ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΣΤΕΦΑΝΟΥ, Υπόθεση υπ' αρ.: 14851/2017, 7/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B222 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 14851/2017 Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον- XXXXX ΣΤΕΦΑΝΟΥ Κατηγορουμένης ---------- Ημερομηνία: 07/02/
- Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Χαραλάμπους. Για την Κατηγορούμενη: κ. Κ. Γ. Πόλεος. Κατηγορούμενη, Παρούσα. ---------- ΠΟΙΝΗ
- Στην υπόθεση αυτή, η Κατηγορούμενη, κατόπιν δικής της παραδοχής, κρίθηκε ένοχη και καταδικάστηκε, στις κατηγορίες με αρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13 και 14 στο κατηγορητήριο, που της προσάχθηκαν από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας (στο εξής καλούμενος «ο Κατήγορος»), που αφορούν: · Οι κατηγορίες με αρ. 1, 3, 5, 6, 8, 9, 11 και 13, το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών / χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των Άρθρων 297, 298
(1)και 29 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154»); Και, · Οι κατηγορίες με αρ. 2, 4, 7, 10, 12 και 14, το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3, 4[
(1),(α),(iii) και
(2)], 5, 7 και 8 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007, Νόμος 188(I)/2007 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 188(Ι)/2007»). 2. Εν προκειμένω, σημειώνεται ότι, μετά από αίτημα της Κατηγορούμενης και αφής στιγμής ο Κατήγορος δια της εκπροσώπου του συναίνεσε σε αυτό (βλ. Ευστάθιος Ανδρέα Παναγή ν Της Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 47), κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 155»), άσκησα την διακριτική ευχέρεια που αυτό μου παρέχει, ώστε, κατά τη λήψη της απόφασης μου για την επιβολή ποινής στην Κατηγορούμενη στην υπόθεση αυτή, έλαβα υπόψη μου τα αδικήματα [και τα γεγονότα που τα αφορούν] των ακόλουθων Ποινικών Υποθέσεων εναντίον της Κατηγορούμενης: - Υπόθεση με αρ. 19417/2016 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας; - Υπόθεση με αρ. 24982/2016 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού; Και, - Υπόθεση με αρ. 4321/2016 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. τα οποία, η Κατηγορούμενη, όπως φαίνεται μέσα από τα πρακτικά της διαδικασίας των εν λόγω Υποθέσεων και το υπό αναφορά αίτημα της, επίσης παραδέχεται ότι διέπραξε και τα οποία αφορούν τα ίδια αδικήματα με αυτά του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης. Σύμφωνα με την νομολογία, «όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα, μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιων του μόνο τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο.» (βλ. Ιωάννου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 598 και στο σύγγραμμα του έντιμου, πρώην Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, στις σελίδες 231 και 232). 3. Η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία καταδικάστηκε η Κατηγορούμενη, διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Σημείο αναφοράς αποτελεί πάντοτε η προβλεπόμενη από τον νόμο μέγιστη ποινή (βλ. Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Αυτή αποτελεί την βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, για όλα τα αδικήματα στα οποία η Κατηγορούμενη έχει καταδικαστεί, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρεται στην συνέχεια, προβλέπεται ποινή φυλάκισης [ή και ποινή φυλάκισης]. Ποινή [η ποινή φυλάκισης], που, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιβολής ποινής, ως η σοβαρότερη / αυστηρότερη ποινή, πρέπει να επιβάλλεται, μόνον όταν η φύση του αδικήματος και οι συνθήκες και ένταση στην διάπραξή του, σε συνάρτηση με τα ελαφρυντικά του αδικοπραγούντος, την καθιστούν ως την καταλληλότερη ποινή. Τέτοια ποινή, επισημαίνεται, επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις, που, οποιαδήποτε άλλη, κρίνεται ακατάλληλη (βλ. Θεοχάρους ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Yeats v Constantin
(2000)2 Α.Α.Δ. 320, Κοσασβίλη ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 606). Δηλαδή, μόνο στις περιπτώσεις όπου κρίνεται απολύτως απαραίτητο και για περίοδο όχι περισσότερη από ότι υπό τις περιστάσεις είναι αναγκαίο. Όπως έχει αναφερθεί από τον Αρχιδικαστή Lane στην απόφαση του στην υπόθεση Bibi [1980] 1 WLR 1193: «. τα Δικαστήρια πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεχτικά να εξετάζουν την κάθε περίπτωση προς τον σκοπό διασφάλισης, στην περίπτωση που άμεση ποινή φυλάκισης είναι απαραίτητη, ότι η ποινή είναι όσο το δυνατόν μικρότερη και σύμφωνη μόνο με το καθήκον του Δικαστηρίου για προάσπιση των συμφερόντων της κοινωνίας και της αποτροπής του εγκληματία.» (βλ. επίσης στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1824, στην παράγραφο Ε.1.11). Η ανώτατη ποινή, επισημαίνεται, που μπορεί, σύμφωνα με τον νόμο, να επιβληθεί από το Δικαστήριο, για συγκεκριμένο αδίκημα, επιβάλλεται, μόνον στις περιπτώσεις όπου: (α) η φύση του αδικήματος είναι τέτοια, ώστε, να επιβάλλει εξαιρετικά μέτρα αποτροπής χάριν της προστασίας της κοινωνίας, (β) όταν από το σύνολο των περιστάσεων, ο καταδικασθείς, φαίνεται, κατά λογική πρόβλεψη, ότι θα συνιστά σοβαρό κίνδυνο για το κοινό, για ακαθόριστο χρόνο, και (γ) ότι, κάθε ελπίδα αναμόρφωσης του, ακριβώς προς προστασία της κοινωνίας από αυτόν και επανένταξης του σε αυτήν ως νομοταγές μέλος, έχει εκλείψει, από την άποψη ότι, το μητρώο του, τον αποκαλύπτει ως αδιόρθωτο, κατ' εξακολούθηση εγκληματία (βλ. Pernell v Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Προκύπτει συνεπώς από την νομολογία, ότι, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, πρέπει να επιφυλάσσεται για τα σοβαρότερα παραδείγματα του συγκεκριμένου αδικήματος. Σύμφωνα με τον Δικαστή Lawton (βλ. Ambler
(1975)CSP A1-4C01), κατά την εξέταση του κατά πόσο ένα αδίκημα είναι από τα χειρότερα παραδείγματα του είδους του, το Δικαστήριο, πρέπει να λαμβάνει υπόψη του, το φάσμα των περιπτώσεων που πράγματι αντιμετωπίζονται στην πράξη και να αναρωτιέται, εάν η συγκεκριμένη περίπτωση που αντιμετωπίζει, εμπίπτει εντός του ευρύτερου πεδίου του φάσματος αυτού. Το Δικαστήριο, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να χρησιμοποιεί την φαντασία του προς τον σκοπό δημιουργίας, «απίθανων, χειρότερων πιθανών περιπτώσεων», για να καταλήξει διαφορετικά (βλ. επίσης, Bright [2008] 2 Cr App R (S) 578). Εντούτοις, ακόμη και στις πιο σοβαρές των περιπτώσεων, το πρόσωπο του παραβάτη και πάλι δεν παραβλέπεται. Ο αδικοπραγήσας, όταν υπάρχουν στοιχεία μετριαστικά που το δικαιολογούν, δικαιούται έκπτωση της ποινής του, ανάλογη πάντοτε της σοβαρότητας του αδικήματος. Όπως υποστηρίζεται από τους συγγραφείς του Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1833, στην παράγραφο Ε.1.17, με παραπομπή στις αποφάσεις του Αγγλικού Εφετείου στις υποθέσεις Carroll
(1995)16 Cr App R (S) 488, Greene
(1993)14 Cr App R (S) 682 και Barnes
(1983)5 Cr App R (S) 368, γενικά, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, δεν πρέπει να επιβάλλεται, στις περιπτώσεις όπου η καταδίκη ήταν το αποτέλεσμα παραδοχής του κατηγορουμένου ότι διέπραξε το αδίκημα (βλ. επίσης, Pinto [2006] 2 Cr App R (S) 579). Σε κάθε περίπτωση, η ποινή, εξατομικεύεται από το Δικαστήριο, για να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. 4. Είναι συνεπώς, ένεκα των προαναφερόμενων αρχών, αναγκαίο να αναφερθεί, ποια είναι η προνοούμενη από τον Νόμο, μέγιστη ποινή, για έκαστο των προαναφερόμενων αδικημάτων. Σημειώνοντας ασφαλώς εδώ, λόγω της σημασίας που αυτό έχει, στα της ποινής, και το γεγονός της παραπομπής της υπόθεσης αυτής, για συνοπτική εκδίκαση, ήτοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και όχι ενώπιον Κακουργιοδικείου, μετά από συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Ο οποίος, [Γενικός Εισαγγελέας], προφανώς και θεωρεί, ένεκα της προαναφερόμενης συγκατάθεσης του, ότι, η ποινή που μπορεί να επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο, ήτοι, φυλάκιση μέχρι πέντε ετών (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Cham κ. α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 129), αποτελεί επαρκή τιμωρία για την συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442). Εντούτοις, όπως έχει πρόσφατα επαναβεβαιωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, μέσα από την απόφαση του στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Μυλωνας, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, 14/12/2018, ένα τέτοιο γεγονός, δεν καθιστά τα αδικήματα λιγότερο σοβαρά: «Το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και όχι την ανώτατη ποινή που το ίδιο έχει δικαιοδοσία να επιβάλει (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Η ανώτατη ποινή που προβλέπει ο Νόμος συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης με στόχο τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής που θα επιβληθεί (Δημοκρατία ν. Κυριάκου & άλλου
(1990)2 ΑΑΔ 264, Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9.) Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή.». Μάλιστα, όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Π. Καλλή, στην υπόθεση Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442, «κατά την επιμέτρηση της ποινής σε υποθέσεις Κακουργιοδικείου, οι οποίες παραπέμπονται για συνοπτική εκδίκαση, το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και να επιβάλει αν τα γεγονότα και περιστάσεις της υποθέσεως το απαιτούν ακόμη και το ανώτατο όριο της ποινής που μπορεί να επιβληθεί σε συνοπτική διαδικασία - φυλάκιση 5 ετών» (η υπογράμμιση και η έμφασης είναι δική μου).: · Σύμφωνα με το Άρθρο 298
(1)του Κεφ. 154, το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών / χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και πέντε χρόνων. [Σημειώνονται σε κάθε περίπτωση, οι πρόνοιες του Άρθρου 29 του Κεφ. 154]. · Σύμφωνα με το Άρθρο 4[
(1),(α),(iii)] του Νόμου 188(I)/2007, το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και δεκατεσσάρων χρόνων ή με χρηματική ποινή μέχρι και €500.000 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. 5. Έχοντας υπόψη τις ποινές που προβλέπει ο Νόμος και αφορούν τα αδικήματα της υπόθεσης αυτής, την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορά τα της ποινής, και ειδικότερα, την ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής της Κατηγορούμενης από το Δικαστήριο, αλλά και το καθήκον ταυτόχρονα του Δικαστηρίου, πρόσδοσης αποτελεσματικότητας στο Νόμο και στο χαρακτήρα της ποινής προς προστασία των νομοταγών πολιτών και του κοινωνικού συνόλου (βλ. Ιωάννου ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171), όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και της Κατηγορούμενης (βλ. και την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ημερομηνίας 16/12/2019) και το κάθε τι ελέχθη από πλευράς της προς μετριασμό της ποινής της, και ιδιαίτερα: · Τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από τις προνοούμενες από τον Νόμο ποινές, με σημείο αναφοράς, ως προαναφέρθηκε, το μέγιστο της προβλεπόμενης στον Νόμο ποινής. Η εγγενής σοβαρότητα των αδικημάτων του κατηγορητηρίου της Κατηγορούμενης που αφορούν το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, έχει υπομνησθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Δρουσιώτης ν Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 505. Διά του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Α. Πασχαλίδη, αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα: «Η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι δεδομένη, όπως δε πολύ εύστοχα σημειώνεται και από το πρωτόδικο δικαστήριο αυτή κατοπτρίζεται από το ύψος της ποινής που ο νομοθέτης έχει προνοήσει. Ιδιαίτερα, για το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, που αποτελεί και το πλέον σοβαρό από τα αδικήματα στα οποία ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος, ο νομοθέτης προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε ετών. Έχει κατ' επανάληψη τονιστεί, η σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων, καθότι αυτά ενέχουν, σε έντονο βαθμό, το στοιχείο της απάτης, διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές μεταξύ πολιτών, στοιχείο που επιβάλλει την επιβολή ποινών αποτρεπτικού χαρακτήρα. Η σοβαρότητα βέβαια του αδικήματος δεν εξουδετερώνει, όπως ορθά και το πρωτόδικο δικαστήριο σημειώνει, την αναγκαιότητα εξατομίκευσης της ποινής. Όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν επιτρέπεται στο βωμό της εξατομίκευσης να θυσιάζεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής. (Βλ. Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Σοβαρά, βεβαίως, είναι και τα αδικήματα του κατηγορητηρίου της Κατηγορούμενης που αφορούν το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Όπως επεξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Θεοφάνους ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 298/2018, 27/06/2019, δια του έντιμου, Π. Α. Δ., Μ. Νικολάτου: «Το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όπως το ίδιο αυτοπροσδιορίζεται, συνίσταται στη χρήση/απόλαυση από τον αδικοπραγήσαντα των καρπών της παρανομίας του. Ό,τι έχει σημασία, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, είναι το είδος και το ύψος των καρπών της παρανομίας που απόλαυσε ο αδικοπραγήσας ως αποτέλεσμα της παράνομης δραστηριότητάς του. Είναι αυτή την απόλαυση που έχει στο επίκεντρό του το υπό αναφορά αυτοτελές αδίκημα (Δέστε: Μαληκκίδης (ανωτέρω), Βασιλείου κ.α. ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:B241, Ποιν. Εφ. 12/2015 ημερ. 4.7.2017 και Λεμονάρη ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B150, Ποιν. Εφ. 212/2017 ημερ. 17.4.2019), και αυτό για πρόληψη ή πάταξη της παρανομίας με την πρόβλεψη αυστηρών ποινών αναφορικά με την απόλαυση των καρπών της.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Πρόκειται, σημειώνεται, για αδικήματα, η διάπραξης των οποίων είναι διαδεδομένη (βλ. Attorney-General v Ttofi
(1962)C.L.R. 225), γνώσης του Δικαστηρίου λόγω της καθημερινής λειτουργίας του («virtute officii», βλ. Attorney-General v Mavrokefalos
(1966)2 Α.Α.Δ. 93) και διαχείρισης υποθέσεων κατηγορούμενων, το κατηγορητήριο των οποίων περιλαμβάνει τα υπό αναφορά αδικήματα, στα οποία τελικώς καταδικάζονται. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Παγιαβλάς ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240: «Η ανάγκη για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου δικαιολογείται, όλως ιδιαίτερα, όπου συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που οριοθετεί και το πλαίσιο αντιμετώπισής τους.». Τα αδικήματα του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης, έχουν πλέον πάρει διαστάσεις που ανησυχούν ιδιαιτέρως, δεδομένο που καθιστά την ανάγκη αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου επιτακτική. Η έξαρσης αυτή στην διάπραξη τους, καθιστά βεβαίως το στοιχείο της αποτροπής, που στην προκείμενη περίπτωση έχει να διαδραματίσει τον δικό του ρόλο, εντονότερο στον καθορισμό της ποινής (βλ. Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 83, Ιωάννου ν Δημοκρατίας, κ. α.
(2003)2 Α.Α.Δ 171). Σε ότι αφορά τον παράγοντα της αποτροπής, ως προαναφέρθηκε, στην υπόθεση Πισκόπου ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342, το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του έντιμου Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, ως ήταν τότε, ανέφερε τα εξής: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μια έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος . και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας των εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.». · Ότι, σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα αδικήματα (της Υπόθεσης αυτής και των Υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψη), από τα γεγονότα, προκύπτουν τα ακόλουθα στοιχεία, που καθορίζουν το περιθώριο επιείκειας που το Δικαστήριο δύναται να εφαρμόσει στην περίπτωση της Κατηγορούμενης. Και αυτό, επειδή, όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, δεν εξαρτάται, αποκλειστικά, από το ανώτατο όριο ποινής, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε και τις συνέπειες του (βλ. Μιχαηλίδης v Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, Θεοφάνους ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 298/2018, 27/06/2019).: Η παράνομη δράση της Κατηγορουμένης -όταν αυτή ήταν σε ώριμη ηλικία, μεταξύ 35 και 37 ετών-, που ενεργούσε πάντοτε ελεύθερα, αυτόβουλα και μόνη, δεν εκδηλώθηκε κατά την διάρκεια ενός μεμονωμένου περιστατικού, και σε καμία περίπτωση παρορμητικά. Ήταν εκτεταμένη, είχε χρονική διάρκεια και ήταν, ως προκύπτει, σε ότι αφορούσε το κάθε περιστατικό ξεχωριστά, προσχεδιασμένη -και μάλιστα, σε σημαντικό βαθμό-, καθώς επίσης επίμονη, μεθοδική, θεατρική και σίγουρα, ευφάνταστη. Δρούσε, θα μπορούσε να λεχθεί, εξαπατώντας τα ανυποψίαστα θύματα της με ψευδείς παραστάσεις για να αποσπάσει από αυτούς χρήματα, κατ' επάγγελμα. Πρόθεσης της, εξ αρχής, ήταν, φαίνεται, η εξαπάτησης των θυμάτων της και η οικειοποίησης των χρημάτων τους, αδιαφορώντας παντελώς για την όποια άλλη επίπτωση, πέραν της οικονομικής απώλειας, είχαν οι πράξεις της στα πρόσωπα αυτά (π. χ. απώλεια εργασίας, ή διδακτορικού εξαμήνου). Πρόβαινε σε αλλεπάλληλες ψευδείς παραστάσεις προς τα θύματα της, και μεθοδικά, μέχρις ότου εξασφάλιζε από αυτούς χρήματα, με πρόθεση πάντοτε, ως προκύπτει από την δράση της -αλλεπάλληλες επισκέψεις, επικοινωνίες και ψευδείς παραστάσεις-, για περισσότερα χρήματα. Αφορούν, οι προαναφερόμενες Υποθέσεις, τριάντα-τέσσερα διαφορετικά περιστατικά παράνομης δράσης της Κατηγορούμενης, η οποία, πρέπει ασφαλώς να σημειωθεί, ήταν Παγκύπρια (σε Λευκωσία, Λεμεσό και Πάφο), -γεγονός ενδεικτικό του προαναφερόμενου σχεδιασμού και επιδιώξεως της-, που ζημίωσε είκοσι-τρία διαφορετικά πρόσωπα -κάποια από αυτά, μάλιστα, κατ' επανάληψη-, με συνολική λεία €159.479,38, που έλαβαν χώρα, εντός περιόδου δύο και πλέον περίπου χρόνων -μέσα στην χρονική περίοδο από τον μήνα Ιούλιο του έτους 2015 μέχρι και τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2017-, κάποια εκ των οποίων, μάλιστα, φαίνεται να διαπράχθηκαν σε πολύ σύντομα χρονικά διαστήματα μεταξύ τους, αν όχι και αυθημερόν. Ένα πολύ μικρό ποσό, από το προαναφερόμενο συνολικά αποσπασθέν, επιστράφηκε από την Κατηγορούμενη στα θύματα της. Συνεπώς, ο βαθμός της ενοχής της Κατηγορουμένης, κρίνεται υψηλός, ενώ, η ζημιά που προξένησε, πολύ μεγάλη -και δη, ιδιαίτερα σημαντική για τα θύματα της, πλείστα εκ των οποίων, ήταν μέτριας κοινωνικό-οικονομικής κατάστασης-. · Την έξαρση που παρατηρείται, ως προαναφέρθηκε, στην διάπραξη των αδικημάτων αυτών, γεγονός, που, σε συνδυασμό με την σοβαρότητα τους, ως προελέχθη, επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής στην Κατηγορούμενη. · Το γεγονός ότι, στην προσοχή του Δικαστηρίου, δεν ετέθη, η πρόθεσης, ή έστω, η διάθεσης της Κατηγορούμενης, αποζημίωσης των Παραπονουμένων, θυμάτων της εγκληματικής δράσης της, των προαναφερόμενων Υποθέσεων (βλ. Savva v Director of Social Insurance Services
(1980)2 Α.Α.Δ. 126, Θεοχάρους & Υιός Λτδ κ. α. ν Ορφανίδη κ. α. Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014 και 115/2014, 25/02/2016, Μελάς ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412, Pernell v Alan Carl Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Και τούτο, εφόσον, ως έχει προαναφερθεί, η αποσπασθείσα περιουσία, στο μεγαλύτερο μέρος της, δεν έχει επιστραφεί από την Κατηγορούμενη στους Παραπονούμενους (επιστράφηκε, μόνον, ποσό περί τις €24.000), ούτε και έχει ανευρεθεί από την Αστυνομία στην κατοχή της για να μπορεί να τους επιστραφεί. Όπως επίσης λαμβάνεται υπόψη του Δικαστηρίου, το πως δυνατόν να συσχετίζεται, η μη εκδήλωσης πρόθεσης ή διάθεσης από πλευράς της Κατηγορουμένης, αποζημίωσης των Παραπονουμένων, με τις οικονομικές της περιστάσεις και την, ως προκύπτει, αδυναμία της, ενδεχομένως, συμμόρφωσης με τέτοια διαταγή του Δικαστηρίου, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. · Ότι, η Κατηγορούμενη, δεν ήταν καθόλου συνεργάσιμη με την Αστυνομία. Δεν ομολόγησε την διάπραξη των αδικημάτων, ανακρινόμενη για αυτά, και μάλιστα, όπως παρατηρείται, παρά το γεγονός της γραπτής καταγγελίας της από την Αστυνομία, για κάποια από τα περιστατικά των προαναφερόμενων Υποθέσεων, και της προσωποκράτησης της από την Αστυνομία που προηγήθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου για σκοπούς που αφορούσαν την διερεύνηση τους, όταν αφέθηκε ελεύθερη μέχρι να της επιδοθεί κλήση για το κατηγορητήριο της από το Δικαστήριο, συνέχισε την εγκληματική της δράση, θα μπορούσε να λεχθεί, ακατάπαυστα (βλ. Geoffrey Michael John Pernell v Alan Carl Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Χαράλαμπος Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Stelios Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kyriacos Georghiou Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). · Το γεγονός, ότι, η καταδίκη της Κατηγορούμενης, ήταν το αποτέλεσμα της δικής της παραδοχής. Χωρίς, εντούτοις να παραβλέπεται, ότι, αυτή, ήρθε καθυστερημένα. Ειδικότερα, αν αναλογιστεί κανείς, ότι, το κατηγορητήριο της Κατηγορουμένης αυτής της Υπόθεσης, καταχωρήθηκε στις 24/11/2017 και η παραδοχή της στο κατηγορητήριο της καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 29/11/2019. Είναι δε, αξιοσημείωτο το γεγονός, ότι, η Κατηγορούμενη, ζήτησε και άλλαξε την απάντηση της στο κατηγορητήριο της, ως προαναφέρθηκε, από άρνηση ενοχής σε παραδοχή, στις 29/11/2019, μετά την καταδίκη της στην Υπόθεση με αρ. 764/2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στις 28/01/2019, για ομοειδή, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρεται στην συνέχεια, αδικήματα, και ότι, βασική της εισήγηση στα πλαίσια της διαδικασίας που προηγήθηκε για την ποινή της, ήταν ότι, η ποινή που θα της επιβληθεί στα πλαίσια της Υπόθεσης αυτής, πρέπει να είναι συντρέχουσα με την ποινή που της επιβλήθηκε από το Δικαστήριο στην Υπόθεση με αρ. 764/2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, την οποία εξακολουθεί να εκτίει. Υπό αυτές τις περιστάσεις, θα μπορούσε να λεχθεί, ότι, αν και η Κατηγορούμενη, παραδεχόμενη τα αδικήματα που διέπραξε, στο Δικαστήριο, μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης της, αναγνώρισε ότι έπραξε λανθασμένα, δήλωσε μετανιωμένη και απολογήθηκε για την διάπραξη τους, η τοποθέτησης της αυτή, ήταν περισσότερο λεκτική, παρά πραγματική, ή σε κάθε περίπτωση, περισσότερο υποκινούμενη από το σύνολο της ποινής φυλάκισης που θα εκτίσει, και λιγότερο υποκινούμενη από την ανάγκη της για απολογία για τις αποτρόπαιες πράξεις της (βλ. Λένος Γεωργίου Μυλωνά ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 384, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Σιδέρης Ισιδώρου ν G. M. Christofi Enterprises Ltd κ. α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60). Εκ του αποτελέσματος, φυσικά, το γεγονός της παραδοχής της, εξοικονομεί πολύτιμο δικαστικό χρόνο και δημόσιο χρήμα, σχετιζόμενο με την ακρόαση αυτών των Υποθέσεων, δικαιολογεί μετριασμό της ποινής της Κατηγορουμένης. Σε κάθε περίπτωση, λαμβάνω υπόψη μου, το σύνολο των περιστάσεων που αφορούν αυτές τις Υποθέσεις, για κάθε ένα από τα προαναφερόμενα περιστατικά, και πως αυτές μπορούν να συσχετιστούν με την απάντηση της Κατηγορούμενης στο κατηγορητήριο της (βλ. Michal Bukowski v Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 92, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Chucri Saliba v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 388), δεδομένης της μαρτυρίας εναντίον της (είδους και έκτασης), σε ότι αφορά τον βαθμό του μετριασμού που δικαιούνται λόγω της παραδοχής της. Ο βαθμός δυσκολίας απόδειξης της υπόθεσης του Κατήγορου εναντίον της, στην βάση των στοιχείων που μου παρουσιάστηκαν, θα ήταν, κατά την κρίση μου, χαμηλός. · Η Κατηγορούμενη, έχει ποινικό μητρώο (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Λεωνίδα Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Nicholas Stratos a. a. v Police V17 C.L.R. 73, Γεώργιος Χατζηνικολάου ν Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63). Βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη, στην Υπόθεση με αρ. 764/2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 28/01/2019, η οποία, αφορούσε, εννέα κατηγορίες για το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών / χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, και εννέα κατηγορίες για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, -τα ίδια, δηλαδή, ακριβώς, με αυτά των υπό κρίση Υποθέσεων- αδικήματα που διαπράχθηκαν εντός της χρονικής περιόδου μεταξύ της 01/05/2016 και 01/02/
- Της επιβλήθηκε, σε κάθε κατηγορία, ποινή φυλάκισης τριών χρόνων, όλες οι ποινές φυλάκισης της, διατάχθηκε να συντρέχουν, και η έκτισης της ποινής φυλάκισης της ξεκίνησε από 28/01/2019, με μείωση, λόγω της κράτησης της, προφανώς, ως υπόδικου στις Κεντρικές Φυλακές, από 04/05/
- Εντούτοις, για σκοπούς επιβολής ποινής, λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, μόνον καταδίκες ενός κατηγορουμένου, για αδικήματα που διαπράχθηκαν πριν από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος που αφορά η υπόθεση σε σχέση με την οποία το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, οι οποίες [καταδίκες], απαραιτήτως, λαμβάνουν χώρα («ολοκληρώνονται») πριν από την καταδίκη στην υπόθεση που το Δικαστήριο εξετάζει το ζήτημα της ποινής (βλ. Ιωάννου ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Τσιάκκα ν Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 282 και το σύγγραμμα του Τ. O' Maley, Sentencing, Law and Practise, στην σελίδα 189, στην παράγραφο 6-119). Στην προκείμενη περίπτωση, τα αδικήματα του κατηγορητηρίου αυτής της Υπόθεσης, διαπράχθηκαν εντός της χρονικής περιόδου μεταξύ του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2016 και του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2017, και με δεδομένο ότι τα αδικήματα που αφορούν την προηγούμενη καταδίκη της Κατηγορουμένης στην Υπόθεση με αρ. 764/2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ως προαναφέρθηκε, διαπράχθηκαν εντός της χρονικής περιόδου μεταξύ της 01/05/2016 και 01/02/2018, η Κατηγορούμενη, δεν μπορεί, για σκοπούς της ποινικής μεταχείρισης της από το Δικαστήριο για αυτή την Υπόθεση, να κριθεί με δεδομένο ότι δεν είναι λευκού ποινικού μητρώου. · Τις προσωπικές και οικονομικές περιστάσεις της Κατηγορουμένης, προς εξατομίκευση της ποινής της, στο βαθμό, που, σύμφωνα με την νομολογία, μπορούν να επηρεάσουν μετριαστικά την ποινή, έχοντας ως δεδομένα, ως προελέχθη, την σοβαρότητα των αδικημάτων, την έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη τους και την αναγκαιότητα πάταξης τους (βλ. Tibor Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Η Κατηγορούμενη, είναι ηλικίας 40 ετών, διαζευγμένη και μητέρα ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας περίπου 14 ετών, την επιμέλεια της οποίας έχει πλέον, λόγω της καταδίκης της και της επιβολής από το Δικαστήριο ποινής φυλάκισης, αναλάβει ο πρώην σύζυγος της. Προέρχεται από διασπασμένη, πολυμελή οικογένεια, μέτριας κοινωνικό-οικονομικής κατάστασης. Οι γονείς της, διέλυσαν τον γάμο τους, όταν αυτή ήταν στην ηλικία των δεκατεσσάρων ετών. Μετά από αυτό το γεγονός, την επιμέλεια, τόσο της ίδιας, όσο και των άλλων τριών αδελφιών της, ανέλαβε η μητέρα της, την οποία βοηθούσε η Κατηγορούμενη, για το εισόδημα του νοικοκυριού τους, από νεαρή ηλικία, εργαζόμενη ως πωλήτρια σε κατάστημα. Παρά ταύτα, η Κατηγορούμενη, είναι απόφοιτη ιδιωτικού σχολείου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και σπουδασμένη σε πανεπιστήμιο της Αμερικής στον κλάδο Τεχνικού Εργαστηρίων. · Αδικαιολόγητη καθυστέρησης στην δίωξη της Κατηγορούμενης από πλευράς Κατήγορου, δεν υπήρξε. Η καθυστέρησης, που παρατηρείται, από την διάπραξη των αδικημάτων αυτής της Υπόθεσης, μέχρι και την καταχώρηση του κατηγορητηρίου της στις 24/11/2017, οφείλεται, φαίνεται, στην ημερομηνία υποβολής των καταγγελιών των Παραπονουμένων στην Αστυνομία, μετά που παρήλθε κάποιος χρόνος για να συνειδητοποιήσουν την ανάγκη υποβολής τους προς την Αστυνομία. Αυτή όμως η καθυστέρηση, μερικών μηνών, δεν είναι ουσιαστική. Εντούτοις, η καθυστέρησης που σε κάθε υπόθεση υπάρχει, από την διάπραξη των αδικημάτων του κατηγορητηρίου της Κατηγορουμένης αυτής της Υπόθεσης, αλλά και των λοιπών Υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψη, μέχρι και σήμερα που της επιβάλλεται ποινή, -έστω και η δικαιολογημένη από πλευράς Κατήγορου καθυστέρησης-, δικαιολογεί κάποιο μετριασμό της ποινής της Κατηγορουμένης. [Η οποία όμως καθυστέρησης, πρέπει να επισημανθεί, από τα όσα στοιχεία βρίσκονται ενώπιον μου, δεν φανερώνεται να έχει επηρεάσει δυσμενώς την Κατηγορούμενη, στην προώθηση της όποιας θέσης της στις Υποθέσεις αυτές. Σε κάθε περίπτωση, τα πρακτικά της δίκης, φανερώνουν ότι, η Κατηγορούμενη, δεν ήταν αμέτοχη στην προκύψασα καθυστέρηση, δηλαδή, μεταξύ της καταχώρισης της υπόθεσης αυτής και της διεκπεραίωσης της σήμερα. Πολλές από τις αναβολές της προγραμματισμένης δίκης της υπόθεσης, ως διαπιστώνεται από τα πρακτικά της δίκης, προκλήθηκαν από την Κατηγορούμενη]. Στην υπόθεση Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 243, το Ανώτατο Δικαστήριο, σχετικά με το ζήτημα αυτό, ανέφερε τα εξής: «Είμαστε της άποψης ότι παρόλο που το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά ανάφερε ότι το θέμα αναστολής της ποινής είναι στη διακριτική του ευχέρεια και ότι πρόσωπα που δεν είναι λευκού ποινικού μητρώου στερούνται της δυνατότητας "για καλύτερη απαίτηση για αναστολή της ποινής", εντούτοις αν γνώριζε τα πραγματικά γεγονότα δυνατό να ανέστελλε την ποινή, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή ποινής και τούτο λόγω λάθους της εφεσίβλητης που αρχικά καταχώρησε άλλη υπόθεση χωρίς την απαιτούμενη συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα. Σημειώνουμε επίσης ότι στο μεταξύ οι προσωπικές συνθήκες του εφεσείοντος άλλαξαν ουσιωδώς υπέρ του. Μεσολάβησε η απεξάρτηση του από τα ναρκωτικά, η γέννηση τέταρτου παιδιού του πέραν των 3 ανήλικων παιδιών που είχε από προηγούμενο γάμο, και ήταν κοινώς αποδεκτό ότι προσέφερε βοήθεια στην αστυνομία για εξιχνίαση άλλων αδικημάτων που σχετίζονται με ναρκωτικά. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, αναφέρθηκε ότι η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή ποινής και ιδιαίτερα εκεί που στο μεταξύ υπήρχε μεταβολή στις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου, αποτελεί τέτοιο ουσιαστικό μετριαστικό παράγοντα που όχι μόνο μειώνει το την ποινή αλλά μπορεί να μετατρέψει και το είδος της. Πιο συγκεκριμένα αν κάτω από άλλες συνθήκες η ποινή φυλάκισης θα ήταν κατάλληλη, ενόψει του μεγάλου χρονικού διαστήματος αυτή μπορεί να μην ενδείκνυται πλέον. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά. (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617, 625-626.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ. α. (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 243 ανωτέρω, έγινε επισκόπηση της νομολογίας και των αρχών που διέπουν το ζήτημα: «Θεώρηση των εκκαλούμενων ποινών υπό το πρίσμα της σοβαρότητας και της φύσης των αδικημάτων δεν έχει παρά να οδηγήσει στο εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα ότι δεν αντιστοιχούν προς τη σοβαρότητά τους. Ωστόσο οι ποινές πρέπει να εξεταστούν υπό το φως της εισήγησης του κ. Χειμώνα ότι λόγω της πιο πάνω καθυστέρησης έχουν σημειωθεί μεταβολές στις οικογενειακές περιστάσεις των εφεσιβλήτων οι οποίες υπαγορεύουν την μη αύξηση της ποινής. Κατά το 1998 - έτος διάπραξης των αδικημάτων - οι εφεσίβλητοι είχαν μόνο 2 ανήλικα παιδιά ενώ σήμερα έχουν 4. Ποιες λοιπόν οι επιπτώσεις της καθυστέρησης στον καθορισμό της ποινής; Αρχίζουμε με την ανεξήγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της υπόθεσης. Αποτελεί πάγια πλέον θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώριση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Farfaros v. Republic
(1963)2 C.L.R. 36, Machi Ltd v. Social Insurance Officer
(1968)2 C.L.R. 305, Terlas v. Police
(1970)2 C.L.R. 30, Temenos v. Republic
(1984)2 C.L.R. 425, 429-30, Ioannou v. Police
(1985)2 C.L.R. 14, 31, Katsounis v. Police
(1988)2 C.L.R. 180). Στη M & M Loizou Ltd κ.α. ν. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 Α.Α.Δ. 717 (απόφαση Πική, Π.) υποδείχθηκε πως η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται σε φως η αξιόποινη πράξη του αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και αυτή τούτη τη δίκαιη δίκη. Στην παρούσα υπόθεση οι εκκαλούμενες ποινές έχουν επιβληθεί 40 μήνες μετά τη διάπραξη των αδικημάτων. Αυτός ο παράγων είναι μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Μάλιστα έχει νομολογηθεί ότι εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, 10, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, 361, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267, 271, Γενικός Εισαγγελάς κ.ά. ν. Πότση κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272). Στη Γεωργίου (πιο πάνω) το Εφετείο είχε να αποφασίσει κατά πόσο η περίπτωση ήταν κατάλληλη για μετατροπή της ποινής προστίμου σε ποινή φυλάκισης, που το πρωτόδικο δικαστήριο, λανθασμένα δεν επέβαλε στον εφεσίβλητο. Έκρινε ότι υπεισέρχεται προς εξέταση ο παράγων του χρόνου των 3 ½ ετών που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Με αναφορά στα νομολογηθέντα στις υποθέσεις Τέλλα και Αβρααμίδη (πιο πάνω) το Εφετείο - με απόφαση που δόθηκε από τον Κραμβή, Δ. - θεώρησε ότι "ο χρόνος που πέρασε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα σε συνάρτηση προς το μεταγενέστερο γεγονός του γάμου του εφεσίβλητου το οποίο, ως τυχαία απόρροια του διαρρεύσαντος χρόνου, συνεπάγεται μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του εφεσίβλητου, αποτελεί παράγοντα ο οποίος καθιστά ανεπιθύμητη την επιβολή ποινής φυλάκισης στον εφεσίβλητο σ' αυτό το στάδιο". Υπό τις περιστάσεις έκρινε πως δεν υπάρχει ο,τιδήποτε το απολύτως αναγκαίο που να καθιστά απαραίτητη την επέμβαση του Εφετείου για μετατροπή των ποινών που το πρωτόδικο δικαστήριο επέβαλε στον εφεσίβλητο. Στην παρούσα υπόθεση για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ευθύνονται οι ίδιοι οι εφεσίβλητοι και σε τέτοια περίπτωση οι τελευταίοι δεν μπορούν να την επικαλούνται ως ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Κουλλαπής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 273). Πρέπει στο σημείο αυτό να υποδείξουμε ότι η διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος αναφορικά με το χρόνο εκδίκασης των υποθέσεων αποτελεί πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου (Μιχάλης Μαγκάκης
(1990)1 Α.Α.Δ. 1068). Στην παρούσα υπόθεση το πρωτόδικο δικαστήριο έπρεπε να είχε λάβει πρόσφορα και δραστικά μέτρα για την απρόσκοπτη εκδίκαση της υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο όπως επιτάσσουν οι πρόνοιες του Συντάγματος. Παρά τη θέση της νομολογίας ως προς τις επιπτώσεις της καθυστέρησης όταν για αυτήν ευθύνεται ο κατηγορούμενος και τη θέση της ως προς την ευθύνη του δικαστηρίου για τη διεξαγωγή της μέσα σε εύλογο χρόνο παραμένει το γεγονός της επιβολής ποινής μετά την παρέλευση 40 μηνών από τη διάπραξη των αδικημάτων. Στην Αρέστη (πιο πάνω) ο Πικής, Π. υπέδειξε ότι: "Η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει της απόσταση που δημιουργείται, ως προς το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του." Το θέμα της καθυστέρησης εξετάζεται για να κριθεί αν η δίκη ήταν δίκαιη, όπως ορίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Ωστόσο ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Στην παρούσα υπόθεση η μεταβολή των συνθηκών των εφεσιβλήτων ήταν ιδιάζουσα. Έχουν στο μεταξύ αποκτήσει άλλα δύο παιδιά. Κρίνουμε, επομένως, πως ορθά λήφθηκε υπόψη η καθυστέρηση στο σύνολό της ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής και το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν λειτούργησε κάτω από εσφαλμένη καθοδήγηση στον καθορισμό της ποινής. Η επιείκεια η οποία έχει επιδειχθεί λόγω των προσωπικών περιστάσεων των εφεσιβλήτων δεν καθιστά την εκκαλούμενη ποινή καταφανώς ανεπαρκή έτσι ώστε να δικαιολογείται η επέμβασή μας για αύξησή της.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) προχωρώ στο να επιβάλω στην Κατηγορούμενη ποινή. 6. Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, εφαρμόζοντας την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής (δεδομένης και της καταδίκης της Κατηγορουμένης στην Υπόθεση με αρ. 764/2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και της ποινής φυλάκισης που της έχει επιβληθεί και την οποία στο παρόν στάδιο εκτίει), στην Κατηγορούμενη, επιβάλλω τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η Κατηγορία: 24 μήνες φυλάκιση Στην 2η Κατηγορία: 42 μήνες φυλάκιση Στην 3η Κατηγορία: 3 μήνες φυλάκιση Στην 4η Κατηγορία: 4 μήνες και 15 ημέρες φυλάκιση Στην 5η Κατηγορία: 2 μήνες φυλάκιση Στην 6η Κατηγορία: 4 μήνες φυλάκιση Στην 7η Κατηγορία: 5 μήνες και 15 ημέρες φυλάκιση Στην 8η Κατηγορία: 6 μήνες φυλάκιση Στην 9η Κατηγορία: 6 μήνες φυλάκιση Στην 10η Κατηγορία: 7 μήνες και 15 ημέρες φυλάκιση Στην 11η Κατηγορία: 9 μήνες φυλάκιση Στην 12η Κατηγορία: 10 μήνες και 15 ημέρες φυλάκιση Στην 13η Κατηγορία: 3 μήνες φυλάκιση Στην 14η Κατηγορία: 4 μήνες και 15 ημέρες φυλάκιση Όλες οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν (βλ. Αχιλλέως ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 331, Β.Ε.Κ. ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 228, Χατζιηκκος ν Αστυνομία, Ποινική Έφεση Αρ. 352/2018, 19/07/2019, Κατσιάρη ν Αστυνομία, Ποινική Έφεση Αρ. 163/2019, 20/12/2019). Κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 117
(2)του Κεφ.155, η ποινή φυλάκισης που επιβάλλω στην Κατηγορούμενη, θα έχει την μείωση που προνοεί το Άρθρο 117
(1)του Κεφ. 155, δεδομένου ότι η Κατηγορούμενη, τέλεσε υπό κράτηση σε ότι αφορά αυτή την υπόθεση, για περίοδο από 27/01/2020 μέχρι και σήμερα. Περαιτέρω, τηρουμένων των διατάξεων του Άρθρου 117
(2)του Κεφ. 155, η ποινή της Κατηγορουμένης, θα είναι συντρέχουσα της ποινής φυλάκισης που της έχει επιβληθεί στην Υπόθεση με αρ. 764/2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στις 28/01/2019 (βλ. Κατσιάρη ν Αστυνομία, Ποινική Έφεση Αρ. 163/2019, 20/12/2019, ανωτέρω). Αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που αγγίζουν το ζήτημα της ποινής κατηγορουμένου για ομοειδή αδικήματα με αυτά του κατηγορητηρίου της Κατηγορούμενης αυτής της υπόθεσης, είναι μόνον ενδεικτικές της ποινικής μεταχείρισης που ένας κατηγορούμενος μπορεί να τύχει από το Δικαστήριο, καθότι, «ουδέποτε υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων.». Αυτό, αναφέρθηκε από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, ο οποίος έδωσε την ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ναζίπ ν Αστυνομίας
(2014)2Β Α.Α.Δ 808. Όπως επεσήμανε ο έντιμος, Δ. Α. Δ. εν προκειμένω, «εκείνο στο οποίο βοηθά η προηγούμενη νομολογία, είναι στο πλαίσιο ανάδειξης εκείνου του μέτρου που ακολουθείται σε διάφορες υποθέσεις, ώστε να εξετάζεται σφαιρικά και η ποινή που θα επιβληθεί στη συγκεκριμένη υπόθεση που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου.». Τέτοιες, σε ότι αφορά την υπόθεση αυτή, είναι οι ακόλουθες αποφάσεις: Κατσιάρη ν Αστυνομία, Ποινική Έφεση Αρ. 163/2019, 20/12/2019, Θεοφάνους ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 298/2018, 27/06/2019, Δρουσιώτης ν Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 505, Καρανίκκη ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 118, Ζένιου κ. α. ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 65, Schadow v Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 168, Nehme v Police
(1987)2 Α.Α.Δ. 242, Zacharia v Police
(1986)2 A.A.Δ. 225, Christodoulou v Police
(1985)2 Α.Α.Δ. 93, Angelodemou v Police
(1982)2 A.A.Δ. 42, Kefalos v Police
(1978)2 C.L.R. 25, Christou v Police
(1968)2 A.A.Δ. 96, Fida v Police
(1967)2 A.A.Δ. 242, Michaelides v Republic
(1965)2 A.A.Δ.
- Επισημαίνοντας εδώ και το εξής, που αφορά την ανάγκη, η ποινή που θα επιβαλλόταν στην Κατηγορούμενη, να είναι ανάλογη της συνολικής εγκληματικής συμπεριφοράς της. Όπως δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Gheorghe v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 824 «Η αναλογικότητα στην ποινή συναρτάται όχι μόνο σε σχέση με άλλες παρόμοιες υποθέσεις, αλλά και με τη σοβαρότητα των επί μέρους κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο δράστης. Όπως υπέδειξε το Κακουργιοδικείο στο σκεπτικό του, η δράση των τριών εφεσειόντων, περιλαμβανομένου και του εφεσείοντος στην Ποινική Έφεση αρ. 20/2013, ήταν εκτεταμένη τόσο σε χρονική διάρκεια, όσο και στο ύψος των κλαπέντων αντικειμένων από τα οποία ελάχιστο μέρος μόνο έχει ανευρεθεί. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να απομονωθεί η κατηγορία υπ' αρ. 185 που αντιμετώπισε ο εφεσείων στην Ποινική Έφεση αρ. 20/2013, αλλά πρέπει να ενταχθεί και αυτή στο σύνολο των κατηγοριών, της όλης εγκληματικής συμπεριφοράς και των τριών εφεσειόντων και τις συνέπειες που επέφερε η όλη εγκληματική δράση.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Βλ. επίσης, Hussein v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 252/2018, 31/05/
- Στην περίπτωσή της Κατηγορούμενης, δεν συντρέχουν, κρίνω, παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να ληφθούν υπόψη, ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που της έχει επιβληθεί. Απόφαση στην οποία καταλήγω, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων τέλεσης των αδικημάτων και τις προσωπικές συνθήκες της Κατηγορουμένης, οι οποίες, θεωρώ, ότι δεν είναι ικανές να δικαιολογήσουν μία τέτοια απόφαση, επειδή, τέτοια απόφασης, δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως, ιδιαιτέρως αφής στιγμής βρίσκονται σε έξαρση και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σε ότι αφορά τις συνέπειες από την διάπραξη τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017, L.C.A. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 17/03/2015, Συμιλλίδης ν Νικολάου
(2013)2 Α.Α.Δ. 444, Κυπριανού ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 28/2014, 24/02/2014, Ιωσήφ ν Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Ποινική Έφεση Αρ. 148/2014 (Σχ. με 149/2014), 25/07/2014, Αριστοδήμου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 121/17, 21/09/2017, ΣΠΕ Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ ν Δράκου, Πoινική Έφεση αρ.129/2015, 15/11/2017, Χαλκιά ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 240/2016, 17/03/2017).
- Το Ανώτατο Δικαστήριο, έχει σε πάρα πολλές αποφάσεις του, τονίσει ότι, δεν ενδείκνυται η αναστολή της ποινής φυλάκισης, όταν το αδίκημα ή τα αδικήματα που αφορά ή αφορούν την υπόθεση, βρίσκεται ή βρίσκονται σε έξαρση και η τιμωρία ενός συγκεκριμένου παραβάτη, είναι επιπρόσθετα το μέσο, να αποτραπούν άλλοι πιθανοί παραβάτες από την διάπραξη του/τους, διότι, η προστασία του δημοσίου συμφέροντος είναι υπεράνω των οποιονδήποτε προσωπικών περιστάσεων του (βλ. Σ. Π. Ε. Λακατάμιας-Δευτερας Λτδ. ν Δράκου, Πoινική Έφεση Αρ.129/2015, 15/11/2017). Η προκείμενη, είναι μια τέτοια περίπτωση. Οι παράγοντες που προαναφέρθηκαν κατά την επιλογή του είδους της ποινής της Κατηγορουμένης και την επιμέτρηση της, επανεξεταζόμενοι για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που της έχει μόλις επιβληθεί, μέσα από το σύνολο των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης και τις προσωπικές της περιστάσεις, δικαιολογούν, κατά την κρίση μου, την προαναφερόμενη απόφαση μου. Η ποινή φυλάκισης που η Κατηγορούμενη συνολικά θα εκτίσει, θεωρώ ότι αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε και εξυπηρετεί ταυτοχρόνως και τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Αυτό δεν θα εξυπηρετείτο, αν αυτή η ποινή της Κατηγορουμένης, αναστελλόταν.
- Λήφθηκαν υπόψη, για σκοπούς της ποινικής μεταχείρισης της Κατηγορουμένης από το Δικαστήριο σε αυτή την υπόθεση, οι ακόλουθες Υποθέσεις: (α) Υπόθεση με αρ. 19417/2016 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, (β) Υπόθεση με αρ. 24982/2016 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, και (γ) Υπόθεση με αρ. 4321/2016 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου.
- €90 έξοδα διαδικασίας στην υπόθεση αυτή, να καταβληθούν από την Δημοκρατία. €25 έξοδα διαδικασίας στην Υπόθεση με αρ. 19417/2016 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, να καταβληθούν από την Δημοκρατία. €140 έξοδα διαδικασίας στην Υπόθεση με αρ. 24982/2016 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, να καταβληθούν από την Δημοκρατία.
- Τα τεκμήρια σε όλες τις προαναφερόμενες Υποθέσεις να τύχουν διαχείρισης σύμφωνα με τον Νόμο και τις σχετικές με το ζήτημα Αστυνομικές Διατάξεις. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο