← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΚΟΡΟΜΙΑ, Υπόθεση υπ' αρ.: 24051/2018, 6/5/2020

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΚΟΡΟΜΙΑ, Υπόθεση υπ' αρ.: 24051/2018, 6/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B229 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 24051/2018 Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορο -εναντίον- XXXXX ΚΟΡΟΜΙΑ Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 06/05/

  1. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Μιχαήλ-Αβραμίδου. (Κατά την εκφώνηση της απόφασης: .......................) Για τον Κατηγορούμενο: καμία εμφάνιση. Κατηγορούμενος, Παρών. _________________________________________________________________________________ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
  2. Ο Κατηγορούμενος, δεν έχει ακόμη απαντήσει στο κατηγορητήριο του. Έχει υποβάλει αίτημα, όπως, προτού απαντήσει στο κατηγορητήριο του, του αποκαλυφθούν από τον Κατήγορο τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία θεωρεί ουσιώδη για την υπόθεση αυτή και την υπεράσπιση του στις προβαλλόμενες εναντίον του κατηγορίες: i. Πόρισμα («συνοπτική έκθεση») του Ποινικού Ανακριτή, XXXXX Ιατρόπουλου προς την Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας, άνευ ημερομηνίας [i]; Και ii. Έκθεση του [«εποπτεύοντος»] Μέλους της Ανεξάρτητης Αρχής Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας, Ποινικού Ανακριτή, XXXXX Παπαντωνίου, ημερομηνίας 10/02/
  3. Σε γενικές γραμμές, αποτελεί θέση του Κατηγορουμένου, ότι, οι παραπονούμενοι και καταγγέλλοντες αυτού στην Αστυνομία ότι τους επιτέθηκε και απείλησε, μάρτυρες κατηγορίας 1, 2 και 3 στην οπισθογράφηση μαρτύρων στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης, ψευδώς τον κατήγγειλαν ότι έπραξε εναντίον τους, ως προαναφέρθηκε, και ότι, η δίωξης του αυτή, στην βάση της καταγγελίας τους, επιτεύχθηκε λόγω εμπλοκής και ενεργειών συγγενικού τους προσώπου, Αξιωματικού της Αστυνομίας, ο οποίος τον είχε μάλιστα απειλήσει τηλεφωνικώς ότι αυτή θα ήταν η κατάληξης. Λόγω αυτής της απειλής που δέχθηκε από τον εν λόγω Αξιωματικό της Αστυνομίας, αναφέρει ο Κατηγορούμενος, αποτάθηκε, προτού καν διερευνηθεί αν θα κατηγορηθεί από την Αστυνομία σχετικά με την δίωξη του αυτή, στην Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας, καταγγέλλοντας την δράση του εν λόγω Αξιωματικού της Αστυνομίας. Η υπόθεσης του, κατ' ακολουθία, διερευνήθηκε από τον Ποινικό Ανακριτή, XXXXX Ιατρόπουλο, ο οποίος εξέδωσε σχετικό πόρισμα, με το οποίο, ουσιαστικά, κατέληξε σε αποδοχή της καταγγελίας του, ως πραγματικά αληθής. Παράλληλα, ο Κατηγορούμενος, κατήγγειλε την υπόθεση του και στο Τ. Α. Ε. Αρχηγείου, το οποίο, μετά από διερεύνηση της, δια του [Αστυφύλακα] Εξεταστή της, εισηγήθηκε προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας την δίωξη, τόσο των προαναφερόμενων μαρτύρων κατηγορίας στην υπόθεση αυτή, όσο και του προαναφερόμενου Αξιωματικού της Αστυνομίας, συγγενή τους, για τα αδικήματα της συνομωσίας για την διάπραξη του πλημμελήματος της δημόσιας βλάβης, και της δημόσιας βλάβης. Λόγω των γεγονότων αυτών, η ποινική του δίωξη, που τότε είχε αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τον Κατήγορο με διαφορετική αρίθμηση, διακόπηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Παρά ταύτα, το [«εποπτεύον»] Μέλος και Ποινικός Ανακριτής της Ανεξάρτητης Αρχής Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας, XXXXX Παπαντωνίου, με την [«συνοπτική»] Έκθεση του ημερομηνίας 10/02/2017, και άλλες σχετικές ενέργειες του που ακολούθησαν, «δολίως» ή / και «στοχευμένα», κατεύθυνε τα πράγματα, στην καταχώριση εναντίον του, από τον Κατήγορο, της ποινικής του δίωξης με την υπόθεση αυτή. Συνεπώς, τα δύο προαναφερόμενα έγγραφα, υποστηρίζει ο Κατηγορούμενος, είναι ουσιαστικά για την υπόθεση που αντιμετωπίζει στο Δικαστήριο και την υπεράσπιση του στο κατηγορητήριο που του καταλογίζεται.
  4. Ο Κατήγορος, στον αντίποδα, δια της εκπροσώπου του, υποστήριξε ότι, τα έγγραφα αυτά, είναι άσχετα με το κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου της υπόθεσης αυτής, και δεν πρέπει να του αποκαλυφθούν. Η αναστολή της ποινικής δίωξης του Κατηγορουμένου, προγενέστερα, ανέφερε περαιτέρω η εκπρόσωπος του Κατήγορου, δόθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα, μέχρις ότου λαμβανόταν και εξεταζόταν η έκθεσης της Ανεξάρτητης Αρχής Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας, σχετικά με την καταγγελία του Κατηγορουμένου εναντίον του συγκεκριμένου Αξιωματικού της Αστυνομίας. Όταν αυτό έγινε, αποφασίστηκε ότι δεν υπήρχε κάτι το οποίο δικαιολογούσε να μην διωχθεί ποινικά ο Κατηγορούμενος. Όπως και εν συνεχεία έγινε, με το κατηγορητήριο εναντίον του της υπόθεσης αυτής.
  5. Το ζήτημα που εγείρεται, είναι κατά πόσο, τα προαναφερόμενα έγγραφα, αποτελούν «έγγραφα που λήφθηκαν κατά την διερεύνηση της υπόθεσης, αναφορικά με τα υπό εκδίκαση στην υπόθεση αυτή αδικήματα εναντίον του», ώστε, ο Κατηγορούμενος, να δικαιούται σε αποκάλυψη τους.
  6. Σύμφωνα με το Άρθρο 7 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 155»): «7.

(1)Πρόσωπο, το οποίο συλλαμβάνεται και κρατείται, δικαιούται να ζητήσει όπως χορηγηθεί εγκαίρως στο ίδιο ή το δικηγόρο του πρόσβαση στα ουσιώδη έγγραφα, που είναι σχετικά με τη συγκεκριμένη υπόθεση και βρίσκονται στην κατοχή της κατηγορούσας αρχής και τα οποία είναι απαραίτητα για την αποτελεσματική αμφισβήτηση της νομιμότητας της σύλληψης και της κράτησής του. Για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου «ουσιώδη έγγραφα» θεωρούνται το αντίγραφο του εντάλματος σύλληψης και κράτησης και το αντίγραφο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης βάσει των οποίων εκδόθηκε το ένταλμα.
(2)Όταν κλήση ή ένταλμα που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 44 του παρόντος Νόμου επιδοθεί στον κατηγορούμενο, αυτός δικαιούται με γραπτό αίτημά του προς την κατηγορούσα αρχή να έχει δωρεάν πρόσβαση στις καταθέσεις και τα έγγραφα που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης αναφορικά με το υπό εκδίκαση ποινικό αδίκημα, προκειμένου να διασφαλιστεί ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας και η προετοιμασία της υπεράσπισης του κατηγορουμένου: Νοείται ότι, εφόσον, περιέλθει στην κατοχή της κατηγορούσας αρχής νέο υλικό, το οποίο αυτή προτίθεται να χρησιμοποιήσει στη διαδικασία, παραχωρείται στον κατηγορούμενο περαιτέρω πρόσβαση στο υλικό αυτό.
(3)Σε περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος αιτείται γραπτώς την παροχή αντιγράφων τέτοιου υλικού, καταβάλλεται το τέλος, το οποίο καθορίζεται εκάστοτε από τον Αρχηγό Αστυνομίας, με την έγκριση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως.
(4)Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του εδαφίου
(2), εφόσον δεν θίγεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, δεν επιτρέπεται η πρόσβαση σε τμήμα των καταθέσεων και των εγγράφων που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, αν αυτή ενδέχεται να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο τη ζωή ή τα θεμελιώδη δικαιώματα άλλου προσώπου, ή στην περίπτωση που τέτοια άρνηση θεωρείται απολύτως απαραίτητη για την προστασία σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, ή που η πρόσβαση ενδέχεται να διακυβεύσει τη διεξαγωγή έρευνας ή να βλάψει σοβαρά την εθνική ασφάλεια της Δημοκρατίας.
(5)Σε περίπτωση κατά την οποία δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(4)η κατηγορούσα αρχή δεν παρέχει στον κατηγορούμενο πρόσβαση σε τμήμα των καταθέσεων και των έγγραφων που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, αυτός δύναται κατά την πρώτη δικάσιμο της υπόθεσής του να ζητήσει από το εκδικάζον δικαστήριο να εξετάσει τους λόγους της άρνησης αυτής και να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα ήθελε υπό τις περιστάσεις κρίνει πρέπον. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, στον όρο «αντίγραφο» περιλαμβάνονται φωτοαντίγραφα των καταθέσεων και των εγγράφων στην κατάσταση στην οποία αυτά βρίσκονται.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 6. Είναι προφανές, ότι, το υπό κρίση Αίτημα του Κατηγορουμένου, τίθεται κάτω από τις διατάξεις του εδαφίου
(5)του προαναφερόμενου Άρθρου 7 του Κεφ.
  1. Το εν λόγω Άρθρο 7 του Κεφ. 155 -το οποίο αποτελεί μέρος του Μέρους ΙΙ του Κεφ. 155, που επιγράφεται «Ανάκριση ποινικών αδικημάτων και διαδικασία πριν από την δίωξη»-, έχει, για σκοπούς εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2012/13/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Μαΐου 2012 σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών» (στο εξής καλούμενη «η Οδηγία»), τροποποιηθεί, -για να λάβει την προαναφερόμενη μορφή-, από τον περί Ποινικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Νόμο του 2014, Νόμος 186(Ι)/2014, στις 12/12/
  2. Βασικό, για σκοπούς της συζητήσεως που ακολουθεί, είναι το Άρθρο 7 της Οδηγίας, το οποίο προνοεί τα εξής: «Άρθρο 7 Δικαίωμα πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας
  3. Όταν πρόσωπο συλλαμβάνεται και κρατείται σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι χορηγούνται στον ίδιο ή τον συνήγορό του τα έγγραφα σχετικά με τη συγκεκριμένη υπόθεση τα οποία είναι στην κατοχή των αρμόδιων αρχών και τα οποία είναι ουσιώδη για την αποτελεσματική αμφισβήτηση, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, της νομιμότητας της σύλληψης και της κράτησης.
  4. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές χορηγούν πρόσβαση τουλάχιστον στο σύνολο του αποδεικτικού υλικού που κατέχουν υπέρ ή κατά του υπόπτου ή του κατηγορουμένου στο εν λόγω άτομο ή στον συνήγορό του για τη διασφάλιση του δίκαιου χαρακτήρα της διαδικασίας και την προετοιμασία της υπεράσπισής του.
  5. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, η πρόσβαση στο υλικό σύμφωνα με την παράγραφο 2 παραχωρείται εγκαίρως ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης και το αργότερο έως την υποβολή των στοιχείων της κατηγορίας στην κρίση του δικαστηρίου. Εφόσον νέο αποδεικτικό υλικό περιέλθει στην κατοχή των αρμόδιων αρχών, παραχωρείται πρόσβαση σε αυτό το υλικό εγκαίρως ώστε να εξετασθεί δεόντως.
  6. Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 2 και 3, εφόσον δεν θίγεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, δεν επιτρέπεται η πρόσβαση σε τμήμα του υλικού αν αυτή ενδέχεται να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο τη ζωή ή τα θεμελιώδη δικαιώματα άλλου προσώπου ή τέτοια άρνηση είναι απολύτως απαραίτητη για την προστασία σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, όπως στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η πρόσβαση θα μπορούσε να διακυβεύσει τη διεξαγωγή έρευνας, ή να βλάψει σοβαρά την εθνική ασφάλεια του κράτους μέλους στο οποίο διεξάγεται η ποινική διαδικασία. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, σύμφωνα με τις διαδικασίες του εθνικού δικαίου, η απόφαση για την άρνηση πρόσβασης σε τμήμα του υλικού σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, να λαμβάνεται από δικαστική αρχή ή τουλάχιστον να υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.
  7. Η πρόσβαση βάσει του παρόντος άρθρου παρέχεται δωρεάν.».
  8. Οι πρόνοιες του Άρθρου 7 της Οδηγίας, έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής καλούμενο «το ΔΕΕ»), στην Υπόθεση με αρ. C-612/15, 05/06/2018, Re Kolev κ. α., όπου, σχετικά με το υπό συζήτηση δικαίωμα κατηγορουμένου σε ποινική υπόθεση, αναφέρθηκαν -μεταξύ άλλων- τα εξής: «91 Δεν επιβάλλεται από την οδηγία να ταυτίζεται ο χρόνος γνωστοποίησης λεπτομερών πληροφοριών για την κατηγορία με τον χρόνο παροχής πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας. Εξάλλου, ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης και το είδος της διαδικασίας, το χρονικό αυτό σημείο μπορεί να προηγείται ή να συμπίπτει με τον χρόνο κατά τον οποίο το δικαστήριο επιλαμβάνεται της υπόθεσης ή να είναι μεταγενέστερο του χρόνου αυτού. 92 Ωστόσο, ο σκοπός αυτός καθώς και η ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας προϋποθέτουν, κατ' αρχήν και με την επιφύλαξη τυχόν ειδικών ή απλοποιημένων διαδικασιών, ότι η εν λόγω κοινοποίηση και η δυνατότητα πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας τοποθετούνται χρονικά το αργότερο κατά τον χρόνο που εκκινεί η συζήτηση σχετικά με το βάσιμο της κατηγορίας ενώπιον του δικαστή που είναι αρμόδιος να αποφανθεί επ' αυτού. 93 Πράγματι, με τη γνωστοποίηση και την πρόσβαση ενημερώνεται ακριβώς ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του για τα πραγματικά περιστατικά που έχουν γίνει δεκτά σε βάρος του και για τον νομικό τους χαρακτηρισμό καθώς και για τα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά. Είναι αναγκαίο να υπάρχει η δυνατότητα γνώσης των εν λόγω πληροφοριών και στοιχείων το αργότερο κατά την έναρξη της συζήτησης, ώστε ο κατηγορούμενος, ή ο συνήγορός του, να μπορέσει να λάβει μέρος με ουσιαστικό τρόπο στη συζήτηση αυτή, τηρουμένης της αρχής της εκατέρωθεν ακρόασης και της ισότητας των όπλων, προκειμένου να υποστηρίξει αποτελεσματικά τη θέση του. 94 Σε περίπτωση που δεν γίνει σεβαστή η απαίτηση αυτή, τίποτα στην οδηγία 2012/13 δεν εμποδίζει τον αρμόδιο δικαστή να λάβει τα αναγκαία μέτρα προς άρση της εν λόγω παράλειψης, εφόσον προστατεύονται δεόντως τα δικαιώματα υπεράσπισης και το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. 95 Εξάλλου, η εν λόγω απαίτηση δεν αποκλείει την εκ των υστέρων τροποποίηση των πληροφοριών σχετικά με την κατηγορία που έχουν διαβιβαστεί στην υπεράσπιση, ιδίως όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των προσαπτόμενων πραγματικών περιστατικών, ούτε την προσθήκη στη δικογραφία νέων αποδεικτικών στοιχείων κατά τη διάρκεια της συζήτησης. Ωστόσο, τέτοιες τροποποιήσεις και τέτοια στοιχεία πρέπει να γνωστοποιούνται στον κατηγορούμενο ή στον συνήγορό του σε χρόνο κατά τον οποίο αυτοί έχουν ακόμη τη δυνατότητα να αντιδράσουν αποτελεσματικά, πριν από το στάδιο της διάσκεψης. Εξάλλου, η δυνατότητα αυτή έχει προβλεφθεί στο άρθρο 6, παράγραφος 4, της εν λόγω οδηγίας, κατά το οποίο ο ύποπτος ή κατηγορούμενος πρέπει να ενημερώνεται άμεσα για τυχόν αλλαγές στην ενημέρωση η οποία παρέχεται σύμφωνα με το άρθρο που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, όταν αυτό απαιτείται προκειμένου να διασφαλιστεί ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας, καθώς και στο άρθρο 7, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, κατά το οποίο, εφόσον νέο αποδεικτικό υλικό περιέλθει στην κατοχή των αρμόδιων αρχών, αυτές πρέπει να παραχωρούν πρόσβαση σε αυτό το υλικό εγκαίρως, ώστε να εξετασθεί δεόντως.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  9. Σχετική, εν προκειμένω, είναι και η Αιτιολογική Σκέψη 31 της Οδηγίας, που αναφέρει: «
(31)Για τον σκοπό της παρούσας οδηγίας, η κατά εθνικό δίκαιο πρόσβαση στο αποδεικτικό υλικό της υπόθεσης, το οποίο βρίσκεται στην κατοχή των αρμόδιων αρχών σε συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, είτε αυτό συνηγορεί υπέρ είτε κατά του υπόπτου ή κατηγορουμένου, θα πρέπει να περιλαμβάνει την πρόσβαση σε υλικό, όπως έγγραφα και, ενδεχομένως, φωτογραφίες, καθώς και οπτικές και ακουστικές εγγραφές. Τα ανωτέρω υλικά μπορούν να περιέχονται σε φάκελο της υπόθεσης ή να βρίσκονται με οποιαδήποτε άλλη κατάλληλη μορφή στην κατοχή των αρμόδιων αρχών σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.». (η υπογράμμιση είναι δική μου) 11. Όπως γίνεται αντιληπτό από την προαναφερόμενη απόφαση του ΔΕΕ (από την αναφορά του, μεταξύ άλλων, και στις αρχές της εκατέρωθεν ακρόασης και της ισότητας των όπλων, στην περικοπή ανωτέρω), οι πρόνοιες του υπό συζήτηση Άρθρου 7 της Οδηγίας, πρέπει να συνάδουν με τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής καλούμενη «η ΕΣΔΑ») και δη το Άρθρο 6 αυτής. Όπως άλλωστε ρητά αναφέρεται στις Αιτιολογικές Σκέψεις 5, 6, 7, 8, 40, 41 και 42 της Οδηγίας: «
(5)Το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής «ο Χάρτης»), και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής «η ΕΣΔΑ») κατοχυρώνουν το δικαίωμα στη χρηστή απονομή δικαιοσύνης. Το άρθρο 48 παράγραφος 2 του Χάρτη διασφαλίζει τον σεβασμό των δικαιωμάτων της υπεράσπισης.
(6)Το άρθρο 6 του Χάρτη και το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ κατοχυρώνουν το δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια των προσώπων. Τυχόν περιορισμοί αυτού του δικαιώματος δεν πρέπει να υπερβαίνουν εκείνους που επιτρέπονται σύμφωνα με το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ και συνάγονται από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
(7)Μολονότι όλα τα κράτη μέλη είναι συμβαλλόμενα μέρη της ΕΣΔΑ, η εμπειρία έχει δείξει ότι το γεγονός αυτό από μόνο του δεν παρέχει πάντοτε επαρκή βαθμό εμπιστοσύνης στα συστήματα ποινικής δικαιοσύνης των άλλων κρατών μελών.
(8)Η ενδυνάμωση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης προϋποθέτει την ύπαρξη λεπτομερών κανόνων για την προστασία των δικονομικών δικαιωμάτων και εγγυήσεων που απορρέουν από τον Χάρτη και την ΕΣΔΑ.
(40)Η παρούσα οδηγία θεσπίζει ελάχιστους κανόνες. Τα κράτη μέλη δύνανται να επεκτείνουν τα δικαιώματα που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, προκειμένου να παρέχεται υψηλότερο επίπεδο προστασίας και σε περιστάσεις που δεν ρυθμίζει ρητώς η παρούσα οδηγία. Το επίπεδο προστασίας δεν θα πρέπει ποτέ να υπολείπεται των προδιαγραφών που προβλέπει η ΕΣΔΑ, όπως ερμηνεύονται στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
(41)Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη. Ειδικότερα, η παρούσα οδηγία αποσκοπεί στην προαγωγή του δικαιώματος στην ελευθερία, του δικαιώματος για δίκαιη δίκη και των δικαιωμάτων υπεράσπισης. Θα πρέπει να εφαρμόζεται αναλόγως.
(42)Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας που αφορούν δικαιώματα αντίστοιχα με εκείνα τα οποία εγγυάται η ΕΣΔΑ θα πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται σύμφωνα με τα δικαιώματα αυτά, όπως έχουν ερμηνευθεί στη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Το υπό εξέταση ζήτημα, εξετάστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής καλούμενο «το ΕΔΑΔ»), μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Price v United Kingdom, Application no. 15602/07, 15/09/2016, στην οποία παρατίθεται [για αυτό] και σύνοψη της νομολογίας του: «
  2. It is a fundamental aspect of the right to a fair trial that criminal proceedings, including the elements of such proceedings which relate to procedure, should be adversarial and that there should be equality of arms between the prosecution and the defence, which means that both the prosecution and defence must be given the opportunity to have knowledge of and comment on the observations filed and the evidence adduced by the other party (see, for example, Khodorkovskiy and Lebedev v. Russia, cited above, § 574, and Dowsett v. the United Kingdom, no. 39482/98, § 41, ECHR 2003‑VII). The accused must have the opportunity to organise his defence in an appropriate way and without restriction as to the possibility to put all relevant defence arguments before the trial court and thus to influence the outcome of the proceedings (see, for example, Moiseyev v. Russia, no. 62936/00, § 220, 9 October 2008 and Dolenec v. Croatia, no. 25282/06, § 208, 26 November 2009).
  3. In addition, Article 6 § 1 requires that the prosecution authorities should disclose to the defence all material evidence in their possession for or against the accused (see (Jasper v. the United Kingdom [GC], no. 27052/95, § 51, 16 February 2000). Nevertheless, the entitlement to disclosure of relevant evidence is not an absolute right (see, for example, Kennedy v. the United Kingdom, no. 26839/05, § 187, 18 May 2010). In any criminal proceedings there may be competing interests, such as national security or the need to protect witnesses at risk of reprisals or keep secret police methods of investigation of crime, which must be weighed against the rights of the accused. However, only such measures restricting the rights of the defence which are strictly necessary are permissible under Article 6 §
  4. Moreover, in order to ensure that the accused receives a fair trial, any difficulties caused to the defence by a limitation on its rights must be sufficiently counterbalanced by the procedures followed by the judicial authorities (see, for example, Užukauskas v. Lithuania, no. 16965/04, § 46, 6 July 2010).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  5. Πολύ σχετική με τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, είναι η απόφαση του ΕΔΑΔ στην υπόθεση Edwards v United Kingdom Application no. 13071/87, 16/12/
  6. Ο αιτητής στην εν λόγω υπόθεση, ένας Βρετανός υπήκοος, βάσισε την αίτηση του εναντίον του Ηνωμένου Βασιλείου, μεταξύ άλλων, στο Άρθρο 6, παραγράφους 1 και 3(δ) της ΕΔΣΑ. Σε δίκη ενώπιον του Sheffield Crown Court, ο εν λόγω αιτητής αντιμετώπισε κατηγορίες ληστείας και διάρρηξης, στις οποίες και καταδικάστηκε από το συσταθέν για την υπόθεση σώμα ενόρκων. Η καταδίκη του, ήταν το αποτέλεσμα μαρτυρίας που παρουσιάστηκε στους ενόρκους από δύο αστυνομικούς που ανέκριναν τον κατηγορούμενο κατά την διερεύνηση της υπόθεσης, στους οποίους ο κατηγορούμενος, κατά τους ισχυρισμούς του κατήγορου, με δηλώσεις του ομολόγησε την διάπραξη των αδικημάτων σε τρείς διαφορετικές περιπτώσεις. Σχετικά σημειώματα των αστυνομικών της ομολογίας του κατηγορουμένου της ίδιας στιγμής, ο αιτητής αρνήθηκε να τα υπογράψει. Κατά την δίκη, ο αιτητής υποστήριξε ότι, οι εν λόγω δηλώσεις του, είχαν επινοηθεί από την Αστυνομία. Μετά την καταδίκη του, ο αιτητής υπέβαλε εναντίον των δύο Αστυνομικών καταγγελία στην Γραμματέα του Κράτους του Υπουργείου Εσωτερικών («Secretary of State for the Home Department»). Διατάχθηκε ανεξάρτητη αστυνομική έρευνα, κατά τη διάρκεια της οποίας, προέκυψε ότι, μαρτυρία στην διάθεση της Αστυνομίας, δεν αποκαλύφθηκε στον αιτητή για σκοπούς της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου που προηγήθηκε, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η καταδίκη του. Κάποια από τα γεγονότα αυτά, περιήλθαν σε γνώση του αιτητή. Η έκθεση της αστυνομίας («Carmichael report»), παραδόθηκε στην Αρχή Παραπόνων κατά της Αστυνομίας («Police Complaints Authority»), η οποία την προώθησε στον Διευθυντή Δημόσιων Διώξεων («Director of Public Prosecutions»). Αυτή, ζητήθηκε από τον αιτητή όπως του αποκαλυφθεί, το αίτημα του όμως απορρίφθηκε για λόγους προνομίου, -δημοσίου συμφέροντος-. Ο Διευθυντής Δημόσιων Διώξεων, αποφάνθηκε ότι δεν πρόκυπταν ποινικά αδικήματα για τα οποία οι δύο αστυνομικοί μπορούσαν να διωχθούν, παρά μόνο πειθαρχικά αδικήματα. Ο αιτητής, ζήτησε άδεια να εφεσιβάλει την καταδίκη του ενώπιον Αγγλικού Εφετείου, εκπρόθεσμα, επικαλούμενος παραβίαση του δικαιώματος του σε δίκαιη δίκη, ειδικότερα λόγω της απόκρυψης από την Αστυνομία πληροφοριών που αφορούσαν την υπόθεση εναντίον του. Το Αγγλικό Εφετείο, είχε, σύμφωνα με τον ισχύοντα τότε Νόμο του Ηνωμένου Βασιλείου, ευχέρεια να ακούσει ξανά μαρτυρία για να αποφασίσει το ζήτημα. Ο αιτητής, δεν αιτήθηκε κάτι τέτοιο, ούτε και ζήτησε από το Αγγλικό Εφετείο να διατάξει την παρουσίαση της Έκθεσης Carmichael ανωτέρω. Το Αγγλικό Εφετείο, τελικώς, απέρριψε τις θέσεις του. Ενώπιον του ΕΔΑΔ, ο αιτητής υποστήριξε ότι, η μη αποκάλυψη, σε αυτόν, της Έκθεσης Carmichael ανωτέρω, από τον Διευθυντή Δημόσιων Διώξεων, εκ των πραγμάτων καθιστούσε την δίκη του άδικη. Το ΕΔΑΔ, με τα προαναφερόμενα ως δεδομένα, αποφάνθηκε ότι, η αίτησης του αιτητή, εξεταζόμενη η διαδικασία στο σύνολο της, συμπεριλαμβανομένης και αυτής ενώπιον του Αγγλικού Εφετείου, ήταν αβάσιμη. Ο αιτητής, μεταξύ άλλων, θα μπορούσε να είχε ζητήσει την παρουσίαση της Έκθεσης Carmichael ενώπιον του Αγγλικού Εφετείου για να αποφασίσει επί του κατά πόσο θα μπορούσε να του αποκαλυφθεί, κάτι το οποίο δεν έπραξε.
  7. Η απόφαση του ΕΔΑΔ στην υπόθεση Edwards v United Kingdom Application no. 13071/87, 16/12/1992, ανωτέρω, σχολιάζεται, σε σχέση και με άλλη νομολογία του ΕΔΑΔ, στο σύγγραμμα Harris, O'Boyle and Warbrick, Law of The European Convention on Human Rights, 4η έκδοση, στη σελίδα 419: «Ιn ]asper ν UK, the Grand Chamber held that the public interest immunity procedure in English law complied with Article 6
(1)as it applied to the facts of the case. Under that procedure, the decision about non-disclosure on public interest immunity grounds was taken by the trial judge after examining the non-disclosed evidence. The defence was not shown the evidence or even told of the kind of evidence it was but was permitted to outline its case to the judge, who was competent to order disclosure of evidence relevant to it. In ruling, by a bare majority of nine votes to eight, that the judge's decision authorizing non-disclosure was not a breach of the rights to an adversarial trial or equality of arms, the Court was strongly influenced by the fact that the non-disclosed evidence formed no part of the prosecution case and was not put to the jury. In contrast, in Edwards and Lewis ν UK, the Grand Chamber unanimously held that the same English law procedure did not comply with the same rights on the facts of the case. In particular, the facts differed from those in ]asper in that the non-disclosed material in Edwards and Lewis was directly relevant to the trial, for the reason that it related to the applicants' possible entrapment by the police into committing the alleged offence which, if established, would have led to the discontinuance of the prosecution. In these circumstances, a procedure that did not permit the defence to have access to the material, and an opportunity then to argue its case for entrapment with full information, was a breach of Article 6
(1).». 15. Από το ίδιο σύγγραμμα, σχετικά, είναι και τα αναφερόμενα στην σελίδα 472: «In any criminal case, the prosecution will have at its disposal the results of the police investigation or, in a civil law system, the case file prepared during the preliminary investigation. This will include both documents and other evidence obtained by questioning or searches backed by the power of the state or by the use of forensic resources which the defence may well lack. The Court has held that Article 6
(3)(b) requires that the applicant have 'unrestricted access to the case file and unrestricted use of any notes, including, if necessary, the possibility of obtaining copies of relevant documents. In this context, the primary purpose of Article 6
(3)(b) is to achieve equality of arms' between the prosecution and the defence by requiring that the accused be allowed 'the opportunity to acquaint himself, for the purposes of preparing his defence, with the results of investigations carried out throughout the proceedings'. Article 6
(1)requires that the prosecution disclose to the defence all material evidence in its possession for or against the accused, and this obligation must apply also under Article 6
(3)(b). Access to documents may, however, be restricted for national security reasons.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Είναι κατά την άποψη μου προφανές, ότι, έχοντας κατά νουν το λεκτικό του προαναφερόμενου Άρθρου 7 του Κεφ. 155, το σκεπτικό του ΔΕΕ στην Υπόθεση με αρ. C-612/15, 05/06/2018, Re Kolev κ. α., αναφορικά με το Άρθρο 7 της Οδηγίας και την σχετική, ως προαναφέρθηκε, νομολογία του ΕΔΑΔ, ο Κατηγορούμενος δικαιούται να αξιώνει αποκάλυψη των προαναφερόμενων εγγράφων. Σημειώνεται, ότι, η εκπρόσωπος του Κατήγορου, δεν επικαλέστηκε ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα καλύπτονται από οποιουδήποτε είδους προνόμιο. Αυτά, διαπιστώνεται [ii], αποτελούν πληροφόρηση ή/και στοιχεία, τα οποία λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και εναντίον του Κατηγορουμένου, τα οποία κατέχει ο Κατήγορος και τα οποία αφορούν ή σχετίζονται με τα όσα πραγματικά περιστατικά έχουν γίνει αποδεκτά εναντίον του από τον Κατήγορο ως παρέχοντα λογική προοπτική για την καταδίκη του. Αποτελούν, κατά την κρίση μου, υλικό, το οποίο λογικά δύναται να θεωρηθεί ικανό να υπονομεύσει την υπόθεση του Κατήγορου ή να υποβοηθήσει την υπόθεση του Κατηγορουμένου προς υπεράσπιση του. Σημειώνω, ότι, σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο, για σκοπούς εξέτασης του Αιτήματος του Κατηγορούμενου για αποκάλυψη, δεν υπεισέρχεται σε εξέταση του κατά πόσο το υλικό που αυτό αφορά, αποτελεί μαρτυρία που θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Περιορίζεται σε εξέταση του κατά πόσο αυτό, μπορεί λογικά, λόγω σχετικότητας με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, ενδεχομένως, να υπονομεύσει την υπόθεση του Κατήγορου, ή να υποβοηθήσει την υπόθεση του Κατηγορουμένου προς υπεράσπιση του. Ως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με την νομολογία του ΕΔΑΔ, αυτό που έχει σημασία, είναι να παρασχεθεί η ευχέρεια στον Κατηγορούμενο, να αποφασίσει «αν θα ανταποκριθεί στο υλικό» (βλ. και Walston v Norway, Application no. 37372/97, 03/06/2003 [παράγραφο 58]).
  2. Το Δικαστήριο, αν και δεν θα κρίνει την υπόθεση του Κατήγορου εναντίον του Κατηγορουμένου, στην βάση της γνώμης του οποιουδήποτε προσώπου, Αστυνομικού ή Ποινικού Ανακριτή, αλλά στην βάση των πραγματικών περιστατικών που κατ' ισχυρισμών του Κατήγορου στοιχειοθετούν το κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου, τα υπό αναφορά έγγραφα, αφορούν υλικό και στοιχεία που ο Ποινικός Ανακριτής ή οι Ποινικοί Ανακριτές υπέβαλαν στην Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας και μετέπειτα στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας -εφόσον οι υπό διερεύνηση ισχυρισμοί του Κατηγορουμένου, αφορούν πράξεις μέλους της Αστυνομίας που συνιστούν ενδεχομένως ποινικά αδικήματα-, το οποίο, ως γίνεται αντιληπτό, επιθεωρήθηκε από τον Κατήγορο σχετικά με την ποινική δίωξη της υπόθεσης αυτής εναντίον του Κατηγορουμένου. Συνεπώς, τα υπό αναφορά έγγραφα, ως υλικό, μπορεί να θεωρηθούν, μέρος του ανακριτικού υλικού το οποίο ο Κατήγορος είχε στην διάθεση του κατά την διερεύνηση της υπόθεσης ή περιήλθε στην κατοχή του στην πορεία της ποινικής δίωξης του Κατηγορουμένου, το οποίο ο Κατηγορούμενος, εφόσον αυτά βρίσκονται στην κατοχή του Κατήγορου, έχει δικαίωμα να του αποκαλυφθεί για τους προαναφερόμενους λόγους.
  3. Όπως, για το ζήτημα αυτό, αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Νικολαϊδης ν Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271, η υποχρέωση του κατήγορου να αποκαλύψει στον κατηγορούμενο όλη τη σχετική μαρτυρία υπέρ ή εναντίον του κατηγορουμένου, «αναφέρεται βασικά σε στοιχεία που έχει περισυλλέξει η Αστυνομία μέσα στα πλαίσια της ανακριτικής διαδικασίας για τη διερεύνηση του αδικήματος.». Δεν επεκτείνεται σε όλο το φάσμα του υλικού που βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης από την Αστυνομία, αλλά μόνο σε σχέση με μαρτυρία: «
(1)Που είναι σχετική,
(2)Που είναι ουσιώδης ή μπορεί να είναι ουσιώδης σε σχέση με τα επίδικα θέματα που αναμένεται να εγερθούν ή εγείρονται αναπάντεχα κατά τη διάρκεια της δίκης.».(Βλ. επίσης, Χριστοφή ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 156/2016, 25/09/2018).
  1. Κατ' ακολουθία, το αίτημα του Κατηγορουμένου εγκρίνεται. Διατάζεται η αποκάλυψης των προαναφερόμενων εγγράφων από τον Κατήγορο προς τον Κατηγορούμενο, εντός επτά ημερών από σήμερα.
  2. Αντίγραφα των εγγράφων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 της απόφασης μου αυτής, έχουν καταχωρηθεί στον φάκελο της υπόθεσης αυτής για σκοπούς εξέτασης του αιτήματος του Κατηγορουμένου το οποίο έχω μόλις αποφασίσει. Ο Πρωτοκολλητής, δεν θα επιτρέψει πρόσβαση σε αυτά, χωρίς την προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου.
  3. Προχωρώ να προγραμματίσω την υπόθεση για την Απάντηση του Κατηγορουμένου στο κατηγορητήριο του. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Σύμφωνα με την Έκθεση του [εποπτεύοντος] Μέλους της Ανεξάρτητης Αρχής Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας, Ποινικού Ανακριτή, XXXXX Παπαντωνίου, ημερομηνίας 10/02/2017, αυτό, πρέπει να ολοκληρώθηκε πριν την 01/11/2016 που παραδόθηκε στην Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας. [ii] Αυτό, σημειώνω, το έχω διαπιστώσει, έχοντας, στην πορεία της διαδικασίας, ζητήσει από τον Κατήγορο την αποκάλυψη τους, μετά από επιθεώρηση τους. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.