← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΛΟΥΚΑ, Υπόθεση υπ' αρ.: 14838/2016, 26/2/2020

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΛΟΥΚΑ, Υπόθεση υπ' αρ.: 14838/2016, 26/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B225 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 14838/2016 Κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορο - εναντίον - XXXXX ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΛΟΥΚΑ Κατηγορουμένης ---------- Ημερομηνία: 26/02/

  1. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο : κα Α. Σιαπανή. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Δ. Νικολετόπουλος. Κατηγορούμενη, Παρούσα. ---------- ΠΟΙΝΗ
  2. Στην υπόθεση αυτή, η Κατηγορούμενη, μετά από ακροαματική διαδικασία, κρίθηκε ένοχη και καταδικάστηκε, στην κατηγορία με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, που της προσάχθηκε από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας (στο εξής καλούμενος «ο Κατήγορος»), που αφορά: · Το αδίκημα της δημόσιας βλάβης, κατά παράβαση του Άρθρου 115 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154»); Και,
  3. Η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο καταδικάστηκε η Κατηγορούμενη, διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Σημείο αναφοράς αποτελεί πάντοτε η προβλεπόμενη από τον νόμο μέγιστη ποινή (βλ. Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας

(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Αυτή, αποτελεί την βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, για το αδίκημα στο οποίο η Κατηγορούμενη έχει καταδικαστεί, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρεται στην συνέχεια, προβλέπεται ποινή φυλάκισης [ή και ποινή φυλάκισης]. Ποινή [η ποινή φυλάκισης], που, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιβολής ποινής, πρέπει να επιβάλλεται, μόνον όταν η φύση του αδικήματος και οι συνθήκες και ένταση στην διάπραξή του, σε συνάρτηση με τα ελαφρυντικά του αδικοπραγούντος, την καθιστούν ως την καταλληλότερη ποινή. Τέτοια ποινή, επισημαίνεται, επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις, που, οποιαδήποτε άλλη, κρίνεται ακατάλληλη (βλ. Θεοχάρους ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Yeats v Constantin
(2000)2 Α.Α.Δ. 320, Κοσασβίλη ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 606). Δηλαδή, μόνο στις περιπτώσεις όπου κρίνεται απολύτως απαραίτητο και για περίοδο όχι περισσότερη από ότι υπό τις περιστάσεις είναι αναγκαίο. Όπως έχει αναφερθεί από τον Αρχιδικαστή Lane στην απόφαση του στην υπόθεση Bibi [1980] 1 WLR 1193: «. τα Δικαστήρια πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεχτικά να εξετάζουν την κάθε περίπτωση προς τον σκοπό διασφάλισης, στην περίπτωση που άμεση ποινή φυλάκισης είναι απαραίτητη, ότι η ποινή είναι όσο το δυνατόν μικρότερη και σύμφωνη μόνο με το καθήκον του Δικαστηρίου για προάσπιση των συμφερόντων της κοινωνίας και της αποτροπής του εγκληματία.» (βλ. επίσης στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1824, στην παράγραφο Ε.1.11). Η ανώτατη ποινή, επισημαίνεται, που μπορεί, σύμφωνα με τον νόμο, να επιβληθεί από το Δικαστήριο, για συγκεκριμένο αδίκημα, επιβάλλεται, μόνον στις περιπτώσεις όπου: (α) η φύση του αδικήματος είναι τέτοια, ώστε, να επιβάλλει εξαιρετικά μέτρα αποτροπής χάριν της προστασίας της κοινωνίας, (β) όταν από το σύνολο των περιστάσεων, ο καταδικασθείς, φαίνεται, κατά λογική πρόβλεψη, ότι θα συνιστά σοβαρό κίνδυνο για το κοινό, για ακαθόριστο χρόνο, και (γ) ότι, κάθε ελπίδα αναμόρφωσης του, ακριβώς προς προστασία της κοινωνίας από αυτόν και επανένταξης του σε αυτήν ως νομοταγές μέλος, έχει εκλείψει, από την άποψη ότι, το μητρώο του, τον αποκαλύπτει ως αδιόρθωτο, κατ' εξακολούθηση εγκληματία (βλ. Pernell v Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Προκύπτει συνεπώς από την νομολογία, ότι, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, πρέπει να επιφυλάσσεται για τα σοβαρότερα παραδείγματα του συγκεκριμένου αδικήματος. Σύμφωνα με τον Δικαστή Lawton (βλ. Ambler
(1975)CSP A1-4C01), κατά την εξέταση του κατά πόσο ένα αδίκημα είναι από τα χειρότερα παραδείγματα του είδους του, το Δικαστήριο, πρέπει να λαμβάνει υπόψη του, το φάσμα των περιπτώσεων που πράγματι αντιμετωπίζονται στην πράξη και να αναρωτιέται, εάν η συγκεκριμένη περίπτωση που αντιμετωπίζει, εμπίπτει εντός του ευρύτερου πεδίου του φάσματος αυτού. Το Δικαστήριο, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να χρησιμοποιεί την φαντασία του προς τον σκοπό δημιουργίας, «απίθανων, χειρότερων πιθανών περιπτώσεων», για να καταλήξει διαφορετικά (βλ. επίσης, Bright [2008] 2 Cr App R (S) 578). Εντούτοις, ακόμη και στις πιο σοβαρές των περιπτώσεων, το πρόσωπο του παραβάτη και πάλι δεν παραβλέπεται. Ο αδικοπραγήσας, όταν υπάρχουν στοιχεία μετριαστικά που το δικαιολογούν, δικαιούται έκπτωση της ποινής του, ανάλογη πάντοτε της σοβαρότητας του αδικήματος. Όπως υποστηρίζεται από τους συγγραφείς του Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1833, στην παράγραφο Ε.1.17, με παραπομπή στις αποφάσεις του Αγγλικού Εφετείου στις υποθέσεις Carroll
(1995)16 Cr App R (S) 488, Greene
(1993)14 Cr App R (S) 682 και Barnes
(1983)5 Cr App R (S) 368, γενικά, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, δεν πρέπει να επιβάλλεται, στις περιπτώσεις όπου η καταδίκη ήταν το αποτέλεσμα παραδοχής του κατηγορουμένου ότι διέπραξε το αδίκημα (βλ. επίσης, Pinto [2006] 2 Cr App R (S) 579).
  1. Είναι, συνεπώς, ένεκα των προαναφερόμενων αρχών, αναγκαίο να αναφερθεί, ποια είναι η προνοούμενη από τον Νόμο, μέγιστη ποινή, για το προαναφερόμενο αδίκημα: · Σύμφωνα με το Άρθρο 115 του Κεφ. 154, το αδίκημα της δημόσιας βλάβης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και ενός χρόνου ή με χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τα €1.
  2. Έχοντας υπόψη τις ποινές που προβλέπει ο Νόμος και αφορούν το αδίκημα της υπόθεσης αυτής, την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που τα της ποινής, και ειδικότερα την ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής της Κατηγορουμένης από το Δικαστήριο, αλλά και το καθήκον του Δικαστηρίου, πρόσδοσης αποτελεσματικότητας στον Νόμο και στον χαρακτήρα της ποινής, προς προστασία των νομοταγών πολιτών και του κοινωνικού συνόλου (βλ. Ιωάννου ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171), όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και της Κατηγορουμένης και το κάθε τι ελέχθη από πλευράς της προς μετριασμό της ποινής της, και ιδιαίτερα: · Τη σοβαρότητα του αδικήματος, όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από τις προνοούμενες από τον Νόμο ποινές, με σημείο αναφοράς, ως προαναφέρθηκε, το μέγιστο της προβλεπόμενης στον Νόμο ποινής. Η εγγενής σοβαρότητα του αδικήματος της δημόσιας βλάβης, αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Γρηγορίου ν Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 688, όπου, με αναφορά και στην προγενέστερα, για το ίδιο ζήτημα, απόφαση του, στην υπόθεση Riley v Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 335, δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Γ. Κωνσταντινίδη, αναφέρθηκαν τα εξής: «Το αδίκημα είναι πράγματι σοβαρό. Αποσπά την προσοχή των Αρχών από τα σοβαρά τους καθήκοντα, εκθέτει σε κίνδυνο αθώους και, σε τελική ανάλυση, δεν είναι ασύνδετο προς τους ευρύτερους μηχανισμούς που απολήγουν στην απονομή της δικαιοσύνης. ...». Σκεπτικό, που επαναβεβαιώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Παναγή ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ, 2/2016, 28/03/2018. Όπως, δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Τ. Θ. Οικονόμου, αναφέρθηκε: «. Το αδίκημα . δεν στερείται σοβαρότητας. Αντίθετα, κατατασσόμενο από τον Ποινικό Κώδικα στα Ποινικά αδικήματα κατά της Απονομή Δικαιοσύνης, ενέχει όχι μόνο το στοιχείο της ανέντιμης συμπεριφοράς, αλλά, έτι περαιτέρω, της ανεπίτρεπτης επιβάρυνσης του έργου της αστυνομίας για διερεύνηση του εγκλήματος με προβολή μιας ψευδούς καταγγελίας, ώστε να προκαλείται δημόσια βλάβη. .». · Πρόκειται, σημειώνεται, για αδίκημα, η διάπραξης του οποίου, στο παρόν τουλάχιστον χρονικά στάδιο, δεν είναι διαδεδομένη (βλ. Attorney-General v Ttofi
(1962)C.L.R. 225), γνώσης του Δικαστηρίου λόγω της καθημερινής λειτουργίας του («virtute officii», βλ. Attorney-General v Mavrokefalos
(1966)2 Α.Α.Δ. 93) και διαχείρισης υποθέσεων κατηγορούμενων, το κατηγορητήριο των οποίων, δεν περιλαμβάνει συχνά το υπό αναφορά αδίκημα. Εντούτοις, η εγγενής σοβαρότητα ενός αδικήματος, ακόμη και όταν πρόκειται για αδίκημα που δεν βρίσκεται σε έξαρση, ή που δεν διαπράττεται με ιδιαίτερη συχνότητα, σύμφωνα με την νομολογία, δικαιολογεί και πάλι αυστηρή αντιμετώπιση του παραβάτη, μέσω της ποινής, για σκοπούς [ειδικότερα] γενικής αποτροπής (βλ. Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39, Cristinel v Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 742). Συνεπώς, η εγγενής σοβαρότητα του αδικήματος, καθιστά το στοιχείο της αποτροπής, σημαίνουσας σημασίας στον καθορισμό της ποινής (βλ. Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 83, Ιωάννου ν Δημοκρατίας, κ. α.
(2003)2 Α.Α.Δ 171). Σε ότι αφορά τον παράγοντα της αποτροπής, ως προαναφέρθηκε, στην υπόθεση Πισκόπου ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342, το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του έντιμου Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, ως ήταν τότε, ανέφερε τα εξής: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μια έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος . και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας των εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.». · Τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος, ως αυτές φαίνονται μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, της απόφασης του καταδίκης της Κατηγορουμένης. Και αυτό, επειδή, όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, δεν εξαρτάται, αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε και τις συνέπειες του (βλ. Μιχαηλίδης v Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, Θεοφάνους ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 298/2018, 27/06/2019). · Η Κατηγορούμενη, δεν ήταν συνεργάσιμη με την Αστυνομία, γεγονός που ως αναφέρθηκε και από τους Αστυφύλακες που κατέθεσαν ως μάρτυρες κατηγορίας κατά την ακρόαση της υπόθεσης, δε διευκόλυνε την εξιχνίαση του αδικήματος του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης (βλ. Geoffrey Michael John Pernell v Alan Carl Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Χαράλαμπος Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Stelios Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kyriacos Georghiou Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σουτζιής ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 424, η συνεργασία ενός κατηγορουμένου με την Αστυνομία και η παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία και αποτελούν σημαντικό παράγοντα μετριασμού της ποινής του κατηγορουμένου, αναλόγως του χρόνου και σταδίου που αυτή εκδηλώνεται, σε σχέση με την Αστυνομική διερεύνηση, και δη της υπάρχουσας, κατά τον ουσιώδη χρόνο, μαρτυρίας εναντίον του. Η μεταμέλεια, σημειώνεται, -που, όταν αποδεικνύεται έμπρακτα, είναι ουσιαστικότερο μετριαστικό στοιχείο στα της ποινής-, δεν πρέπει να είναι υποκινούμενη από τις περιστάσεις, αλλά ελεύθερη, λόγω συνειδήσεως του κατηγορουμένου της σοβαρότητας του «λάθους» του: «Όσον αφορά τον ισχυρισμό του για συνεργασία με την Αστυνομία και παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι πράγματι στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη προς μετριασμό της ποινής και το πρωτόδικο Δικαστήριο τα θεώρησε ως τέτοια. Δεν μπορούμε όμως να μην παρατηρήσουμε πως η συνεργασία του με την Αστυνομία έγινε μετά που συνελήφθηκε και είχε ήδη αποκαλυφθεί η διάπραξη ορισμένων από τα αδικήματα, για τα οποία τελικά καταδικάστηκε. Η συνεργασία με τις αστυνομικές αρχές και η παραδοχή είναι έτσι ήσσονος σημασίας μετά τη σύλληψη και την ύπαρξη ήδη μαρτυρίας εναντίον του εφεσείοντα για ενοχή σε υπό εξέταση αδικήματα (δέστε και Ghafari v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442).». Στην υπόθεση Attorney-General v Trattou
(1978)2 C.L.R. 69, αναφέρθηκαν εν προκειμένω τα εξής: «This Court has always taken the view . that it should show the proper, in the circumstances, leniency to persons who after they have committed a crime have confessed immediately and helped in its investigation, for the purpose, too, of enabling the police to trace any accomplices. .». Βλ. επίσης, Μιχαήλ ν Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 216, Dirazo ν Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Nicola v Police
(1980)2 Α.Α.Δ. 202,
(1980)2 C.L.R. 202, Theodorou v Police
(1979)2 Α.Α.Δ. 191, Philippou a. a. v Republic
(1976)7 J.S.C. 1157. Στην προκείμενη περίπτωση, ούτε μετάνοια αμέσως υπήρξε της Κατηγορούμενης, ούτε συνεργασία της με την Αστυνομία. · Το γεγονός, ότι, η καταδίκη της Κατηγορούμενης, δεν ήταν το αποτέλεσμα της δικής της παραδοχής, αλλά απόφασης του Δικαστηρίου μετά από ακρόαση της, αποστερεί από την Κατηγορούμενη το μετριασμό που θα δικαιούταν σε αντίθετη περίπτωση. Όπως, αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ανδρέου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 163/2015, 11/07/2016: «Όλα αυτά βέβαια δεν θα είχαν πραγματική υπόσταση χωρίς την μεταμέλεια που ευθύς εξαρχής έδειξε ο εφεσείων τόσο στη συνεργασία του με την Αστυνομία όσο και με την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν θα διστάσουμε να επαναλάβουμε ότι η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να "μεταφερθεί" στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι' αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής.». Καθώς επίσης και το γεγονός, ότι, η Κατηγορούμενη, ούτε και εκ των υστέρων -αν και στα δικαιώματα της-, έστω και μετά την καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου, δεν παραδέχθηκε το αδίκημα που διέπραξε. Eνέμεινε στην άρνηση του λανθασμένου της πράξης της και δυστυχώς, παρουσιάστηκε εντελώς αμετανόητη για τις ενέργειες της. Δεν υπήρξε καμία απολογία από πλευράς της. Βλ. Λένος Γεωργίου Μυλωνά ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 384, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Σιδέρης Ισιδώρου ν G. M. Christofi Enterprises Ltd κ. α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60. · Ότι, η Κατηγορούμενη, στην ηλικία των 48 ετών, είναι λευκού ποινικού μητρώου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Λεωνίδα Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Nicholas Stratos a. a. v Police V17 C.L.R. 73, Γεώργιος Χατζηνικολάου ν Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63), διαζευγμένη, άνεργη, συγκάτοικος της υπερήλικης μητέρας της η οποία αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και την φροντίζει, και μητέρα ενός ενήλικου παιδιού, μίας θυγατέρας, από την οποία, εξαιτίας των γεγονότων και αυτής της υπόθεσης, έχει αποξενωθεί. Το διαζύγιο της Κατηγορουμένης από τον πρώην σύζυγο της, ήταν η απαρχή μίας τραγικής κατάστασης, όπου μία μητέρα έχει να μιλήσει με το μοναδικό της παιδί, χρόνια τώρα, εξαιτίας ενός σπιτιού, της πρώην συζυγικής/οικογενειακής οικίας, νομική και πραγματική κατοχή του οποίου έχει πλέον το παιδί, γεγονός που η μητέρα το αμφισβητεί. Στην προσπάθεια της αυτή, η Κατηγορούμενη, λυπηρό όσο και αν είναι, διέπραξε και το αδίκημα της υπόθεσης αυτής. Η Κατηγορούμενη, κατά την ανόμωτη κατάθεση της κατά την ακρόαση της υπόθεσης, αναφέρθηκε στην «πικρία» που νοιώθει λόγω των σχέσεων της με την θυγατέρα της. Αυτά τα συναισθήματα, θα έλεγα, αποτελούν και την μεγαλύτερη τιμωρία της. Όταν το Δικαστήριο, έχει ενώπιον του έναν άνθρωπο, [μάλιστα κάποιας ηλικίας], χωρίς προηγούμενο, πράγμα που δείχνει ότι σε ολόκληρη την ζωή του είχε σεβασμό προς τον Νόμο, καλού κατά τα άλλα χαρακτήρα, με άμεμπτη προηγούμενη διαγωγή, δικαιολογείται να τον αντιμετωπίσει με επιείκεια (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Λουκά
(1992)2 Α.Α.Δ. 241). Οι προσωπικές και οικονομικές περιστάσεις της Κατηγορουμένης, βεβαίως, λαμβάνονται υπόψη στο βαθμό, που, σύμφωνα με την νομολογία, μπορούν να επηρεάσουν μετριαστικά την ποινή, έχοντας ως δεδομένο, ως προελέχθη, την σοβαρότητα του αδικήματος (βλ. Tibor Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). · Την καθυστέρηση που υπάρχει, από την διάπραξη του αδικήματος του κατηγορητηρίου της Κατηγορουμένης, μέχρι και σήμερα που της επιβάλλεται ποινή. Η οποία όμως καθυστέρησης, από τα όσα στοιχεία βρίσκονται ενώπιον μου, δεν φανερώνεται να έχει επηρεάσει δυσμενώς την Κατηγορούμενη, στην προώθηση της όποιας θέσης της στην υπόθεση αυτή. Λόγω του διαρρεύσαντος χρόνου, δηλαδή, αυτής της καθυστέρησης, η Κατηγορούμενη δικαιούται μετριασμό της ποινής της. Στην υπόθεση Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 243, το Ανώτατο Δικαστήριο, σχετικά με το ζήτημα αυτό, ανέφερε τα εξής: «Είμαστε της άποψης ότι παρόλο που το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά ανάφερε ότι το θέμα αναστολής της ποινής είναι στη διακριτική του ευχέρεια και ότι πρόσωπα που δεν είναι λευκού ποινικού μητρώου στερούνται της δυνατότητας "για καλύτερη απαίτηση για αναστολή της ποινής", εντούτοις αν γνώριζε τα πραγματικά γεγονότα δυνατό να ανέστελλε την ποινή, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή ποινής και τούτο λόγω λάθους της εφεσίβλητης που αρχικά καταχώρησε άλλη υπόθεση χωρίς την απαιτούμενη συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα. Σημειώνουμε επίσης ότι στο μεταξύ οι προσωπικές συνθήκες του εφεσείοντος άλλαξαν ουσιωδώς υπέρ του. Μεσολάβησε η απεξάρτηση του από τα ναρκωτικά, η γέννηση τέταρτου παιδιού του πέραν των 3 ανήλικων παιδιών που είχε από προηγούμενο γάμο, και ήταν κοινώς αποδεκτό ότι προσέφερε βοήθεια στην αστυνομία για εξιχνίαση άλλων αδικημάτων που σχετίζονται με ναρκωτικά. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, αναφέρθηκε ότι η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή ποινής και ιδιαίτερα εκεί που στο μεταξύ υπήρχε μεταβολή στις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου, αποτελεί τέτοιο ουσιαστικό μετριαστικό παράγοντα που όχι μόνο μειώνει το την ποινή αλλά μπορεί να μετατρέψει και το είδος της. Πιο συγκεκριμένα αν κάτω από άλλες συνθήκες η ποινή φυλάκισης θα ήταν κατάλληλη, ενόψει του μεγάλου χρονικού διαστήματος αυτή μπορεί να μην ενδείκνυται πλέον. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά. (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617, 625-626.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ. α. (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 243 ανωτέρω, έγινε επισκόπηση της νομολογίας και των αρχών που διέπουν το ζήτημα: «Θεώρηση των εκκαλούμενων ποινών υπό το πρίσμα της σοβαρότητας και της φύσης των αδικημάτων δεν έχει παρά να οδηγήσει στο εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα ότι δεν αντιστοιχούν προς τη σοβαρότητά τους. Ωστόσο οι ποινές πρέπει να εξεταστούν υπό το φως της εισήγησης του κ. Χειμώνα ότι λόγω της πιο πάνω καθυστέρησης έχουν σημειωθεί μεταβολές στις οικογενειακές περιστάσεις των εφεσιβλήτων οι οποίες υπαγορεύουν την μη αύξηση της ποινής. Κατά το 1998 - έτος διάπραξης των αδικημάτων - οι εφεσίβλητοι είχαν μόνο 2 ανήλικα παιδιά ενώ σήμερα έχουν 4. Ποιες λοιπόν οι επιπτώσεις της καθυστέρησης στον καθορισμό της ποινής; Αρχίζουμε με την ανεξήγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της υπόθεσης. Αποτελεί πάγια πλέον θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώριση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Farfaros v. Republic
(1963)2 C.L.R. 36, Machi Ltd v. Social Insurance Officer
(1968)2 C.L.R. 305, Terlas v. Police
(1970)2 C.L.R. 30, Temenos v. Republic
(1984)2 C.L.R. 425, 429-30, Ioannou v. Police
(1985)2 C.L.R. 14, 31, Katsounis v. Police
(1988)2 C.L.R. 180). Στη M & M Loizou Ltd κ.α. ν. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 Α.Α.Δ. 717 (απόφαση Πική, Π.) υποδείχθηκε πως η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται σε φως η αξιόποινη πράξη του αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και αυτή τούτη τη δίκαιη δίκη. Στην παρούσα υπόθεση οι εκκαλούμενες ποινές έχουν επιβληθεί 40 μήνες μετά τη διάπραξη των αδικημάτων. Αυτός ο παράγων είναι μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Μάλιστα έχει νομολογηθεί ότι εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, 10, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, 361, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267, 271, Γενικός Εισαγγελάς κ.ά. ν. Πότση κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272). Στη Γεωργίου (πιο πάνω) το Εφετείο είχε να αποφασίσει κατά πόσο η περίπτωση ήταν κατάλληλη για μετατροπή της ποινής προστίμου σε ποινή φυλάκισης, που το πρωτόδικο δικαστήριο, λανθασμένα δεν επέβαλε στον εφεσίβλητο. Έκρινε ότι υπεισέρχεται προς εξέταση ο παράγων του χρόνου των 3 ½ ετών που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Με αναφορά στα νομολογηθέντα στις υποθέσεις Τέλλα και Αβρααμίδη (πιο πάνω) το Εφετείο - με απόφαση που δόθηκε από τον Κραμβή, Δ. - θεώρησε ότι "ο χρόνος που πέρασε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα σε συνάρτηση προς το μεταγενέστερο γεγονός του γάμου του εφεσίβλητου το οποίο, ως τυχαία απόρροια του διαρρεύσαντος χρόνου, συνεπάγεται μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του εφεσίβλητου, αποτελεί παράγοντα ο οποίος καθιστά ανεπιθύμητη την επιβολή ποινής φυλάκισης στον εφεσίβλητο σ' αυτό το στάδιο". Υπό τις περιστάσεις έκρινε πως δεν υπάρχει ο,τιδήποτε το απολύτως αναγκαίο που να καθιστά απαραίτητη την επέμβαση του Εφετείου για μετατροπή των ποινών που το πρωτόδικο δικαστήριο επέβαλε στον εφεσίβλητο. Στην παρούσα υπόθεση για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ευθύνονται οι ίδιοι οι εφεσίβλητοι και σε τέτοια περίπτωση οι τελευταίοι δεν μπορούν να την επικαλούνται ως ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Κουλλαπής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 273). Πρέπει στο σημείο αυτό να υποδείξουμε ότι η διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος αναφορικά με το χρόνο εκδίκασης των υποθέσεων αποτελεί πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου (Μιχάλης Μαγκάκης
(1990)1 Α.Α.Δ. 1068). Στην παρούσα υπόθεση το πρωτόδικο δικαστήριο έπρεπε να είχε λάβει πρόσφορα και δραστικά μέτρα για την απρόσκοπτη εκδίκαση της υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο όπως επιτάσσουν οι πρόνοιες του Συντάγματος. Παρά τη θέση της νομολογίας ως προς τις επιπτώσεις της καθυστέρησης όταν για αυτήν ευθύνεται ο κατηγορούμενος και τη θέση της ως προς την ευθύνη του δικαστηρίου για τη διεξαγωγή της μέσα σε εύλογο χρόνο παραμένει το γεγονός της επιβολής ποινής μετά την παρέλευση 40 μηνών από τη διάπραξη των αδικημάτων. Στην Αρέστη (πιο πάνω) ο Πικής, Π. υπέδειξε ότι: "Η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει της απόσταση που δημιουργείται, ως προς το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του." Το θέμα της καθυστέρησης εξετάζεται για να κριθεί αν η δίκη ήταν δίκαιη, όπως ορίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Ωστόσο ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Στην παρούσα υπόθεση η μεταβολή των συνθηκών των εφεσιβλήτων ήταν ιδιάζουσα. Έχουν στο μεταξύ αποκτήσει άλλα δύο παιδιά. Κρίνουμε, επομένως, πως ορθά λήφθηκε υπόψη η καθυστέρηση στο σύνολό της ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής και το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν λειτούργησε κάτω από εσφαλμένη καθοδήγηση στον καθορισμό της ποινής. Η επιείκεια η οποία έχει επιδειχθεί λόγω των προσωπικών περιστάσεων των εφεσιβλήτων δεν καθιστά την εκκαλούμενη ποινή καταφανώς ανεπαρκή έτσι ώστε να δικαιολογείται η επέμβασή μας για αύξησή της.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) προχωρώ στο να επιβάλω στη Κατηγορούμενη ποινή. 5. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Riley v Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 335, «Ό,τι πρέπει να αποφασιστεί στα πλαίσια του καθορισμού της ποινής είναι αν η φυλάκιση ήταν αναπόφευκτη εν όψει των προσωπικών συνθηκών του εφεσείοντα ή, ακόμα ακριβέστερα, αν ποινή αυτής της μορφής ήταν αναπόφευκτο τιμωρητικό μέτρο στα πλαίσια της εξατομίκευσης της ποινής.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). Και τούτο, επειδή, όπως σχολιάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, «Η ποινή φυλάκισης επιβάλλεται μόνο όταν κρίνεται αναπόφευκτο τιμωρητικό μέτρο μετά από συνεκτίμηση της σοβαρότητας του αδικήματος, των γεγονότων της υπόθεσης και των συνθηκών του παραβάτη.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). Επισημαίνοντας μάλιστα, ότι, η «ποινή φυλάκισης με αναστολή αποτελεί ποινή φυλάκισης για όλους τους σκοπούς. Ό,τι αναστέλλεται είναι η εκτέλεση της ποινής.». Και συνεπώς, ότι, η επιλογή της ποινής από το Δικαστήριο, δεν γίνεται με δεδομένη την ευχέρεια που έχει, βάσει του Νόμου, να αναστείλει ενδεχομένως την ποινή. Το ζήτημα, τελικά, αποφασίστηκε ως εξής: «Συνεπώς το πρώτο ερώτημα το οποίο πρέπει να απαντηθεί είναι αν η επιλογή της φυλάκισης ήταν, εν όψει όλων των σχετικών παραγόντων, αναπόφευκτη. Παρά τη σοβαρότητα του αδικήματος δεν τέθηκε οποιοδήποτε στοιχείο ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο να καταδεικνύει ότι αδικήματα αυτής της κατηγορίας διαπράττονται με συχνότητα που καθιστά το στοιχείο της αποτροπής ουσιαστικό παράγοντα στον καθορισμό της ποινής. Εν όψει αυτής της διαπίστωσης οι προσωπικές συνθήκες του εφεσείοντα, σε συνδυασμό με τις πιθανές επιπτώσεις που ποινή φυλάκισης δυνατό να έχει στη σταδιοδρομία του, δεν καθιστούσαν την επιβολή αυτού του τιμωρητικού μέτρου (φυλάκισης) αναπόφευκτη. Το πρόστιμο που του είχε επιβληθεί, £300.--, αποδίδει τη σοβαρότητα του αδικήματος και ταυτόχρονα αποτελεί επαρκή τιμωρία για το αδίκημα που διέπραξε ο εφεσείων.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Βλ. επίσης, Yeates κ. α. ν Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 320, Chehab v Republic
(1986)2 Α.Α.Δ. 197, HjiKyriakou v Police, Criminal Appeal No. 3422, 22/02/1973, Papas v Republic
(1970)2 Α.Α.Δ.
  1. Όπου η αδικοπραγία, παρά το γεγονός ότι το αδίκημα που αφορά είναι σοβαρό, είναι μεμονωμένη, και από τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος, απουσιάζουν αυτά τα στοιχεία που επιβάλλουν την αυστηρότερη αντιμετώπιση του κατηγορουμένου από το Δικαστήριο, -ήτοι, περιστάσεις υψηλής υπαιτιότητας και προτιθέμενης βλάβης ή/και ζημιάς, και επιπτώσεις πραγματικής βλάβης ή/και ζημιάς-, το Δικαστήριο δικαιολογημένα μπορεί να τον αντιμετωπίσει με επιείκεια (βλ. Georghiou v Republic
(1984)2 Α.Α.Δ. 65). 7. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Polycarpou v Police
(1970)2 Α.Α.Δ. 111, η φυλάκιση, ως τιμωρία σε ένα σύστημα κοινωνικής άμυνας, θα πρέπει να επιδιώκεται μόνο όταν καμία άλλη ποινή δεν μπορεί να προσαρμοστεί στις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης. Πρέπει να αποφεύγεται κάθε φορά που είναι δυνατή μια τέτοια πορεία και αν δεν μπορεί να αποφευχθεί, πρέπει να προσαρμόζεται κατά τρόπο που να εξυπηρετεί ένα από τα αντικείμενα που μια τέτοια ποινή έχει σκοπό να εξυπηρετήσει: «As the learned trial Judge has readily recognized, this case differs "in many respects" from Psaras v. The Police
(1968)2 C.L.R.
  1. We have no doubt in our mind that this was not a case for a sentence of imprisonment. It has already been said that sentencing is a very important and a very delicate part of a criminal court's function. (Chariklia Tattari v. The Republic (reported in this Part. at p. 6 ante; at p. 11; Pullen & Another v. The Republic (reported in this Part at p. 13 ante; at p. 16)). And that imprisonment, as a sanction in a system of social defence, should only be resorted to when no other sentence can fit the circumstances of the particular case. It should be avoided whenever such a course is possible; and if it cannot be avoided, it must be made to serve one of the objects which such a sentence is intended to serve. In this case, the only justification for a sentence of imprisonment would be its deterrent, effect on the appellant and other policemen. But, in the circumstances of this case, we think that imprisonment was not unavoidable; and that a fine would meet the case.».
  2. Μόνον στις περιπτώσεις όπου τα αδικήματα διαπράττονται με ένταση, το συμφέρον της δικαιοσύνης απαιτεί, παρά τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, την επιβολή ποινής φυλάκισης. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ένταση στην διάπραξη των αδικημάτων και η έμφασης στον παράγοντα της αποτροπής, καθορίζουν και την βαρύτητα της ποινής φυλάκισης που θα επιβληθεί (βλ. Pavlides v Republic
(1979)2 Α.Α.Δ. 138, Kokkinotrimithiotis v Police
(1981)2 Α.Α.Δ. 1, Noni v Republic
(1980)2 Α.Α.Δ. 96). 9. Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, εφαρμόζοντας την αρχή της αναλογικότητας της ποινής (βλ. Κώστας Κωνσταντίνου ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, Σάββας Χριστοφόρου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443, Παναγιώτης Γ. Δημητρίου (Μιχαήλ) ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 21, Gheorghe v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 824), στην Κατηγορούμενη, επιβάλλω την ακόλουθη ποινή: Στην προκείμενη περίπτωση, η επιβολή ποινής φυλάκισης στην Κατηγορούμενη, ως τιμωρητικό μέτρο, μπορεί να αποφευχθεί. Αν και το αδίκημα που η Κατηγορούμενη διέπραξε, είναι στην φύση του πολύ σοβαρό, και επιβάλλεται, λόγω τούτου, η ποινή που θα της επιβληθεί, να ενέχει το στοιχείο της αποτροπής, παρά το γεγονός ότι οι περιστάσεις διάπραξης του, θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν και ποινή φυλάκισης, θεωρώ ότι, οι επιπτώσεις αυτής της υπόθεσης στην Κατηγορούμενη, μίας υπόθεσης κατά τα άλλα «οικογενειακής», που ως προελέχθη, είχε ως αποτέλεσμα η Κατηγορούμενη να μην έχει μιλήσει με το μοναδικό της παιδί για δέκα περίπου χρόνια τώρα, σε συνδυασμό με την καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσης και το λευκό ποινικό μητρώο της Κατηγορουμένης, δικαιολογούν την απόφαση που λαμβάνω σχετικά με την επιλογή του είδους της ποινής της. Ως εκ τούτου, της επιβάλλω: Στην 1η Κατηγορία: €800 πρόστιμο Αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που αγγίζουν το ζήτημα της ποινής κατηγορουμένου για το αδίκημα του κατηγορητηρίου της Κατηγορουμένης αυτής της υπόθεσης, είναι μόνον ενδεικτικές της ποινικής μεταχείρισης που ένας κατηγορούμενος μπορεί να τύχει από το Δικαστήριο, καθότι, «ουδέποτε υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων.». Αυτό, αναφέρθηκε από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, ο οποίος έδωσε την ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ναζίπ ν Αστυνομίας
(2014)2Β Α.Α.Δ 808. Όπως επεσήμανε ο έντιμος, Δ. Α. Δ. εν προκειμένω, «εκείνο στο οποίο βοηθά η προηγούμενη νομολογία, είναι στο πλαίσιο ανάδειξης εκείνου του μέτρου που ακολουθείται σε διάφορες υποθέσεις, ώστε να εξετάζεται σφαιρικά και η ποινή που θα επιβληθεί στη συγκεκριμένη υπόθεση που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου.». Τέτοιες, σε ότι αφορά την υπόθεση αυτή, είναι οι ακόλουθες αποφάσεις: Riley v Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 335, Ducay κ. α. ν Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 125, Γρηγορίου κ. α. ν Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 688, Παναγή ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 2/2012, 28/03/
  1. Η Κατηγορούμενη, επιπλέον, καταδικάζεται και σε €200 έξοδα διαδικασίας.
  2. Η πληρωμή του συνόλου του προστίμου που επέβαλα στην Κατηγορούμενη και τα έξοδα στα οποία την έχω καταδικάσει, θα τελεί υπό αναστολή μέχρι και τις 29/02/2020, από σήμερα, και στη συνέχεια η Κατηγορούμενη, θα πληρώνει, €100 μηνιαίως από την 01η ημέρα εκάστου επομένου μηνός και θα υπάρχει αναστολή από μήνα σε μήνα, εφόσον καταβάλλεται το ποσό των €100 μηνιαίως, μέχρι την πλήρη εξόφληση του. Παράλειψη καταβολής οποιασδήποτε δόσης, θα ενεργοποιεί τις διατάξεις που ο περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 155 προνοεί, για την εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου.
  3. Τα Τεκμήρια της Υπόθεσης, να κατασχεθούν και κατακρατηθούν από την Αστυνομία, μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου, λόγω της σε εκκρεμότητας διαδικασίας ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που αφορά Πολιτική Αγωγή της Κατηγορούμενης εναντίον του πρώην συζύγου της, που φαίνεται να έχει υπόβαθρο τα γεγονότα αυτής της Υπόθεσης. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.