεια, προβλέπεται ποινή φυλάκισης [ή και ποινή φυλάκισης]. Ποινή [η ποινή φυλάκισης], που, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιβολής ποινής, πρέπει να επιβάλλεται, μόνον όταν η φύση του αδικήματος και οι συνθήκες και ένταση στην διάπραξή του, σε συνάρτηση με τα ελαφρυντικά του αδικοπραγούντος, την καθιστούν ως την καταλληλότερη ποινή. Τέτοια ποινή, επισημαίνεται, επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις, που, οποιαδήποτε άλλη, κρίνεται ακατάλληλη (βλ. Θεοχάρους ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Yeats v Constantin
(2000)2 Α.Α.Δ. 320, Κοσασβίλη ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 606). Δηλαδή, μόνο στις περιπτώσεις όπου κρίνεται απολύτως απαραίτητο και για περίοδο όχι περισσότερη από ότι υπό τις περιστάσεις είναι αναγκαίο. Όπως έχει αναφερθεί από τον Αρχιδικαστή Lane στην απόφαση του στην υπόθεση Bibi [1980] 1 WLR 1193: «. τα Δικαστήρια πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεχτικά να εξετάζουν την κάθε περίπτωση προς τον σκοπό διασφάλισης, στην περίπτωση που άμεση ποινή φυλάκισης είναι απαραίτητη, ότι η ποινή είναι όσο το δυνατόν μικρότερη και σύμφωνη μόνο με το καθήκον του Δικαστηρίου για προάσπιση των συμφερόντων της κοινωνίας και της αποτροπής του εγκληματία.» (βλ. επίσης στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1824, στην παράγραφο Ε.1.11). Η ανώτατη ποινή, επισημαίνεται, που μπορεί, σύμφωνα με τον νόμο, να επιβληθεί από το Δικαστήριο, για συγκεκριμένο αδίκημα, επιβάλλεται, μόνον στις περιπτώσεις όπου: (α) η φύση του αδικήματος είναι τέτοια, ώστε, να επιβάλλει εξαιρετικά μέτρα αποτροπής χάριν της προστασίας της κοινωνίας, (β) όταν από το σύνολο των περιστάσεων, ο καταδικασθείς, φαίνεται, κατά λογική πρόβλεψη, ότι θα συνιστά σοβαρό κίνδυνο για το κοινό, για ακαθόριστο χρόνο, και (γ) ότι, κάθε ελπίδα αναμόρφωσης του, ακριβώς προς προστασία της κοινωνίας από αυτόν και επανένταξης του σε αυτήν ως νομοταγές μέλος, έχει εκλείψει, από την άποψη ότι, το μητρώο του, τον αποκαλύπτει ως αδιόρθωτο, κατ' εξακολούθηση εγκληματία (βλ. Pernell v Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Προκύπτει συνεπώς από την νομολογία, ότι, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, πρέπει να επιφυλάσσεται για τα σοβαρότερα παραδείγματα του συγκεκριμένου αδικήματος. Σύμφωνα με τον Δικαστή Lawton (βλ. Ambler
(1975)CSP A1-4C01), κατά την εξέταση του κατά πόσο ένα αδίκημα είναι από τα χειρότερα παραδείγματα του είδους του, το Δικαστήριο, πρέπει να λαμβάνει υπόψη του, το φάσμα των περιπτώσεων που πράγματι αντιμετωπίζονται στην πράξη και να αναρωτιέται, εάν η συγκεκριμένη περίπτωση που αντιμετωπίζει, εμπίπτει εντός του ευρύτερου πεδίου του φάσματος αυτού. Το Δικαστήριο, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να χρησιμοποιεί την φαντασία του προς τον σκοπό δημιουργίας, «απίθανων, χειρότερων πιθανών περιπτώσεων», για να καταλήξει διαφορετικά (βλ. επίσης, Bright [2008] 2 Cr App R (S) 578). Εντούτοις, ακόμη και στις πιο σοβαρές των περιπτώσεων, το πρόσωπο του παραβάτη και πάλι δεν παραβλέπεται. Ο αδικοπραγήσας, όταν υπάρχουν στοιχεία μετριαστικά που το δικαιολογούν, δικαιούται έκπτωση της ποινής του, ανάλογη πάντοτε της σοβαρότητας του αδικήματος. Όπως υποστηρίζεται από τους συγγραφείς του Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1833, στην παράγραφο Ε.1.17, με παραπομπή στις αποφάσεις του Αγγλικού Εφετείου στις υποθέσεις Carroll
(1995)16 Cr App R (S) 488, Greene
(1993)14 Cr App R (S) 682 και Barnes
(1983)5 Cr App R (S) 368, γενικά, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, δεν πρέπει να επιβάλλεται, στις περιπτώσεις όπου η καταδίκη ήταν το αποτέλεσμα παραδοχής του κατηγορουμένου ότι διέπραξε το αδίκημα (βλ. επίσης, Pinto [2006] 2 Cr App R (S) 579). 4. Είναι συνεπώς, ένεκα των προαναφερόμενων αρχών, αναγκαίο να αναφερθεί, ποια είναι η προνοούμενη από τον Νόμο, μέγιστη ποινή, για τα προαναφερόμενα αδικήματα: · Σύμφωνα με το Άρθρο 12
(5)του Κεφ. 105, το αδίκημα της εισόδου στην Δημοκρατία από μη εγκεκριμένο λιμάνι, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και δώδεκα μήνες ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €1.708 ή και με τις δύο αυτές ποινές; Και · Σύμφωνα με το Άρθρο 19
(2)του Κεφ. 105, το αδίκημα της απαγορευμένης μετανάστευσης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και τριών χρόνων ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €8.543 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. 5. Έχοντας υπόψη τις ποινές που προβλέπει ο Νόμος και αφορούν τα αδικήματα της υπόθεσης αυτής, την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορά τα της ποινής, την ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής του Κατηγορουμένου 3 από το Δικαστήριο, αλλά και το καθήκον του Δικαστηρίου, πρόσδοσης αποτελεσματικότητας στο Νόμο και στον χαρακτήρα της ποινής, προς προστασία των νομοταγών πολιτών και του κοινωνικού συνόλου (βλ. Ιωάννου ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171), όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και του Κατηγορουμένου 3 και το κάθε τι ελέχθη από πλευράς του προς μετριασμό της ποινής του, και ιδιαίτερα: · Τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από τις προνοούμενες από τον Νόμο ποινές, με σημείο αναφοράς, ως προαναφέρθηκε, το μέγιστο της προβλεπόμενης στον Νόμο ποινής. Η σοβαρότητα των αδικημάτων του προαναφερόμενου Νόμου, Κεφ. 105, αλλά και του Κεφ. 154 που σχετίζονται [πραγματικά] με τις πρόνοιες του, και η ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης τους, μέσω της ποινής, από τα Δικαστήρια, έχει επισημανθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο σε πάρα πολλές αποφάσεις του. Η γεωγραφική τοποθέτηση της Κύπρου και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της περιοχής της μέσης Ανατολής με την οποία βρίσκεται σε εγγύτητα, και δη τα προβλήματα των διαφόρων χωρών που την συναποτελούν, [σε αυτά, η φτώχια σε κάποιες από αυτές τις χώρες, και οι κατά καιρούς πόλεμοι που τις ταλανίζουν], για χρόνια τώρα, την έχει θέσει αντιμέτωπη, με ένα παγκόσμιο πλέον «πρόβλημα», αυτό της προσφυγιάς και μετανάστευσης. Πάρα πολλοί αλλοδαποί, για χρόνια τώρα, καταφθάνουν στην Κύπρο, ή καταφθάνουν και παραμένουν στην Κύπρο, παράνομα. Οι επιπτώσεις της προσφυγιάς και μετανάστευσης είναι πολύ-επίπεδες και σαφώς μόνον αρνητικές όταν πρόκειται για μη ελεγχόμενη από το κράτος, παράνομη μετανάστευση. Το φαινόμενο αυτό, έχει, τα τελευταία χρόνια φέρει στο Δικαστήριο, παν-πολλές υποθέσεις, ενδεικτικό της αμείωτης έξαρσης στην διάπραξη των αδικημάτων περί αλλοδαπών και μετανάστευσης, -που δυστυχώς, τις πλείστες φορές, διαπιστώνονται σε συνδυασμό και με άλλα αδικήματα του ποινικού κώδικα ή και άλλων νομοθετημάτων. Το Ανώτατο Δικαστήριο, χρόνια προηγουμένως, το 1996, επεσήμανε το «αυστηρό καθήκον» του Δικαστηρίου να προστατεύσει το τόπο μας, από αυτού του είδους την παρανομία (βλ. Khlef v Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 203). Στην υπόθεση El Feky κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166, το Ανώτατο Δικαστήριο, ανέφερε τα εξής: «Δυστυχώς το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκαν οι εφεσείοντες διαπράττεται τελευταία με εντεινόμενη συχνότητα. Ο πρωτόδικος δικαστής, εκφράζοντας τη βαθιά ανησυχία του για το φαινόμενο, το χαρακτήρισε ως επιδημία. Δε θα ήταν υπερβολικό να λεχθεί ότι από την άποψη αυτή η Κύπρος βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας. Οι αρνητικές επιπτώσεις, κοινωνικές, οικονομικές και άλλες ήδη εκδηλώθηκαν και επηρεάζουν τη ζωή του τόπου. Η Κύπρος είναι χώρα φιλόξενη και ανεκτική. Ιστορικά υπήρξε και εξακολουθεί να είναι κόμβος συγκοινωνιακός, οικονομικός και πολιτιστικός. Όμως κάθε κράτος διατηρεί το δικαίωμα μη αποδοχής αλλοδαπών (βλέπε ανάπτυξη του καθηγητή J.G. Starke "Introduction to International Law", 10η έκδοση στη σελ. 748 και επ.), το οποίο παραβιάζεται με διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Στην υπόθεση Nazari v Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231, το Ανώτατο Δικαστήριο, πρόσθεσε, στον προαναφερόμενο λόγο του, τα εξής: «. Παράνομη παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο συνιστά δεσπόζον (prevalent) αδίκημα, γεγονός που δικαιολογεί την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η Κύπρος, πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι μια μικρή χώρα, με τεράστια προβλήματα. Η περιφρούρηση της Κυπριακής Επικράτειας αποτελεί θεμελιώδες καθήκον. Δεν υποτιμούμε την αγωνία των όπου γης ανθρώπων για την εξασφάλιση εργασίας και, γενικά, τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Όμως, στην περίπτωση της Κύπρου, πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Σχετική βεβαίως, είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Mohamet v Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 295, όπου, με αναφορά στις προαναφερόμενες αποφάσεις του στις υποθέσεις El Feky και Nazari ανωτέρω, επισημάνθηκαν τα εξής: «Τελευταία η Κύπρος αντιμετωπίζει πράγματι οξύ πρόβλημα τόσο από την παράνομη είσοδο στην Κύπρο αλλοδαπών όσο και από την παράνομη παραμονή αλλοδαπών που εισήλθαν νόμιμα. Έχει σημειωθεί μια κατακόρυφη αυξητική τάση και ο αριθμός του συνόλου των ευρισκομένων στην Κύπρο παράνομα έχει φτάσει σε επίπεδο τόσο ψηλό ώστε αφενός να καθίσταται δύσκολη η αποτελεσματική αστυνόμευση και αφετέρου να δημιουργούνται δυσμενείς επιπτώσεις σε διάφορους τομείς, οικονομικούς, κοινωνικούς αλλά και γενικότερα. . Και στις δυο αναφερθείσες αποφάσεις υπογραμμίστηκε ότι τα φιλικά αισθήματα που τρέφει η Κύπρος προς τους πολίτες άλλων χωρών δε μειώνουν την αναγκαιότητα περιφρούρησης της επικράτειας της.». Κάποια χρόνια μετά, το έτος 2001, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Khlef v Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 203, αναφέρθηκε (Πλειοψηφία) στο γεγονός της μη υποχώρησης του προαναφερόμενου φαινομένου και των προβλημάτων που αυτό δημιουργεί στον τόπο: «Η Κύπρος κατακλύζεται κυριολεκτικά από αλλοδαπούς που διεισδύουν με τον ίδιο τρόπο για να πετύχουν παραμονή και εξασφάλιση εργασίας. Παρόλη τη συμπάθεια που μπορεί να τρέφει κανείς για τα ελατήρια που ωθούν τους ανθρώπους αυτούς προς αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής εντούτοις το φαινόμενο, που δεν υποχωρεί, έχει δημιουργήσει ουσιαστικά προβλήματα. Μιλήσαμε γιαυτά και στην απόφασή μας Mohamed El Feky κ.ά. v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166. Υιοθετούμε τα σχετικά σχόλια. Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας (άρθρ. 32) έχει προβλέψει ότι μπορεί να ρυθμισθεί με νόμο "οιονδήποτε θέμα σχετικόν προς τους αλλοδαπούς κατά τρόπον συνάδοντα προς το διεθνές δίκαιον". Πέρα από αυτό η Κύπρος είναι πατροπαράδοτα φιλόξενη χώρα. Η φιλοξενία της, ως συλλογική αρετή, εκτείνεται και σε όσους ξένους μάς επισκέπτονται ή εργάζονται εδώ. Στην προκείμενη όμως περίπτωση υπήρξε πλήρης περιφρόνηση των νόμων της Δημοκρατίας που απαγορεύουν είσοδο στη χώρα εκτός μέσω των αναγνωρισμένων λιμανιών της. Είναι το καθεστώς κάθε πολιτισμένης και ευνομούμενης χώρας.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Παρά ταύτα, το πρόβλημα συνέχισε με αμείωτη ένταση, -σίγουρα μπορεί να λεχθεί, και με αυξανόμενη ένταση- και στα χρόνια που επακολούθησαν. Το έτος 2008, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Elhamian v Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 605, αναφέρθηκε, στην εκμετάλλευση της δυσκολίας του κράτους να ελέγξει την είσοδο στην επικράτεια του παράνομων αλλοδαπών, και σημείωσε, για ακόμη φορά, την σοβαρότητα των αδικημάτων περί αλλοδαπών και μετανάστευσης, την έξαρση στην διάπραξη τους και την αναγκαιότητα πάταξης τους από το Δικαστήριο μέσω της ποινής: «Το φαινόμενο είναι συχνό στην Κύπρο. Πολλοί αλλοδαποί εκμεταλλευόμενοι τη δυσκολία του κράτους να ελέγξει πλήρως την γραμμή αντιπαράταξης φθάνουν στην Κύπρο στις περιοχές των κατεχομένων και από εκεί εισέρχονται παράνομα στις περιοχές που ελέγχει το κράτος.». Στάση και αντιμετώπιση του ζητήματος από το Ανώτατο Δικαστήριο και στα χρόνια μετά, εφόσον, αυτού του είδους τα αδικήματα, συνέχισαν να διαπράττονται με αμείωτη ένταση. Εν προκειμένω, στην υπόθεση Najjar v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 828, αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα εξής: «Ως προς τη σοβαρότητα του αδικήματος αλλά και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών για τέτοιου είδους αδικήματα δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία. Η έξαρση η οποία υπάρχει οπωσδήποτε δικαιολογεί τέτοια αντιμετώπιση αλλά και η ίδια η φύση των αδικημάτων τα οποία ουσιαστικά καταργούν την έννομη τάξη σε σχέση με τη διαρκή διάθεση της Δημοκρατίας να ελέγχει τους εισερχόμενους σε αυτή, είναι παράγοντες που κυριαρχούν στο μυαλό μας. Ο Εφεσείων, έχοντας καταστεί απαγορευμένος μετανάστης, αγνόησε πλήρως αυτή τη θεμελιακή διάσταση των πραγμάτων και επεδίωξε με εντελώς παράνομο τρόπο να επανέλθει στο έδαφος της Δημοκρατίας.». Σε αυτά, για σκοπούς της απόφασης μου αυτής, δεν χρειάζεται να προστεθεί οτιδήποτε. Όπως προαναφέρθηκε, τα αδικήματα που σχετίζονται με τον περί αλλοδαπών και μετανάστευσης νόμο, είναι σε έξαρση, έχουν πάρει ανησυχητικές διαστάσεις, -λόγω και του πολέμου που μαίνεται στην Συρία και τα κύματα προσφύγων και προς την Κύπρο-, και για αυτό τον λόγο, η εφαρμογή από το Δικαστήριο του Νόμου, κατασταλτικά, [δηλαδή, κατά τρόπο που να αποτρέπεται η διάπραξης τους], πρέπει, ως στοιχείο, να κυριαρχεί στον καθορισμό και την έκταση της ποινής. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Παγιαβλάς ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240: «Η ανάγκη για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου δικαιολογείται, όλως ιδιαίτερα, όπου συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που οριοθετεί και το πλαίσιο αντιμετώπισής τους.». Περαιτέρω, σύμφωνα με την νομολογία, όπου υπάρχει ανάγκη η ποινή να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, αν και λαμβάνονται υπόψη, λαμβάνονται υπόψη στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής (βλ. Jibouri κ. α. v Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 143, Balampanidis v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 210/2018, 10/05/2019). Σε ότι αφορά τον παράγοντα της αποτροπής, ως προαναφέρθηκε, στην υπόθεση Πισκόπου ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342, το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του έντιμου, Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, ως ήταν τότε, ανέφερε τα εξής: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μια έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος . και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας των εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.». · Ότι, σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα αδικήματα, από τα γεγονότα προκύπτουν τα ακόλουθα στοιχεία, που καθορίζουν το περιθώριο επιείκειας που το Δικαστήριο δύναται να εφαρμόσει στην περίπτωση του Κατηγορουμένου 3. Και αυτό, επειδή, όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, δεν εξαρτάται, αποκλειστικά, από το ανώτατο όριο ποινής, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε και τις συνέπειες του (βλ. Μιχαηλίδης v Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, Θεοφάνους ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 298/2018, 27/06/2019): Από τα γεγονότα, προκύπτει ότι, ο Κατηγορούμενος 3, υπήκοος Μπαγκλαντές, που σήμερα είναι ηλικίας 19 ετών, άγαμος και άνεργος, η οικογένεια του οποίου διαμένει στο Μπαγκλαντές, αφίχθηκε για πρώτη φορά στην Δημοκρατία, στις 24/10/2019, μέσω του αεροδρομίου που παράνομα λειτουργεί στις μη αποτελεσματικά ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές, παρέμεινε στις κατεχόμενες περιοχές, διαμένοντας με φίλους του, μέχρι και τις 29/10/2019, όταν και πέρασε στις αποτελεσματικά ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές, οπότε και συλλήφθηκε από την Αστυνομία. Όπως ανέφερε και στην λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας, κατά την συνέντευξη του της 30ης/10/2019, πρωταρχικός σκοπός του, ταξιδεύοντας στην Δημοκρατία, ήταν η εξεύρεσή εργασίας. Για την διευθέτηση της μεταφοράς του στην Δημοκρατία, πλήρωσε σε τρίτο πρόσωπο, €6.000. Αιτήθηκε πολιτικό άσυλο, στις 11/11/2019 ενόσω ήταν υπόδικος σχετικά με την υπόθεση αυτή. Το αίτημα του για πολιτικό άσυλο, εκκρεμεί προς εξέταση. · Την έξαρση, ως προαναφέρθηκε, που παρατηρείται, στην διάπραξη των αδικημάτων αυτών, γεγονός, που, σε συνδυασμό με την σοβαρότητα τους, ως προαναφέρθηκε, επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής στον Κατηγορούμενο 3 (βλ. Najjar v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 132/12, 30/11/2012). · Το γεγονός, ότι, ο Κατηγορούμενος 3, ήταν συνεργάσιμος με την Αστυνομία κατά την διερεύνηση της υπόθεσης. Μάλιστα, ανακρινόμενος, ο Κατηγορούμενος 3, ομολόγησε τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τα αδικήματα (βλ. Geoffrey Michael John Pernell v Alan Carl Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Χαράλαμπος Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Stelios Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kyriacos Georghiou Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). · Το γεγονός, ότι, η καταδίκη του Κατηγορουμένου 3, ήταν το αποτέλεσμα της δικής του παραδοχής. Χωρίς βεβαίως να παραβλέπεται ότι, αυτή, δεν καταχωρήθηκε αμέσως στο Δικαστήριο, και ότι δηλώθηκε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας (βλ. Λένος Γεωργίου Μυλωνά ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 384, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Σιδέρης Ισιδώρου ν G. M. Christofi Enterprises Ltd κ. α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60). Και λαμβάνοντας υπόψη, το σύνολο των περιστάσεων που αφορούν αυτή την υπόθεση, για κάθε ένα από τα προαναφερόμενα αδικήματα, και πως αυτές μπορούν να συσχετιστούν με την απάντηση του Κατηγορουμένου 3 στο κατηγορητήριο του (βλ. Michal Bukowski v Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 92, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Chucri Saliba v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 388), δεδομένης της μαρτυρίας εναντίον του (είδους και έκτασης), σε ότι αφορά τον βαθμό του μετριασμού που δικαιούται λόγω της παραδοχής του. Ο Κατήγορος, κρίνω ότι, δεν θα είχε δύσκολο έργο στην απόδειξη της υπόθεσης του εναντίον του. Ο Κατηγορούμενος 3, συλλήφθηκε από την Αστυνομία, θα μπορούσε να λεχθεί, «επ' αυτοφώρω», όταν «διερχόταν» στις αποτελεσματικά ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές, και ομολόγησε την διάπραξη των αδικημάτων. · Ότι ο Κατηγορούμενος 3, είναι λευκού ποινικού μητρώου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Λεωνίδα Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Nicholas Stratos a. a. v Police V17 C.L.R. 73, Γεώργιος Χατζηνικολάου ν Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63). · Τις προσωπικές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου 3, ως αυτές προαναφέρθηκαν και καταγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερείας, στο βαθμό, που, σύμφωνα με την νομολογία, μπορούν να επηρεάσουν μετριαστικά την ποινή, έχοντας ως δεδομένα, ως προελέχθη, την σοβαρότητα των αδικημάτων, την έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη τους και την αναγκαιότητα πάταξης τους (βλ. Tibor Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Έμφασης, βεβαίως, δίδεται στο νεαρό της ηλικίας του Κατηγορουμένου 3, των 19 ετών, και στο γεγονός, ότι, υποκείμενα της διάπραξης των προαναφερόμενων αδικημάτων από αυτόν, ήταν η αναζήτησης, θα μπορούσε να λεχθεί, «διαφορετικών» συνθηκών διαβίωσης από αυτές που βίωνε στην χώρα του. · Ότι, ο Κατηγορούμενος 3, έχει, από 12/11/2019, το καθεστώς του αιτητή πολιτικού ασύλου. προχωρώ στο να επιβάλω στον Κατηγορούμενο 3 ποινή. 6. Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, εφαρμόζοντας την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής (βλ. Κωνσταντίνου ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, Χριστοφόρου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443, Δημητρίου (Μιχαήλ) ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 21), στον Κατηγορούμενο 3, επιβάλλω τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η Κατηγορία: 2 μήνες φυλάκιση Στην 2η Κατηγορία: 7 μήνες φυλάκιση Όλες οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν (βλ. Σάββας Χρίστος Αχιλλέως ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 331, Β.Ε.Κ. ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 228). Κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 117
(1)του Κεφ.155, η ποινή φυλάκισης που επιβάλλω στον Κατηγορούμενο 3, θα αρχίσει να εκτίεται από σήμερα. Περαιτέρω, κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 117
(2)του Κεφ.155, η ποινή φυλάκισης που επιβάλλω στον Κατηγορούμενο, θα έχει την μείωση που προνοεί το Άρθρο 117
(1)του Κεφ. 155, δεδομένου ότι ο Κατηγορούμενος 3 τέλεσε υπό αστυνομική κράτηση σε ότι αφορά αυτή την υπόθεση, για περίοδο από 06/11/2019 μέχρι και σήμερα. Αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που αγγίζουν το ζήτημα της ποινής κατηγορουμένου για το αδίκημα του κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου 3 αυτής της υπόθεσης, είναι μόνον ενδεικτικές της ποινικής μεταχείρισης που ένας κατηγορούμενος μπορεί να τύχει από το Δικαστήριο, καθότι, «ουδέποτε υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων.». Αυτό, αναφέρθηκε από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, ο οποίος έδωσε την ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ναζίπ ν Αστυνομίας
(2014)2Β Α.Α.Δ 808. Όπως επεσήμανε ο έντιμος, Δ. Α. Δ. εν προκειμένω, «εκείνο στο οποίο βοηθά η προηγούμενη νομολογία, είναι στο πλαίσιο ανάδειξης εκείνου του μέτρου που ακολουθείται σε διάφορες υποθέσεις, ώστε να εξετάζεται σφαιρικά και η ποινή που θα επιβληθεί στη συγκεκριμένη υπόθεση που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου.». Τέτοιες, σε ότι αφορά την υπόθεση αυτή, είναι οι ακόλουθες αποφάσεις: Najjar v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 828, Elhamian v Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 605, Kawaret ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 851, Jadallah v Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 613, Elhamian ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 605, Atefi v Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 190, Borisov v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 7488, 29/03/2004, Jibouri, κ. α. ν Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ.
- Στην περίπτωσή του Κατηγορουμένου 3, δεν συντρέχουν, κρίνω, παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να ληφθούν υπόψη, ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Απόφαση στην οποία καταλήγω, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων τέλεσης των αδικημάτων και τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου 3, οι οποίες, θεωρώ, ότι δεν είναι ικανές να δικαιολογήσουν μία τέτοια απόφαση, επειδή τέτοια απόφασης δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως, ιδιαιτέρως αφής στιγμής βρίσκονται σε έξαρση και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σε ότι αφορά τις συνέπειες από την διάπραξη τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017, L.C.A. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 17/03/2015, Συμιλλίδης ν Νικολάου
(2013)2 Α.Α.Δ. 444, Κυπριανού ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 28/2014, 24/02/2014, Ιωσήφ ν Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ποινική Έφεση Αρ. 148/2014 (Σχ. με 149/2014), 25/07/2014, Αριστοδήμου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 121/17, 21/09/2017, ΣΠΕ Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ ν Δράκου, Πoινική Έφεση αρ.129/2015, 15/11/2017, Χαλκιά ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 240/2016, 17/03/2017).
- Το Ανώτατο Δικαστήριο, έχει σε πάρα πολλές αποφάσεις του, τονίσει ότι, δεν ενδείκνυται η αναστολή της ποινής φυλάκισης, όταν το αδίκημα ή τα αδικήματα που αφορά/ουν την υπόθεση, βρίσκονται σε έξαρση και η τιμωρία ενός συγκεκριμένου παραβάτη, είναι επιπρόσθετα το μέσο, να αποτραπούν άλλοι πιθανοί παραβάτες από την διάπραξη του/τους, διότι, η προστασία του δημοσίου συμφέροντος είναι υπεράνω των οποιονδήποτε προσωπικών περιστάσεων του (βλ. Σ. Π. Ε. Λακατάμιας-Δευτερας Λτδ. ν Δράκου, Πoινική Έφεση Αρ.129/2015, 15/11/2017). Η προκείμενη, είναι μια τέτοια περίπτωση. Οι παράγοντες που προαναφέρθηκαν κατά την επιλογή της ποινής του Κατηγορουμένου 3, επανεξεταζόμενοι, για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που του έχει μόλις επιβληθεί, μέσα από το σύνολο των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου 3, δικαιολογούν, κατά την κρίση μου, την προαναφερόμενη απόφαση μου. Η ποινή φυλάκισης που συνολικά θα εκτίσει ο Κατηγορούμενος 3, θεωρώ ότι αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος 3 διέπραξε και εξυπηρετεί ταυτοχρόνως και τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Αυτό δεν θα εξυπηρετείτο, αν αυτή η ποινή του Κατηγορουμένου 3, αναστελλόταν. Ο Κατηγορούμενος 3, έφτασε στην Δημοκρατία από παράνομο λιμένα στις 24/10/2019, χωρίς άδεια μετανάστευσης, εισήλθε παράνομα στην Δημοκρατία, δεν παρουσιάστηκε αμέσως ή, σε κάθε περίπτωση, εντός εύλογου χρόνου, σε Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, εφόσον παρέμεινε ως προκύπτει στα κατεχόμενα για περίοδο κάποιων ημερών και μετά ήρθε στις αποτελεσματικά ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές και υπέβαλε αίτηση για πολιτικό άσυλο μετά πάροδο 19 ημερών, ήτοι στις 12/11/
- Η Αίτησης του Κατηγορουμένου 3 για πολιτικό άσυλο και κατά πόσο τα όσα πλέον ισχυρίζεται είναι δικαιολογημένα ή/και αποτελούν πραγματικότητα, θα εξεταστεί/ουν από το καθ' ύλην αρμόδιο όργανο της Δημοκρατίας. Εντούτοις, εφόσον ο Κατηγορούμενος 3, στην βάση των προαναφερόμενων γεγονότων ενήργησε παράνομα (βλ. Elhamian v Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 605, Najjar v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 828, Elhamian v Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 605), το γεγονός και μόνον ότι εκκρεμεί η αίτησης του για πολιτικό άσυλο, δεν δικαιολογεί, κατά την κρίση μου, αναστολή της έκτισης της ποινής του. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο