← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. SINGH κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 10650/2019, 24/2/2020

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. SINGH κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 10650/2019, 24/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B226 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 10650/2019 Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον-

  1. XXXXX SINGH SHUBHNEET SINGH
  2. XXXXX SINGH Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 24/02/
  3. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Α. Σιαπανή. Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Δ. Κακουλλής. Κατηγορούμενος 2, Παρών. ---------- ΠΟΙΝΗ [Σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο 2]
  4. Στην υπόθεση αυτή, ο Κατηγορούμενος 2, μετά από ακροαματική διαδικασία, κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε στις κατηγορίες με αρ. 1, 2 και 3 στο κατηγορητήριο, και μετά από δική του παραδοχή, κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε στην κατηγορία με αρ. 4 στο κατηγορητήριο, που του προσάχθηκαν από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας (στο εξής καλούμενος «ο Κατήγορος»), που αφορούν: · Η κατηγορία με αρ. 2, το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας, με σκοπό την διάπραξη κλοπής, κατά παράβαση των Άρθρων 291 και 294(α) του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154»); · Η κατηγορία με αρ. 3, το αδίκημα της κλοπής από κτήριο που αποτελεί κατοικία, κατά παράβαση των Άρθρων 255 και 266(β) του Κεφ. 154; · Η κατηγορία με αρ. 1, το αδίκημα της συνομωσίας με τρίτο πρόσωπο, για την διάπραξη του αδικήματος της διάρρηξης κατοικίας με σκοπό την διάπραξη κλοπής, κατά παράβαση του Άρθρου 371 του Κεφ. 154; Και · Η κατηγορία με αρ. 4, το αδίκημα της παραμονής στην Δημοκρατία, μετά την εκπνοή προσωρινής άδειας παραμονής αλλοδαπού, κατά παράβαση του Άρθρου 19

(1)(λ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 105»). 2. Η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία καταδικάστηκε ο Κατηγορούμενος 2, διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Σημείο αναφοράς αποτελεί πάντοτε η προβλεπόμενη από τον νόμο μέγιστη ποινή (βλ. Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Αυτή αποτελεί την βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, για όλα τα αδικήματα στα οποία ο Κατηγορούμενος 1 έχει καταδικαστεί, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρεται στην συνέχεια, προβλέπεται ποινή φυλάκισης [ή, αναλόγως περίπτωσης αδικήματος, και ποινή φυλάκισης]. Ποινή [η ποινή φυλάκισης], που, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιβολής ποινής, ως η σοβαρότερη / αυστηρότερη ποινή, πρέπει να επιβάλλεται, μόνον όταν η φύση του αδικήματος και οι συνθήκες και ένταση στην διάπραξή του, σε συνάρτηση με τα ελαφρυντικά του αδικοπραγούντος, την καθιστούν ως την καταλληλότερη ποινή. Τέτοια ποινή, επισημαίνεται, επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις, που, οποιαδήποτε άλλη, κρίνεται ακατάλληλη (βλ. Θεοχάρους ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Yeats v Constantin
(2000)2 Α.Α.Δ. 320, Κοσασβίλη ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 606). Δηλαδή, μόνο στις περιπτώσεις όπου κρίνεται απολύτως απαραίτητο και για περίοδο όχι περισσότερη από ότι υπό τις περιστάσεις είναι αναγκαίο. Όπως έχει αναφερθεί από τον Αρχιδικαστή Lane στην απόφαση του στην υπόθεση Bibi [1980] 1 WLR 1193: «. τα Δικαστήρια πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεχτικά να εξετάζουν την κάθε περίπτωση προς τον σκοπό διασφάλισης, στην περίπτωση που άμεση ποινή φυλάκισης είναι απαραίτητη, ότι η ποινή είναι όσο το δυνατόν μικρότερη και σύμφωνη μόνο με το καθήκον του Δικαστηρίου για προάσπιση των συμφερόντων της κοινωνίας και της αποτροπής του εγκληματία.» (βλ. επίσης στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1824, στην παράγραφο Ε.1.11). Η ανώτατη ποινή, επισημαίνεται, που μπορεί, σύμφωνα με τον νόμο, να επιβληθεί από το Δικαστήριο, για συγκεκριμένο αδίκημα, επιβάλλεται, μόνον στις περιπτώσεις όπου: (α) η φύση του αδικήματος είναι τέτοια, ώστε, να επιβάλλει εξαιρετικά μέτρα αποτροπής χάριν της προστασίας της κοινωνίας, (β) όταν από το σύνολο των περιστάσεων, ο καταδικασθείς, φαίνεται, κατά λογική πρόβλεψη, ότι θα συνιστά σοβαρό κίνδυνο για το κοινό, για ακαθόριστο χρόνο, και (γ) ότι, κάθε ελπίδα αναμόρφωσης του, ακριβώς προς προστασία της κοινωνίας από αυτόν και επανένταξης του σε αυτήν ως νομοταγές μέλος, έχει εκλείψει, από την άποψη ότι, το μητρώο του, τον αποκαλύπτει ως αδιόρθωτο, κατ' εξακολούθηση εγκληματία (βλ. Pernell v Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Προκύπτει συνεπώς από την νομολογία, ότι, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, πρέπει να επιφυλάσσεται για τα σοβαρότερα παραδείγματα του συγκεκριμένου αδικήματος. Σύμφωνα με τον Δικαστή Lawton (βλ. Ambler
(1975)CSP A1-4C01), κατά την εξέταση του κατά πόσο ένα αδίκημα είναι από τα χειρότερα παραδείγματα του είδους του, το Δικαστήριο, πρέπει να λαμβάνει υπόψη του, το φάσμα των περιπτώσεων που πράγματι αντιμετωπίζονται στην πράξη και να αναρωτιέται, εάν η συγκεκριμένη περίπτωση που αντιμετωπίζει, εμπίπτει εντός του ευρύτερου πεδίου του φάσματος αυτού. Το Δικαστήριο, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να χρησιμοποιεί την φαντασία του προς τον σκοπό δημιουργίας, «απίθανων, χειρότερων πιθανών περιπτώσεων», για να καταλήξει διαφορετικά (βλ. επίσης, Bright [2008] 2 Cr App R (S) 578). Εντούτοις, ακόμη και στις πιο σοβαρές των περιπτώσεων, το πρόσωπο του παραβάτη και πάλι δεν παραβλέπεται. Ο αδικοπραγήσας, όταν υπάρχουν στοιχεία μετριαστικά που το δικαιολογούν, δικαιούται έκπτωση της ποινής του, ανάλογη πάντοτε της σοβαρότητας του αδικήματος. Όπως υποστηρίζεται από τους συγγραφείς του Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1833, στην παράγραφο Ε.1.17, με παραπομπή στις αποφάσεις του Αγγλικού Εφετείου στις υποθέσεις Carroll
(1995)16 Cr App R (S) 488, Greene
(1993)14 Cr App R (S) 682 και Barnes
(1983)5 Cr App R (S) 368, γενικά, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, δεν πρέπει να επιβάλλεται, στις περιπτώσεις όπου η καταδίκη ήταν το αποτέλεσμα παραδοχής του κατηγορουμένου ότι διέπραξε το αδίκημα (βλ. επίσης, Pinto [2006] 2 Cr App R (S) 579). 3. Είναι συνεπώς, ένεκα των προαναφερόμενων αρχών, αναγκαίο να αναφερθεί, ποια είναι η προνοούμενη από τον Νόμο, μέγιστη ποινή, για έκαστο των προαναφερόμενων αδικημάτων. Σημειώνοντας ασφαλώς εδώ, λόγω της σημασίας που αυτό έχει, στα της ποινής, και το γεγονός της παραπομπής της υπόθεσης αυτής, για συνοπτική εκδίκαση, ήτοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και όχι ενώπιον Κακουργιοδικείου, μετά από συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Ο οποίος, [Γενικός Εισαγγελέας], προφανώς και θεωρεί, ένεκα της προαναφερόμενης συγκατάθεσης του, ότι, η ποινή που μπορεί να επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο, ήτοι, φυλάκιση μέχρι πέντε ετών (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Cham κ. α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 129), αποτελεί επαρκή τιμωρία για την συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442). Εντούτοις, όπως έχει πρόσφατα επαναβεβαιωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, μέσα από την απόφαση του στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Μυλωνας, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, 14/12/2018, ένα τέτοιο γεγονός, δεν καθιστά τα αδικήματα λιγότερο σοβαρά: «Το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και όχι την ανώτατη ποινή που το ίδιο έχει δικαιοδοσία να επιβάλει (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Η ανώτατη ποινή που προβλέπει ο Νόμος συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης με στόχο τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής που θα επιβληθεί (Δημοκρατία ν. Κυριάκου & άλλου
(1990)2 ΑΑΔ 264, Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9.) Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή.». Μάλιστα, όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Π. Καλλή, στην υπόθεση Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442, «κατά την επιμέτρηση της ποινής σε υποθέσεις Κακουργιοδικείου, οι οποίες παραπέμπονται για συνοπτική εκδίκαση, το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και να επιβάλει αν τα γεγονότα και περιστάσεις της υποθέσεως το απαιτούν ακόμη και το ανώτατο όριο της ποινής που μπορεί να επιβληθεί σε συνοπτική διαδικασία - φυλάκιση 5 ετών» (η υπογράμμιση και η έμφασης είναι δική μου).: · Σύμφωνα με το Άρθρο 292(α) του Κεφ. 154, το αδίκημα της διάρρηξης κτιρίου που χρησιμοποιείται ως κατοικία -κατά την διάρκεια της ημέρας- με σκοπό την διάπραξη του αδικήματος της κλοπής, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και επτά χρόνων. · Σύμφωνα με το Άρθρο 266(β) του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, το αδίκημα της κλοπής από κατοικία, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και πέντε χρόνων. · Σύμφωνα με το Άρθρο 371 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και επτά χρόνων. · Σύμφωνα με το Άρθρο 19(Ι)(λ) του Κεφ. 105, το αδίκημα της παραμονής στην Δημοκρατία, μετά την εκπνοή προσωρινής άδειας παραμονής αλλοδαπού, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και δώδεκα μηνών ή με χρηματική ποινή ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. [Σημειώνονται σε κάθε περίπτωση, σχετικά με τα αδικήματα των κατηγοριών με αρ. 1, 2 και 3 στο κατηγορητήριο, οι πρόνοιες του Άρθρου 29 του Κεφ. 154]. 4. Έχοντας υπόψη τις ποινές που προβλέπει ο Νόμος και αφορούν τα αδικήματα της υπόθεσης αυτής, την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορά τα της ποινής, και ειδικότερα την ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής του Κατηγορουμένου 2 από το Δικαστήριο, αλλά και το καθήκον του Δικαστηρίου, πρόσδοσης αποτελεσματικότητας στον Νόμο και στον χαρακτήρα της ποινής, προς προστασία των νομοταγών πολιτών και του κοινωνικού συνόλου (βλ. Ιωάννου ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171), όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και του Κατηγορουμένου 2 (βλ. και την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ημερομηνίας 24/07/2019) και το κάθε τι ελέχθη από πλευράς του προς μετριασμό της ποινής του, και ιδιαίτερα: · Τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από τις προνοούμενες από τον Νόμο ποινές, με σημείο αναφοράς, ως προαναφέρθηκε, το μέγιστο της προβλεπόμενης στον Νόμο ποινής. Η σοβαρότητα των αδικημάτων των κατηγοριών με αρ. 2 και 3 του κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου, έχει υπομνησθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Bezanidis v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 785. Διά του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επιφέρει ρήξη στον κοινωνικό ιστό και στην ευόδωση της επίτευξης του στόχου εδραίωσης μιας φιλήσυχης και ειρηνικής κοινωνίας στην οποία δικαιούται να προσβλέπει ο κάθε πολίτης ώστε να νοιώθει ασφάλεια. Στις πρόσφατες αποφάσεις Mixaylov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 175, αναφέρθηκαν τα εξής: "Στις πλέον πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με υποθέσεις διάρρηξης και κλοπής, επανατονίσθηκε, η χωρίς σημεία κάμψης συνεχόμενη αυξητική τάση των διαρρήξεων και κλοπών, γεγονός που κλονίζει την ασφάλεια που πρέπει να αισθάνεται κάθε πολίτης ενός εύνομου κράτους, (Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 146). Παρόμοια επισήμανση ως προς το γεγονός ότι αδικήματα της φύσεως αυτής απασχολούν σχεδόν καθημερινά τα Δικαστήρια, με αποτέλεσμα οι ποινές που επιβάλλονται να πρέπει να είναι αποτρεπτικές, έγινε και στις υποθέσεις Bukowski και άλλος v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 92."». Όπως άλλωστε έχει πολύ πιο πρόσφατα αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Balampanidis v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 210/2018, 10/05/2019: «. κατά πάγια νομολογία σε αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές λόγω του ότι οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή εγκληματικότητας και όπου εντοπίζεται η ανάγκη επιβολής ποινής με αποτρεπτικό χαρακτήρα, ναι μεν λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής. (Βλ. ενδεικτικά Lucian Gheorghe v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 824, Andrei Alin Bandits v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B696, Ποιν. Εφ. 94/2015 ημερ. 21.10.2015, Ahmed Saadi v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2016:B300, Ποιν. Εφ. 308/2014 ημερ. 24.6.2016 και xxx Yenier v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B153, Ποιν. Εφ. 256/2017 ημερ. 22.4.2019).». (η υπογράμμιση είναι δική μου) Σε αυτά, για σκοπούς της απόφασης μου αυτής, δεν χρειάζεται να προστεθεί οτιδήποτε, εφόσον, έξι και πλέον χρόνια μετά, αντικατοπτρίζουν, δυστυχώς, και την σημερινή κατάσταση πραγμάτων. [Έχουν δε πρόσφατα υιοθετηθεί, και ο δικαστικός λόγος του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Bezanidis v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 785 ανωτέρω, επισημανθεί, από το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Barek v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2018, 20/01/2020]. Η σοβαρότητα του αδικήματος της κατηγορίας με αρ. 4 στο κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου 2, και η ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης του μέσω της ποινής από τα Δικαστήρια, προκύπτει επίσης μέσα από τα νομολογηθέντα του Ανώτατου Δικαστηρίου σε υποθέσεις που αφορούσαν αδικήματα του Κεφ. 105. Η γεωγραφική τοποθέτηση της Κύπρου και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της περιοχής της μέσης Ανατολής με την οποία βρίσκεται σε εγγύτητα, και δη τα προβλήματα των διαφόρων χωρών που την συναποτελούν, [σε αυτά, η φτώχια σε κάποιες από αυτές τις χώρες, και οι κατά καιρούς πόλεμοι που τις ταλανίζουν], για χρόνια τώρα, την έχει θέσει αντιμέτωπη, με ένα παγκόσμιο πλέον «πρόβλημα», αυτό της προσφυγιάς και μετανάστευσης. Πάρα πολλοί αλλοδαποί, για χρόνια τώρα, καταφθάνουν στην Κύπρο, ή καταφθάνουν και παραμένουν στην Κύπρο, παράνομα. Οι επιπτώσεις της προσφυγιάς και μετανάστευσης είναι πολύ-επίπεδες και σαφώς μόνον αρνητικές όταν πρόκειται για μη ελεγχόμενη από το κράτος, παράνομη μετανάστευση ή παραμονή στην Δημοκρατία. Το φαινόμενο αυτό, έχει, τα τελευταία χρόνια φέρει στο Δικαστήριο, παν-πολλές υποθέσεις, ενδεικτικό της αμείωτης έξαρσης στην διάπραξη των αδικημάτων περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, -που δυστυχώς, τις πλείστες φορές, διαπιστώνονται σε συνδυασμό και με άλλα αδικήματα του ποινικού κώδικα ή και άλλων νομοθετημάτων-. Το Ανώτατο Δικαστήριο, χρόνια προηγουμένως, το 1996, επεσήμανε το «αυστηρό καθήκον» του Δικαστηρίου να προστατεύσει το τόπο μας, από αυτού του είδους την παρανομία (βλ. Khlef v Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 203). Στην υπόθεση El Feky κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166, το Ανώτατο Δικαστήριο, ανέφερε τα εξής: «Δυστυχώς το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκαν οι εφεσείοντες διαπράττεται τελευταία με εντεινόμενη συχνότητα. Ο πρωτόδικος δικαστής, εκφράζοντας τη βαθιά ανησυχία του για το φαινόμενο, το χαρακτήρισε ως επιδημία. Δε θα ήταν υπερβολικό να λεχθεί ότι από την άποψη αυτή η Κύπρος βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας. Οι αρνητικές επιπτώσεις, κοινωνικές, οικονομικές και άλλες ήδη εκδηλώθηκαν και επηρεάζουν τη ζωή του τόπου. Η Κύπρος είναι χώρα φιλόξενη και ανεκτική. Ιστορικά υπήρξε και εξακολουθεί να είναι κόμβος συγκοινωνιακός, οικονομικός και πολιτιστικός. Όμως κάθε κράτος διατηρεί το δικαίωμα μη αποδοχής αλλοδαπών (βλέπε ανάπτυξη του καθηγητή J.G. Starke "Introduction to International Law", 10η έκδοση στη σελ. 748 και επ.), το οποίο παραβιάζεται με διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Στην υπόθεση Nazari v Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231, το Ανώτατο Δικαστήριο, πρόσθεσε, στον προαναφερόμενο λόγο του, τα εξής: «. Παράνομη παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο συνιστά δεσπόζον (prevalent) αδίκημα, γεγονός που δικαιολογεί την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η Κύπρος, πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι μια μικρή χώρα, με τεράστια προβλήματα. Η περιφρούρηση της Κυπριακής Επικράτειας αποτελεί θεμελιώδες καθήκον. Δεν υποτιμούμε την αγωνία των όπου γης ανθρώπων για την εξασφάλιση εργασίας και, γενικά, τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Όμως, στην περίπτωση της Κύπρου, πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Σχετική βεβαίως, είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Mohamet v Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 295, όπου, με αναφορά στις προαναφερόμενες αποφάσεις του στις υποθέσεις El Feky και Nazari ανωτέρω, επισημάνθηκαν τα εξής: «Τελευταία η Κύπρος αντιμετωπίζει πράγματι οξύ πρόβλημα τόσο από την παράνομη είσοδο στην Κύπρο αλλοδαπών όσο και από την παράνομη παραμονή αλλοδαπών που εισήλθαν νόμιμα. Έχει σημειωθεί μια κατακόρυφη αυξητική τάση και ο αριθμός του συνόλου των ευρισκομένων στην Κύπρο παράνομα έχει φτάσει σε επίπεδο τόσο ψηλό ώστε αφενός να καθίσταται δύσκολη η αποτελεσματική αστυνόμευση και αφετέρου να δημιουργούνται δυσμενείς επιπτώσεις σε διάφορους τομείς, οικονομικούς, κοινωνικούς αλλά και γενικότερα. . Και στις δυο αναφερθείσες αποφάσεις υπογραμμίστηκε ότι τα φιλικά αισθήματα που τρέφει η Κύπρος προς τους πολίτες άλλων χωρών δε μειώνουν την αναγκαιότητα περιφρούρησης της επικράτειας της.». Κάποια χρόνια μετά, το έτος 2001, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Khlef v Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 203, αναφέρθηκε (Πλειοψηφία) στο γεγονός της μη υποχώρησης του προαναφερόμενου φαινομένου και των προβλημάτων που αυτό δημιουργεί στον τόπο: «Η Κύπρος κατακλύζεται κυριολεκτικά από αλλοδαπούς που διεισδύουν με τον ίδιο τρόπο για να πετύχουν παραμονή και εξασφάλιση εργασίας. Παρόλη τη συμπάθεια που μπορεί να τρέφει κανείς για τα ελατήρια που ωθούν τους ανθρώπους αυτούς προς αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής εντούτοις το φαινόμενο, που δεν υποχωρεί, έχει δημιουργήσει ουσιαστικά προβλήματα. Μιλήσαμε γιαυτά και στην απόφασή μας Mohamed El Feky κ.ά. v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166. Υιοθετούμε τα σχετικά σχόλια. Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας (άρθρ. 32) έχει προβλέψει ότι μπορεί να ρυθμισθεί με νόμο "οιονδήποτε θέμα σχετικόν προς τους αλλοδαπούς κατά τρόπον συνάδοντα προς το διεθνές δίκαιον". Πέρα από αυτό η Κύπρος είναι πατροπαράδοτα φιλόξενη χώρα. Η φιλοξενία της, ως συλλογική αρετή, εκτείνεται και σε όσους ξένους μάς επισκέπτονται ή εργάζονται εδώ. Στην προκείμενη όμως περίπτωση υπήρξε πλήρης περιφρόνηση των νόμων της Δημοκρατίας που απαγορεύουν είσοδο στη χώρα εκτός μέσω των αναγνωρισμένων λιμανιών της. Είναι το καθεστώς κάθε πολιτισμένης και ευνομούμενης χώρας.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Παρά ταύτα, το πρόβλημα συνέχισε με αμείωτη ένταση, -σίγουρα μπορεί να λεχθεί, και με αυξανόμενη τάση- και στα χρόνια που επακολούθησαν. Το έτος 2008, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Elhamian v Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 605, αναφέρθηκε, στην εκμετάλλευση της δυσκολίας του κράτους να ελέγξει την είσοδο στην επικράτεια του παράνομων αλλοδαπών, και σημείωσε, για ακόμη φορά, την σοβαρότητα των αδικημάτων περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, την έξαρση στην διάπραξη τους και την αναγκαιότητα πάταξης τους από το Δικαστήριο μέσω της ποινής: «Το φαινόμενο είναι συχνό στην Κύπρο. Πολλοί αλλοδαποί εκμεταλλευόμενοι τη δυσκολία του κράτους να ελέγξει πλήρως την γραμμή αντιπαράταξης φθάνουν στην Κύπρο στις περιοχές των κατεχομένων και από εκεί εισέρχονται παράνομα στις περιοχές που ελέγχει το κράτος.». Στάση και αντιμετώπιση του ζητήματος από το Ανώτατο Δικαστήριο και στα χρόνια μετά, εφόσον, αυτού του είδους τα αδικήματα, συνέχισαν να διαπράττονται με αμείωτη ένταση. Εν προκειμένω, στην υπόθεση Najjar v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 828, αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα εξής: «Ως προς τη σοβαρότητα του αδικήματος αλλά και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών για τέτοιου είδους αδικήματα δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία. Η έξαρση η οποία υπάρχει οπωσδήποτε δικαιολογεί τέτοια αντιμετώπιση αλλά και η ίδια η φύση των αδικημάτων τα οποία ουσιαστικά καταργούν την έννομη τάξη σε σχέση με τη διαρκή διάθεση της Δημοκρατίας να ελέγχει τους εισερχόμενους σε αυτή, είναι παράγοντες που κυριαρχούν στο μυαλό μας. Ο Εφεσείων, έχοντας καταστεί απαγορευμένος μετανάστης, αγνόησε πλήρως αυτή τη θεμελιακή διάσταση των πραγμάτων και επεδίωξε με εντελώς παράνομο τρόπο να επανέλθει στο έδαφος της Δημοκρατίας.». Σε αυτά, για σκοπούς της απόφασης μου αυτής, δεν χρειάζεται να προστεθεί οτιδήποτε. Όπως προαναφέρθηκε, τα αδικήματα που σχετίζονται με τον περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμο, είναι σε έξαρση, έχουν πάρει ανησυχητικές διαστάσεις, -λόγω και του πολέμου που μαίνεται στην Συρία και τα κύματα προσφύγων και προς την Κύπρο, αλλά και της σύνδεσης των κατεχομένων, μέσω Κωνσταντινούπολης, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο, χωρών, οι πολίτες των οποίων παρατηρείται ότι επιθυμούν την μετανάστευση τους στην Δημοκρατία, δυστυχώς με παράνομο τρόπο-, και για αυτό τον λόγο, η εφαρμογή από το Δικαστήριο του Νόμου, κατασταλτικά, [δηλαδή, κατά τρόπο που να αποτρέπεται η διάπραξης τους], πρέπει, ως στοιχείο, να κυριαρχεί στον καθορισμό και την έκταση της ποινής. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Παγιαβλάς ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240: «Η ανάγκη για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου δικαιολογείται, όλως ιδιαίτερα, όπου συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που οριοθετεί και το πλαίσιο αντιμετώπισής τους.». Τα αδικήματα του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης, έχουν πλέον πάρει διαστάσεις που ανησυχούν ιδιαιτέρως, δεδομένο που καθιστά την ανάγκη αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου επιτακτική. Η έξαρσης αυτή στην διάπραξη τους, καθιστά βεβαίως το στοιχείο της αποτροπής, που στην προκείμενη περίπτωση έχει να διαδραματίσει τον δικό του ρόλο, εντονότερο στον καθορισμό της ποινής (βλ. Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 83, Ιωάννου ν Δημοκρατίας, κ. α.
(2003)2 Α.Α.Δ 171). Σε ότι αφορά τον παράγοντα της αποτροπής, ως προαναφέρθηκε, στην υπόθεση Πισκόπου ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342, το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του έντιμου Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, ως ήταν τότε, ανέφερε τα εξής: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μια έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος . και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας των εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.». · Ότι, σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα αδικήματα της Υπόθεσης αυτής, από τα γεγονότα, προκύπτουν τα ακόλουθα στοιχεία, που καθορίζουν το περιθώριο επιείκειας που το Δικαστήριο δύναται να εφαρμόσει στην περίπτωση του Κατηγορουμένου 2. Και αυτό, επειδή, όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, δεν εξαρτάται, αποκλειστικά, από το ανώτατο όριο ποινής, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε και τις συνέπειες του (βλ. Μιχαηλίδης v Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, Θεοφάνους ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 298/2018, 27/06/2019).:
(1)Η παράνομη δράση του Κατηγορουμένου 2, αφορά ένα και μόνο περιστατικό διάρρηξης και κλοπής από κατοικία, που διαπράχθηκε κατά την διάρκεια της ημέρας. Παρά ταύτα, τα σχετικά αδικήματα των κατηγοριών με αρ. 2 και 3 στο κατηγορητήριο, διαπράχθηκαν όταν ο ΜΚ6, Παραπονούμενος, ήταν εντός της οικίας του. Χωρίς βεβαίως να διαφεύγει της προσοχής μου, ότι, ο Κατηγορούμενος 1 που διέρρηξε την κατοικία του και έκλεψε από αυτήν τα τεκμήρια 6, 7 και 8, δεν έγινε αντιληπτός από αυτόν ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Σε κάθε περίπτωση, λαμβάνεται υπόψη του Δικαστηρίου το γεγονός, ότι, ο Κατηγορούμενος 1, εντός της οικίας του ΜΚ6, Παραπονούμενου, παρέμεινε για πολύ λίγο, εφόσον, έκλεψε το πρώτο πράγμα που θεώρησε ότι μπορούσε να πάρει (ήτοι, την τσάντα του ΜΚ6, Παραπονούμενου, που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι της κουζίνας) και έφυγε γρήγορα από το σπίτι, χωρίς να αναζητήσει οτιδήποτε άλλο για να κλέψει.
(2)Ο Κατηγορούμενος 2, παρανόμησε όταν ήταν, στην σχετικά νεαρή ηλικία, των 27 ετών.
(3)Ο Κατηγορούμενος 2, είχε ηγετικό ρόλο στην σύλληψη και σχεδιασμό της εγκληματικής δράσης, αντικείμενο του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης, εφόσον, συνωμότησε για την διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών με αρ. 2 και 3 στο κατηγορητήριο, με τον Κατηγορούμενο 1, -διαπράττοντας έτσι και το αδίκημα αντικείμενο της κατηγορίας με αρ. 1 στο κατηγορητήριο-, τον οποίο υποκίνησε και προήγαγε στην διάπραξη τους. Ο Κατηγορούμενος 1, ήταν, σημειώνεται, κατά τον ουσιώδη χρόνο, πρόσωπο εθισμένο στα ναρκωτικά, και ευάλωτος από αυτή την άποψη, από απόψεως αντιστάσεων στην παρανομία.
(4)Παρά το γεγονός ότι, ως προαναφέρθηκε, υπήρξε σχεδιασμός για την διάπραξη των προαναφερόμενων αδικημάτων, η οργάνωσης για την υλοποίηση του, ήταν, θα μπορούσε να λεχθεί, πτωχή. Η διάρρηξης σημειώνεται, επιτεύχθηκε από τον Κατηγορούμενο 1, χωρίς παραβίαση της πόρτας από την οποία εισήλθε στην εν λόγω οικία, εφόσον αυτή ήταν ξεκλείδωτη. Σε κάθε περίπτωση, για την εκτέλεση του σχεδίου τους, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, δεν επιστράτευσαν διαρρηκτικά εργαλεία. Στην οικία του ΜΚ6, Παραπονούμενου, δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε ζημιά ή αναστάτωση του χώρου.
(5)Η παράνομη δράση του Κατηγορουμένου 2, εκδηλώθηκε ενόσω αυτός, όντας αλλοδαπός, βρισκόταν στην Κύπρο παράνομα, ήτοι, από 28/10/2018.
(6)Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, έκλεψαν, από την οικία του ΜΚ6, Παραπονούμενου, αντικείμενα που θα μπορούσε να λεχθεί, δεν είναι σημαντικής αξίας και η χρήσης των οποίων δεν είναι απαραίτητη, εφόσον επρόκειτο για αντικείμενα που δεν χρησίμευαν στον ΜΚ6, Παραπονούμενο σε σημαντικές λειτουργίες του, είτε προσωπικές, είτε οικιστικές, είτε επαγγελματικές. Το χρυσό δακτυλίδι όμως, Τεκμήριο 6, που χαρακτηρίζεται ως αντίκα, θα μπορούσε να λεχθεί ότι, λόγω της μοναδικότητας του, είχε ιδιαίτερη αξία για τον ΜΚ6, Παραπονούμενο, όχι κατά ανάγκη χρηματική, εφόσον η αντικατάστασης του, σε περίπτωση μη ανεύρεσης του από την Αστυνομία, θα ήταν, το πιθανότερο, πολύ δύσκολη. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνεται ότι, η κλαπείσα περιουσία, πλην της τσάντας εντός των οποίων βρισκόταν, ήτοι, τα Τεκμήρια 6, 7 και 8, έχουν ανευρεθεί από την Αστυνομία και μπορούν να επιστραφούν στον ΜΚ6, Παραπονούμενο, με διαταγή του Δικαστηρίου. · Την έξαρση που παρατηρείται, ως προαναφέρθηκε, στην διάπραξη των αδικημάτων αυτών, γεγονός, που, σε συνδυασμό με την σοβαρότητα τους, ως προελέχθη, επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής στον Κατηγορούμενο 2 (βλ. Yenier v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 256/2017, 22/04/2019, Ντζαντιδης ν Ποινική Εφεση Αρ. 142/2016, 05/12/2016, Najjar v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 828). · Το γεγονός ότι, η κλοπιμαία περιουσία [με εξαίρεση την τσάντα του ΜΚ6, Παραπονούμενου, εντός της οποίας βρίσκονταν τα Τεκμήρια 6, 7 και 8], που αφορά το κατηγορητήριο αυτής της Υπόθεσης, έχει ανευρεθεί από την Αστυνομία και μπορεί να επιστραφεί στον ΜΚ6, Παραπονούμενο. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η ανάκτησης των κλοπιμαίων ή μέρους αυτών, είναι παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη του Δικαστηρίου ως μετριαστικό της ποινής που θα επιβληθεί σε ένα κατηγορούμενο, αναλόγως πάντοτε των περιστάσεων που οδήγησαν στην ανάκτηση, και δη, εάν η συνδρομή του κατηγορουμένου προς επίτευξη αυτού του αποτελέσματος ήταν ουσιαστική (βλ. Bezanidis v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 785, Σωκράτους ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 311/2014, 22/02/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, ολόκληρη η κλοπιμαία περιουσία [ή, εν πάση περιπτώσει, αυτή με την μεγαλύτερη αξία], ανευρέθηκε από την Αστυνομία μετά από ενέργειες της κατά την διερεύνηση της Υπόθεσης αυτής και ο Κατηγορούμενος 2, δεν προκύπτει από τα γεγονότα της Υπόθεσης, να έχει συνδράμει σε αυτό το αποτέλεσμα με τον οποιονδήποτε τρόπο. · Το γεγονός, ότι, η καταδίκη του Κατηγορουμένου 2 στις κατηγορίες με αρ. 1, 2 και 3 στο κατηγορητήριο, δεν ήταν το αποτέλεσμα της δικής του παραδοχής, δεν του δίδει το δικαίωμα στον μετριασμό που θα δικαιούταν αν είχε αμέσως δηλώσει στο Δικαστήριο την παραδοχή του. Καθώς επίσης και το γεγονός, ότι, ο Κατηγορούμενος 2, ακόμη και μετά την καταδίκη του από το Δικαστήριο σε αυτές, δεν παραδέχθηκε τα αδικήματα που διέπραξε, δεν αναγνώρισε ότι έπραξε λανθασμένα και δεν εκδήλωσε καμία μετάνοια, ούτε και απολογήθηκε για την παράνομη δράση του. Κάτι τέτοιο, θα δικαιολογούσε περαιτέρω μετριασμό της ποινής του (βλ. Λένος Γεωργίου Μυλωνά ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 384, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Σιδέρης Ισιδώρου ν G. M. Christofi Enterprises Ltd κ. α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60). Εντούτοις, είναι στα δικαιώματα του Κατηγορουμένου 2, η τήρησης της προαναφερόμενης στάσης του, και ως εκ τούτου, η θέσης του, σε ότι αφορά την ποινή που θα του επιβληθεί, αν και δεν μετριάζεται, δεν επιβαρύνεται (βλ. Θεοχάρη κ. α. ν Αλουμίνια Ανδρέας Χριστοφόρου & Υιοί Λτδ, Ποινική Έφεση Αρ. 356/2018, 20/01/2020). Σε ότι αφορά την κατηγορία με αρ. 4 στο κατηγορητήριο, το γεγονός ότι η καταδίκη του Κατηγορουμένου 2 σε αυτήν, ήταν το αποτέλεσμα της δικής του παραδοχής, μετριάζει την ποινή που θα του επιβληθεί σε αυτήν. Χωρίς βεβαίως να παραβλέπεται, το σύνολο των περιστάσεων που αφορούν το εν λόγω αδίκημα και πως αυτές μπορούν να συσχετιστούν με την απάντηση του Κατηγορουμένου 2 στην σχετική με αυτό κατηγορία στο κατηγορητήριο του (βλ. Michal Bukowski v Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 92, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Chucri Saliba v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 388), δεδομένης της μαρτυρίας εναντίον του (είδους και έκτασης), σε ότι αφορά τον βαθμό του μετριασμού που δικαιούνται λόγω της εν λόγω παραδοχής του. Ο βαθμός δυσκολίας απόδειξης της υπόθεσης του Κατήγορου εναντίον του στην κατηγορία αυτή, στην βάση των στοιχείων που μου παρουσιάστηκαν, θα ήταν, κατά την κρίση μου, χαμηλός. · Ότι ο Κατηγορούμενος 2, στην ηλικία των 27 ετών, είναι λευκού ποινικού μητρώου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Λεωνίδα Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Nicholas Stratos a. a. v Police V17 C.L.R. 73, Γεώργιος Χατζηνικολάου ν Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63). · Τις προσωπικές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου 2, προς εξατομίκευση της ποινής του, στο βαθμό, που, σύμφωνα με την νομολογία, μπορούν να επηρεάσουν μετριαστικά την ποινή, έχοντας ως δεδομένα, ως προελέχθη, την σοβαρότητα των αδικημάτων, την έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη τους και την αναγκαιότητα πάταξης τους (βλ. Tibor Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Ο Κατηγορούμενος 2, είναι, ως προαναφέρθηκε, ηλικίας 27 ετών. Πρόκειται, δηλαδή, για πρόσωπο, σχετικά νεαρής ηλικίας. Κατάγεται από την Ινδία, είναι νυμφευμένος με ομοεθνή του ηλικίας 24 ετών και πατέρας ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας τριών ετών, οι οποίοι διαμένουν στην Ινδία με την πατρική του οικογένεια λόγω οικονομικών δυσκολιών. Ο ίδιος, προέρχεται από πενταμελή, συγκροτημένη οικογένεια, χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης, με την οποία διατηρεί αρμονικές σχέσεις. Στην Κύπρο, αφίχθηκε από το αεροδρόμιο Λάρνακας, στις 29/10/2017, με προσωρινή άδεια παραμονής ως φοιτητής σε κολλέγιο της Λεμεσού, η οποία, μετά από μία ανανέωση της στις 06/02/2018, έληξε στις 27/10/2018 και από 28/10/2018, ο Κατηγορούμενος 2, μέχρι και την ημερομηνία της σύλληψης του, διέμενε στην Δημοκρατία παράνομα. Όπως, αναφέρεται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, έχει τονιστεί και από τον συνήγορο υπεράσπισης του Κατηγορουμένου 2 κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου 2, ο Κατηγορούμενος 2, λόγω οικονομικών δυσκολιών των γονέων του, που χρηματοδοτούσαν την φοίτηση του στο προαναφερόμενο κολλέγιο στην Λεμεσό, δεν μπορούσε να καταβάλει τα δίδακτρα για να συνεχίσει την φοίτηση του, με αποτέλεσμα, χωρίς να διευθετήσει το καθεστώς του στην Κύπρο να είναι νόμιμο, να αναζητήσει εργασία και να παραμείνει στην Κύπρο παράνομα. προχωρώ στο να επιβάλω στον Κατηγορούμενο 2 ποινή. 5. Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, εφαρμόζοντας την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής (βλ. Κώστας Κωνσταντίνου ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, Σάββας Χριστοφόρου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443, Παναγιώτης Γ. Δημητρίου (Μιχαήλ) ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 21, Gheorghe v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 824), στον Κατηγορούμενο 2, επιβάλλω τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η Κατηγορία: καμία ποινή, επειδή επιβάλλεται ποινή στις κατηγορίες με αρ. 2 και 3 στο κατηγορητήριο (βλ. Κουλουντή ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 154/2015, 02/12/2015). Στην 2η Κατηγορία: 16 μήνες φυλάκιση Στην 3η Κατηγορία: 8 μήνες φυλάκιση Στην 4η Κατηγορία: 3 μήνες φυλάκιση Όλες οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν (βλ. Σάββας Χρίστος Αχιλλέως ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 331, Β.Ε.Κ. ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 228). Κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 117
(2)του Κεφ.155, η ποινή φυλάκισης που επιβάλλω στον Κατηγορούμενο 2, θα έχει την μείωση που προνοεί το Άρθρο 117
(1)του Κεφ. 155, δεδομένου ότι ο Κατηγορούμενος 2 τέλεσε υπό αστυνομική κράτηση σε ότι αφορά αυτή την υπόθεση, για περίοδο από 19/07/2019 μέχρι και σήμερα. Αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που αγγίζουν το ζήτημα της ποινής κατηγορουμένου για ομοειδή αδικήματα με αυτά του κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου 2 αυτής της υπόθεσης (στις διάφορες εκφάνσεις τους), είναι μόνον ενδεικτικές της ποινικής μεταχείρισης που ένας κατηγορούμενος μπορεί να τύχει από το Δικαστήριο, καθότι, «ουδέποτε υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων.». Αυτό, αναφέρθηκε από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, ο οποίος έδωσε την ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ναζίπ ν Αστυνομίας
(2014)2Β Α.Α.Δ 808. Όπως επεσήμανε ο έντιμος, Δ. Α. Δ. εν προκειμένω, «εκείνο στο οποίο βοηθά η προηγούμενη νομολογία, είναι στο πλαίσιο ανάδειξης εκείνου του μέτρου που ακολουθείται σε διάφορες υποθέσεις, ώστε να εξετάζεται σφαιρικά και η ποινή που θα επιβληθεί στη συγκεκριμένη υπόθεση που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου.». Τέτοιες, σε ότι αφορά την υπόθεση αυτή, είναι οι ακόλουθες αποφάσεις: Στην υπόθεση Hussein v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 252/2018, 31/05/2019, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε την ποινή φυλάκισης που το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο (μετά από παραδοχή του), -ηλικίας τότε 47 ετών και πατέρα πέντε ανήλικων παιδιών, λευκού ποινικού μητρώου-, των τεσσάρων χρόνων (σε κάθε μία από τις δέκα κατηγορίες που αντιμετώπισε, οι οποίες διατάχθηκε να ήταν συντρέχουσες), για δεκαέξι συνολικά διαρρήξεις που έλαβαν χώρα σε διάστημα τριών χρόνων περίπου, από τις οποίες ο κατηγορούμενος αποκόμισε όφελος €30.000, χωρίς αποζημίωση των θυμάτων της παράνομης δράσης του, εφόσον τα κλαπέντα δεν ανευρέθηκαν. Στην υπόθεση Τσιλικιδης ν Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 272, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε ποινή φυλάκισης που το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο (μετά από παραδοχή του), -ηλικίας τότε 23 ετών και πατέρα ενός ανήλικου παιδιού, λευκού ποινικού μητρώου-, των 3 ετών, στο αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας, (σε κάθε μία από τις κατηγορίες που αντιμετώπισε, οι οποίες διατάχθηκε να ήταν συντρέχουσες), για έξι διαρρήξεις που έλαβαν χώρα σε διάστημα περίπου έξι μηνών, από τις οποίες ο κατηγορούμενος αποκόμισε όφελος πέραν των €64.000, με την κλαπείσα περιουσία να μην είχε ανευρεθεί και οι παραπονούμενοι να μην είχαν αποζημιωθεί. Στην υπόθεση Τζιαμα ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 17/2017, 18/12/2017, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε ποινή φυλάκισης που το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο (μετά από παραδοχή του), -ηλικίας τότε 28 ετών και πατέρα δύο ανηλίκων παιδιών (η σύντροφος του οποίου μάλιστα ήταν έγκυος με το τρίτο του παιδί), με ποινικό μητρώο (είχε δύο προηγούμενες καταδίκες για ομοειδή αδικήματα)-, των δύο ετών σε κάθε μία από τις δύο κατηγορίες για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας και στην κατηγορία για το αδίκημα της διάρρηξης κτηρίου, των 15 μηνών στο αδίκημα της κλοπής από κατοικία, και 12 μηνών στο αδίκημα της κλοπής, (οι οποίες διατάχθηκε να ήταν συντρέχουσες), για τρείς συνολικά διαρρήξεις που έλαβαν χώρα σε διάστημα ενός περίπου χρόνου, από τις οποίες ο κατηγορούμενος αποκόμισε όφελος περί τις €4.000, χωρίς αποζημίωση των θυμάτων της παράνομης δράσης του, (μέρος όμως των κλαπέντων είχαν ανευρεθεί και θα επιστρέφονταν). Στην υπόθεση Θεοδώρου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 163/2016, 01/11/2017, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε ποινή φυλάκισης που το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο (μετά από παραδοχή του), -μάλιστα την χαρακτήρισε ως επιεική-, -πατέρα τριών ανηλίκων παιδιών, με ποινικό μητρώο (είχε δύο προηγούμενες καταδίκες για ομοειδή αδικήματα)-, των δύο ετών στο αδίκημα της διάρρηξης και κλοπής από κτήριο (κατάστημα πώλησης ηλεκτρονικών ειδών), για μία και μόνον διάρρηξη, από την οποία ο κατηγορούμενος αποκόμισε όφελος περί τις €14.000, χωρίς αποζημίωση των θυμάτων της παράνομης δράσης του, (μέρος των κλαπέντων όμως είχαν ανευρεθεί και επιστρέφονταν). Στην υπόθεση Αρέστη ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 195/2016, 06/03/2017, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε ποινή φυλάκισης που το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο (μετά από παραδοχή του), -ηλικίας τότε 31 ετών και πατέρα δύο ανήλικων παιδιών (την επιμέλεια και φροντίδα των οποίων είχε αυτός), με λευκό ποινικό μητρώο-, των 6 μηνών στο αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας και 4 μηνών στο αδίκημα της κλοπής, οι οποίες διατάχθηκε να ήταν συντρέχουσες, για μία και μόνον διάρρηξη, από την οποία ο κατηγορούμενος αποκόμισε όφελος πέραν των €5.000, με την κλαπείσα περιουσία να είχε ανευρεθεί και θα επιστρεφόταν. Στην υπόθεση Παλλης ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 109/2016, 20/09/2016, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε ποινή φυλάκισης που το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο (μετά από παραδοχή του), -ηλικίας τότε 39 ετών (πρόσωπο άγαμο, που βίωσε δύσκολα παιδικά χρόνια και συνθήκες οικογενειακές), με ποινικό μητρώο (είχε έξι προηγούμενες καταδίκες για ομοειδή αδικήματα, αλλά και για αδικήματα πιο σοβαρά)-, των 9 μηνών στο αδίκημα της διάρρηξης κτηρίου (καταστήματος) και 6 μηνών στο αδίκημα της κλοπής, οι οποίες διατάχθηκε να ήταν συντρέχουσες, για δύο συνολικά διαρρήξεις που έλαβαν χώρα την ίδια ημέρα, από τις οποίες ο κατηγορούμενος αποκόμισε όφελος, περί τα €300 (στην μία περίπτωση δεν εκλάπη οτιδήποτε), χωρίς αποζημίωση των θυμάτων της παράνομης δράσης του, μέρος των κλαπέντων όμως είχαν ανευρεθεί και θα επιστρέφονταν. Στην υπόθεση Τράντα ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 8/2016, 14/11/2016, το Ανώτατο Δικαστήριο, ανέτρεψε ποινή φυλάκισης που το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο (μετά από παραδοχή του), -ηλικίας τότε 26 ετών (πρόσωπο άγαμο, από διαλυμένη οικογένεια και με προβλήματα ψυχικής υγείας), με λευκό ποινικό μητρώο-, επιβάλλοντας του ποινή φυλάκισης 15 μηνών στο αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας και 6 μηνών στο αδίκημα της κλοπής (σε κάθε μία από τις κατηγορίες της κλοπής), οι οποίες διατάχθηκε να ήταν συντρέχουσες, για δύο συνολικά διαρρήξεις που έλαβαν χώρα σε δύο διαδοχικές ημερομηνίες και δέκα κλοπές αυτοκινήτων μέσα σε διάστημα περίπου τριών μηνών, από τις οποίες ο κατηγορούμενος αποκόμισε όφελος περί τις €9.000, με την κλαπείσα περιουσία να είχε ανευρεθεί και θα επιστρεφόταν. Στην υπόθεση Tsonkov ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 9/2015, 08/04/2015, το Ανώτατο Δικαστήριο, ανέτρεψε ποινή φυλάκισης που το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο (μετά από παραδοχή του), επιβάλλοντας του ποινή φυλάκισης, 12 μηνών στο αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας (προσωρινού καταλύματος ξενοδοχείου), για μία και μόνον διάρρηξη, από την οποία ο κατηγορούμενος αποκόμισε όφελος €2.750, με την κλαπείσα περιουσία να μην είχε ολόκληρη ανευρεθεί (μόνο μικρό μέρος της), αλλά ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε διάταγμα αποζημίωσης του παραπονουμένου. Στην υπόθεση Nabokov ν Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381, το Ανώτατο Δικαστήριο, ανέτρεψε ποινή φυλάκισης που το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο (μετά από παραδοχή του) -ηλικίας τότε 18 ετών (φοιτητή), με λευκό ποινικό μητρώο-, επιβάλλοντας του ποινή φυλάκισης 2 μηνών στο αδίκημα της διάρρηξης κτηρίου (εστιατορίου) και κλοπής, για μία και μόνον διάρρηξη, από την οποία ο κατηγορούμενος (μαζί με άλλους 3 συγκατηγορούμενους του, πολύ μεγαλύτερης ηλικίας, που καθόρισαν ουσιαστικό ρόλο στην διάπραξη των αδικημάτων) αποκόμισε όφελος, περίπου €285, με την κλαπείσα περιουσία να αποτελείτο από φρέσκα ψάρια, οινοπνευματώδη ποτά, τσιγάρα και μια φιάλη γκαζιού. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Cham κ. α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 129, το Ανώτατο Δικαστήριο, ανέτρεψε ποινή φυλάκισης που το Δικαστήριο επέβαλε στους κατηγορούμενους (μετά από παραδοχή τους) -αλλοδαποί, με λευκό ποινικό μητρώο-, επιβάλλοντας τους ποινή φυλάκισης, 2 χρόνων και 18 μηνών (στον ένα από αυτούς εναντίον του οποίου δεν εκκρεμούσαν άλλες υποθέσεις για ομοειδή αδικήματα που ελήφθησαν υπόψη) στο αδίκημα της διάρρηξης κτηρίου (καταστήματος) και κλοπής, για μία και μόνον διάρρηξη, από την οποία οι κατηγορούμενοι αποκόμισαν όφελος, περίπου £2.270, με την κλαπείσα περιουσία να αποτελείτο, εκτός από ένα μικρό ποσό μετρητών από είδη ένδυσης, υπόδησης και ρολόγια, ελάχιστα από αυτά εντοπίστηκαν και θα επιστέφονταν. Βλ. επίσης, Βέλιου ν Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 76, Ilie κ. α ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 280, Mixaylov v Αστυνομίας, κ. α.,
(2012)2 Α.Α.Δ. 175, Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583, Gkevontian v Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 342, Xiaojin v Αστυνομίας, κ. α.,
(2006)2 Α.Α.Δ. 104, Piliev v Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587, Barek v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2018, 20/01/2020, Dirazo v Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Piliev v Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587, Θεοδώρου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 163/2016, Τσιλικίδης ν Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 272, Hussein v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 252/2018, 31/05/2019, Yenier v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 356/2017, 22/04/2019, Petrica v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 278, Gheorghe v Δημοκρατίας, κ. α.,
(2013)2 Α.Α.Δ. 824, Παναγίδη ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104, Ιωσηφίδης ν Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 313, Ευγενίου ν Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 499, Κώστα ν Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 122 και Azzeh v Republic
(1989)2 A.A.Δ.
  1. Επισημαίνοντας εδώ και το εξής, που αφορά την ανάγκη, η ποινή που θα επιβαλλόταν στον Κατηγορούμενο 2, να είναι ανάλογη της συνολικής εγκληματικής συμπεριφοράς του. Όπως δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Gheorghe v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 824 «Η αναλογικότητα στην ποινή συναρτάται όχι μόνο σε σχέση με άλλες παρόμοιες υποθέσεις, αλλά και με τη σοβαρότητα των επί μέρους κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο δράστης. Όπως υπέδειξε το Κακουργιοδικείο στο σκεπτικό του, η δράση των τριών εφεσειόντων, περιλαμβανομένου και του εφεσείοντος στην Ποινική Έφεση αρ. 20/2013, ήταν εκτεταμένη τόσο σε χρονική διάρκεια, όσο και στο ύψος των κλαπέντων αντικειμένων από τα οποία ελάχιστο μέρος μόνο έχει ανευρεθεί. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να απομονωθεί η κατηγορία υπ' αρ. 185 που αντιμετώπισε ο εφεσείων στην Ποινική Έφεση αρ. 20/2013, αλλά πρέπει να ενταχθεί και αυτή στο σύνολο των κατηγοριών, της όλης εγκληματικής συμπεριφοράς και των τριών εφεσειόντων και τις συνέπειες που επέφερε η όλη εγκληματική δράση.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Βλ. επίσης, Hussein v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 252/2018, 31/05/
  1. Στην περίπτωσή του Κατηγορουμένου 2, δεν συντρέχουν, κρίνω, παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να ληφθούν υπόψη, ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Απόφαση στην οποία καταλήγω, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων τέλεσης των αδικημάτων και τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου 2, οι οποίες, θεωρώ, ότι δεν είναι ικανές να δικαιολογήσουν μία τέτοια απόφαση, επειδή, τέτοια απόφασης, δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως, ιδιαιτέρως αφής στιγμής βρίσκονται σε έξαρση και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σε ότι αφορά τις συνέπειες από την διάπραξη τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017, L.C.A. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 17/03/2015, Συμιλλίδης ν Νικολάου
(2013)2 Α.Α.Δ. 444, Κυπριανού ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 28/2014, 24/02/2014, Ιωσήφ ν Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ποινική Έφεση Αρ. 148/2014 (Σχ. με 149/2014), 25/07/2014, Αριστοδήμου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 121/17, 21/09/2017, ΣΠΕ Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ ν Δράκου, Πoινική Έφεση αρ.129/2015, 15/11/2017, Χαλκιά ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 240/2016, 17/03/2017).
  1. Το Ανώτατο Δικαστήριο, έχει σε πάρα πολλές αποφάσεις του, τονίσει ότι, δεν ενδείκνυται η αναστολή της ποινής φυλάκισης, όταν το αδίκημα ή τα αδικήματα που αφορά/ουν την υπόθεση, βρίσκονται σε έξαρση και η τιμωρία ενός συγκεκριμένου παραβάτη, είναι επιπρόσθετα το μέσο, να αποτραπούν άλλοι πιθανοί παραβάτες από την διάπραξη του/τους, διότι, η προστασία του δημοσίου συμφέροντος είναι υπεράνω των οποιονδήποτε προσωπικών περιστάσεων του (βλ. Σ. Π. Ε. Λακατάμιας-Δευτερας Λτδ. ν Δράκου, Πoινική Έφεση Αρ.129/2015, 15/11/2017). Η προκείμενη, είναι μια τέτοια περίπτωση. Οι παράγοντες που προαναφέρθηκαν κατά την επιλογή του είδους και επιμέτρηση της ποινής του Κατηγορουμένου 2, επανεξεταζόμενοι, για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που του έχει μόλις επιβληθεί, μέσα από το σύνολο των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου 2, δικαιολογούν, κατά την κρίση μου, την προαναφερόμενη απόφαση μου. Η ποινή φυλάκισης που ο Κατηγορούμενος 2 συνολικά θα εκτίσει, θεωρώ ότι αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε και εξυπηρετεί ταυτοχρόνως και τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Αυτό δεν θα εξυπηρετείτο, αν αυτή η ποινή του Κατηγορουμένου 2, αναστελλόταν.
  2. Τα Τεκμήρια 6, 7 και 8, μετά την παρέλευση του χρόνου που η δικονομία ορίζει για την καταχώριση ενδεχόμενης έφεσης εναντίον της απόφασης αυτής του Δικαστηρίου, να επιστραφούν στον νόμιμο δικαιούχο τους, ΜΚ6, XXXXX Χρυσάνθου.
  3. €160 έξοδα διαδικασίας, να καταβληθούν από την Δημοκρατία. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.