ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. SAMARTZIDIS κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 739/2018, 30/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B221 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 739/2018 Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον-
- XXXXX SAMARTZIDIS
- XXXXX ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 30/01/
- Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Μιχαήλ-Αβραμίδου. Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Γ. Κ. Λοΐζου για την Κώστας Λοΐζου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Κατηγορούμενος 1, Παρών. ---------- ΠΟΙΝΗ
- Στην υπόθεση αυτή, ο Κατηγορούμενος 1, κατόπιν δικής του παραδοχής, κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε, στις κατηγορίες με αρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7 και 8 στο κατηγορητήριο, που του προσάχθηκαν από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας (στο εξής καλούμενος «ο Κατήγορος»), που αφορούν: · Οι κατηγορίες με αρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 8, το αδίκημα της διάρρηξης κτιρίου και κλοπής, κατά παράβαση των Άρθρων 29, 255, 291 και 294(α) του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154; Και, · Η κατηγορία με αρ. 7, το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος (ήτοι, του αδικήματος της διάρρηξης κτιρίου και κλοπής), κατά παράβαση των Άρθρων 29 και 371 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ.
- Εν προκειμένω, σημειώνεται ότι, μετά από αίτημα του Κατηγορουμένου 1 και αφής στιγμής ο Κατήγορος δια της εκπροσώπου του συναίνεσε σε αυτό (βλ. Ευστάθιος Ανδρέα Παναγή ν Της Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 47), κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, άσκησα την διακριτική ευχέρεια που αυτό μου παρέχει, ώστε, κατά τη λήψη της απόφασης μου για την επιβολή ποινής στον Κατηγορούμενο 1 στην υπόθεση αυτή, έλαβα υπόψη μου τα αδικήματα [και τα γεγονότα που τα αφορούν] των ακόλουθων υποθέσεων, για τις οποίες δεν υπάρχει ποινική δίωξης [κατά την έννοια του Άρθρου 37 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155] του Κατηγορουμένου 1: - Υπόθεση με Αναφορά Εγκλήματος (στο εξής καλούμενη «RCI») ΛΕΥ. / Υ. Κ. Α. Ν. 273/2013; - Υπόθεση με RCI ΛΕΥ./Τ. Α. Ε. Σ./1171/13; - Υπόθεση με RCI ΟΜΟΡΦΙΤΑ Μ. Π. Υ. Μ./123/2013; και - Υπόθεση με RCI ΛΑΤΣΙΑ Μ./59/14· τα οποία, ο Κατηγορούμενος 1, όπως φαίνεται μέσα από τα πρακτικά της διαδικασίας και το υπό αναφορά αίτημα του, επίσης παραδέχεται ότι διέπραξε. Ήτοι, τα αδικήματα: - της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α (μία κατηγορία στην Υπόθεση με RCI ΛΕΥ. / Υ. Κ. Α. Ν. 273/2013), κατά παράβαση των Άρθρων 3 (Μέρος Ι του Πρώτου Πίνακα του Πρώτου Παραρτήματος), 6(Ι)
(2), 30(Ι)
(2)
(3)και Τρίτος Πίνακας του Πρώτου Παραρτήματος του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77; - της κακόβουλης ζημιάς / βλάβης (μία κατηγορία στην Υπόθεση με RCI ΛΕΥ./Τ. Α. Ε. Σ./1171/13), κατά παράβαση του Άρθρου 324
(1)του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154; - το αδίκημα της κλοπής (δύο κατηγορίες στις Υποθέσεις με RCI ΛΕΥ./Τ. Α. Ε. Σ./1171/13 και ΛΑΤΣΙΑ Μ./59/14), κατά παράβαση των Άρθρων 255 και 262 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154; - της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος (ήτοι του αδικήματος της κλοπής) (τρείς κατηγορίες στις Υποθέσεις με RCI ΛΕΥ./Τ. Α. Ε. Σ./1171/13, ΟΜΟΡΦΙΤΑ Μ. Π. Υ. Μ./123/2013 και ΛΑΤΣΙΑ Μ./59/14), κατά παράβαση του Άρθρου 371 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154; - το αδίκημα της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό την διάπραξη ποινικού αδικήματος τιμωρούμενο από τον περί Ποινικού Κώδικα Νόμο, Κεφ. 154 (μία κατηγορία στην Υπόθεση με RCI ΟΜΟΡΦΙΤΑ Μ. Π. Υ. Μ./123/2013), κατά παράβαση του Άρθρου 280 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154; - το αδίκημα της κλοπής από κατοικία (μία κατηγορία στην Υπόθεση με RCI ΟΜΟΡΦΙΤΑ Μ. Π. Υ. Μ./123/2013), κατά παράβαση του Άρθρου 266(β) του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154. Σύμφωνα με την νομολογία, «όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα, μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιων του μόνο τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο.» (βλ. Ιωάννου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 598 και στο σύγγραμμα του έντιμου, πρώην Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, στις σελίδες 231 και 232). 3. Η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία καταδικάστηκε ο Κατηγορούμενος 1, διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Σημείο αναφοράς αποτελεί πάντοτε η προβλεπόμενη από τον νόμο μέγιστη ποινή (βλ. Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Αυτή αποτελεί την βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, για όλα τα αδικήματα στα οποία ο Κατηγορούμενος 1 έχει καταδικαστεί, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρεται στην συνέχεια, προβλέπεται ποινή φυλάκισης [ή και ποινή φυλάκισης]. Ποινή [η ποινή φυλάκισης], που, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιβολής ποινής, ως η σοβαρότερη / αυστηρότερη ποινή, πρέπει να επιβάλλεται, μόνον όταν η φύση του αδικήματος και οι συνθήκες και ένταση στην διάπραξή του, σε συνάρτηση με τα ελαφρυντικά του αδικοπραγούντος, την καθιστούν ως την καταλληλότερη ποινή. Τέτοια ποινή, επισημαίνεται, επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις, που, οποιαδήποτε άλλη, κρίνεται ακατάλληλη (βλ. Θεοχάρους ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Yeats v Constantin
(2000)2 Α.Α.Δ. 320, Κοσασβίλη ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 606). Δηλαδή, μόνο στις περιπτώσεις όπου κρίνεται απολύτως απαραίτητο και για περίοδο όχι περισσότερη από ότι υπό τις περιστάσεις είναι αναγκαίο. Όπως έχει αναφερθεί από τον Αρχιδικαστή Lane στην απόφαση του στην υπόθεση Bibi [1980] 1 WLR 1193: «. τα Δικαστήρια πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεχτικά να εξετάζουν την κάθε περίπτωση προς τον σκοπό διασφάλισης, στην περίπτωση που άμεση ποινή φυλάκισης είναι απαραίτητη, ότι η ποινή είναι όσο το δυνατόν μικρότερη και σύμφωνη μόνο με το καθήκον του Δικαστηρίου για προάσπιση των συμφερόντων της κοινωνίας και της αποτροπής του εγκληματία.» (βλ. επίσης στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1824, στην παράγραφο Ε.1.11). Η ανώτατη ποινή, επισημαίνεται, που μπορεί, σύμφωνα με τον νόμο, να επιβληθεί από το Δικαστήριο, για συγκεκριμένο αδίκημα, επιβάλλεται, μόνον στις περιπτώσεις όπου: (α) η φύση του αδικήματος είναι τέτοια, ώστε, να επιβάλλει εξαιρετικά μέτρα αποτροπής χάριν της προστασίας της κοινωνίας, (β) όταν από το σύνολο των περιστάσεων, ο καταδικασθείς, φαίνεται, κατά λογική πρόβλεψη, ότι θα συνιστά σοβαρό κίνδυνο για το κοινό, για ακαθόριστο χρόνο, και (γ) ότι, κάθε ελπίδα αναμόρφωσης του, ακριβώς προς προστασία της κοινωνίας από αυτόν και επανένταξης του σε αυτήν ως νομοταγές μέλος, έχει εκλείψει, από την άποψη ότι, το μητρώο του, τον αποκαλύπτει ως αδιόρθωτο, κατ' εξακολούθηση εγκληματία (βλ. Pernell v Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Προκύπτει συνεπώς από την νομολογία, ότι, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, πρέπει να επιφυλάσσεται για τα σοβαρότερα παραδείγματα του συγκεκριμένου αδικήματος. Σύμφωνα με τον Δικαστή Lawton (βλ. Ambler
(1975)CSP A1-4C01), κατά την εξέταση του κατά πόσο ένα αδίκημα είναι από τα χειρότερα παραδείγματα του είδους του, το Δικαστήριο, πρέπει να λαμβάνει υπόψη του, το φάσμα των περιπτώσεων που πράγματι αντιμετωπίζονται στην πράξη και να αναρωτιέται, εάν η συγκεκριμένη περίπτωση που αντιμετωπίζει, εμπίπτει εντός του ευρύτερου πεδίου του φάσματος αυτού. Το Δικαστήριο, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να χρησιμοποιεί την φαντασία του προς τον σκοπό δημιουργίας, «απίθανων, χειρότερων πιθανών περιπτώσεων», για να καταλήξει διαφορετικά (βλ. επίσης, Bright [2008] 2 Cr App R (S) 578). Εντούτοις, ακόμη και στις πιο σοβαρές των περιπτώσεων, το πρόσωπο του παραβάτη και πάλι δεν παραβλέπεται. Ο αδικοπραγήσας, όταν υπάρχουν στοιχεία μετριαστικά που το δικαιολογούν, δικαιούται έκπτωση της ποινής του, ανάλογη πάντοτε της σοβαρότητας του αδικήματος. Όπως υποστηρίζεται από τους συγγραφείς του Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1833, στην παράγραφο Ε.1.17, με παραπομπή στις αποφάσεις του Αγγλικού Εφετείου στις υποθέσεις Carroll
(1995)16 Cr App R (S) 488, Greene
(1993)14 Cr App R (S) 682 και Barnes
(1983)5 Cr App R (S) 368, γενικά, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, δεν πρέπει να επιβάλλεται, στις περιπτώσεις όπου η καταδίκη ήταν το αποτέλεσμα παραδοχής του κατηγορουμένου ότι διέπραξε το αδίκημα (βλ. επίσης, Pinto [2006] 2 Cr App R (S) 579). 4. Είναι συνεπώς, ένεκα των προαναφερόμενων αρχών, αναγκαίο να αναφερθεί, ποια είναι η προνοούμενη από τον Νόμο, μέγιστη ποινή, για έκαστο των προαναφερόμενων αδικημάτων. Σημειώνοντας ασφαλώς εδώ, λόγω της σημασίας που αυτό έχει, στα της ποινής, και το γεγονός της παραπομπής της υπόθεσης αυτής, για συνοπτική εκδίκαση, ήτοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και όχι ενώπιον Κακουργιοδικείου, μετά από συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Ο οποίος, [Γενικός Εισαγγελέας], προφανώς και θεωρεί, ένεκα της προαναφερόμενης συγκατάθεσης του, ότι, η ποινή που μπορεί να επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο, ήτοι, φυλάκιση μέχρι πέντε ετών (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Cham κ. α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 129), αποτελεί επαρκή τιμωρία για την συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442). Εντούτοις, όπως έχει πρόσφατα επαναβεβαιωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, μέσα από την απόφαση του στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Μυλωνας, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, 14/12/2018, ένα τέτοιο γεγονός, δεν καθιστά τα αδικήματα λιγότερο σοβαρά: «Το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και όχι την ανώτατη ποινή που το ίδιο έχει δικαιοδοσία να επιβάλει (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Η ανώτατη ποινή που προβλέπει ο Νόμος συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης με στόχο τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής που θα επιβληθεί (Δημοκρατία ν. Κυριάκου & άλλου
(1990)2 ΑΑΔ 264, Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9.) Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή.». Μάλιστα, όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Π. Καλλή, στην υπόθεση Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442, «κατά την επιμέτρηση της ποινής σε υποθέσεις Κακουργιοδικείου, οι οποίες παραπέμπονται για συνοπτική εκδίκαση, το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και να επιβάλει αν τα γεγονότα και περιστάσεις της υποθέσεως το απαιτούν ακόμη και το ανώτατο όριο της ποινής που μπορεί να επιβληθεί σε συνοπτική διαδικασία - φυλάκιση 5 ετών» (η υπογράμμιση και η έμφασης είναι δική μου).: · Σύμφωνα με το Άρθρο 294(α) του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, το αδίκημα της διάρρηξης κτιρίου και κλοπής, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και επτά χρόνων. [Σημειώνονται σε κάθε περίπτωση, οι πρόνοιες του Άρθρου 29 του Κεφ. 154]. · Σύμφωνα με το Άρθρο 371 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και επτά χρόνων. [Σημειώνονται σε κάθε περίπτωση, οι πρόνοιες του Άρθρου 29 του Κεφ. 154]. · Σύμφωνα με το Άρθρο 30(Ι)
(2)
(3)και τον Τρίτο Πίνακα του Πρώτου Παραρτήματος του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και δώδεκα χρόνων ή με χρηματική ποινή ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. · Σύμφωνα με το Άρθρο 324
(1)του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς / βλάβης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και δύο χρόνων ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €2.562 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. · Σύμφωνα με το Άρθρο 262 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, το αδίκημα της κλοπής, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και τριών χρόνων. [Σημειώνονται σε κάθε περίπτωση, οι πρόνοιες του Άρθρου 29 του Κεφ. 154]. · Σύμφωνα με το Άρθρο 280 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, το αδίκημα της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό την διάπραξη ποινικού αδικήματος τιμωρούμενο από τον περί Ποινικού Κώδικα Νόμο, Κεφ. 154, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και δύο χρόνων. [Σημειώνονται σε κάθε περίπτωση, οι πρόνοιες του Άρθρου 29 του Κεφ. 154]. · Σύμφωνα με το Άρθρο 266(β) του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, το αδίκημα της κλοπής από κατοικία, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και πέντε χρόνων. [Σημειώνονται σε κάθε περίπτωση, οι πρόνοιες του Άρθρου 29 του Κεφ. 154]. 5. Έχοντας υπόψη τις ποινές που προβλέπει ο Νόμος και αφορούν τα αδικήματα της υπόθεσης αυτής, την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορά αυτές, την ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής του Κατηγορουμένου 1 από το Δικαστήριο, αλλά και το καθήκον του Δικαστηρίου, μη εξουδετέρωσης / ουδετεροποίησης της αποτελεσματικότητας του Νόμου και του χαρακτήρα της ποινής, προς προστασία των νομοταγών πολιτών και του κοινωνικού συνόλου (βλ. Ιωάννου ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171), όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και του Κατηγορουμένου 1 (βλ. και την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας) και το κάθε τι ελέχθη από πλευράς του προς μετριασμό της ποινής του, και ιδιαίτερα: · Τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από τις προνοούμενες από τον Νόμο ποινές, με σημείο αναφοράς, ως προαναφέρθηκε, το μέγιστο της προβλεπόμενης στον Νόμο ποινής. Η εγγενής σοβαρότητα των αδικημάτων του κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου, έχει υπομνησθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Bezanidis v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 785. Διά του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επιφέρει ρήξη στον κοινωνικό ιστό και στην ευόδωση της επίτευξης του στόχου εδραίωσης μιας φιλήσυχης και ειρηνικής κοινωνίας στην οποία δικαιούται να προσβλέπει ο κάθε πολίτης ώστε να νοιώθει ασφάλεια. Στις πρόσφατες αποφάσεις Mixaylov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 175, αναφέρθηκαν τα εξής: "Στις πλέον πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με υποθέσεις διάρρηξης και κλοπής, επανατονίσθηκε, η χωρίς σημεία κάμψης συνεχόμενη αυξητική τάση των διαρρήξεων και κλοπών, γεγονός που κλονίζει την ασφάλεια που πρέπει να αισθάνεται κάθε πολίτης ενός εύνομου κράτους, (Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 146). Παρόμοια επισήμανση ως προς το γεγονός ότι αδικήματα της φύσεως αυτής απασχολούν σχεδόν καθημερινά τα Δικαστήρια, με αποτέλεσμα οι ποινές που επιβάλλονται να πρέπει να είναι αποτρεπτικές, έγινε και στις υποθέσεις Bukowski και άλλος v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 92."». Σε αυτά, για σκοπούς της απόφασης μου αυτής, δεν χρειάζεται να προστεθεί οτιδήποτε, εφόσον, έξι και πλέον χρόνια μετά, αντικατοπτρίζουν, δυστυχώς, και την σημερινή κατάσταση πραγμάτων. [Έχουν δε πρόσφατα υιοθετηθεί και ο δικαστικός λόγος του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην εν λόγω υπόθεση επισημανθεί, από το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Barek v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2018, 20/01/2020]. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Παγιαβλάς ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240: «Η ανάγκη για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου δικαιολογείται, όλως ιδιαίτερα, όπου συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που οριοθετεί και το πλαίσιο αντιμετώπισής τους.». Τα αδικήματα του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης, έχουν πλέον πάρει διαστάσεις που ανησυχούν ιδιαιτέρως, δεδομένο που καθιστά την ανάγκη αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου επιτακτική. Η έξαρσης αυτή στην διάπραξη τους, καθιστά βεβαίως το στοιχείο της αποτροπής, που στην προκείμενη περίπτωση έχει να διαδραματίσει τον δικό του ρόλο, εντονότερο στον καθορισμό της ποινής (βλ. Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 83, Ιωάννου ν Δημοκρατίας, κ. α.
(2003)2 Α.Α.Δ 171). Όπως άλλωστε έχει πολύ πιο πρόσφατα αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Balampanidis v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 210/2018, 10/05/2019: «. κατά πάγια νομολογία σε αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές λόγω του ότι οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή εγκληματικότητας και όπου εντοπίζεται η ανάγκη επιβολής ποινής με αποτρεπτικό χαρακτήρα, ναι μεν λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής. (Βλ. ενδεικτικά Lucian Gheorghe v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 824, Andrei Alin Bandits v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B696, Ποιν. Εφ. 94/2015 ημερ. 21.10.2015, Ahmed Saadi v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2016:B300, Ποιν. Εφ. 308/2014 ημερ. 24.6.2016 και xxx Yenier v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B153, Ποιν. Εφ. 256/2017 ημερ. 22.4.2019).». (η υπογράμμιση είναι δική μου) Σε ότι αφορά τον παράγοντα της αποτροπής, ως προαναφέρθηκε, στην υπόθεση Πισκόπου ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342, το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του έντιμου Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, ως ήταν τότε, ανέφερε τα εξής: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μια έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος . και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας των εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.». · Ότι, σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα αδικήματα, από τα γεγονότα προκύπτουν τα ακόλουθα στοιχεία, που καθορίζουν το περιθώριο επιείκειας που το Δικαστήριο δύναται να εφαρμόσει στην περίπτωση του Κατηγορουμένου 1: Τα επιβαρυντικά στοιχεία:
(1)Η παράνομη δράση του Κατηγορουμένου 1, ως ανωτέρω, δεν εκδηλώθηκε κατά την διάρκεια ενός μεμονωμένου περιστατικού. Αφορά, έντεκα διαφορετικά περιστατικά παράνομης δράσης του, που έλαβαν χώρα εντός περιόδου δύο περίπου χρόνων -μέσα στην χρονική περίοδο από 18/04/2012 μέχρι και την 20/04/2014-, κάποια εκ των οποίων, μάλιστα, φαίνεται να διαπράχθηκαν σε πολύ σύντομα χρονικά διαστήματα μεταξύ τους, ή ακόμη και κατά την ίδια ημέρα. Στοιχείο, βεβαίως, επιβαρυντικό για τον Κατηγορούμενο 1 όσον αφορά την ποινή που θα του επιβληθεί από το Δικαστήριο.
(2)Ο Κατηγορούμενος 1, παρανόμησε όταν ήταν σε ώριμη ηλικία (33 - 35 ετών).
(3)Ο Κατηγορούμενος 1, εκ του αποτελέσματος, φαίνεται ότι στόχευε την διάρρηξη κτιρίων από τα οποία λειτουργούσαν οργανωμένες [επαγγελματικές] επιχειρήσεις προσώπων (κατάστημα πώλησης ηλεκτρικών συσκευών, [δύο] κομμωτήρια, κατάστημα κατοικίδιων ζώων, κουρείο, κατάστημα πώλησης ελαστικών, περίπτερο).
(4)Παρατηρείται, σχεδιασμός στην διάπραξη των αδικημάτων. Σε ότι αφορά την παραβίαση των κτιρίων και την διάρρηξη τους, ο τρόπος δράσης του Κατηγορουμένου 1, φαίνεται ότι ήταν ο ίδιος. Υπήρχε μεθοδολογία. Χρησιμοποιούσε, προκύπτει, διαρρηκτικά εργαλεία για να παραβιάσει πόρτες ή παράθυρα και να πετύχει είσοδο στα κτήρια. Μάλιστα, στις περιπτώσεις που αφορούν τα περιστατικά αντικείμενο των κατηγοριών 1, 6 και 7 στο κατηγορητήριο, ο Κατηγορούμενος 1, πέραν της ζημιάς που μία παραβίασης πόρτας ή παραθύρου από αιχμηρό αντικείμενο προκαλεί, προκάλεσε επιπρόσθετη ζημιά (σπάσιμο τζαμιού, αποκοπή ζελατίνης τοίχου και αφαίρεση προστατευτικής σχάρας παραθύρου).
(5)Ο Κατηγορούμενος 1, σε κάθε μία εκ των προαναφερόμενων περιστατικών διάρρηξης και κλοπής, έκλεψε από τους επιχειρηματίες των κτιρίων, σημαντικής αξίας περιουσία, που τους ήταν ουσιαστική, [κρίνεται αντικειμενικά], και για την εύρυθμη λειτουργία της επιχειρήσεως / εργασίας τους, εφόσον, στις πλείστες των περιπτώσεων, ήταν εξοπλισμός της εργασίας τους ή εμπόρευμα, προκαλώντας τους έτσι, συνακόλουθα, εκτός από αναστάτωση στην επιχείρηση / εργασία, και περαιτέρω ζημιά, ήτοι, μέχρι και την αποκατάσταση της εύρυθμης λειτουργίας τους σε εύλογο χρόνο, απώλεια κέρδους από εργασία.
(6)Ο Κατηγορούμενος 1, από την παράνομη δράση του, έκλεψε περιουσία, συνολικής αξίας €21.
- Η κλαπείσα περιουσία, -πλην περιουσίας αξίας €992,70 που ανευρέθηκε από την Αστυνομία-, δεν έχει ανευρεθεί. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος 1, είχε το όφελος περιουσίας αξίας €20.028,30· ποσό που, αντίστοιχα, αποτελεί την ζημιά των θυμάτων της παρανομίας του. Το γεγονός, πρέπει να σημειωθεί, ότι ο Παραπονούμενος του περιστατικού αντικείμενο της κατηγορίας με αρ. 3 στο κατηγορητήριο, είχε ασφάλιση έναντι κλοπής (η περιουσία που κλάπηκε είναι αξίας €4.385), μετριάζει σε κάποιο βαθμό, πολύ λίγο, την ποινή που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο
- Χωρίς βεβαίως να παραβλέπεται ότι, ο προαναφερόμενος Παραπονούμενος, για αυτή την ιδιωτική διευθέτηση, κατέβαλλε ασφάλιστρα και ότι είχε, από αυτή την άποψη, κάποια ζημιά.
(7)Ο Κατηγορούμενος 1, για την διάπραξη του αδικήματος της κατηγορίας με αρ. 8 στο κατηγορητήριο, συνωμότησε με άλλο πρόσωπο, με το οποίο έδρασαν ως ομάδα. Δεν διαπιστώνεται, αν κάποιος εκ των δύο είχε τον ηγετικό ρόλο στη σύλληψη της πράξης και της εκτέλεσης της, ή αν κάποιος εκ των δύο, για τον οποιοδήποτε λόγο, είχε αρνητική επιρροή στον άλλο. Αμφότεροι, συνεπώς, κρίνονται ως ίσιοι στην παρανομία τους. Τα ελαφρυντικά στοιχεία:
(8)Πέραν της ζημιάς που ο Κατηγορούμενος 1 προκάλεσε για να πετύχει την διάρρηξη των κτηρίων και την κλοπή από αυτά της περιουσίας ως έχει προαναφερθεί, δεν έχει καταγραφεί λεηλασία ή βανδαλισμός τους ή οποιασδήποτε άλλης μορφής βλάβη ή ζημιά που να προκλήθηκε «αχρείαστα» από τον Κατηγορούμενο 1.
(9)Αν και δεν διαπιστώνεται από τα γεγονότα η ακριβής ώρα που έδρασε ο Κατηγορούμενος 1 αναφορικά με το κάθε ένα από τα προαναφερόμενα περιστατικά, από αυτά είναι πρόδηλο ότι ήταν σε ώρα που δεν ήρθε αντιμέτωπος ή έγινε αντιληπτός ενόσω ήταν εντός των κτηρίων ή κατά την διάρρηξη τους ή την έξοδο και αποχώρηση του από αυτά, από τους Παραπονούμενους ή το οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Κατά τον χρόνο της διάρρηξης, της κλοπής και της απομάκρυνσης του Κατηγορουμένου 1 από τα κτήρια που αφορούν το κατηγορητήριο του, οι Παραπονούμενοι απουσίαζαν από αυτό. Δεν ασκήθηκε συνεπώς βία από τον Κατηγορούμενο 1, έναντι οποιουδήποτε προσώπου, ούτε και απειλήθηκε οποιοδήποτε πρόσωπο με άσκηση βίας. · Τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων που προαναφέρθηκαν και αφορούν τις υποθέσεις για τις οποίες δεν υπάρχει ποινική δίωξης του Κατηγορουμένου 1, RCI ΛΕΥ. / Υ. Κ. Α. Ν. 273/2013, RCI ΛΕΥ./Τ. Α. Ε. Σ./1171/13; RCI ΟΜΟΡΦΙΤΑ Μ. Π. Υ. Μ./123/2013 και Υπόθεση με RCI ΛΑΤΣΙΑ Μ./59/14. Απομονώνω από αυτές, τις ουσιαστικότερες: - [Από την Υπόθεση RCI ΛΕΥ. / Υ. Κ. Α. Ν. 273/2013]. Ο Κατηγορούμενος 1, στην ηλικία των 34 [περίπου] ετών, βρέθηκε να έχει στην κατοχή του, κατά την διάρκεια οδήγησης αυτοκινήτου σε δημόσιο δρόμο, ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α, ήτοι, το «σκληρό» ναρκωτικό της κοκαΐνης, 0,5 γραμμαρίων. Ο συνοδηγός του, είχε επίσης στην κατοχή του το ίδιο ναρκωτικό, ίδια περίπου ποσότητα, έτοιμο, όπως και ο Κατηγορούμενος 1, για χρήση, σε σύριγγα. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος 1, λόγω της ηλικίας του κατά την διάπραξη του αδικήματος, παρά το γεγονός ότι είναι λευκού ποινικού μητρώου, δεν θα κριθεί στην βάση των προνοιών της επιφύλαξης του εδαφίου
(2)του Άρθρου 30 του Νόμου 29/1977. Σε κάθε περίπτωση, στη βάση των προνοιών του εδαφίου
(4)του Άρθρου 30 του Νόμου 29/1977 και των περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης, το αδίκημα που ο Κατηγορούμενος 1 διέπραξε, παρά το γεγονός ότι διαπράχθηκε εντός της περιόδου διάπραξης των αδικημάτων του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης και των υπολοίπων ανωτέρω, και μπορεί ως εκ τούτου να συσχετιστεί με την εγκληματική δράση του των διαρρήξεων και κλοπών, κατατάσσεται στην κατηγορία των ολιγότερο σοβαρών αδικημάτων του Νόμου 29/
- Ιδιαιτέρως, λόγω της μικρής ποσότητας της ναρκωτικής ουσίας που παράνομα είχε στην κατοχή του, που δεν συσχετίστηκε με διακίνηση ή εμπορία ναρκωτικών από πλευράς του. - [Από την Υπόθεση RCI ΛΕΥ./Τ. Α. Ε. Σ./1171/13]. Ο Κατηγορούμενος 1, 34 [περίπου] ετών τότε, κατά τις πρωινές ώρες (03:00) της 17ης/08/2013, μαζί με άλλα δύο πρόσωπα, έκαναν χρήση ναρκωτικών ουσιών σε αυτοκίνητο το οποίο ήταν σταθμευμένο σε δημόσιο δρόμο. Αμέσως μετά, ο Κατηγορούμενος 1, αφού το αυτοκίνητο οδηγήθηκε από αυτόν, -από το σημείο που ήταν σταθμευμένο και έκαναν όλοι οι επιβαίνοντες του χρήση ναρκωτικών ως προαναφέρθηκε-, για μικρή απόσταση και στάθμευσε δίπλα σε σταθμευμένο σε δημόσιο δρόμο αυτοκίνητο, εξήλθε αυτού και με λιβέρι έσπασε το παράθυρο του συνοδηγού του εν λόγω αυτοκινήτου (προκαλώντας σε αυτό ζημιά αξίας €100) και έκλεψε μέσα από αυτό ένα τσαντάκι με περιεχόμενο €12, την ταυτότητα του Παραπονουμένου και την άδεια οδήγησης του. Είχαν γίνει αντιληπτοί από τον Παραπονούμενο, ο οποίος προσπάθησε να ακινητοποιήσει τον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος όμως αντέδρασε, με αποτέλεσμα να τραπεί σε φυγή και να του ξεφύγει. - [Από την Υπόθεση RCI ΟΜΟΡΦΙΤΑ Μ. Π. Υ. Μ./123/2013]. Ο Κατηγορούμενος 1, -που και πάλι ήταν στην ώριμη ηλικία των34 [περίπου] ετών-, μαζί με άλλο πρόσωπο, εισήλθαν σε κατοικία που πρόσεξαν ότι η πόρτα της ήταν ανοικτή, και έκλεψαν από αυτό αλουμινένια πορτοπαράθυρα αξίας €1.000, τα οποία στην συνέχεια πώλησαν σε επιχείρηση ανακύκλωσης μετάλλων για €
- · Την έξαρση που παρατηρείται, ως προαναφέρθηκε, στην διάπραξη των αδικημάτων αυτών, γεγονός, που, σε συνδυασμό με την σοβαρότητα τους, ως προελέχθη, επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής στον Κατηγορούμενο 1 (βλ. Yenier v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 256/2017, 22/04/2019, Ντζαντιδης ν Ποινική Εφεση Αρ. 142/2016, 05/12/2016). · Το γεγονός ότι, στην προσοχή του Δικαστηρίου, δεν ετέθη, η πρόθεσης, ή έστω, η διάθεσης του Κατηγορουμένου 1, αποζημίωσης των Παραπονουμένων των προαναφερόμενων υποθέσεων (βλ. Savva v Director of Social Insurance Services
(1980)2 Α.Α.Δ. 126, Θεοχάρους & Υιός Λτδ κ. α. ν Ορφανίδη κ. α. Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014 και 115/2014, 25/02/2016, Μελάς ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412, Pernell v Alan Carl Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Και τούτο, εφόσον, ως έχει προαναφερθεί, η κλοπιμαία περιουσία, στο μεγαλύτερο μέρος της, δεν έχει ανευρεθεί για να μπορεί να επιστραφεί. Η ανάκτησης των κλοπιμαίων ή μέρος αυτών, είναι παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη του Δικαστηρίου ως μετριαστικό της ποινής που θα επιβληθεί σε ένα κατηγορούμενο, αναλόγως πάντοτε των περιστάσεων που οδήγησαν στην ανάκτηση, και δη, εάν η συνδρομή του κατηγορουμένου προς επίτευξη αυτού του αποτελέσματος ήταν ουσιαστική (βλ. Bezanidis v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 785, Σωκράτους ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 311/2014, 22/02/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, το μεγαλύτερο μέρος της κλαπείσας περιουσίας, -με εξαίρεση μέρος των αντικειμένων, αντικείμενο της κατηγορίας με αρ. 8 στο κατηγορητήριο-, δεν ανευρέθηκε από την Αστυνομία και ο Κατηγορούμενος 1, δεν φαίνεται να έχει υποδείξει στην Αστυνομία που μπορεί να ανευρεθεί ή ότι μπορεί να ανευρεθεί. Όπως επίσης λαμβάνεται υπόψη του Δικαστηρίου, το πως δυνατόν να συσχετίζεται, η μη εκδήλωσης πρόθεσης ή διάθεσης από πλευράς του Κατηγορουμένου 1, αποζημίωσης των Παραπονουμένων, με τις οικονομικές του περιστάσεις και την, ως προκύπτει, αδυναμία του συμμόρφωσης με τέτοια διαταγή του Δικαστηρίου. · Την συνεργασία του Κατηγορουμένου 1 με την Αστυνομία, -όταν μετά από δύο και πλέον χρόνια, συνδέθηκε με την διάπραξη των αδικημάτων, με γενετικό υλικό που είχε απομονωθεί από την σκηνή διάπραξης του αδικήματος με αρ. 1 στο κατηγορητήριο-, που διευκόλυνε την εξιχνίαση των αδικημάτων του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης (βλ. Geoffrey Michael John Pernell v Alan Carl Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Χαράλαμπος Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Stelios Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kyriacos Georghiou Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Χωρίς βεβαίως να παραβλέπεται, ότι, ο Κατηγορούμενος 1, μετά που απολύθηκε από την κράτηση της Αστυνομίας, αφού κατηγορήθηκε γραπτώς για τα αδικήματα που διέπραξε και μετά που του επιδόθηκε κλήσης για το κατηγορητήριο του, δεν παρουσιάστηκε ως όφειλε στο Δικαστήριο, με αποτέλεσμα να εκδοθεί ένταλμα σύλληψης του το οποίο για μεγάλο χρονικό διάστημα παρέμεινε ανεκτέλεστο, μέχρι που ο Κατήγορος αναγκάστηκε με οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα να διακόψει την δίωξη του. Τα ίδια παρατηρούνται και σε ότι αφορά τις υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη, που δεν αποτελούν μέρος του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης. · Το γεγονός, ότι, η καταδίκη του Κατηγορουμένου 1, ήταν το αποτέλεσμα της δικής του παραδοχής [και μάλιστα όταν για πρώτη φορά παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για την υπόθεση αυτή]. Καθώς επίσης και το γεγονός, ότι, ο Κατηγορούμενος 1, παραδεχόμενος τα αδικήματα που διέπραξε, στο Δικαστήριο, μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης του, αναγνώρισε ότι έπραξε λανθασμένα, δήλωσε μετανιωμένος και απολογήθηκε για την διάπραξη τους (βλ. Λένος Γεωργίου Μυλωνά ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 384, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Σιδέρης Ισιδώρου ν G. M. Christofi Enterprises Ltd κ. α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60). Και λαμβάνοντας υπόψη, το σύνολο των περιστάσεων που αφορούν αυτή την υπόθεση, για κάθε ένα από τα προαναφερόμενα περιστατικά, και πως αυτές μπορούν να συσχετιστούν με την απάντηση του Κατηγορουμένου 1 στο κατηγορητήριο του (βλ. Michal Bukowski v Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 92, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Chucri Saliba v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 388), δεδομένης της μαρτυρίας εναντίον του (είδους και έκτασης), σε ότι αφορά τον βαθμό του μετριασμού που δικαιούνται λόγω της παραδοχής τους. Ο βαθμός δυσκολίας απόδειξης της υπόθεσης του Κατήγορου εναντίον του, στην βάση των στοιχείων που μου παρουσιάστηκαν, θα ήταν, κατά την κρίση μου, χαμηλός. · Ότι ο Κατηγορούμενος 1, στην ηλικία των 41 ετών, είναι λευκού ποινικού μητρώου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Λεωνίδα Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Nicholas Stratos a. a. v Police V17 C.L.R. 73, Γεώργιος Χατζηνικολάου ν Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63). Σημειώνοντας όμως εδώ, ότι, η εγκληματική δράση του Κατηγορουμένου 1, φαίνεται να ξεκίνησε από τα 33 του χρόνια. · Τις προσωπικές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου 1, προς εξατομίκευση της ποινής του, στο βαθμό, που, σύμφωνα με την νομολογία, μπορούν να επηρεάσουν μετριαστικά την ποινή, έχοντας ως δεδομένα, ως προελέχθη, την σοβαρότητα των αδικημάτων, την έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη τους και την αναγκαιότητα πάταξης τους (βλ. Tibor Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Ο Κατηγορούμενος 1, είναι, ως προαναφέρθηκε, ηλικίας 41 ετών. Κατάγεται από την Γεωργία, έχει όμως ιθαγένεια Ελληνική. Διαμένει μόνιμα στην Κύπρο, από το έτος
- Προέρχεται από οικογένεια χαμηλής κοινωνικό-οικονομικής κατάστασης. Δεν ολοκλήρωσε την φοίτηση του στο σχολείο, έχοντας παρακολουθήσει μαθήματα μέχρι και το Γυμνάσιο. Από νεαρή ηλικία, απασχολείτο εργατικά σε χειρωνακτικής φύσεως εργασίες. Είναι παντρεμένος με ομοεθνή του και πατριός δύο παιδιών, ηλικίας 25 και 16 ετών αντίστοιχα. Αυτά, διαμένουν με τους γονείς της συζύγου του στην Γεωργία. Με την σύζυγο του, τέλεσαν γάμο περί τον μήνα Αύγουστο του έτους
- Αυτή, σχετικά πρόσφατα, απέβαλε το παιδί τους, που κυοφορούσε. Μαζί, διαμένουν σε κατοικία που ο εργοδότης της συζύγου του της παραχώρησε στην Αγία Νάπα. Στο παρόν στάδιο, ο Κατηγορούμενος 1, που είναι άνεργος, διαμένει στην οικία των γονέων του στην Λευκωσία, λόγω του ότι είναι μεγάλοι σε ηλικία και με προβλήματα υγείας και χρειάζονται την βοήθεια του. Ο ίδιος, είναι επίσης ασθενής, είναι χρόνιος φορέας του ιού της ηπατίτιδας Γ. · Από την ηλικία των δεκαέξι ετών, ο Κατηγορούμενος 1 έκανε χρήση ναρκωτικών, από τα οποία είναι εξαρτημένος. Καταβάλλει, με την υποστήριξη και της συζύγου του, προσπάθεια για απεξάρτηση του, από το έτος
- Έχει έκτοτε ενταχθεί σε προγράμματα για να βοηθηθεί. Από 03/01/2017 μέχρι και σήμερα, είναι ενταγμένος στο Πρόγραμμα Υποκατάστασης «Επιστροφή» των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας του Υπουργείου Υγείας. Στην υπόθεση Γιαννάκη ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 177/2015, 21/04/2016, τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, η σημαντικότητα των προσπαθειών ενός κατηγορουμένου για απεξάρτηση από εξαρτησιγόνες ουσίες, ως παράγοντα μετριασμού της ποινής του. Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ: «[Οι προσπάθειες ενός κατηγορουμένου για απεξάρτηση], προσπάθειες που η νομολογία αναγνωρίζει ως σοβαρό μετριαστικό παράγοντα ή τουλάχιστον παράγοντα στον οποίο θα πρέπει να δίνεται επαρκής σημασία με την ανάλογη μείωση της ποινής κατά τρόπο που να φαίνεται ότι τα Δικαστήρια επιβραβεύουν την απεξάρτηση ως μέρος του μηχανισμού αντιμετώπισης των προβλημάτων που επέρχονται από την ενασχόληση ατόμων με εξαρτησιογόνες ουσίες, [δεν πρέπει να περιθωριοποιούνται]». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Όπως μάλιστα επισημάνθηκε από τον έντιμο Δ. Α. Δ.: «Η νομολογία, ., έχει τονίσει την καταλυτική σημασία στην επιμέτρηση της ποινής του γεγονότος ότι ένας κατηγορούμενος με δική του θέληση ακολουθεί πρόγραμμα απεξάρτησης. Η ανάγκη απόδοσης ουσιαστικής σημασίας στην ένταξη εθισμένου ατόμου σε πρόγραμμα απεξάρτησης έγκειται στο ότι φυλάκιση πέραν του αναγκαίου βαθμού δυνατόν να ανακόψει τη θετική πορεία προς την ολοκληρωτική απεξάρτηση, (Καρακάννας ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 463 και Μαυραντωνίου ν. Δημοκρατίας - πιο πάνω)». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Με δεδομένη πάντοτε, όπως αναφέρθηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην εν λόγω απόφαση του, την αρχή ότι, η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ενός κατηγορουμένου, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου τα αδικήματα που διέπραξε είναι σοβαρά και σε έξαρση και αυτό που προέχει είναι η προστασία του κοινωνικού συνόλου και όχι το πρόσωπο του, δεν ατονεί. Σημειώνοντας ότι, σε κάθε περίπτωση, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής (βλ. Ρεσλαν ν Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 127, Nabokov ν Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381). Στην προκείμενη περίπτωση, τα αδικήματα του κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου 1, αναφέρθηκε από πλευράς του, οφείλονται στον επηρεασμό της προσωπικότητας του, όταν αυτός ήταν εξαρτημένος χρήστης «σκληρών» ναρκωτικών, που σε μεγάλο βαθμό ενεργούσε, για να εξασφαλίσει χρήματα για να ικανοποιήσει την «ανάγκη» του για την δόση του, σε μία περίοδο που ήταν άνεργος. Λόγω της εξάρτησης του από τα ναρκωτικά, είχε προβλήματα εργοδότησης, οικογενειακά και με την πολιτεία λόγω της εγκληματικής του δράσης. Τα συνειδητοποίησε και έχει λάβει θετικά και αποφασιστικά διαβήματα για την απεξάρτηση του, σε μια προσπάθεια να αλλάξει τρόπο ζωής, εφόσον πλέον έχει την στήριξη και της συζύγου του. Τις προσπάθειες αυτές του Κατηγορουμένου 1, «απεξάρτησης» του από τις ναρκωτικές ουσίες, σε μια προσπάθεια του επανένταξης του στο κοινωνικό σύνολο, θα τις λάβω υπόψη μου προς μετριασμό της ποινής του, επειδή, όπως έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χριστοφίδης ν Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148: «η όποια προσπάθεια απεξάρτησης από εξαρτησιογόνες ουσίες [πρέπει] να αποτιμάται και να ανταμείβεται ώστε να ενθαρρύνεται ο χρήστης να τη συνεχίζει». · Ότι, από την διάπραξη και του τελευταίου από τα προαναφερόμενα αδικήματα στις 20/04/2014 μέχρι και σήμερα, παρήλθαν έξι περίπου χρόνια, χωρίς ο Κατηγορούμενος 1 να έχει διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα στο μεταξύ, θα το λάβω υπόψη μου ως στοιχείο μετριαστικό της ποινής που θα του επιβληθεί. Ειδικότερα, αν ληφθεί υπόψη, το γεγονός ότι, οι περιστάσεις του Κατηγορουμένου 1, έχουν στο μεταξύ διαφοροποιηθεί, από την άποψη της «αντιμετώπισης» ή της προσπάθειας αντιμετώπισης του «εθισμού» του από τα ναρκωτικά, με την συνδρομή και της συζύγου του την οποία επίσης νυμφεύτηκε στο μεταξύ (Βλ. Robb v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 201, Τσιολής ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 154, Γενικός Εισαγγελέας ν Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638, Κουλλαπής ν Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 273). Δείχνει, με αυτό τον τρόπο, έμπρακτα την μεταμέλειά του και αποφασιστική αλλαγή στάσης ζωής. · Αδικαιολόγητη καθυστέρησης στην δίωξη του Κατηγορουμένου 1 από πλευράς Κατήγορου, δεν υπήρξε. Η καθυστέρησης, -περίπου, των 7 έως 5 χρόνων, αναλόγως κατηγορίας-, που παρατηρείται, ως έχει επεξηγηθεί από πλευράς Κατήγορου και δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς Κατηγορουμένου 1, οφείλεται καθαρά στον Κατηγορούμενο
- Διώξεις που καταχωρήθηκαν εναντίον του από τον Κατήγορο, διακόπηκαν μετά από τον Γενικό Εισαγγελέα, λόγω του ότι εντάλματα σύλληψης που εκδόθηκαν εναντίον του για να εξαναγκάσουν την παρουσίαση του ενώπιον του Δικαστηρίου λόγω μη εμφάνισης του ως είχε διαταχθεί, δεν ήταν δυνατόν να εντοπιστούν από την Αστυνομία. Εντούτοις, η καθυστέρησης που σε κάθε υπόθεση υπάρχει, από την διάπραξη των αδικημάτων του κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου 1 και των λοιπών υποθέσεων, μέχρι και σήμερα που του επιβάλλεται ποινή, -έστω και η δικαιολογημένη από πλευράς Κατήγορου καθυστέρησης-, δικαιολογεί μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου
- [Η οποία όμως καθυστέρησης, πρέπει να επισημανθεί, από τα όσα στοιχεία βρίσκονται ενώπιον μου, δεν φανερώνεται να έχει επηρεάσει δυσμενώς τον Κατηγορούμενο 1, στην προώθηση της όποιας θέσης του στην υπόθεση αυτή. Σε κάθε περίπτωση, τα πρακτικά της δίκης, φανερώνουν ότι, ο Κατηγορούμενος 1, δεν ήταν αμέτοχος στην προκύψασα καθυστέρηση, δηλαδή, μεταξύ της καταχώρισης της υπόθεσης αυτής και της διεκπεραίωσης της σήμερα. Πολλές από τις αναβολές της προγραμματισμένης δίκης της υπόθεσης, ως διαπιστώνεται από τα πρακτικά της δίκης, προκλήθηκαν από τον Κατηγορούμενο 1]. Στην υπόθεση Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 243, το Ανώτατο Δικαστήριο, σχετικά με το ζήτημα αυτό, ανέφερε τα εξής: «Είμαστε της άποψης ότι παρόλο που το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά ανάφερε ότι το θέμα αναστολής της ποινής είναι στη διακριτική του ευχέρεια και ότι πρόσωπα που δεν είναι λευκού ποινικού μητρώου στερούνται της δυνατότητας "για καλύτερη απαίτηση για αναστολή της ποινής", εντούτοις αν γνώριζε τα πραγματικά γεγονότα δυνατό να ανέστελλε την ποινή, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή ποινής και τούτο λόγω λάθους της εφεσίβλητης που αρχικά καταχώρησε άλλη υπόθεση χωρίς την απαιτούμενη συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα. Σημειώνουμε επίσης ότι στο μεταξύ οι προσωπικές συνθήκες του εφεσείοντος άλλαξαν ουσιωδώς υπέρ του. Μεσολάβησε η απεξάρτηση του από τα ναρκωτικά, η γέννηση τέταρτου παιδιού του πέραν των 3 ανήλικων παιδιών που είχε από προηγούμενο γάμο, και ήταν κοινώς αποδεκτό ότι προσέφερε βοήθεια στην αστυνομία για εξιχνίαση άλλων αδικημάτων που σχετίζονται με ναρκωτικά. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, αναφέρθηκε ότι η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή ποινής και ιδιαίτερα εκεί που στο μεταξύ υπήρχε μεταβολή στις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου, αποτελεί τέτοιο ουσιαστικό μετριαστικό παράγοντα που όχι μόνο μειώνει το την ποινή αλλά μπορεί να μετατρέψει και το είδος της. Πιο συγκεκριμένα αν κάτω από άλλες συνθήκες η ποινή φυλάκισης θα ήταν κατάλληλη, ενόψει του μεγάλου χρονικού διαστήματος αυτή μπορεί να μην ενδείκνυται πλέον. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά. (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617, 625-626.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ. α. (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 243 ανωτέρω, έγινε επισκόπηση της νομολογίας και των αρχών που διέπουν το ζήτημα: «Θεώρηση των εκκαλούμενων ποινών υπό το πρίσμα της σοβαρότητας και της φύσης των αδικημάτων δεν έχει παρά να οδηγήσει στο εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα ότι δεν αντιστοιχούν προς τη σοβαρότητά τους. Ωστόσο οι ποινές πρέπει να εξεταστούν υπό το φως της εισήγησης του κ. Χειμώνα ότι λόγω της πιο πάνω καθυστέρησης έχουν σημειωθεί μεταβολές στις οικογενειακές περιστάσεις των εφεσιβλήτων οι οποίες υπαγορεύουν την μη αύξηση της ποινής. Κατά το 1998 - έτος διάπραξης των αδικημάτων - οι εφεσίβλητοι είχαν μόνο 2 ανήλικα παιδιά ενώ σήμερα έχουν 4. Ποιες λοιπόν οι επιπτώσεις της καθυστέρησης στον καθορισμό της ποινής; Αρχίζουμε με την ανεξήγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της υπόθεσης. Αποτελεί πάγια πλέον θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώριση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Farfaros v. Republic
(1963)2 C.L.R. 36, Machi Ltd v. Social Insurance Officer
(1968)2 C.L.R. 305, Terlas v. Police
(1970)2 C.L.R. 30, Temenos v. Republic
(1984)2 C.L.R. 425, 429-30, Ioannou v. Police
(1985)2 C.L.R. 14, 31, Katsounis v. Police
(1988)2 C.L.R. 180). Στη M & M Loizou Ltd κ.α. ν. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 Α.Α.Δ. 717 (απόφαση Πική, Π.) υποδείχθηκε πως η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται σε φως η αξιόποινη πράξη του αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και αυτή τούτη τη δίκαιη δίκη. Στην παρούσα υπόθεση οι εκκαλούμενες ποινές έχουν επιβληθεί 40 μήνες μετά τη διάπραξη των αδικημάτων. Αυτός ο παράγων είναι μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Μάλιστα έχει νομολογηθεί ότι εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, 10, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, 361, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267, 271, Γενικός Εισαγγελάς κ.ά. ν. Πότση κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272). Στη Γεωργίου (πιο πάνω) το Εφετείο είχε να αποφασίσει κατά πόσο η περίπτωση ήταν κατάλληλη για μετατροπή της ποινής προστίμου σε ποινή φυλάκισης, που το πρωτόδικο δικαστήριο, λανθασμένα δεν επέβαλε στον εφεσίβλητο. Έκρινε ότι υπεισέρχεται προς εξέταση ο παράγων του χρόνου των 3 ½ ετών που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Με αναφορά στα νομολογηθέντα στις υποθέσεις Τέλλα και Αβρααμίδη (πιο πάνω) το Εφετείο - με απόφαση που δόθηκε από τον Κραμβή, Δ. - θεώρησε ότι "ο χρόνος που πέρασε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα σε συνάρτηση προς το μεταγενέστερο γεγονός του γάμου του εφεσίβλητου το οποίο, ως τυχαία απόρροια του διαρρεύσαντος χρόνου, συνεπάγεται μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του εφεσίβλητου, αποτελεί παράγοντα ο οποίος καθιστά ανεπιθύμητη την επιβολή ποινής φυλάκισης στον εφεσίβλητο σ' αυτό το στάδιο". Υπό τις περιστάσεις έκρινε πως δεν υπάρχει ο,τιδήποτε το απολύτως αναγκαίο που να καθιστά απαραίτητη την επέμβαση του Εφετείου για μετατροπή των ποινών που το πρωτόδικο δικαστήριο επέβαλε στον εφεσίβλητο. Στην παρούσα υπόθεση για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ευθύνονται οι ίδιοι οι εφεσίβλητοι και σε τέτοια περίπτωση οι τελευταίοι δεν μπορούν να την επικαλούνται ως ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Κουλλαπής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 273). Πρέπει στο σημείο αυτό να υποδείξουμε ότι η διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος αναφορικά με το χρόνο εκδίκασης των υποθέσεων αποτελεί πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου (Μιχάλης Μαγκάκης
(1990)1 Α.Α.Δ. 1068). Στην παρούσα υπόθεση το πρωτόδικο δικαστήριο έπρεπε να είχε λάβει πρόσφορα και δραστικά μέτρα για την απρόσκοπτη εκδίκαση της υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο όπως επιτάσσουν οι πρόνοιες του Συντάγματος. Παρά τη θέση της νομολογίας ως προς τις επιπτώσεις της καθυστέρησης όταν για αυτήν ευθύνεται ο κατηγορούμενος και τη θέση της ως προς την ευθύνη του δικαστηρίου για τη διεξαγωγή της μέσα σε εύλογο χρόνο παραμένει το γεγονός της επιβολής ποινής μετά την παρέλευση 40 μηνών από τη διάπραξη των αδικημάτων. Στην Αρέστη (πιο πάνω) ο Πικής, Π. υπέδειξε ότι: "Η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει της απόσταση που δημιουργείται, ως προς το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του." Το θέμα της καθυστέρησης εξετάζεται για να κριθεί αν η δίκη ήταν δίκαιη, όπως ορίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Ωστόσο ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Στην παρούσα υπόθεση η μεταβολή των συνθηκών των εφεσιβλήτων ήταν ιδιάζουσα. Έχουν στο μεταξύ αποκτήσει άλλα δύο παιδιά. Κρίνουμε, επομένως, πως ορθά λήφθηκε υπόψη η καθυστέρηση στο σύνολό της ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής και το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν λειτούργησε κάτω από εσφαλμένη καθοδήγηση στον καθορισμό της ποινής. Η επιείκεια η οποία έχει επιδειχθεί λόγω των προσωπικών περιστάσεων των εφεσιβλήτων δεν καθιστά την εκκαλούμενη ποινή καταφανώς ανεπαρκή έτσι ώστε να δικαιολογείται η επέμβασή μας για αύξησή της.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) · Το γεγονός, ότι, η δίωξης του συγκατηγορούμενου του Κατηγορουμένου 1, ήτοι του Κατηγορουμένου 2, σε ότι αφορά τις κατηγορίες με αρ. 7 και 8 στο κατηγορητήριο, διακόπηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, παρά το γεγονός ότι υπάρχει προς τούτο καλός λόγος και είναι καταγραμμένος στα πρακτικά της διαδικασίας, που αφορά στην αδυναμία εντοπισμού του Κατηγορούμενου 2 για να του επιδοθεί η κλήσης του για το κατηγορητήριο του (διακόπηκε στις 28/08/2019, μετά από αλλεπάλληλες αναβολές και προσπάθειες του Κατήγορου για του εντοπισμό του), θα το λάβω υπόψη μου προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου 1, για να αντισταθμιστεί, το όποιο αίσθημα αδικίας νοιώθει αυτή την στιγμή που τιμωρείται, ένεκα ανισότητας στην ποινική μεταχείριση του ως παραβάτης από τον συγκατηγορούμενο του που δεν παρουσιάστηκε τελικώς ενώπιον του Δικαστηρίου, στο βαθμό φυσικά που η προαναφερόμενη περίστασης το δικαιολογεί (βλ. Παπεττα ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 172/2012, 11/03/2013). προχωρώ στο να επιβάλω στον Κατηγορούμενο 1 ποινή. 6. Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, εφαρμόζοντας την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής (βλ. Κώστας Κωνσταντίνου ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, Σάββας Χριστοφόρου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443, Παναγιώτης Γ. Δημητρίου (Μιχαήλ) ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 21, Gheorghe v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 824), στον Κατηγορούμενο 1, επιβάλλω τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η Κατηγορία: 30 μήνες φυλάκιση Στην 2η Κατηγορία: 30 μήνες φυλάκιση Στην 3η Κατηγορία: 30 μήνες φυλάκιση Στην 4η Κατηγορία: 30 μήνες φυλάκιση Στην 5η Κατηγορία: 30 μήνες φυλάκιση Στην 6η Κατηγορία: 30 μήνες φυλάκιση Στην 7η Κατηγορία: καμία ποινή, επειδή επιβάλλεται ποινή στην 8η κατηγορία (βλ. Κουλουντή ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 154/2015, 02/12/2015). Στην 8η Κατηγορία: 30 μήνες φυλάκιση Όλες οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν (βλ. Σάββας Χρίστος Αχιλλέως ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 331, Β.Ε.Κ. ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 228). Κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 117
(2)του Κεφ.155, η ποινή φυλάκισης που επιβάλλω στον Κατηγορούμενο 1, θα έχει την μείωση που προνοεί το Άρθρο 117
(1)του Κεφ. 155, δεδομένου ότι ο Κατηγορούμενος 1 τέλεσε υπό αστυνομική κράτηση σε ότι αφορά αυτή την υπόθεση, για περίοδο από 20/01/2020 μέχρι και σήμερα. Αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που αγγίζουν το ζήτημα της ποινής κατηγορουμένου για ομοειδή αδικήματα με αυτά του κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου 1 αυτής της υπόθεσης (στις διάφορες εκφάνσεις τους), είναι μόνον ενδεικτικές της ποινικής μεταχείρισης που ένας κατηγορούμενος μπορεί να τύχει από το Δικαστήριο, καθότι, «ουδέποτε υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων.». Αυτό, αναφέρθηκε από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, ο οποίος έδωσε την ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ναζίπ ν Αστυνομίας
(2014)2Β Α.Α.Δ 808. Όπως επεσήμανε ο έντιμος, Δ. Α. Δ. εν προκειμένω, «εκείνο στο οποίο βοηθά η προηγούμενη νομολογία, είναι στο πλαίσιο ανάδειξης εκείνου του μέτρου που ακολουθείται σε διάφορες υποθέσεις, ώστε να εξετάζεται σφαιρικά και η ποινή που θα επιβληθεί στη συγκεκριμένη υπόθεση που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου.». Τέτοιες, σε ότι αφορά την υπόθεση αυτή, είναι οι ακόλουθες αποφάσεις: Στην υπόθεση Hussein v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 252/2018, 31/05/2019, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε την ποινή φυλάκισης που το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο (μετά από παραδοχή του), -ηλικίας τότε 47 ετών και πατέρα πέντε ανήλικων παιδιών, λευκού ποινικού μητρώου-, των τεσσάρων χρόνων (σε κάθε μία από τις δέκα κατηγορίες που αντιμετώπισε, οι οποίες διατάχθηκε να ήταν συντρέχουσες), για δεκαέξι συνολικά διαρρήξεις που έλαβαν χώρα σε διάστημα τριών χρόνων περίπου, από τις οποίες ο κατηγορούμενος αποκόμισε όφελος €30.000, χωρίς αποζημίωση των θυμάτων της παράνομης δράσης του, εφόσον τα κλαπέντα δεν ανευρέθηκαν. Στην υπόθεση Τσιλικιδης ν Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 272, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε ποινή φυλάκισης που το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο (μετά από παραδοχή του), -ηλικίας τότε 23 ετών και πατέρα ενός ανήλικου παιδιού, λευκού ποινικού μητρώου-, των 3 ετών, στο αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας, (σε κάθε μία από τις κατηγορίες που αντιμετώπισε, οι οποίες διατάχθηκε να ήταν συντρέχουσες), για έξι διαρρήξεις που έλαβαν χώρα σε διάστημα περίπου έξι μηνών, από τις οποίες ο κατηγορούμενος αποκόμισε όφελος πέραν των €64.000, με την κλαπείσα περιουσία να μην είχε ανευρεθεί και οι παραπονούμενοι να μην είχαν αποζημιωθεί. Στην υπόθεση Τζιαμα ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 17/2017, 18/12/2017, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε ποινή φυλάκισης που το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο (μετά από παραδοχή του), -ηλικίας τότε 28 ετών και πατέρα δύο ανηλίκων παιδιών (η σύντροφος του οποίου μάλιστα ήταν έγκυος με το τρίτο του παιδί), με ποινικό μητρώο (είχε δύο προηγούμενες καταδίκες για ομοειδή αδικήματα)-, των δύο ετών σε κάθε μία από τις δύο κατηγορίες για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας και στην κατηγορία για το αδίκημα της διάρρηξης κτηρίου, των 15 μηνών στο αδίκημα της κλοπής από κατοικία, και 12 μηνών στο αδίκημα της κλοπής, (οι οποίες διατάχθηκε να ήταν συντρέχουσες), για τρείς συνολικά διαρρήξεις που έλαβαν χώρα σε διάστημα ενός περίπου χρόνου, από τις οποίες ο κατηγορούμενος αποκόμισε όφελος περί τις €4.000, χωρίς αποζημίωση των θυμάτων της παράνομης δράσης του, (μέρος όμως των κλαπέντων είχαν ανευρεθεί και θα επιστρέφονταν). Στην υπόθεση Θεοδώρου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 163/2016, 01/11/2017, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε ποινή φυλάκισης που το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο (μετά από παραδοχή του), -μάλιστα την χαρακτήρισε ως επιεική-, -πατέρα τριών ανηλίκων παιδιών, με ποινικό μητρώο (είχε δύο προηγούμενες καταδίκες για ομοειδή αδικήματα)-, των δύο ετών στο αδίκημα της διάρρηξης και κλοπής από κτήριο (κατάστημα πώλησης ηλεκτρονικών ειδών), για μία και μόνον διάρρηξη, από την οποία ο κατηγορούμενος αποκόμισε όφελος περί τις €14.000, χωρίς αποζημίωση των θυμάτων της παράνομης δράσης του, (μέρος των κλαπέντων όμως είχαν ανευρεθεί και επιστρέφονταν). Στην υπόθεση Αρέστη ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 195/2016, 06/03/2017, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε ποινή φυλάκισης που το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο (μετά από παραδοχή του), -ηλικίας τότε 31 ετών και πατέρα δύο ανήλικων παιδιών (την επιμέλεια και φροντίδα των οποίων είχε αυτός), με λευκό ποινικό μητρώο-, των 6 μηνών στο αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας και 4 μηνών στο αδίκημα της κλοπής, οι οποίες διατάχθηκε να ήταν συντρέχουσες, για μία και μόνον διάρρηξη, από την οποία ο κατηγορούμενος αποκόμισε όφελος πέραν των €5.000, με την κλαπείσα περιουσία να είχε ανευρεθεί και θα επιστρεφόταν. Στην υπόθεση Παλλης ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 109/2016, 20/09/2016, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε ποινή φυλάκισης που το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο (μετά από παραδοχή του), -ηλικίας τότε 39 ετών (πρόσωπο άγαμο, που βίωσε δύσκολα παιδικά χρόνια και συνθήκες οικογενειακές), με ποινικό μητρώο (είχε έξι προηγούμενες καταδίκες για ομοειδή αδικήματα, αλλά και για αδικήματα πιο σοβαρά)-, των 9 μηνών στο αδίκημα της διάρρηξης κτηρίου (καταστήματος) και 6 μηνών στο αδίκημα της κλοπής, οι οποίες διατάχθηκε να ήταν συντρέχουσες, για δύο συνολικά διαρρήξεις που έλαβαν χώρα την ίδια ημέρα, από τις οποίες ο κατηγορούμενος αποκόμισε όφελος, περί τα €300 (στην μία περίπτωση δεν εκλάπη οτιδήποτε), χωρίς αποζημίωση των θυμάτων της παράνομης δράσης του, μέρος των κλαπέντων όμως είχαν ανευρεθεί και θα επιστρέφονταν. Στην υπόθεση Τράντα ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 8/2016, 14/11/2016, το Ανώτατο Δικαστήριο, ανέτρεψε ποινή φυλάκισης που το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο (μετά από παραδοχή του), -ηλικίας τότε 26 ετών (πρόσωπο άγαμο, από διαλυμένη οικογένεια και με προβλήματα ψυχικής υγείας), με λευκό ποινικό μητρώο-, επιβάλλοντας του ποινή φυλάκισης 15 μηνών στο αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας και 6 μηνών στο αδίκημα της κλοπής (σε κάθε μία από τις κατηγορίες της κλοπής), οι οποίες διατάχθηκε να ήταν συντρέχουσες, για δύο συνολικά διαρρήξεις που έλαβαν χώρα σε δύο διαδοχικές ημερομηνίες και δέκα κλοπές αυτοκινήτων μέσα σε διάστημα περίπου τριών μηνών, από τις οποίες ο κατηγορούμενος αποκόμισε όφελος περί τις €9.000, με την κλαπείσα περιουσία να είχε ανευρεθεί και θα επιστρεφόταν. Στην υπόθεση Tsonkov ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 9/2015, 08/04/2015, το Ανώτατο Δικαστήριο, ανέτρεψε ποινή φυλάκισης που το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο (μετά από παραδοχή του), επιβάλλοντας του ποινή φυλάκισης, 12 μηνών στο αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας (προσωρινού καταλύματος ξενοδοχείου), για μία και μόνον διάρρηξη, από την οποία ο κατηγορούμενος αποκόμισε όφελος €2.750, με την κλαπείσα περιουσία να μην είχε ολόκληρη ανευρεθεί (μόνο μικρό μέρος της), αλλά ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε διάταγμα αποζημίωσης του παραπονουμένου. Στην υπόθεση Nabokov ν Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381, το Ανώτατο Δικαστήριο, ανέτρεψε ποινή φυλάκισης που το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο (μετά από παραδοχή του) -ηλικίας τότε 18 ετών (φοιτητή), με λευκό ποινικό μητρώο-, επιβάλλοντας του ποινή φυλάκισης 2 μηνών στο αδίκημα της διάρρηξης κτηρίου (εστιατορίου) και κλοπής, για μία και μόνον διάρρηξη, από την οποία ο κατηγορούμενος (μαζί με άλλους 3 συγκατηγορούμενους του, πολύ μεγαλύτερης ηλικίας, που καθόρισαν ουσιαστικό ρόλο στην διάπραξη των αδικημάτων) αποκόμισε όφελος, περίπου €285, με την κλαπείσα περιουσία να αποτελείτο από φρέσκα ψάρια, οινοπνευματώδη ποτά, τσιγάρα και μια φιάλη γκαζιού. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Cham κ. α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 129, το Ανώτατο Δικαστήριο, ανέτρεψε ποινή φυλάκισης που το Δικαστήριο επέβαλε στους κατηγορούμενους (μετά από παραδοχή τους) -αλλοδαποί, με λευκό ποινικό μητρώο-, επιβάλλοντας τους ποινή φυλάκισης, 2 χρόνων και 18 μηνών (στον ένα από αυτούς εναντίον του οποίου δεν εκκρεμούσαν άλλες υποθέσεις για ομοειδή αδικήματα που ελήφθησαν υπόψη) στο αδίκημα της διάρρηξης κτηρίου (καταστήματος) και κλοπής, για μία και μόνον διάρρηξη, από την οποία οι κατηγορούμενοι αποκόμισαν όφελος, περίπου £2.270, με την κλαπείσα περιουσία να αποτελείτο, εκτός από ένα μικρό ποσό μετρητών από είδη ένδυσης, υπόδησης και ρολόγια, ελάχιστα από αυτά εντοπίστηκαν και θα επιστέφονταν. Βλ. επίσης, Βέλιου ν Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 76, Ilie κ. α ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 280, Mixaylov v Αστυνομίας, κ. α.,
(2012)2 Α.Α.Δ. 175, Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583, Gkevontian v Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 342, Xiaojin v Αστυνομίας, κ. α.,
(2006)2 Α.Α.Δ. 104, Piliev v Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587. Σε ότι αφορά την υπό κρίση περίπτωση, πιο σχετικές σε ότι αφορά το ζήτημα της ποινής, κρίνω ότι είναι οι Αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Barek v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2018, 20/01/2020, Dirazo v Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Piliev v Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587, Θεοδώρου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 163/2016, Τσιλικίδης ν Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 272, Hussein v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 252/2018, 31/05/2019, Yenier v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 356/2017, 22/04/2019, Petrica v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 278, Gheorghe v Δημοκρατίας, κ. α.,
(2013)2 Α.Α.Δ. 824, Παναγίδη ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104, Ιωσηφίδης ν Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 313, Ευγενίου ν Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 499, Κώστα ν Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 122 και Azzeh v Republic
(1989)2 A.A.Δ.
- Επισημαίνοντας εδώ και το εξής, που αφορά την ανάγκη, η ποινή που θα επιβαλλόταν στον Κατηγορούμενο 1, να είναι ανάλογη της συνολικής εγκληματικής συμπεριφοράς του. Όπως δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Gheorghe v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 824 «Η αναλογικότητα στην ποινή συναρτάται όχι μόνο σε σχέση με άλλες παρόμοιες υποθέσεις, αλλά και με τη σοβαρότητα των επί μέρους κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο δράστης. Όπως υπέδειξε το Κακουργιοδικείο στο σκεπτικό του, η δράση των τριών εφεσειόντων, περιλαμβανομένου και του εφεσείοντος στην Ποινική Έφεση αρ. 20/2013, ήταν εκτεταμένη τόσο σε χρονική διάρκεια, όσο και στο ύψος των κλαπέντων αντικειμένων από τα οποία ελάχιστο μέρος μόνο έχει ανευρεθεί. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να απομονωθεί η κατηγορία υπ' αρ. 185 που αντιμετώπισε ο εφεσείων στην Ποινική Έφεση αρ. 20/2013, αλλά πρέπει να ενταχθεί και αυτή στο σύνολο των κατηγοριών, της όλης εγκληματικής συμπεριφοράς και των τριών εφεσειόντων και τις συνέπειες που επέφερε η όλη εγκληματική δράση.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Βλ. επίσης, Hussein v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 252/2018, 31/05/
- Στην περίπτωσή του Κατηγορουμένου 1, δεν συντρέχουν, κρίνω, παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να ληφθούν υπόψη, ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Απόφαση στην οποία καταλήγω, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων τέλεσης των αδικημάτων και τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου 1, οι οποίες, θεωρώ, ότι δεν είναι ικανές να δικαιολογήσουν μία τέτοια απόφαση, επειδή, τέτοια απόφασης, δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως, ιδιαιτέρως αφής στιγμής βρίσκονται σε έξαρση και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σε ότι αφορά τις συνέπειες από την διάπραξη τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017, L.C.A. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 17/03/2015, Συμιλλίδης ν Νικολάου
(2013)2 Α.Α.Δ. 444, Κυπριανού ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 28/2014, 24/02/2014, Ιωσήφ ν Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ποινική Έφεση Αρ. 148/2014 (Σχ. με 149/2014), 25/07/2014, Αριστοδήμου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 121/17, 21/09/2017, ΣΠΕ Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ ν Δράκου, Πoινική Έφεση αρ.129/2015, 15/11/2017, Χαλκιά ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 240/2016, 17/03/2017).
- Το Ανώτατο Δικαστήριο, έχει σε πάρα πολλές αποφάσεις του, τονίσει ότι, δεν ενδείκνυται η αναστολή της ποινής φυλάκισης, όταν το αδίκημα ή τα αδικήματα που αφορά/ουν την υπόθεση, βρίσκονται σε έξαρση και η τιμωρία ενός συγκεκριμένου παραβάτη, είναι επιπρόσθετα το μέσο, να αποτραπούν άλλοι πιθανοί παραβάτες από την διάπραξη του/τους, διότι, η προστασία του δημοσίου συμφέροντος είναι υπεράνω των οποιονδήποτε προσωπικών περιστάσεων του (βλ. Σ. Π. Ε. Λακατάμιας-Δευτερας Λτδ. ν Δράκου, Πoινική Έφεση Αρ.129/2015, 15/11/2017). Η προκείμενη, είναι μια τέτοια περίπτωση. Οι παράγοντες που προαναφέρθηκαν κατά την επιλογή του είδους και επιμέτρηση της ποινής του Κατηγορουμένου 1, επανεξεταζόμενοι, για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που του έχει μόλις επιβληθεί, μέσα από το σύνολο των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου 1, δικαιολογούν, κατά την κρίση μου, την προαναφερόμενη απόφαση μου. Η ποινή φυλάκισης των 30 μηνών (που συνολικά θα εκτίσει), θεωρώ ότι αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος 1 διέπραξε και εξυπηρετεί ταυτοχρόνως και τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Αυτό δεν θα εξυπηρετείτο, αν αυτή η ποινή του Κατηγορουμένου 1, αναστελλόταν.
- Λήφθηκαν υπόψη, για σκοπούς της ποινικής μεταχείρισης του Κατηγορουμένου από το Δικαστήριο σε αυτή την υπόθεση, οι Υποθέσεις για τις οποίες δεν υπάρχει ποινική δίωξης του Κατηγορουμένου 1, RCI ΛΕΥ. / Υ. Κ. Α. Ν. 273/2013, RCI ΛΕΥ./Τ. Α. Ε. Σ./1171/13; RCI ΟΜΟΡΦΙΤΑ Μ. Π. Υ. Μ./123/2013 και Υπόθεση με RCI ΛΑΤΣΙΑ Μ./59/
- (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο