ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΧΑΤΖΗΒΑΡΝΑΒΑ κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 19197/2016, 19/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B231 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 19197/2016 Κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορο -εναντίον -
- XXXXX ΧΑΤΖΗΒΑΡΝΑΒΑ
- XXXXX ΚΥΡΙΑΚΟΥ
- XXXXX ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ
- XXXXX XHELO Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 19/03/
- Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Χαραλάμπους. Για τους Κατηγορούμενους 1, 2 και 3: κ. Ρ. Μαππουρίδης. Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, Παρόντες. ___________________________________________________________________________ ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο και άλλα εισαγωγικά
- Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, αντιμετωπίζουν, τελικώς, τις κατηγορίες με αρ. 1 και 2 στο κατηγορητήριο, στις οποίες κλήθηκαν σε απολογία. Αυτές, αντίστοιχα, αφορούν τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη πλημμελήματος και της παρεμπόδισης στην εκτέλεση νόμιμου εντάλματος. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που δίδονται για τα αδικήματα στο κατηγορητήριο, οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 4, μεταξύ των ημερομηνιών 31/12/2015 και 21/10/2016, στην Δημοκρατία, συνωμότησαν [προς τούτο] και στην συνέχεια πραγματοποίησαν, την παρεμπόδιση εκτέλεσης νόμιμου εντάλματος σύλληψης της XXXXX Bezpyataya από τη Ρωσία, το οποίο εκδόθηκε εναντίον της από Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στις 31/12/
- Οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 4, ενώ γνώριζαν για το εν λόγω ένταλμα σύλληψης της XXXXX Bezpyataya από τις 15/01/2016, με το να βοηθήσουν την XXXXX Bezpyataya να διαφύγει από τις κατεχόμενες περιοχές όπου η κυβέρνηση της Δημοκρατίας δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο, απέτρεψαν την εκτέλεση του.
- Αξιοσημείωτο, για σκοπούς εισαγωγής στα της Υπόθεσης αυτής, είναι το γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος 4, παρά το γεγονός ότι, στις 18/11/2016, του επιδόθηκε προσωπικά η κλήση του για το κατηγορητήριο του της Υπόθεσης αυτής, την 01/12/2016 που η Υπόθεσης ήταν προγραμματισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου για την απάντηση των Κατηγορουμένων 1, 2, 3 και 4 στο κατηγορητήριο, δεν παρουσιάστηκε, με αποτέλεσμα να εκδοθεί από το Δικαστήριο ένταλμα σύλληψης του. Αυτό ακυρώθηκε, όταν ο Κατηγορούμενος 4, παρουσιάστηκε από μόνος του στο Δικαστήριο, στις 19/01/2017, όταν και, έχοντας κοινή εκπροσώπηση, με τους υπόλοιπους Κατηγορουμένους 1, 2 και 3, από δικηγόρο, του απαγγέλθηκε το κατηγορητήριο του και δήλωσε σε αυτό την μη παραδοχή του. Κατ' ακολουθία όμως, στις 23/10/2017, ο Κατηγορούμενος 4, δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για την προγραμματισμένη ακρόαση της Υπόθεσης, με αποτέλεσμα και πάλι να εκδοθεί από το Δικαστήριο ένταλμα σύλληψης του, το οποίο όμως, παρά τις αλλεπάλληλες αναβολές που δόθηκαν στην ακρόαση της Υπόθεσης από το Δικαστήριο για να επιτευχθεί από την Αστυνομία η εκτέλεσης του, παρέμεινε ασύλληπτος, με αποτέλεσμα ο Κατήγορος, να εισηγηθεί, λόγω τούτου, την διακοπή της δίωξης του Κατηγορουμένου 4 από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, όπως και τελικά αποφασίστηκε από τον τελευταίο, με κατάληξη, την απαλλαγή του Κατηγορουμένου 4 από το κατηγορητήριο του, με απόφαση του Δικαστηρίου, στις 11/07/
- Η νομική πτυχή του κατηγορητηρίου
- Σύμφωνα με το Άρθρο 121(γ) του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154»), το οποίο περιλαμβάνεται στην έκθεση του αδικήματος της προαναφερόμενης κατηγορίας με αρ. 2 στο κατηγορητήριο: «
- Διαπράττει πλημμέλημα όποιος- (α) συνωμοτεί με άλλο να κατηγορήσουν ψευδώς άλλο για κάποιο έγκλημα ή να διαπράξουν ο,τιδήποτε για παρεμπόδιση, αποτροπή, εκτροπή ή ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης ή (β) με σκοπό παρεμπόδισης της κανονικής πορείας της δικαιοσύνης μεταπείθει, παρεμποδίζει ή αποτρέπει οποιοδήποτε πρόσωπο που είναι νόμιμα υπόχρεο να εμφανιστεί και να δώσει μαρτυρία ως μάρτυρας, ή αποπειράται να διαπράξει με αυτό τον τρόπο ή (γ) παρεμποδίζει ή με οποιοδήποτε τρόπο παρεμβαίνει στην εκτέλεση ή γνωρίζει ότι αποτρέπει την εκτέλεση νόμιμου εντάλματος ή δικογράφου, αστικού ή ποινικού.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 372 του Κεφ. 154, το οποίο περιλαμβάνεται στην έκθεση του αδικήματος της προαναφερόμενης κατηγορίας με αρ. 1 στο κατηγορητήριο: «
- Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει πλημμέλημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν πλημμέλημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος πλημμελήματος.». (η υπογράμμιση είναι δική μου)
- Τέλος, σχετικές με το κατηγορητήριο αυτής της Υπόθεσης, είναι και οι διατάξεις του Άρθρου 20 του Κεφ. 154, εφόσον, αφενός αποτελεί μέρος της νομικής βάσης για το αδίκημα της προαναφερόμενης κατηγορίας με αρ. 2 στο κατηγορητήριο και επειδή, αφετέρου, έχουν συνενωθεί στο κατηγορητήριο, ως κατηγορούμενοι, πέραν του ενός προσώπου, σύμφωνα με το οποίο: «
- Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη.». Η προσαχθείσα μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα
- Κατά την ακρόαση της Υπόθεσης, για την υπόθεση του Κατήγορου, κλήθηκαν στο Δικαστήριο και κατέθεσαν τα ακόλουθα πρόσωπα: i. Ο Λοχίας XXXXX, XXXXX Ορφανός [της Αστυνομίας Κύπρου] (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ1, Λοχ. XXXXX»); ii. Ο Λοχίας XXXXX, XXXXX Παπαγεωργίου [της Αστυνομίας Κύπρου] (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ2, Λοχ. XXXXX»); iii. Ο Ανώτερος Υπαστυνόμος [της Αστυνομίας των Κυρίαρχων Περιοχών των Βάσεων Δεκέλειας], XXXXX Πέτρου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ3, Ανώτερος Υπαστυνόμος των Αγγλικών Βάσεων»).
- Μετά την κλήση των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 από το Δικαστήριο σε απολογία, προς υπεράσπιση τους, από πλευράς τους, δεν προσφέρθηκε μαρτυρία. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, τήρησαν το δικαίωμα τους να παραμείνουν [και παρέμειναν] σιωπηλοί.
- Κατά την εξέλιξη της ακρόασης της Υπόθεσης, οι διάδικοι, μέσω των συνηγόρων τους, αρκετά από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, τα δήλωσαν ως παραδεκτά και ως τέτοια, έγιναν αποδεκτά και από το Δικαστήριο. Η προσκομισθείσα μαρτυρία και τα ισχυριζόμενα γεγονότα και η εκτίμησης τους από το Δικαστήριο
- Είχα την δυνατότητα, στη ζωντανή ατμόσφαιρα της ακρόασης της Υπόθεσης αυτής, να αποκομίσω, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρω στην συνέχεια, τις αναγκαίες εντυπώσεις ως προς την αξιοπιστία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από τους διαδίκους, έχοντας παρακολουθήσει επιστάμενά τα όσα οι μάρτυρες κατέθεσαν, τον τρόπο με τον οποίο κατέθεσαν, και τη λογική που, με βάση την ανθρώπινη εμπειρία, η μαρτυρία τους ανέδυε, σε συνάρτηση με τα δεδομένα της Υπόθεσης. Έχω, για τις διαπιστώσεις μου τις οποίες παραθέτω στην συνέχεια, αξιολογήσει την μαρτυρία, στο σύνολο της, και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά. Βλ. Brierley v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
- Όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας, μου έκαναν καλή εντύπωση στο ειδώλιο του μάρτυρα, και έχω πεισθεί ότι, στο Δικαστήριο, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, έχουν καταθέσει τα γεγονότα, όπως τα θυμόνταν να έχουν πραγματικά διαδραματιστεί. Η μαρτυρία τους, ήταν, σχετικά με τους ουσιώδη ισχυρισμούς τους, χωρίς αντιφάσεις, συνεκτική, είχε λογική, ουσιαστική αλληλοεπικάλυψη ή/και υποστήριξη από άλλη άμεση ή πραγματική μαρτυρία, και ειδωμένη, ως προελέχθη, στο σύνολο της και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά, κρίνεται αξιόπιστη και την αποδέχομαι για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου για τα επίδικα ζητήματα.
- Τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, παρουσιάζονται ως συνακόλουθα, διαφοράς που προέκυψε, με βάση ισχυριζόμενη συμφωνία παρένθετης μητρότητας, στην οποία οι συμβαλλόμενοι φέρεται να προσήλθαν νόμιμα στην Ρωσική Ομοσπονδία, οι πρόνοιες της οποίας, υπάρχει καταγγελία, παραβιάστηκαν, με αποτέλεσμα την έγερση δικαστικών διαδικασιών, που «μεταφέρθηκαν» και στην Δημοκρατία.
- Άμεσα εμπλεκόμενα πρόσωπα στην προαναφερόμενη υπόθεση, είναι: η προαναφερόμενη, XXXXX Bezpyataya (στο εξής καλούμενη «η Bezpyataya»); ο σύζυγος της Bezpyataya, XXXXX Bezpyati (στο εξής καλούμενος «ο Bezpyati»); η XXXXX Mirimiskaya (στο εξής καλούμενη «η Mirimiskaya»); ο πρώην σύντροφος της Mirimiskaya, XXXXX Smirnov (στο εξής καλούμενος «ο Smirnov»); και η ανήλικη, S. M. (στο εξής καλούμενη «η Ανήλικη»).
- Κατά τους ισχυρισμούς του Κατήγορου, σύμφωνα με πληροφόρηση που έλαβε η Αστυνομία, από τις αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας, η Bezpyataya, προσήλθε με την Mirimiskaya, στην Ρωσία, στην προαναφερόμενη συμφωνία παρένθετης μητρότητας, δια της οποίας, η πρώτη, έναντι συγκεκριμένου χρηματικού ανταλλάγματος [και μόνον, -ήτοι, χωρίς περαιτέρω νομικά δικαιώματα παρένθετης μητέρας στο παιδί-], ανέλαβε την υποχρέωση να κυοφορήσει, τα δύο γονιμοποιημένα, εξωσωματικά -με σπερματοζωάρια του Smirnov (ο οποίος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν σύντροφος της)-, ωάρια της Mirimiskaya και της θυγατέρας της, XXXXX A. Golubovich, -«ιδιοκτησία» της Mirimiskaya-, και να γεννήσει για αυτήν παιδί -το οποίο αμέσως θα της παρέδιδε-, στην κλινική Lapino της Μόσχας (στο εξής καλούμενη «η Συμφωνία»).
- Κατά παράβαση όμως των όρων της Συμφωνίας τους, μετά την επιτυχή εξωσωματική γονιμοποίηση των ωαρίων εργαστηριακά, την τεχνική τοποθέτηση των εμβρύων [που πρόκυψαν] στη μήτρα της Bezpyataya, την επιτυχή εμφύτευση, τελικώς, ενός εξ αυτών και κύησης του από την Bezpyataya, αλλά και την λήψη από την Bezpyataya ολόκληρου του συμφωνηθέντος χρηματικού ανταλλάγματος από την Mirimiskaya, η Bezpyataya, κάποιες ημέρες πριν από την προγραμματισμένη ημερομηνία για τον τοκετό, διέκοψε κάθε επικοινωνία με την Mirimiskaya, και, κρυφά από αυτήν, γέννησε το παιδί της [Mirimiskaya], ήτοι, την Ανήλικη, σε [άλλο, -από την κλινική Lapino-] νοσοκομείο της Μόσχας, την οποία δήλωσε, κατά την ληξιαρχική καταχώριση της γέννησης, ως δικό της [και του συζύγου της] παιδί, και εν συνεχεία, αφού, μετά από σχετικό αίτημα της, έλαβε διαβατήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την Ανήλικη, ταξίδευσε μαζί της, εκτός της Ρωσικής Ομοσπονδίας, με κατάληξη την Δημοκρατία.
- Κατά τους ίδιους ισχυρισμούς, η Bezpyataya, πώλησε την Ανήλικη, έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, στον Smirnov, με τον οποίον, αναφέρεται, η Mirimiskaya είχε, στο μεταξύ [ήτοι, κατά την διάρκεια της κυήσεως του παιδιού από την Bezpyataya], πάψει να έχει σχέση συντροφική. Ο Smirnov, φέρεται να συνάντησε την Bezpyataya στην Δημοκρατία και να διευθέτησε τα της διαμονής και διατροφής της.
- Η Mirimiskaya, κατήγγειλε την υπόθεση στην Ρωσική Αστυνομία και αρχές, με αποτέλεσμα, την έκδοση, εναντίον της Bezpyataya, στις 22/10/2015, εντάλματος σύλληψης της, από Δικαστήριο της Μόσχας, σχετικά με την διάπραξη συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων [βάσει του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας] (στο εξής καλούμενο «το Ε/Σ του Ρωσικού Δικαστηρίου»), το οποίο και αποτέλεσε, την βάση για την διεθνή αναζήτηση της. Οι αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας, δεδομένου ότι η Ρωσική Ομοσπονδία είναι χώρα μέλος της Interpol, εξέδωσε, μέσω της Interpol, μήνυμα, τύπου «diffusion», δια του οποίου ζητούσε από την Δημοκρατία -στην οποία το κοινοποίησε απευθείας, δια του Εθνικού Κεντρικού Γραφείου της Interpol στην Μόσχα, μέσω του αντίστοιχου Εθνικού Κεντρικού Γραφείου της Interpol στην Λευκωσία-, η οποία είναι επίσης χώρα μέλος της Interpol, συνεργασία για τον εντοπισμό της Bezpyataya, εναντίον της οποίας εκκρεμούσε το Ε/Σ του Ρωσικού Δικαστηρίου. Κατ' ακολουθία, ενημερώθηκε, σχετικά, το Αρχηγείο της Αστυνομίας στην Δημοκρατία, από το οποίο, το ζήτημα, προωθήθηκε τελικώς για χειρισμό, μέσω του Τ. Α. Ε. Αρχηγείου, στο Τ. Α. Ε. Λεμεσού, στις 30/11/
- Εντολή, για να χειριστεί την υπόθεση από το Τ. Α. Ε. Λεμεσού, αυθημερόν, έλαβε [από τον τότε υπεύθυνο Υπαστυνόμο του Τ. Α. Ε. Λεμεσού, Ι. Σωτηριάδη] ο Α/Αστ. XXXXX, ο οποίος, αφού ενημέρωσε και την τότε Υπεύθυνη Εισαγγελέα του Τομέα Έκδοσης Φυγόδικων της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, μετά από κάποια διαδικασία που οδήγησε και στην αναζήτηση από τις αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας περαιτέρω πληροφοριών, και αφού λήφθηκε προς τούτο και η έγκρισης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, αποτάθηκε, στις 31/12/2015, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, και με την συνδρομή και της προαναφερόμενης Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, κατόπιν σχετικού αιτήματος που υπέβαλε προς την τότε Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, εξασφάλισε, στην βάση σχετικών διατάξεων της Νομοθεσίας μας, ένταλμα σύλληψης της Bezpyataya (στο εξής καλούμενο «το Ε/Σ του Κυπριακού Δικαστηρίου»). Σκοπός ήταν, η σύλληψης της Bezpyataya από την Αστυνομία, ώστε, να παρουσιαζόταν ενώπιον αρμόδιου Δικαστηρίου της Δημοκρατίας, για να εξεταζόταν, ενδεχόμενο, και εν πολλοίς αναμενόμενο, λόγω των όσων προηγήθηκαν, αίτημα που επίσημα θα υπέβαλλαν οι αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας, προς την αντίστοιχη της Δημοκρατίας, για την έκδοση και παράδοση της Bezpyataya προς την Ρωσική Ομοσπονδία.
- Κατόπιν τούτου, η Bezpyataya, για την οποία υπήρχε πληροφόρηση από τις αρχές της Δημοκρατίας -και συγκεκριμένα, από το Γραφείο Ευημερίας, από το οποίο η Ανήλικη παρακολουθείτο, λόγω των διαδικασιών που βρίσκονταν σε εξέλιξη ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού που το αφορούσαν (επίσης με υπόβαθρο, τα προαναφερόμενα γεγονότα)-, σχετικά με την διεύθυνση διαμονής της στην Λεμεσό, κατόπιν οδηγιών του προαναφερόμενου τότε Υπευθύνου Υπαστυνόμου του Τ. Α. Ε. Λεμεσού προς την επιχειρησιακή ομάδα του Τ. Α. Ε. Λεμεσού που συστήθηκε για τον σκοπό υπό τον Α/Λοχ. XXXXX, αναζητήθηκε για να εκτελεστεί το Ε/Σ του Κυπριακού Δικαστηρίου [και να εντοπιστεί και η Ανήλικη], η σύλληψης της όμως δεν επιτεύχθηκε [και η Ανήλικη δεν ανευρέθηκε], επειδή δεν εντοπίστηκε.
- Ως αποτέλεσμα, μετά από ενέργειες των προαναφερμένων -οι οποίοι διαπίστωσαν ότι, η τελευταία θέασης της Bezpyataya στην διεύθυνση διαμονής της, ήταν τέλη του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2015-, τα στοιχεία της Bezpyataya, καταχωρήθηκαν στον κατάλογο των προσώπων στα οποία η έξοδος από την Δημοκρατία απαγορεύεται -σχετική καταχώριση έγινε και στις βάσεις δεδομένων της Interpol-, ενώ, τα στοιχεία της Ανήλικης, καταχωρήθηκαν στην λίστα ειδοποιήσεων για παιδιά («alert list»). Παράλληλα, ενημερώθηκαν επίσημα και οι αρχές στους λιμένες της Δημοκρατίας και τα οδοφράγματα που βρίσκονται στην γραμμή αντιπαράταξης από τα οποία υπάρχει διέλευσης προς τις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές.
- Διαβήματα, έγιναν και μέσω της Τεχνικής Επιτροπής για το Έγκλημα και Θέματα Εγκληματικότητας (στο εξής καλούμενη «η Τεχνική Επιτροπή»), με την υποτελή κατοχική διοίκηση της Τουρκίας στις κατεχόμενες από αυτήν περιοχές της Δημοκρατίας (στο εξής καλούμενα «το Ψευδοκράτος» και «τα Κατεχόμενα»), στις 13/01/2016, για την διερεύνηση πληροφορίας, [της Γενικής Γραμματείας της Interpol,] που ελήφθη, από την Αστυνομία, από το Εθνικό Κεντρικό Γραφείο της Interpol στην Μόσχα, μέσω του αντίστοιχου Εθνικού Κεντρικού Γραφείου της Interpol στην Λευκωσία -το οποίο απευθυνόταν και στο αντίστοιχο Εθνικό Κεντρικό Γραφείο της Interpol στην Άγκυρα-, βάσει της οποίας, η Bezpyataya, με την συνοδεία ένοπλου άνδρα, διέφυγε [με την Ανήλικη], μέσω των Κατεχομένων, δια θαλάσσης, με σκάφος από το λιμάνι της κατεχόμενης Κερύνειας, με προορισμό την νότια Τουρκία. Ζητείτο, συγκεκριμένα, η εξασφάλιση πληροφόρησης, σχετικά με το κατά πόσο, η Bezpyataya και η Ανήλικη, μετέβηκαν στα Κατεχόμενα και αν ναι, κατά πόσο αναχώρησαν από οποιοδήποτε παράνομο σημείο εξόδου των Κατεχομένων και με ποιο προορισμό. Το σχετικό σημείωμα, προς την Τεχνική Επιτροπή, ημερομηνίας 13/01/2016, Τεκμήριο 23, συνοδευόταν από σημείωμα του Υπευθύνου Υπαστυνόμου του Τ. Α. Ε. Λεμεσού, Ι. Σωτηριάδη, το οποίο αναφερόταν στα προαναφερόμενα γεγονότα. Στις 15/03/2016, η Τεχνική Επιτροπή, ενημέρωσε το Τ. Α. Ε. Λεμεσού, ότι, σύμφωνα με πληροφόρηση που έλαβε από την αντίστοιχη Τουρκοκυπριακή Επιτροπή, το Ψευδοκράτος, δεν είχε στοιχεία στην κατοχή του που να έδειχναν ότι η Bezpyataya και η Ανήλικη μετέβηκαν στα Κατεχόμενα (βλ. το Τεκμήριο 23, του οποίου η σχετική επιστολή αποτελεί μέρος).
- Την διερεύνηση για τον εντοπισμό και σύλληψη της Bezpyataya [και τον εντοπισμό του Ανηλίκου], κατ' ακολουθία, συνέχισε το Τ. Α. Ε. Αρχηγείου. Σχετικές οδηγίες, έλαβε [από τον τότε Υπεύθυνο του Τ. Α. Ε. Αρχηγείου], ο ΜΚ1, Λοχ. XXXXX. Σχετικές οδηγίες, υπήρχαν και από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.
- Την ίδια ημέρα που έλαβε τις οδηγίες του, στις 15/01/2016, ο ΜΚ1, Λοχ. 35, αποτάθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για την έκδοση εντάλματος σύλληψης, τόσο της Bezpyataya, όσο και του συζύγου της, Bezpyati, υποστηρίζοντας γεγονότα από τα οποία πρόκυπτε, κατά την θέση του, η διάπραξη συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων από τα εν λόγω πρόσωπα, βάσει του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, καθώς επίσης και εντάλματος έρευνας δωματίου σε ξενοδοχείο της Λεμεσού, προς ανεύρεσή συγκεκριμένων στοιχείων ως προς την διάπραξη τους. Ο εκδικάσας Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, δεν ικανοποιήθηκε για το εύλογο της υπόνοιας και αιτίας αντίστοιχα, για την έκδοση των αιτούμενων ενταλμάτων σύλληψης και έρευνας, εφόσον δεν πρόκυπτε από τα υποστηριζόμενα γεγονότα, διάπραξης ποινικών αδικημάτων στην Δημοκρατία, και του απέρριψε το αίτημα.
- Εν όψει της εξέλιξης αυτής, ο ΜΚ1, Λοχ. XXXXX έλαβε οδηγίες, να συνεχίσει με τις ενέργειες του για τον εντοπισμό της Bezpyataya, σχετικά με το προαναφερόμενο αίτημα για συνδρομή των αρχών της Ρωσικής Ομοσπονδίας, όπως επίσης και προς εντοπισμό της Ανήλικης σχετικά με την οποία η Bezpyataya κατηγορείτο, και παράλληλα, να διερευνήσει τυχόν διάπραξη ποινικών αδικημάτων, από τα οποιαδήποτε, εμπλεκόμενα στην υπόθεση, πρόσωπα, στη Δημοκρατία. Σχετικές οδηγίες, υπήρχαν πάλι, και από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.
- Προς τούτο, ο ΜΚ1, Λοχ. XXXXX έλαβε αριθμό καταθέσεων από πρόσωπα που είχαν επαφή με την Bezpyataya, πριν τις 30/12/2015, που, σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχε συλλέξει, ήταν η τελευταία φορά που είχε θεαθεί, και εξέτασε και αριθμό διευθύνσεων κατοικιών στις οποίες, σύμφωνα με τα στοιχεία στην διάθεση του, θα μπορούσαν να είχαν ανευρεθεί.
- Στις 15/01/2016, ο ΜΚ1, Λοχ. XXXXX, έλαβε κατάθεση από τον Κατηγορούμενο
- Σε αυτήν, ο Κατηγορούμενος 2, σε γενικές αρχές, ισχυριζόταν τα εξής. Κατά τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2015, προσέγγισε τον Κατηγορούμενο 2, φιλικό του πρόσωπο, κάποιος XXXXX Valko, ζητώντας του βοήθεια στην παροχή ασφάλειας προς την οικογένεια της Bezpyataya [ήτοι, σε αυτήν τον σύζυγο της Bezpyati και την 15χρονη θυγατέρα της], που είχε αφιχθεί στην Δημοκρατία. Ο εν λόγω XXXXX Valko, είχε τότε αναφέρει στον Κατηγορούμενο 2, ότι, εκείνος, παρείχε προς την εν λόγω οικογένεια, τις υπηρεσίες του ως οδηγός. Στον εν λόγω XXXXX Valko, ο Κατηγορούμενος 2, για αυτό τον σκοπό, σύστησε τον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος, Κατηγορούμενος 1, μέσω εταιρείας της οποίας ήταν μέλος, ασχολείτο επιχειρηματικά με την παροχή υπηρεσιών ασφάλειας. Ο λόγος για τον οποίο η εν λόγω οικογένεια επιθυμούσε να έχει αυτού του είδους την υπηρεσία, δεν αναφέρθηκε στον Κατηγορούμενο 2 από τον XXXXX Valko. Τις οδηγίες για τις μετακινήσεις της οικογένειας της Bezpyataya, έδιναν στον Κατηγορούμενο 2, ο εν λόγω XXXXX Valko και ο υιός του, κάποιος XXXXX Valko. Ο Κατηγορούμενος 2, δεν γνώριζε ότι εναντίον της Bezpyataya εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης και καταζητείτο, και ότι, αυτό, ήταν κάτι που πληροφορείτο για πρώτη φορά, εκείνη την ημέρα, από την Αστυνομία. -Σύμφωνα με τον ΜΚ1, Λοχ. XXXXX, ο Κατηγορούμενος 2, ως ο ίδιος είχε αναφέρει στην Αστυνομία, ήταν εργοδοτούμενος στην εταιρεία παροχής υπηρεσιών ασφάλειας του Κατηγορουμένου 1, και το πρόσωπο, που, μέχρι και πριν τις 30/12/2015, που ήταν η τελευταία φορά που η Bezpyataya θεάθηκε στις αποτελεσματικά ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές, ενεργούσε ως οδηγός της-.
- Την ίδια ημέρα, 15/01/2016, σαράντα περίπου λεπτά αφού ολοκλήρωσε με την λήψη της κατάθεσης του Κατηγορούμενου 2, ο ΜΚ1, Λοχ. XXXXX έλαβε κατάθεση από τον Κατηγορούμενο
- Ο Κατηγορούμενος 1, στην κατάθεση του προς τον ΜΚ1, Λοχ. XXXXX, ανέφερε, σε γενικές γραμμές, τα εξής. Κατά τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2015, μέσω του Κατηγορουμένου 2, -με τον οποίο ήταν φίλοι-, ο Κατηγορούμενος 1 είχε έρθει σε επαφή με τον εν λόγω XXXXX Valko, ο οποίος του ζήτησε να παράσχει ασφάλεια προς την οικογένεια της Bezpyataya [ήτοι, σε αυτήν και τον σύζυγο της Bezpyati]. Ο Κατηγορούμενος 1, δεν γνώριζε ότι εναντίον της Bezpyataya εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης και καταζητείτο, και ότι, αυτό, ήταν κάτι που πληροφορήθηκε για πρώτη φορά, στις 03/01/2016, από τον Υπαστυνόμο Ι. Σωτηριάδη του Τ. Α. Ε. Λεμεσού, όταν, ο τελευταίος, επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικά, για να πληροφορηθεί σχετικά με το που μπορούσε να εντοπιστεί η Bezpyataya. Η τελευταία φορά που ο Κατηγορούμενος 1 είχε δει την Bezpyataya, ήταν στις 30/12/2015, που την είχε μεταφέρει σε συγκεκριμένη διεύθυνση, για να έχει συνάντηση με λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας.
- Οι ενέργειες του ΜΚ1, Λοχ. XXXXX, για τον εντοπισμό της Bezpyataya και της Ανήλικης, συνεχίστηκαν και μετά την λήψη των καταθέσεων των Κατηγορουμένων 1 και 2 στις 15/01/2016, χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα.
- Τελικά, δέκα περίπου μήνες μετά, στις 24/10/2016, στο Τ. Α. Ε. Αρχηγείου, ελήφθη πληροφορία, προερχόμενη από την Τεχνική Επιτροπή, που μεταβιβάστηκε στον ΜΚ1, Λοχ. XXXXX, ότι, η Bezpyataya και η Ανήλικη, συνοδευόμενες από τους Κατηγορουμένους 1, 2, 3 και 4, «συλλήφθηκαν», από την υποτελή κατοχική διοίκηση της Τουρκίας στο Ψευδοκράτος, σε περιοχή της Κατεχόμενης Κύπρου, όταν επιχειρούσαν την διάβαση τους στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές, από μη ελεγχόμενο σημείο. Η προκαταρκτική, ως ήταν τότε, ενημέρωσης της Αστυνομίας, αλλά και δική του ΜΚ1, Λοχ. XXXXX πληροφόρησης, από την Τεχνική Επιτροπή, έκανε λόγο για σύλληψη της Bezpyataya [μαζί της οποίας ήταν και η Ανήλικη] και των Κατηγορουμένων 1, 2, 3 και 4, λόγω εισόδου τους σε απαγορευμένη στρατιωτική περιοχή. Αυτή, ήταν, σημείωσε ο ΜΚ1, Λοχ. XXXXX, η πρώτη φορά, που αναφέρθηκε η εμπλοκή των Κατηγορουμένων 3 και 4, στα γεγονότα της Υπόθεσης αυτής. [Γεγονός που καταδεικνύει και το γνήσιο της πληροφόρησης, εφόσον, η Αστυνομία, μέχρις εκείνης της στιγμής, είχε τα στοιχεία μόνον των Κατηγορουμένων 1 και 2]. Σχετική, είναι η επιστολή της Τεχνικής Επιτροπής προς το Αρχηγείο της Αστυνομίας ημερομηνίας 25/10/2016, Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον ΜΚ1, Λοχ. XXXXX, η αντίστοιχη, της Τεχνικής Επιτροπής, Τουρκοκυπριακή Επιτροπή, έχει «σύνδεσμο», μέλος της Αστυνομίας του Ψευδοκράτους, από την οποία αντλεί, ως εκ τούτου, την πληροφόρηση της.
- Της προαναφερόμενης πληροφόρησης της Αστυνομίας, από την Τεχνική Επιτροπή, ημερομηνίας 25/10/2016, Τεκμήριο 24, ακολούθησε επιστολή του Αναπληρωτή Αστυνομικού Διευθυντή του Τ. Α. Ε. Αρχηγείου, προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως, ημερομηνίας 25/10/2016, Τεκμήριο 25, δια της οποίας ζητείτο όπως, η Τεχνική Επιτροπή, μέσω της αντίστοιχης της, Τουρκοκυπριακής Επιτροπής, επιβεβαίωνε τα ονόματα των συλληφθέντων από τις αρχές του Ψευδοκράτους και έδιδε κάποια περαιτέρω, [συγκεκριμένη,] πληροφόρηση. Περαιτέρω, ζητείτο, η διευθέτηση της παράδοσης των προαναφερόμενων προσώπων, από την Αστυνομία του Ψευδοκράτους, προς τις αρχές της Δημοκρατίας. Η Τεχνική Επιτροπή, ανταποκρίθηκε, και μετά από διαβήματα της με την αντίστοιχη Τουρκοκυπριακή Επιτροπή, με επιστολή της ημερομηνίας 26/10/2016, ενημέρωσε το Τ. Α. Ε. Αρχηγείου, για τα όσα πληροφορήθηκε. Με αυτήν, επιβεβαιώθηκαν τα στοιχεία των Κατηγορουμένων 1, 2, 3 και 4, όπως και αυτά της Bezpyataya και της Ανήλικης, -αυτή την φορά με αναφορά και στα διαβατηριακά τους στοιχεία-, και περαιτέρω, η Αστυνομία πληροφορήθηκε ότι, η σύλληψης της Bezpyataya και των Κατηγορουμένων 1, 2, 3 και 4, έλαβε χώρα, στις 21/10/2016, στην Κατεχόμενη περιοχή Στροβιλίων και ότι, η Ανήλικη, ήταν μαζί με την Bezpyataya. Όταν συλλήφθηκαν, τα προαναφερόμενα πρόσωπα, σύμφωνα με τα στοιχεία που εξασφαλίστηκαν, ήταν πεζοί. Σύμφωνα με την ίδια πληροφόρηση, η Bezpyataya και οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 4, στις 27/10/2016, θα οδηγούνταν ενώπιον Δικαστηρίου του Ψευδοκράτους, για να κατηγορηθούν με το αδίκημα της παράνομης εισόδου στο Ψευδοκράτος και σε στρατιωτική περιοχή.
- Η Τεχνική Επιτροπή, ενημέρωσε και πάλι την Αστυνομία για την υπόθεση αυτή, στις 27/10/
- Σύμφωνα με την πληροφόρηση, οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 4, αν και είχαν μεταβεί νόμιμα στις κατεχόμενες περιοχές, συλλήφθηκαν την 21/10/2016 στο Κατεχόμενο χωριό Αχερίτου, λόγω του ότι βρέθηκαν κοντά σε στρατιωτική ζώνη. Σύμφωνα με την ίδια ενημέρωση, ο Κατηγορούμενος 4, είχε μεταβεί στις Κατεχόμενες περιοχές, οδηγώντας ξεχωριστό, από τους υπόλοιπους Κατηγορούμενους 1, 2 και 3, αυτοκίνητο, με συγκεκριμένους αριθμούς εγγραφής, οι οποίοι, Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, μετέβηκαν στις Κατεχόμενες περιοχές, με αυτοκίνητο, συγκεκριμένων και πάλι αριθμών εγγραφής, που το οδηγούσε ο Κατηγορούμενος 2 -το όχημα ήταν ιδιοκτησίας του Κατηγορούμενου 2-. Άγνωστα μέχρι εκείνη την στιγμή, μετά και την προαναφερόμενη πληροφόρηση από την Τεχνική Επιτροπή, προς την Αστυνομία, ήταν το ακριβές σημείο από το οποίο οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 4 πέρασαν στις Κατεχόμενες περιοχές, και το κατά πόσον, η Bezpyataya και η Ανήλικη, είχαν μεταφερθεί στις Κατεχόμενες περιοχές από τους Κατηγορουμένους 1, 2, 3 και 4 ή εάν βρίσκονταν στις Κατεχόμενες περιοχές από προηγουμένως.
- Αυθημερόν, [δηλαδή, στις 27/10/2016], ο ΜΚ1, Λοχ. XXXXX, εξασφάλισε περαιτέρω στοιχεία για την υπόθεση, από αρμόδια πηγή των Κυρίαρχων Περιοχών των Βάσεων Δεκέλειας (στο εξής καλούμενες «οι Αγγλικές Βάσεις»). Σύμφωνα με την πληροφόρηση που έλαβε, οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 4, πέρασαν την Bezpyataya και την Ανήλικη στις Κατεχόμενες περιοχές, από περίφραξη σε σημείο κοντά στο κατεχόμενο χωριό Αχερίτου, όταν και έγιναν αντιληπτοί από την υποτελή κατοχική διοίκηση του Ψευδοκράτους και συλλήφθηκαν.
- Σύμφωνα με τον ΜΚ3, Ανώτερο Υπαστυνόμο των Αγγλικών Βάσεων, στις 27/10/2016, επικοινώνησε μαζί του ο ΜΚ1, Λοχ. 35, ο οποίος του ζήτησε βοήθεια, σχετικά με την Υπόθεση αυτή, την οποία τότε διερευνούσε. Συγκεκριμένα, ο ΜΚ1, Λοχ. XXXXX, αφού τον ενημέρωσε ότι πέντε πρόσωπα είχαν συλληφθεί στα Κατεχόμενα από την Αστυνομία του Ψευδοκράτους κοντά στο σύνορο της γραμμής αντιπαράταξης με το Κατεχόμενο χωριό της Αχερίτου και θα παρουσιάζονταν σε Δικαστήριο του Ψευδοκράτους για να κατηγορηθούν για παράνομη είσοδο στο Ψευδοκράτος και σε στρατιωτική περιοχή, του ζήτησε να αναζητήσει πληροφόρηση σχετικά με δύο οχήματα συγκεκριμένων αριθμών εγγραφής, κατά πόσο διήλθαν μέσω των Αγγλικών Βάσεων Δεκέλειας στα Κατεχόμενα στις 21/10/2016, τι ώρα, από ποιο σημείο (Οδόφραγμα Περγάμους ή Στροβιλίων) και ποιοι ήταν οι επιβαίνοντες σε αυτά. Περαιτέρω, ο ΜΚ1, Λοχ. XXXXX, τον παρακάλεσε, αν μπορούσε, να εξασφαλίσει και πληροφόρηση σχετικά με συγκεκριμένη Ρωσίδα υπήκοο, και συγκεκριμένα, κατά πόσο ήταν επιβάτης σε οποιοδήποτε εκ των δύο προαναφερόμενων οχημάτων κατά την μετάβαση τους στα Κατεχόμενα. Τα στοιχεία των προαναφερόμενων πέντε προσώπων, δεν του είχαν δοθεί. Του δόθηκαν μόνον οι αριθμοί εγγραφής των δύο οχημάτων.
- Ο ΜΚ3, Ανώτερος Υπαστυνόμος των Αγγλικών Βάσεων, αυθημερόν, επικοινώνησε με πρόσωπο, πολύ καλή και αξιόπιστη «πηγή» πληροφοριών της Αστυνομίας των Αγγλικών Βάσεων, που έχει πρόσβαση εντός της Αστυνομίας και το Τελωνείο του Ψευδοκράτους, από τον οποίον μπορούσε να ενημερωθεί σχετικά.
- Σύντομα μετά, το πρόσωπο αυτό, επικοινώνησε με τον ΜΚ3, Ανώτερο Υπαστυνόμο των Αγγλικών Βάσεων και τον πληροφόρησε ότι, (α) ο Κατηγορούμενος 4, που οδηγούσε ένα εκ των δύο προαναφερόμενων συγκεκριμένων οχημάτων, πέρασε στα Κατεχόμενα μέσω του οδοφράγματος των Στροβιλιών, χωρίς συνεπιβάτες, στις 18:27; (β) ότι, ο Κατηγορούμενος 2, που οδηγούσε το άλλο εκ των δύο προαναφερόμενων συγκεκριμένων οχημάτων, με συνεπιβάτες του τους Κατηγορουμένους 1 και 3, πέρασε/αν στα Κατεχόμενα μέσω του οδοφράγματος των Στροβιλιών, στις 18:30; και περαιτέρω, (γ) ότι, όλοι οι προαναφερόμενοι συλλήφθηκαν από τις αρχές των Κατεχομένων, την ίδια ημέρα, κοντά στο σύνορο της γραμμής αντιπαράταξης με το Κατεχόμενο χωριό της Αχερίτου, όταν προσπαθούσαν να παραλάβουν γυναίκα από την Ρωσία, η οποία διάβαινε πεζή από τις Αγγλικές Βάσεις στα Κατεχόμενα, από το σύνορο («από το συρματόπλεγμα») της γραμμής αντιπαράταξης με το Κατεχόμενο χωριό της Αχερίτου. Η εν λόγω γυναίκα, συλλήφθηκε επίσης.
- Αμέσως μετά, ο ΜΚ3, Ανώτερος Υπαστυνόμος των Αγγλικών Βάσεων, επικοινώνησε με τον ΜΚ1, Λοχ. XXXXX, τηλεφωνικά, και του μετέφερε την προαναφερόμενη πληροφόρηση του.
- Η πληροφόρησης αυτή του ΜΚ1, Λοχ. XXXXX, διερευνήθηκε περαιτέρω. Στις 31/10/2016, ο ΜΚ1, Λοχ. XXXXX, έδωσε οδηγίες στον ΜΚ2, Λοχ. XXXXX, όπως αποταθεί στις Αγγλικές Βάσεις, ώστε, με την συνοδεία μελών της Αστυνομίας της, περιπολήσει την γραμμή αντιπαράταξης στα όρια των Αγγλικών Βάσεων με τα Κατεχόμενα, προς εντοπισμό πιθανών τόπων από τα οποία οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 4 θα μπορούσαν να είχαν περάσει την Bezpyataya στα Κατεχόμενα. Μετά από συνεννόηση με την διοίκηση της Αστυνομίας των Αγγλικών Βάσεων, συνοδεία της Λοχία XXXXX, Ρ. Μαγείρου, ο ΜΚ2, Λοχ. XXXXX συνάντησε τον Λοχία XXXXX, Α. Χαραλάμπους της Αστυνομίας των Αγγλικών Βάσεων, ο οποίος, αφού τους πληροφόρησε για την κρατούσα κατάσταση της γραμμής αντιπαράταξης στα όρια των Αγγλικών Βάσεων με τα Κατεχόμενα, τους οδήγησε σε περιπολία του περιφραγμένου συνόρου κατά μήκος της [ήτοι, κατά μήκος των χωριών Ξυλοτύμπου, Αυγόρου και Βρυσούλες, μέχρι και το οδόφραγμα Στροβιλιών]. Ο ΜΚ2, Λοχ. XXXXX, κατέθεσε ότι, από την προαναφερόμενη περιπολία, διαπίστωσε ότι, όπως και ο Λοχίας 232, Α. Χαραλάμπους της Αστυνομίας των Αγγλικών Βάσεων του είχε νωρίτερα αναφέρει, η συρμάτινη περίφραξης του συνόρου κατά μήκος της γραμμής αντιπαράταξης, ήταν σε σημεία της ελλιπής ή κατεστραμμένη, γεγονός που, -με την επιφύλαξη που δημιουργούσε το γεγονός της ύπαρξης σκοπιών του Τουρκικού κατοχικού στρατού παρακείμενα-, καθιστούσε την διέλευση οποιουδήποτε προσώπου στα Κατεχόμενα εφικτή.
- Μετά το προαναφερόμενο περίπολο τους, μετέβηκαν στον Σταθμό Αγίου Νικολάου των Αγγλικών Βάσεων στις Βρυσούλες, όπου, ο ΜΚ2, Λοχ. XXXXX, η Λοχίας XXXXX, Ρ. Μαγείρου και ο Λοχίας XXXXX, Α. Χαραλάμπους της Αστυνομίας των Αγγλικών Βάσεων, συνάντησαν τον Αστυφύλακα XXXXX της Αστυνομίας των Αγγλικών Βάσεων, καλό γνώστη της περιοχής, ο οποίος τους πληροφόρησε για τα διάφορα, υπάρχοντα «νεκρά σημεία», πίσω από την στρατιωτική βάση του Αγίου Νικολάου, από τα οποία κάποιος μπορεί να μεταβεί στα Κατεχόμενα. Κατά την εκεί παρουσία τους, ο ΜΚ2, Λοχ. XXXXX, πληροφορήθηκε και από Τουρκοκύπριο Αστυνομικό της Αστυνομίας των Αγγλικών Βάσεων, ο οποίος πληροφορήθηκε σχετικά από κάτοικο στις Κατεχόμενες περιοχές, που είχε άμεση σχέση με την σύλληψη των Κατηγορουμένων 1, 2, 3 και 4, ότι, οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 4, στις 21/10/2016, περί τις 18:25, πέρασαν, μέσω του οδοφράγματος Στροβιλιών, στα Κατεχόμενα, και στην συνέχεια, μετέβηκαν σε σημείο του δρόμου προς το Κατεχόμενο χωριό της Αχερίτου, με σκοπό να παραλάβουν την Bezpyataya και την Ανήλικη, η οποία περίμενε πλησίον της περίφραξης. Την ώρα που η Bezpyataya διάβαινε πεζή από τις Αγγλικές Βάσεις στα Κατεχόμενα από το σύνορο της γραμμής αντιπαράταξης, κατέφθασε το όχημα ιδιοκτησίας του Κατηγορουμένου 2 -του αναφέρθηκαν οι αριθμοί εγγραφής του οχήματος-, στο οποίο επέβαιναν οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και
- Ακολούθως, επιβιβάστηκε σε αυτό και η Bezpyataya με την Ανήλικη και το όχημα, αφού οδηγήθηκε κάποια απόσταση περί τα 100 μ., ανακόπηκε από Αστυνομικούς του Ψευδοκράτους, λόγω του ότι εντοπίστηκε εντός στρατιωτικής περιοχής και οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 4 και η Bezpyataya συλλήφθηκαν.
- Όπως, ο ΜΚ2, Λοχ. XXXXX, ανέφερε, ο Τουρκοκύπριος Αστυνομικός της Αστυνομίας των Αγγλικών Βάσεων που τους πληροφόρησε ως ανωτέρω, τους εξήγησε ακριβώς που βρισκόταν το σημείο από το οποίο η Bezpyataya διάβηκε πεζή με την Ανήλικη από τις Αγγλικές Βάσεις στα Κατεχόμενα από το σύνορο της γραμμής αντιπαράταξης. Αυτό το σημείο, βρισκόταν σε σημείο του δρόμου πίσω από την στρατιωτική βάση του Αγίου Νικολάου, τον οποίο, αμέσως μετά την λήψη της προαναφερόμενης πληροφορίας, ο ΜΚ2, Λοχ. XXXXX, τον περιπόλησε μαζί με την Λοχία XXXXX, Ρ. Μαγείρου και τον Αστυφύλακα XXXXX της Αστυνομίας των Αγγλικών Βάσεων, προς ανεύρεση του. Πράγματι, στο συγκεκριμένο σημείο, το οποίο εντόπισαν βάσει των στοιχείων που τους έδωσε ο Τουρκοκύπριος Αστυνομικός της Αστυνομίας των Αγγλικών Βάσεων και με την καθοδήγηση του Αστυφύλακα XXXXX της Αστυνομίας των Αγγλικών Βάσεων, υπήρχαν θάμνοι και η περίφραξης ήταν γερμένη. Βρισκόταν, δίπλα [και πολύ κοντά] από χωματόδρομο [σε στροφή], 200 μ. περίπου από τα πρώτα σπίτια του κατεχόμενου χωριού της Αχερίτου και εντός στρατιωτικής ζώνης του Τουρκικού κατοχικού στρατού. Βάσει του χιλιομετροδείκτη του οχήματος τους, ο ΜΚ2, Λοχ. XXXXX, υπολόγισε ότι, η απόστασης του συγκεκριμένου σημείου, από το σπίτι που ο Κατηγορούμενος 4 διέμενε στις Βρυσούλες, ήταν 2,4 χλμ.
- Στη βάση των προαναφερόμενων γεγονότων, ο ΜΚ1, Λοχ. XXXXX, αποτάθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, και κατόπιν σχετικού αιτήματος, εξασφάλισε στις 27/10/2016, από τον εκδικάσαν Επαρχιακό Δικαστή, εντάλματα σύλληψης των Κατηγορουμένων 1, 2, 3 και 4, σχετικά με τα αδικήματα του κατηγορητηρίου αυτής της Υπόθεσης. Αυτά, εκτελέστηκαν από τον ΜΚ1, Λοχ. XXXXX, με την σύλληψη των Κατηγορουμένων 1, 2, 3 και 4, στο οδόφραγμα «Λήδρα Παλάς», νωρίς το βράδυ της ίδιας ημέρας. Είχε προηγηθεί ενημέρωσης του Τ. Α. Ε. Αρχηγείου, από την Τεχνική Επιτροπή, ότι, βάσει επίσημης πληροφόρησης που έτυχαν από την Αστυνομία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, οι αρχές του Ψευδοκράτους, απέλυσαν τους Κατηγορούμενους 1, 2, 3 και 4 από την κράτηση στην οποία τελούσαν, και ότι, εν όψει τούτου, οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 4, θα παραδίδονταν στην Αστυνομία [από την Αστυνομία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών], στο προαναφερόμενο οδόφραγμα.
- Στην συνέχεια, οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 4, ανακρίθηκαν από τον ΜΚ1, Λοχ. XXXXX και άλλα μέλη της Αστυνομίας [ανάλογα της περίπτωσης], για τα γεγονότα σχετικά με το κατηγορητήριο τους αυτής της Υπόθεσης και ακολούθως, απολύθηκαν.
- Σύμφωνα με τον ΜΚ1, Λοχ. XXXXX, κίνητρο της μετάβασης της Bezpyataya στα Κατεχόμενα, φαίνεται ότι ήταν, η προσωρινή αναστολή της δημοσιεύσεως της καταχωρίσεως του ονόματος της, ως καταζητούμενου προσώπου, στις βάσεις δεδομένων της Interpol, λόγω διαβήματος των δικηγόρων της [από Κύπρο] προς την Γενική Γραμματεία της Interpol, -η οποία έλαβε την σχετική απόφαση, μετά από σύσταση της Επιτροπής για τoν Έλεγχο Φακέλων της Interpol- δια του οποίου εφεσιβλήθηκε η απόφαση δημοσιεύσεως της σχετικής καταχώρισης, μέχρις ότου το ζήτημα αποφασιζόταν από την Εκτελεστική Επιτροπή ή την Γενική Συνέλευση της Interpol, βάσει των Κανόνων της Interpol για την Επεξεργασία Πληροφοριών για Σκοπούς Αστυνομικής Συνεργασίας. Όπως ο ΜΚ1, Λοχ. XXXXX, τοποθετήθηκε -επικαλούμενος τα Τεκμήρια 20, 21 και 22-, κατά την διάρκεια της προσωρινής αναστολής δημοσιεύσεως της καταχωρίσεως του ονόματος της Bezpyataya από τις βάσεις δεδομένων της Interpol, καμία από τις χώρες μέλη της Interpol [συμπεριλαμβανομένης και της Τουρκίας] δεν μπορούσε να δει, κάνοντας χρήση του Συστήματος Αυτόματης Έρευνας, την Bezpyataya, ως καταζητούμενο πρόσωπο, πλην της Ρωσικής Ομοσπονδίας και της Κύπρου που την αναζητούσαν σε εθνικό επίπεδο στην βάση των προαναφερόμενων ημεδαπών ενταλμάτων σύλληψης της. Συνεπώς, η Bezpyataya, μέσω των Κατεχομένων, όπου το Ψευδοκράτος δεν είναι διεθνώς αναγνωρισμένο και σαφώς δεν είναι χώρα μέλος της Interpol, θα μπορούσε να ταξιδεύσει στην Τουρκία και ακολούθως, από εκεί, οπουδήποτε αλλού το επιθυμούσε.
- Η προαναφερόμενη υπόθεσης του Κατήγορου εναντίον των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, πέραν της προαναφερόμενης μαρτυρίας των ΜΚ1, Λοχ. XXXXX, ΜΚ2, Λοχ. XXXXX και ΜΚ3, Ανώτερου Υπαστυνόμου των Αγγλικών Βάσεων, και της υποστηρικτικής αυτής, ως ανωτέρω, πραγματικής μαρτυρίας, στην ουσία, βασίζεται σε περιστατική και εξ ακοής μαρτυρία. Συνεπώς, με δεδομένη την κατάληξη μου να αποδεχθώ την μαρτυρία των προαναφερόμενων μαρτύρων κατηγορίας, για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου, αλλά και τα παραδεκτά γεγονότα, το κύριο ζήτημα προς εξέταση από το Δικαστήριο, είναι κατά πόσο, τα στοιχεία που συνθέτουν την περιστατική μαρτυρία, στο σύνολο τους, αλλά και το αποδεικτικό βάρος της εξ ακοής μαρτυρίας, μαζί και η προαναφερόμενη αποδεκτή και παραδεκτή μαρτυρία, στοιχειοθετούν τα αδικήματα αντικείμενο των κατηγοριών με αρ. 1 και 2 στο κατηγορητήριο των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
- Για την σημασία της περιστατικής μαρτυρίας και για το βάρος της κατά το δίκαιο της απόδειξης, υπάρχει νομολογία. Κατατοπιστική, εν προκειμένω, είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Θεοφάνους ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 215/2012, 06/04/2015, στην οποία παρατέθηκαν οι σχετικές αρχές, ως ακολούθως: «Η περιστατική μαρτυρία δεν είναι με οποιοδήποτε τρόπο υποδεέστερη της άμεσης μαρτυρίας. Αντίθετα, όπως έχει λεχθεί στις υποθέσεις Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 σελ. 119-120 και επαναλήφθηκε στην Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 748 και στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Παναγιώτη Νικολάου
(2010)2 Α.Α.Δ. 525, όταν η μαρτυρία "... είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους ...". Αυτό, διότι η περιστατική μαρτυρία πρέπει να είναι καταλυτική ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου με τους κρίκους της αλυσίδας της να είναι τόσο συνεκτικά στερεωμένους μεταξύ τους ώστε να μην παρέχεται έδαφος για άλλη λογική εξήγηση εκτός του ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος του αδικήματος. Με την περιστατική μαρτυρία πρέπει το αδίκημα να συνδέεται με τον κατηγορούμενο και την ενοχή του κατά τρόπο άμεσο και ασυμβίβαστο με άλλη λογική ερμηνεία, (Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73). Η περιστατική μαρτυρία πρέπει ταυτόχρονα, κατά τη νομολογία, (Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 428 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Παναγιώτη Νικολάου - πιο πάνω -), να μην περιέχει κενά στην πορεία της ώστε να παρέχεται η αναγκαία ασφάλεια στην απόφαση περί ενοχής.».. 44. Βλέπε επίσης, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41 [i] και Παφίτης κ. α. ν Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 [ii].
- Περίληψη των νομικών αρχών που αφορούν την περιστατική μαρτυρία, παρέχει και το The Crown Court Compendium: Part 1: Jury and Trial Management and Summing Up, December 2019, όπου, στην παράγραφο 10-1, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα εξής: «
- Most criminal prosecutions rely on some circumstantial evidence. Others depend entirely or almost entirely on circumstantial evidence and it is in this category that most controversy is generated and specific directions will be required.
- A circumstantial case is one which depends for its cogency on the unlikelihood of coincidence: circumstantial evidence "works by cumulatively, in geometrical progression, eliminating other possibilities" (DPP v Kilbourne [1973] AC 729 at p.758 per Lord Simon). The prosecution seeks to prove separate events and circumstances which can be explained rationally only by the guilt of the defendant. Those circumstances can include opportunity, proximity to the critical events, communications between participants, scientific evidence and motive. The subsequent conduct of the defendant may also furnish evidence of guilt, for example evidence of flight, fabrication or suppression of evidence, telling lies or unexplained possession of recently stolen property.
- At the conclusion of the prosecution case the question for the judge is whether, looked at critically and in the round, the jury could safely convict (P(M) [2007] EWCA Crim 3216). The question for the jury is whether the facts as they find them to be drive them to the conclusion, so that they are sure, that the defendant is guilty (McGreevy v DPP [1973] 1 WLR 2764).
- In a conspiracy, the cases of Hunt [2015] EWCA Crim 1950 and Awais [2017] EWCA Crim 1585 underline that the judge is required to analyse the evidence so as to identify whether it could legitimately permit a jury not just to identify the existence of the conspiracy but also the nature of the crime the agreement is intended to bring about.
- Pitchford LJ in Masih [2015] EWCA Crim 477 suggested that the correct question is "Could a reasonable jury, properly directed, exclude all realistic possibilities consistent with the defendant's innocence?"
- It has been held that circumstantial evidence must always be "narrowly examined, if only because evidence of this kind may be fabricated to cast suspicion on another. .It is also necessary before drawing the inference of the accused's guilt from circumstantial evidence to be sure that there are no other co-existing circumstances which would weaken or destroy the inference": Teper [1952] UKPC 15 at p.3 per Lord Normand. There is no requirement, however, that the judge direct the jury to acquit unless they are sure that the facts proved are not only consistent with guilt but also inconsistent with any other reasonable conclusion (McGreevy v DPP [1973] 1 WLR 276). On this topic see also Lewis [2017] EWCA Crim
- Teper and McGreevy were considered in Kelly [2015] EWCA Crim 817 in which Pitchford LJ said: "
- The risk of injustice that a circumstantial evidence direction is designed to confront is that
(1)speculation might become a substitute for the drawing of a sure inference of guilt and
(2)the jury will neglect to take account of evidence that, if accepted, tends to diminish or even to exclude the inference of guilt (see Teper v R). However, as the House of Lords explained in McGreevy, circumstantial evidence does not fall into any special category that requires a special direction as to the burden and standard of proof. The ultimate question for the jury is the same whether the evidence is direct or indirect: Has the prosecution proved upon all the evidence so that the jury is sure that the defendant is guilty? It is the task of the trial judge to consider how best to assist the jury to reach a true verdict according to the evidence."». 46. Η αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας και η βαρύτητα που μπορεί να της δοθεί από το Δικαστήριο, ρυθμίζεται από τον περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 9)». Οι πρόνοιες του, που είναι σχετικές με το ζήτημα, επεξηγήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Kireev ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 273/2017, 22/04/2019: «Σύμφωνα με την τροποποίηση που επήλθε στον περί Αποδείξεως Νόμο αρ. 32(Ι)/2004, επιτρέπεται η κατάθεση εξ ακοής μαρτυρίας υπό την προϋπόθεση ότι ικανοποιούνται οι λόγοι που εξειδικεύονται στο Νόμο, το δε αποδεκτό της μαρτυρίας δεν πρέπει να συγχέεται με τη βαρύτητα που πρέπει να αποδίδεται σ΄ αυτή. Όπως τονίστηκε και στις Κοκκίνης ν. Κοκκίνης, ECLI:CY:AD:2017:A179, Πολ. Έφ. αρ. 247/2011, ημερ. 17.5.2017, και Ελένη Χαρένια & Σια Ε.Ε. ν. Σιδέρη, ECLI:CY:AD:2018:A219, Πολ. Έφ. αρ. 70/2012, ημερ. 4.5.2018, η επελθούσα τροποποίηση διατηρώντας και διαφυλάσσοντας τα δικαιώματα των διαδίκων, έδωσε τη δυνατότητα στο Δικαστήριο σε μια σύγχρονη αντιμετώπιση των θεμάτων απόδειξης να αποδέχεται μαρτυρία που είναι βεβαίως σχετική με τα επίδικα θέματα, έστω και εάν είναι εξ ακοής, ώστε η αξιολόγηση της όλης διαθέσιμης μαρτυρίας να γίνεται σφαιρικά και ανάλογα με το βαθμό αμεσότητας της. Κατά το άρθρο 27
(1)του Κεφ. 9, η εξ ακοής μαρτυρία κρίνεται ως προς την αποδεικτική της αξία στη βάση αριθμού κριτηρίων που καθορίζονται στο εδάφιο
(2)αυτού, κατά δε το εδάφιο
(3), προς αξιολόγηση της βαρύτητας λαμβάνεται ιδιαιτέρως υπόψη κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε.». 47. Σύμφωνα με το εν λόγω Άρθρο 27 του Κεφ. 9: «27.-
(1)Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας.
(2)Ειδικότερα, και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου
(1), το Δικαστήριο θα λαμβάνει υπόψη τα πιο κάτω: (α) Κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση· (β) το χρονικό διάστημα μεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στο οποίο αυτή αναφέρεται· (γ) το βαθμό της εξ ακοής μαρτυρίας, δηλαδή κατά πόσο η μαρτυρία περιλαμβάνει εξ ακοής μαρτυρία πέραν του πρώτου βαθμού· (δ) κατά πόσο οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα· (ε) κατά πόσο η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι· (στ) το πλαίσιο μέσα στο οποίο, ή οποιοσδήποτε σκοπός για τον οποίο έγινε η αρχική δήλωση· (ζ) κατά πόσο η εξ ακοής μαρτυρία είναι ουσιωδώς διαφορετική από την αρχική δήλωση· (η) κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες προσάγεται η εξ ακοής μαρτυρία, φαίνεται ότι δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της μαρτυρίας ή γίνεται προσπάθεια παρεμπόδισης της ορθής αξιολόγησης της βαρύτητας της μαρτυρίας.
(3)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το Δικαστήριο σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 48. Οι πρόνοιες του [Άρθρου 27 του Κεφ. 9], έτυχαν εκτεταμένης εξέτασης από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Assad v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 164/2016, 06/12/2017, όπου αναφέρθηκε: «Η αξιολόγηση της βαρύτητας εξ ακοής μαρτυρίας, σύμφωνα με το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, γίνεται, προσεκτικά, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είναι ορθό να επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους αποδίδει ή δεν αποδίδει βαρύτητα σε εξ ακοής μαρτυρία (Δέστε Πολιτική Έφεση αρ. 6/2011, Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ v. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου, ημερ. 15.7.2016 και Ανδρέου κ.α. v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 152). Το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψιν του όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και, ιδιαίτερα, το αν θα ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί, ως μάρτυρας στη διαδικασία, το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση, το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, ο βαθμός της εξ ακοής μαρτυρίας, το αν οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα (όπως στην παρούσα υπόθεση), το αν η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επ' ακριβώς ή όχι, το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η δήλωση, κτλ. Οι παράγοντες αυτοί, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 27
(2)του Κεφ. 9, δεν είναι βέβαια εξαντλητικοί, σύμφωνα με τη Νομολογία μας. Όμως επιβάλλεται όπως η διεργασία αξιολόγησης της βαρύτητας της εξ ακοής μαρτυρίας γίνεται με προσοχή και επεξηγείται από το Δικαστήριο, είτε η εξ ακοής μαρτυρία απορρέει από προφορική είτε από γραπτή μαρτυρία (Δέστε Γεωργίου v. Στυλιανού
(2009)1 Α.Α.Δ. 70 και Μονός κ.α. v. S. Xenides Trading Co Ltd κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1002). Το άρθρο 27
(3)του Κεφ. 9 προνοεί ότι, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψιν το αν ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Πέραν των προαναφερομένων, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψιν του και άλλα αξιολογήσιμα κριτήρια και να συνυπολογίσει κατά πόσον η απόδοση βαρύτητας σε εξ ακοής μαρτυρία εξυπηρετεί ή όχι τις προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης και του συμφέροντος της δικαιοσύνης (Δέστε Ηλιάδη και Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 320 - 331).».
- Αυτό, βεβαίως, που πρέπει να λεχθεί εξ αρχής, σχετικά με την εξ ακοής μαρτυρία, αναφορά στην οποία γίνεται στην συνέχεια, προς αποφυγή επανάληψης κάθε φορά, αλλά και υπό τύπο αυτό-προειδοποίησης του Δικαστηρίου, πριν από την εξέταση της για σκοπούς κατάληξης σε συμπεράσματα, σχετικά με τους κινδύνους αποδοχής της και πρόσδοσης βαρύτητας σε αυτήν και σε ποιο βαθμό, είναι ότι, πρόκειται για μαρτυρία προερχόμενη από πρόσωπα των οποίων, την συμπεριφορά τους στο ειδώλιο του μάρτυρα, το Δικαστήριο δεν είχε την ευχέρεια να παρατηρήσει, ότι οι δηλώσεις των προσώπων αυτών για τα γεγονότα δεν έγιναν ενόρκως και ότι, δεν υπήρξε οποιαδήποτε ευκαιρία εξέτασης της μαρτυρίας τους ενώπιον του Δικαστηρίου -και ειδικότερα αντεξέτασης τους από πλευράς Κατηγορουμένων 1, 2 και 3- ενόρκως.
- Με αυτές τις αρχές κατά νουν, έχοντας εξετάσει την αποδεκτή και την παραδεκτή μαρτυρία, διαπιστώνω τα εξής: i. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, σύμφωνα με εξ ακοής μαρτυρία, προερχόμενη από τις καταθέσεις τους στην Αστυνομία, Τεκμήρια [16, 15, 11, 17], [14, 12, 18], και 13 αντίστοιχα, γνωρίζονταν μεταξύ τους και σχετίζονταν. Εν προκειμένω, σημειώνεται, ότι, ο Κατηγορούμενος 3, στην προαναφερόμενη κατάθεση του στην Αστυνομία, Τεκμήριο 13, δηλώνει ότι, με τους Κατηγορουμένους 1 και 2, ήταν απλώς γνωστοί «και τίποτα άλλο». Γνωρίστηκαν, αναφέρει, ένα χρόνο προηγουμένως, σε ένα νυκτερινό κέντρο διασκέδασης και δεν γνώριζε τις ασχολίες τους. Ο Κατηγορούμενος 2, στην προαναφερόμενη κατάθεση του στην Αστυνομία, Τεκμήριο 14, για το ίδιο ζήτημα, αναφέρει ότι, με τον Κατηγορούμενο 1, ήταν φίλοι. Περαιτέρω, στην προαναφερόμενη κατάθεση του στην Αστυνομία, Τεκμήριο 12, ο Κατηγορούμενος 2, αναφέρει ότι ήταν εγοδοτούμενος, ως φρουρός ασφάλειας, της εταιρείας της οποίας ο Κατηγορούμενος 1 ήταν μέλος, που ασχολείτο επιχειρηματικά με την παροχή υπηρεσιών ασφάλειας. Για τον Κατηγορούμενο 1, συγκεκριμένα, στην εν λόγω κατάθεση του, ο Κατηγορούμενος 2 αναφέρει ότι ήταν ο «μάστρος» του. Για δε τον Κατηγορούμενο 3, στην ίδια κατάθεση του στην Αστυνομία, Τεκμήριο 12, ο Κατηγορούμενος 2 αναφέρει ότι, ήταν από χρόνια γνωστός του και φίλος του. Ο Κατηγορούμενος 1, στην προαναφερόμενη κατάθεση του προς την Αστυνομία, Τεκμήριο 16, δηλώνει ιδιοκτήτης και διευθυντής της εταιρείας παροχής υπηρεσιών ασφάλειας, αναφορά στην οποία γίνεται και στις καταθέσεις του Κατηγορουμένου 2 στην Αστυνομία, Τεκμήρια 14 και
- Στην ίδια κατάθεση, τον Κατηγορούμενο 2, ο Κατηγορούμενος 1, τον αποκαλεί φίλο του. Στην κατάθεση του στην Αστυνομία, Τεκμήριο 11, ο Κατηγορούμενος 1, επαναλαμβάνει τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του, περί της γνωριμίας του με τον Κατηγορούμενο 2 -αναφέρει ότι ήταν φίλοι περί τα τέσσερα χρόνια και ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήταν εργοδοτούμενος ως φρουρός ασφαλείας της εταιρείας παροχής υπηρεσιών ασφάλειας της οποίας ήταν ιδιοκτήτης και διευθυντής-, και επιπρόσθετα, αναφέρει ότι, με τον Κατηγορούμενο 3, ήταν από καιρό γνωστοί και φίλοι. ii. Ο Κατηγορούμενος 1, σύμφωνα με εξ ακοής μαρτυρία, προερχόμενη από την κατάθεση του στην Αστυνομία, Τεκμήριο 11, γνώρισε τον Κατηγορούμενο 4, στις 21/10/2016 -που είναι η κρίσιμη, για τα επίδικα γεγονότα αυτής της Υπόθεσης, ημερομηνία-, όταν θα πήγαιναν κατά τον ισχυρισμό του, όλοι μαζί [ήτοι, μαζί και με τους Κατηγορούμενους 2 και 3] για φαγητό στην Κατεχόμενη Αμμόχωστο. Ο Κατηγορούμενος 4, σημειώνεται, σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του ΜΚ2, Λοχ. XXXXX, διέμενε σε κατοικία στις Βρυσούλες, σε απόσταση 2,4 χλμ. από το σημείο που ως προαναφέρθηκε και καταγράφω και στην συνέχεια, οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 4 και Bezpyataya [μαζί της οποίας ήταν και η Ανήλικη], συλλήφθηκαν από τις αρχές του Ψευδοκράτους. Ενώ, αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός, ότι, ο Κατηγορούμενος 2, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 11, ανακρινόμενος από την Αστυνομία, δεν ανέφερε οτιδήποτε για την σχέση του με τον Κατηγορούμενο
- Ο δε Κατηγορούμενος 3, σύμφωνα με εξ ακοής μαρτυρία, προερχόμενη από την κατάθεση του στην Αστυνομία, Τεκμήριο 13, ενώ αναφέρει ότι εκείνη την ημέρα, είχε μεταβεί με τους Κατηγορουμένους 1 και 2 στις Κατεχόμενες περιοχές για να πάνε για φαγητό, δεν αναφέρει τίποτα για τον Κατηγορούμενο 4 και δηλώνει ότι δεν τον γνωρίζει. iii. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2, Bezpyataya και Ανήλικη, σύμφωνα με εξ ακοής μαρτυρία, προερχόμενη από τις καταθέσεις των Κατηγορουμένων 1 και 2 στην Αστυνομία, Τεκμήρια [16, 15, 11, 17] και [14, 12, 18] αντίστοιχα, σχετίζονταν. Όπως ο Κατηγορούμενος 2 αναφέρει στην κατάθεση του στην Αστυνομία, Τεκμήριο 14, περί τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2015, του ανατέθηκε από τους XXXXX Valko και XXXXX Κυπρίζογλου, να παρέχει στην Bezpyataya και την οικογένεια της, έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, υπηρεσίες οδηγού -παλαιότερα, στο Ηνωμένο Βασίλειο εργαζόταν ως φρουρός ασφαλείας, στην Κύπρο όμως, αν και είχε υποβάλει αίτηση για να του παρασχεθεί άδεια εξάσκησης του εν λόγω επαγγέλματος, εκκρεμούσε και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν άνεργος-. Για τις εν λόγω υπηρεσίες του, ο Κατηγορούμενος 2, δεν πληρωνόταν από την ίδια την Bezpyataya ή άλλο μέλος της οικογένειας της, αλλά από τον υιό του XXXXX Valko, XXXXX Valko. Συνέχισε, ο Κατηγορούμενος 2, να παρέχει τις υπηρεσίες του ως οδηγός στην Bezpyataya και την οικογένεια της, μέχρι και τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2015, που ήταν και η τελευταία φορά που είχε δει την Bezpyataya και την Ανήλικη. Σύμφωνα με την ίδια κατάθεση του Κατηγορούμενου 2 στην Αστυνομία, Τεκμήριο 14, η εταιρεία παροχής υπηρεσιών ασφάλειας του Κατηγορούμενου 1, τότε, είχε ήδη αναλάβει την φρούρηση της Bezpyataya και της οικογένεια της. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο 1, βάσει της κατάθεσης του στην Αστυνομία, Τεκμήριο 16, περί τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2015, ανέλαβε, μέσω της εταιρείας του που παρέχει υπηρεσίες ασφάλειας, την φρούρηση της Bezpyataya και της οικογένειας της. Η ανάθεσης, του έγινε από τον δικηγόρο XXXXX Valko, που τους εκπροσωπούσε, και μεσάζων, για την γνωριμία με το εν λόγω πρόσωπο, για την ανάληψη της εν λόγω εργασίας, ήταν ο Κατηγορούμενος
- Ο οποίος, Κατηγορούμενος 2, είχε επίσης προσληφθεί από τον XXXXX Valko για να παρέχει τις υπηρεσίες του στην Bezpyataya και την οικογένεια της ως οδηγός. Η τελευταία φορά που ο Κατηγορούμενος 1 και οι φρουροί της εταιρείας του, είδαν την Bezpyataya και την Ανήλικη, ήταν στις 30/12/
- Στις 31/12/2015, ο XXXXX Valko, ενημέρωσε τον Κατηγορούμενο 1, ότι, Bezpyataya και Ανήλικη εξαφανίστηκαν. Εντούτοις, οι υπηρεσίες της εταιρείας του Κατηγορουμένου 1 συνεχίστηκαν προς τον Bezpyati και την βιολογική θυγατέρα της Bezpyataya, μέχρι και τις 21/01/2016 που αυτοί αναχώρησαν από την Κύπρο από το αεροδρόμιο Λάρνακας. iv. Ο Κατηγορούμενος 1, σύμφωνα με εξ ακοής μαρτυρία, προερχόμενη από τις καταθέσεις του στην Αστυνομία, Τεκμήρια 15 και 11, ήταν γνώστης ότι η Ανήλικη δεν ήταν βιολογικό παιδί της Bezpyataya. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος 1, βάσει της ίδιας πάντοτε μαρτυρίας, γνώριζε από τον XXXXX Valko, εξ αρχής της ανάληψης της συγκεκριμένης ανάθεσης, φρούρησης της Bezpyataya και της οικογένειας της, ότι, η Bezpyataya ήταν η παρένθετη μητέρα της Ανήλικης, οι βιολογικοί γονείς της οποίας, ήταν οι Mirimiskaya και Smirnov από Ρωσία. Επιπρόσθετα, ο Κατηγορούμενος 1, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες καταθέσεις του στην Αστυνομία, Τεκμήρια 15 και 11, γνώριζε ότι, η Bezpyataya, λόγω του ότι οι Mirimiskaya και Smirnov διέλυσαν την σχέση τους πριν γεννηθεί η Ανήλικη, αφού την γέννησε στην Ρωσία, την πήρε και έφυγε και ήρθε στην Κύπρο. Μάλιστα, ο Κατηγορούμενος 1 γνώριζε, ότι, -εξ ου και η ανάθεση στην εταιρεία του της φρούρησης της Bezpyataya και της οικογένειας της-, ότι, η Mirimiskaya, διεκδικούσε την Ανήλικη και ότι, για το συγκεκριμένο ζήτημα, υπήρχε σε εκκρεμότητα και δικαστική διαδικασία ενώπιον Κυπριακού Δικαστηρίου. v. Στις 31/12/2015, είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός, εκδόθηκε από την τότε Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, εναντίον της Bezpyataya, το Ε/Σ του Κυπριακού Δικαστηρίου. vi. Σύμφωνα με την παραδεκτή μαρτυρία του Α/Αστ. XXXXX, Φ. Ουντέση, Τεκμήριο ΠΓ1, η Bezpyataya, αναζητήθηκε από την Αστυνομία για να εκτελεστεί το Ε/Σ του Κυπριακού Δικαστηρίου [και να εντοπιστεί και η Ανήλικη], η σύλληψης της όμως δεν επιτεύχθηκε [και η Ανήλικη δεν ανευρέθηκε], επειδή δεν εντοπίστηκε/αν. Ως εκ τούτου, τέλη του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2015 ή αρχές του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2016, τα στοιχεία της Bezpyataya, καταχωρήθηκαν στον κατάλογο των προσώπων στα οποία η έξοδος από την Δημοκρατία απαγορεύεται -σχετική καταχώριση έγινε και στις βάσεις δεδομένων της Interpol-, ενώ, τα στοιχεία της Ανήλικης, καταχωρήθηκαν στην λίστα ειδοποιήσεων για παιδιά («alert list»). Παράλληλα, ενημερώθηκαν επίσημα και οι αρχές στους λιμένες της Δημοκρατίας και τα οδοφράγματα που βρίσκονται στην γραμμή αντιπαράταξης από τα οποία υπάρχει διέλευσης προς τις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές. vii. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, σύμφωνα με εξ ακοής μαρτυρία, προερχόμενη από τις καταθέσεις τους στην Αστυνομία, Τεκμήρια [16, 15, 11, 17] και [14, 12, 18] αντίστοιχα, είχαν για τελευταία φορά δει την Bezpyataya και την Ανήλικη [και μετά δεν γνώριζαν που βρίσκονταν ή είχαν οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί τους], στις 30/12/
- Αυτό, σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του ΜΚ1, Λοχ. XXXXX, δηλώνεται στην Αστυνομία από τον Κατηγορούμενο 2 στις 25/01/2016 και από τον Κατηγορούμενο 1, για πρώτη φορά, στις 04/01/
- Ο Κατηγορούμενος 2, επαναλαμβάνει τον προαναφερόμενο ισχυρισμό του στην Αστυνομία, δίδοντας σε σχέση με αυτόν και περισσότερες λεπτομέρειες, και στις 25/01/
- viii. Σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του ΜΚ1, Λοχ. XXXXX, ο Κατηγορούμενος 2, δήλωσε στην Αστυνομία ότι δεν γνώριζε για το Ε/Σ του Κυπριακού Δικαστηρίου εναντίον της Bezpyataya, και ότι πληροφορείτο για αυτό για πρώτη φορά, στις 25/01/
- Σύμφωνα με την παραδεκτή μαρτυρία του Υπαστυνόμου Ι. Σωτηριάδη, Τεκμήριο ΠΓ2, αλλά και με εξ ακοής μαρτυρία, προερχόμενη από την κατάθεση του Κατηγορούμενου 1 στην Αστυνομία, Τεκμήριο 15, ο Κατηγορούμενος 1, πληροφορήθηκε για το Ε/Σ του Κυπριακού Δικαστηρίου εναντίον της Bezpyataya, αρχές του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2016 [ή 03/01/2016]. ix. Σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του ΜΚ1, Λοχ. XXXXX, στις 13/01/2016, λαμβάνεται από την Αστυνομία πληροφορία, [της Γενικής Γραμματείας της Interpol,] από το Εθνικό Κεντρικό Γραφείο της Interpol στην Μόσχα, μέσω του αντίστοιχου Εθνικού Κεντρικού Γραφείου της Interpol στην Λευκωσία -το οποίο απευθυνόταν και στο αντίστοιχο Εθνικό Κεντρικό Γραφείο της Interpol στην Άγκυρα-, βάσει της οποίας, η Bezpyataya, με την συνοδεία ένοπλου άνδρα, διέφυγε [με την Ανήλικη], μέσω των Κατεχομένων, δια θαλάσσης, με σκάφος από το λιμάνι της κατεχόμενης Κερύνειας, με προορισμό την νότια Τουρκία (βλ. Τεκμήριο 23). x. Σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του ΜΚ1, Λοχ. XXXXX, στις 04/07/2016, λόγω διαβήματος των δικηγόρων της Bezpyataya [από Κύπρο] προς την Γενική Γραμματεία της Interpol, -η οποία έλαβε την σχετική απόφαση, μετά από σύσταση της Επιτροπής για τoν Έλεγχο Φακέλων της Interpol- δια του οποίου εφεσιβλήθηκε η απόφαση δημοσιεύσεως της σχετικής καταχώρισης, μέχρις ότου το ζήτημα αποφασιζόταν από την Εκτελεστική Επιτροπή ή την Γενική Συνέλευση της Interpol, βάσει των Κανόνων της Interpol για την Επεξεργασία Πληροφοριών για Σκοπούς Αστυνομικής Συνεργασίας, αναστάλθηκε προσωρινά η δημοσίευσης της καταχωρίσεως του ονόματος της, ως καταζητούμενου προσώπου, στις βάσεις δεδομένων της Interpol. Σύμφωνα και πάλι με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του ΜΚ1, Λοχ. XXXXX, κατά την διάρκεια της προσωρινής αναστολής δημοσιεύσεως της καταχωρίσεως του ονόματος της Bezpyataya από τις βάσεις δεδομένων της Interpol, καμία από τις χώρες μέλη της Interpol [συμπεριλαμβανομένης και της Τουρκίας] δεν μπορούσε να δει, κάνοντας χρήση του Συστήματος Αυτόματης Έρευνας, την Bezpyataya, ως καταζητούμενο πρόσωπο, πλην της Ρωσικής Ομοσπονδίας και της Κύπρου που την αναζητούσαν σε εθνικό επίπεδο στην βάση των προαναφερόμενων ημεδαπών ενταλμάτων σύλληψης της. Συνεπώς, και σύμφωνα πάντοτε με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του ΜΚ1, Λοχ. XXXXX, για όσο διαρκούσε η αναστολή της εν λόγω δημοσιεύσεως, η Bezpyataya, μέσω των Κατεχομένων, όπου το Ψευδοκράτος δεν είναι διεθνώς αναγνωρισμένο και σαφώς δεν είναι χώρα μέλος της Interpol, θα μπορούσε να ταξιδεύσει στην Τουρκία και ακολούθως, από εκεί, οπουδήποτε αλλού το επιθυμούσε. xi. Στις 21/10/2016, οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 4 και η Bezpyataya, συλλήφθηκαν στα Κατεχόμενα, όταν εντοπίστηκαν από τις αρχές του Ψευδοκράτους, σε τοποθεσία απαγορευμένη λόγω στρατιωτικής ζώνης -και δεν είχαν λόγο ως εκ τούτου να βρίσκονται εκεί-, κοντά στο σύνορο της γραμμής αντιπαράταξης με το Κατεχόμενο χωριό της Αχερίτου, όταν η Bezpyataya, έχοντας μαζί της την Ανήλικη, διάβαινε πεζή από τις Αγγλικές Βάσεις στα Κατεχόμενα από το σύνορο, από σημείο του στο οποίο η περίφραξης επιτρέπει την ανεμπόδιστη προσπέλαση λόγω του ότι το συρματόπλεγμα είναι γερμένο, για να συναντήσει τους Κατηγορουμένους 1, 2, 3 και
- Σύμφωνα με εξ ακοής μαρτυρία, την οποία κατέθεσε ο ΜΚ1, Λοχ. XXXXX, προερχόμενη από μέλος της Τεχνικής Επιτροπής, το οποίο μέλος με την σειρά του, την εξασφάλισε από μέλος της αντίστοιχης, της Τεχνικής Επιτροπής, Τουρκοκυπριακής Επιτροπής, ο οποίος με την σειρά του την εξασφάλισε από Αστυνομικό του Ψευδοκράτους, οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 4, αν και είχαν μεταβεί νόμιμα στις κατεχόμενες περιοχές, συλλήφθηκαν στις 21/10/2016 στο Κατεχόμενο χωριό Αχερίτου, λόγω του ότι βρέθηκαν κοντά σε στρατιωτική ζώνη. Ο Κατηγορούμενος 4, είχε μεταβεί στις Κατεχόμενες περιοχές, οδηγώντας ξεχωριστό, από τους υπόλοιπους Κατηγορούμενους 1, 2 και 3, αυτοκίνητο, με συγκεκριμένους αριθμούς εγγραφής, οι οποίοι, Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, μετέβηκαν στις Κατεχόμενες περιοχές, με αυτοκίνητο, συγκεκριμένων και πάλι αριθμών εγγραφής, που το οδηγούσε ο Κατηγορούμενος
- Η πληροφορία ελήφθη από τον ΜΚ1, Λοχ. XXXXX, στις 27/10/
- Έξι, δηλαδή, ημέρες μετά την σύλληψη των Κατηγορουμένων 1, 2, 3 και 4 και της Bezpyataya. Σύμφωνα με εξ ακοής μαρτυρία, την οποία κατέθεσε και πάλι ο ΜΚ1, Λοχ. XXXXX, προερχόμενη και πάλι από την Τεχνική Επιτροπή, η οποία επίσης εξασφαλίστηκε κατά τον προαναφερόμενο τρόπο και από την ίδια πηγή, η σύλληψης της Bezpyataya και των Κατηγορουμένων 1, 2, 3 και 4, έλαβε χώρα, στις 21/10/2016, στην Κατεχόμενη περιοχή Στροβιλίων και η Ανήλικη ήταν μαζί με την Bezpyataya. Κατά την σύλληψη τους, ήταν όλοι πεζοί. Η πληροφορία ελήφθη από τον ΜΚ1, Λοχ. XXXXX, στις 26/10/
- Πέντε, δηλαδή, ημέρες μετά την σύλληψη των Κατηγορουμένων 1, 2, 3 και 4 και της Bezpyataya. Σύμφωνα με εξ ακοής μαρτυρία, την οποία κατέθεσε ο ΜΚ3, Ανώτερος Υπαστυνόμος των Αγγλικών Βάσεων, προερχόμενη από πρόσωπο, πολύ καλή και αξιόπιστη «πηγή» πληροφοριών της Αστυνομίας των Αγγλικών Βάσεων, που έχει πρόσβαση εντός της Αστυνομίας και το Τελωνείο του Ψευδοκράτους: (α) ο Κατηγορούμενος 4, πέρασε με το όχημα του στα Κατεχόμενα, μέσω του οδοφράγματος των Στροβιλιών, χωρίς συνεπιβάτες, στις 21/10/2016 η ώρα 18:27; (β) ότι, ο Κατηγορούμενος 2, που οδηγούσε άλλο όχημα, με συνεπιβάτες του τους Κατηγορουμένους 1 και 3, πέρασε/αν στα Κατεχόμενα μέσω του οδοφράγματος των Στροβιλιών, στις 21/10/2016 η ώρα 18:30; και περαιτέρω, (γ) ότι, όλοι οι προαναφερόμενοι συλλήφθηκαν από τις αρχές των Κατεχομένων, την ίδια ημέρα, κοντά στο σύνορο της γραμμής αντιπαράταξης με το Κατεχόμενο χωριό της Αχερίτου, όταν προσπαθούσαν να παραλάβουν γυναίκα από την Ρωσία, η οποία διάβαινε πεζή από τις Αγγλικές Βάσεις στα Κατεχόμενα, από το σύνορο («από το συρματόπλεγμα») της γραμμής αντιπαράταξης με το Κατεχόμενο χωριό της Αχερίτου. Η εν λόγω γυναίκα, συλλήφθηκε επίσης. Η πληροφορία ελήφθη από τον ΜΚ3, Ανώτερο Υπαστυνόμο των Αγγλικών Βάσεων, στις 27/10/
- Έξι, δηλαδή, ημέρες μετά την σύλληψη των Κατηγορουμένων 1, 2, 3 και 4 και της Bezpyataya. Σύμφωνα με εξ ακοής μαρτυρία, την οποία κατέθεσε ο ΜΚ2, Λοχ. XXXXX, προερχόμενη από Τουρκοκύπριο Αστυνομικό της Αστυνομίας των Αγγλικών Βάσεων, ο οποίος με την σειρά του, πληροφορήθηκε σχετικά από κάτοικο στις Κατεχόμενες περιοχές, που είχε άμεση σχέση με την σύλληψη των Κατηγορουμένων 1, 2, 3 και 4, οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 4, στις 21/10/2016, περί τις 18:25, πέρασαν, μέσω του οδοφράγματος Στροβιλιών, στα Κατεχόμενα, και στην συνέχεια, μετέβηκαν σε σημείο του δρόμου προς το Κατεχόμενο χωριό της Αχερίτου, με σκοπό να παραλάβουν την Bezpyataya και την Ανήλικη, η οποία περίμενε πλησίον της περίφραξης. Την ώρα που η Bezpyataya διάβαινε πεζή από τις Αγγλικές Βάσεις στα Κατεχόμενα από το σύνορο της γραμμής αντιπαράταξης, κατέφθασε το όχημα ιδιοκτησίας του Κατηγορουμένου 2 -του αναφέρθηκαν οι αριθμοί εγγραφής του οχήματος-, στο οποίο επέβαιναν οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και
- Ακολούθως, επιβιβάστηκε σε αυτό και η Bezpyataya με την Ανήλικη και το όχημα, αφού οδηγήθηκε κάποια απόσταση περί τα 100 μ., ανακόπηκε από Αστυνομικούς του Ψευδοκράτους, λόγω του ότι εντοπίστηκε εντός στρατιωτικής περιοχής και οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 4 και η Bezpyataya συλλήφθηκαν. Η πληροφορία ελήφθη από τον ΜΚ2, Λοχ. XXXXX, στις 31/10/
- Δέκα, δηλαδή, ημέρες μετά την σύλληψη των Κατηγορουμένων 1, 2, 3 και 4 και της Bezpyataya και άγνωστον πότε έγινε η αρχική δήλωσης από τον πληροφοριοδότη προς τον Τουρκοκύπριο Αστυνομικό της Αστυνομίας των Αγγλικών Βάσεων. Λαμβανομένων υπόψη των προνοιών του προαναφερόμενου Άρθρου 27 του Κεφ. 9 και το σύνολο των περιστάσεων αυτής της Υπόθεσης, ως έχουν προαναφερθεί, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία πέραν του πρώτου βαθμού, είμαι διατεθειμένος να βασιστώ στην συγκεκριμένη μαρτυρία για να εξάξω τα συμπεράσματα μου για τα επίδικα ζητήματα. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός, ότι, σε όλες τις προαναφερόμενες περιπτώσεις, ο Κατήγορος, δεν μπορούσε να κλητεύσει ως μάρτυρες στην διαδικασία, τα πρόσωπα που προέβησαν στην, ως ορίζεται στο Κεφ. 9, αρχική δήλωση. Πρόκειται, αντιστοίχως, για πρόσωπα στις τάξεις της Αστυνομίας [ή του Στρατού] του Ψευδοκράτους και κάτοικο του Ψευδοκράτους, που, προφανώς, λόγω της κατοχής από την Τουρκία και του καθεστώτος στα Κατεχόμενα, δεν μπορούσαν να κλητευθούν από τον Κατήγορο στην ακρόαση της υπόθεσης, για να δώσουν μαρτυρία, και τα οποία, αν λάβει κανείς υπόψη και τον χρόνο που ελήφθη η πληροφόρησης από τους προαναφερόμενους μάρτυρες κατηγορίας περί αυτής, δεν μπορεί παρά να πρόβηκαν στις σχετικές δηλώσεις, σε σύντομο χρονικό διάστημα, από το γεγονός της σύλληψης των Κατηγορουμένων 1, 2, 3 και 4 και της Bezpyataya, στις 26/10/
- Ο Κατήγορος, θα μπορούσε βεβαίως, στην περίπτωση της εξ ακοής μαρτυρίας που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από τον ΜΚ1, Λοχ. XXXXX, να είχε περιορίσει τον βαθμό της εξ ακοής μαρτυρίας, καλώντας στο Δικαστήριο για να καταθέσει κατά την ακρόαση της Υπόθεσης, το μέλος της Τεχνικής Επιτροπής που ήρθε σε επικοινωνία και έλαβε την πληροφορία/ες. Κάτι τέτοιο, θα βοηθούσε καλύτερα στην αξιολόγηση της βαρύτητας της συγκεκριμένης μαρτυρίας. Εντούτοις, λαμβάνοντας υπόψη ότι, η πληροφόρησης αυτή, είχε δοθεί από την Τεχνική Επιτροπή στην Αστυνομία, κατά βάση, γραπτώς, αλλά και το γεγονός ότι, αυτή, εξασφαλίστηκε στο πλαίσιο συνεργασίας του δικοινοτικού σημείου επαφής μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων που λειτουργεί με την βοήθεια και του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και ακριβώς έχει ως σκοπό του την επικοινωνία για θέματα εγκληματικότητας, η πιθανότητα, γεγονότα να έχουν παραποιηθεί μεταξύ των διαφόρων βαθμών εξ ακοής μαρτυρίας, ή η αρχική δήλωση να είναι ουσιωδώς διαφορετική, κατά την κρίση μου, είναι περιορισμένη. Συνεπώς, αποδέχομαι ότι, στις 21/10/2016, οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 4 και η Bezpyataya, συλλήφθηκαν στα Κατεχόμενα, όταν εντοπίστηκαν από τις αρχές του Ψευδοκράτους όλοι μαζί, σε τοποθεσία απαγορευμένη λόγω στρατιωτικής ζώνης, κοντά στο σύνορο της γραμμής αντιπαράταξης με το Κατεχόμενο χωριό της Αχερίτου. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 4 είχαν λεπτά προηγουμένως, περάσει στα Κατεχόμενα από το οδόφραγμα Στροβιλιών, νόμιμα, χωρίς την Bezpyataya και την Ανήλικη. Η πληροφόρησης αυτή, άλλωστε, έρχεται να υποστηριχθεί και συμπληρωθεί, και από την εξ ακοής μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της υπόθεσης, από τους ΜΚ3, Ανώτερο Υπαστυνόμο των Αγγλικών Βάσεων και ΜΚ2, Λοχ. XXXXX, βάσει της οποίας, κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα, οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 4 και η Bezpyataya, συλλήφθηκαν στην ίδια τοποθεσία, όταν η τελευταία, μαζί με την Ανήλικη, διάβαινε πεζή από τις Αγγλικές Βάσεις στα Κατεχόμενα από το σύνορο της γραμμής αντιπαράταξης, για να παραληφθεί από το όχημα που οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο 2, με συνεπιβάτες τους Κατηγορουμένους 1 και 3, το οποίο, λεπτά προηγουμένως, είχε εισέλθει στα Κατεχόμενα νόμιμα, μέσω του οδοφράγματος των Στροβολιών. Είναι σημαντικό εν προκειμένω, ότι, η πληροφόρησης του ΜΚ3, Ανώτερου Υπαστυνόμου των Αγγλικών Βάσεων, είναι από πρόσωπο που έχει πρόσβαση στην Αστυνομία του Ψευδοκράτους και αξιόπιστο πληροφοριοδότη της Αστυνομίας των Αγγλικών Βάσεων βάσει προηγούμενης εμπειρίας, γεγονός, που και πάλι καθιστά, κατά την κρίση μου, το ενδεχόμενο τα γεγονότα να έχουν παραποιηθεί μεταξύ των διαφόρων βαθμών εξ ακοής μαρτυρίας, ή η αρχική δήλωση να είναι ουσιωδώς διαφορετική, να είναι απομακρυσμένο. xii. Σύμφωνα με την ΜΚ2, Λοχ. XXXXX, το σημείο από όπου πληροφορήθηκε ότι η Bezpyataya πέρασε στις Κατεχόμενες περιοχές, είναι σημείο που εξυπηρετούσε την εύκολη πρόσβαση της, δεδομένου ότι είχε μαζί της και το Ανήλικο, εφόσον ήταν πολύ κοντά σε χωματόδρομους, τόσο εντός των Αγγλικών Βάσεων, όσο και εντός των Κατεχομένων, παρά το κατεχόμενο χωριό Αχερίτου, σε πολύ κοντινή απόσταση από το περιφραγμένο σύνορο, το οποίο στο συγκεκριμένο σημείο ήταν πεσμένο. Σημείο επίσης πολύ κοντινό σε απόσταση, από την κατοικία του Κατηγορουμένου 4 στο χωριό Βρυσούλες, ο οποίος, σύμφωνα με την πληροφόρηση του ΜΚ2, Λοχ. XXXXX, ήταν το πρόσωπο που, πεζός από τα Κατεχόμενα, την συνάντησε στο συγκεκριμένο σημείο, για να την οδηγήσει πεζή, προς τα οχήματα και τους υπόλοιπους Κατηγορούμενους 1, 2 και 3, που ανέμεναν σε πολύ κοντινή απόσταση. xiii. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός, βάσει της μαρτυρίας του ΜΚ1, Λοχ. XXXXX, ότι, στις 21/10/2016 που εκτυλίχθηκαν τα προαναφερόμενα γεγονότα, το Ε/Σ του Κυπριακού Δικαστηρίου εναντίον της Bezpyataya εξακολουθούσε να βρίσκεται σε ισχύ και ότι, τελικά, αυτό δεν εκτελέστηκε ποτέ. Όπως επίσης, αδιαμφισβήτητο, βάσει της μαρτυρίας του ΜΚ1, Λοχ. XXXXX που κατέθεσε εξ ακοής μαρτυρία που έλαβε προς τούτο από τις αρχές του Ψευδοκράτους μέσω της Τεχνικής Επιτροπής, είναι και το γεγονός, ότι, οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 4 και η Bezpyataya, μετά την σύλληψη τους, παρουσιάστηκαν σε Δικαστήριο του Ψευδοκράτους με την κατηγορία της παράνομης εισόδου σε στρατιωτική περιοχή. Αυτό προκύπτει και από την εξ ακοής μαρτυρία, που προέρχεται από την κατάθεση του Κατηγορουμένου 3 στην Αστυνομία, Τεκμήριο 13, βάσει της οποίας οι Κατηγορούμενοι 1, 2, και 3, -ως έχει ο ισχυρισμός στην εν λόγω κατάθεση-, παρουσιάστηκαν σε Δικαστήριο του Ψευδοκράτους και κατηγορήθηκαν για είσοδο του σε στρατιωτική περιοχή, καταδικάστηκαν για αδίκημα που τους καταλογίστηκε και τους επιβλήθηκε πρόστιμο.
- Έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά προκύπτουν από την προαναφερόμενη αποδεκτή και παραδεκτή μαρτυρία, καταλήγω ότι, από το σύνολο της περιστατικής μαρτυρίας, προκύπτει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, η ενοχή των Κατηγορουμένων 1 και 2 στις κατηγορίες με αρ. 1 και 2 στο κατηγορητήριο τους.
- Υπό αυτές τις περιστάσεις, αθωώνω τον Κατηγορούμενο 3 και στις δύο κατηγορίες με αρ. 1 και 2 στο κατηγορητήριο, επειδή, δεν έχω στοιχεία που να καταδεικνύουν, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, γνώση του ότι εναντίον της Bezpyataya εκκρεμούσε το Ε/Σ του Κυπριακού Δικαστηρίου. Αυτό, δικαιολογεί και την απόφαση μου να μην τον καταδικάσω, δεδομένων και των διατάξεων του Άρθρου 20[(β) και (γ)] του Κεφ. 154, ως δευτερεύον μέρος στην διάπραξη του, για παροχή βοήθειας και υποστήριξη στους Κατηγορουμένους 1 και 2 να το διαπράξουν.
- Δευτερεύον μέρος ή συνεργός, ορίζεται κάποιος που ενθαρρύνει ή βοηθά τον αυτουργό -στην προκείμενη περίπτωση, τους Κατηγορουμένους 1 και 2-.
- Για να υπάρχει συνέργεια, το κύριο αδίκημα πρέπει να έχει διαπραχθεί. Είναι για αυτό τον λόγο που μερικές φορές, η δευτερογενής αυτή ευθύνη, αναφέρεται ότι πηγάζει από την αρχή της παράγωγης ευθύνης («derivative liability»). Ότι, δηλαδή, πηγάζει από την ευθύνη του αυτουργού (βλ. Vaux
(1591)76 ER 992). 55. Η συνέργεια από μόνη της, δεν αποτελεί αδίκημα. Είναι αναγκαία η ύπαρξης ενός βασικού αδικήματος στο οποίο κάποιος να είναι συνεργός. 56. Συνεργός, είναι κάποιος που βοηθά, παρακινεί/ενθαρρύνει, συμβουλεύει ή προάγει/προξενεί («aids, abets, counsels or procures») την διάπραξη ενός αδικήματος. 57. Αν και η διαφορά μεταξύ των προαναφερομένων όρων δεν είναι ξεκάθαρη (βλ. Bryce [2004] 2 Cr App R 35 (CA)), έχει νομολογηθεί ότι ρυθμίζουν διαφορετικές περιπτώσεις συνέργειας (βλ. Attorney-General's Reference (No. 1 of 1975) [1975] QB 773 (CA)). 58. Στους όρους «βοηθά, παρακινεί/ενθαρρύνει» («aids, abets»), έχει νομολογηθεί ότι πρέπει να δίδεται η συνηθισμένη φυσική τους σημασία (βλ. Bentley v Mullen [1986] RTR 7). 59. Η συνηθισμένη φυσική έννοια του όρου «βοήθεια» («aid»), είναι η παροχή βοήθειας, υποστήριξης ή συνδρομής («to give help, support or assistance to»). Ενώ, η φυσική συνηθισμένη φυσική έννοια του όρου «παρακινεί» («abet»), είναι η υποκίνηση (δίδω το ερέθισμα), εξώθησης (δίδω την ώθηση) ή ενθάρρυνσης. 60. Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα του Μ. Jefferson, Criminal Law, 9η έκδοση, στην σελίδα 169: «Under present law an aider is an accused who assists the principal offender, e.g. by supplying a gun or metal-cutting equipment, and an abettor is the person who acts to incite, instigate or encourage the principal at the time of the offence. The Court of Appeal in Giannetto (above) both stated that abetting covered 'any involvement from mere encouragement upwards' and approved the trial judge's statement that patting a person on the back and saying 'oh, goody' constituted abetting if done and said in response to the principal saying 'I am going to murder your wife'. The definition of abetting looks very much like counselling. The aider gives help or support to the principal such as occurs where the accused drives the principal to the scene of the crime. Aiding can take place before or during the crime. .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 61. Σε ότι αφορά και τις τέσσερεις προαναφερόμενες διαφορετικές περιπτώσεις συνέργειας στην διάπραξη αδικήματος, αναφορικά με το κατά πόσο πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσης («causal link») ή αλλιώς, συναίνεσης («consensus»), μεταξύ συνεργού και αυτουργού, και πάλι στο προαναφερόμενο σύγγραμμα του Μ. Jefferson, Criminal Law, 9η έκδοση, στις σελίδες 170 και 171, αναφέρονται τα εξής: «In abetting and counselling it seems that there must be consensus between secondary party and principal; that is, the principal must be aware that he is being assisted or encouraged, though it need not be proved that he would not have committed the offence without the assistance or encouragement: Calhaem [1985] 1 QB 808. ... In aiding there need be no consensus. The principal need not be (but can
- be)aware that he is being assisted. In procuring the secondary party must be proved to have caused the offence. For example, in Attorney-General's Reference (No. 1 of 1975) . There need, however, be no communication, no consensus, between the parties. There is a statement in this case that usually in aiding, abetting and counselling the parties will have met, but a meeting is not a requirement of these offences. In procuring the parties need never have known each other and, as the facts show, the principal need not know that he is being helped to break the law, nor need he make up his mind to break the criminal law. It is suggested that whatever the mental element in the other forms of accomplice liability, one can procure an outcome only intentionally ('by endeavour'). .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 62. Σε ότι αφορά την υποκειμενική υπόσταση (mens rea) του αδικήματος της συνέργειας στην διάπραξη αδικήματος, επίσης στο προαναφερόμενο σύγγραμμα του Μ. Jefferson, Criminal Law, 9η έκδοση, στην σελίδα 173, αναφέρονται τα εξής: «A person is not liable as an accessory unless he has the required mental elements. These elements apply to all principal offences, including strict liability ones. There is therefore a difference between the mens rea of the secondary offence and that of the principal party. The Court of Appeal in Rook, above, which was approved in Bryce, above, stated that the mental element is the same for aiding, abetting, counselling and procuring. .The accused must intend to do the act which constitutes the encouraging, advising or assisting. One authority among several is Bryce.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 63. Ως αναφέρεται στο πιο πάνω σύγγραμμα, ο κατηγορούμενος, πρέπει να έχει πρόθεση να κάνει τις πράξεις που συνιστούν την ενθάρρυνση, την παροχή συμβουλής ή την παροχή βοήθειας. Κάποιος, είναι ένοχος συνέργειας στην διάπραξη αδικήματος, μόνο εάν έκανε πράξεις που γνώριζε ότι μπορούσαν να ενθαρρύνουν και να βοηθήσουν τον αυτουργό. Δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση ή και σκοπό του την διάπραξη του αδικήματος. Αρκεί, αν ο συνεργός, κατά τον χρόνο των πράξεων του, προέβλεπε την διάπραξη του αδικήματος, ήτοι, γνώριζε ότι θα διαπραττόταν ή συνειδητοποιούσε ότι η πιθανότητα διάπραξης του ήταν πραγματική. Το κίνητρο του, ως εκ τούτου, είναι εν προκειμένω άσχετο (βλ. NCB v Gamble [1959] QB 11). Περαιτέρω, όπως ελέχθη από τον Lord Goddard CJ στην υπόθεση Johnson v Youden [1950] 1 KB 544 (σκεπτικό που έγινε δεκτό από την Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Churchill v Walton [1967] 2 AC 224 (HL), από το Ανακτοσυμβούλιο στην υπόθεση Mok Wai Tak v R [1990] 2 AC 333 (PC) και υπομνήσθηκε από το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Roberts [1997] Crim LR 209): «Before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence he must at least know the essential matters which constitute that offence. He need not actually know that an offence has been committed, because he may not know that the facts constitute an offence and ignorance of the law is not a defence.». 64. Η φράση, «ουσιώδη ζητήματα» («essential matters»), φαίνεται να περιλαμβάνει τις περιστάσεις του actus reus του αδικήματος, -δηλαδή, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το αδίκημα•, χωρίς, ως προαναφέρθηκε, να είναι αναγκαίο ο κατηγορούμενος να γνωρίζει ότι συνθέτουν αδίκημα-, τις όποιες σχετικές αυτού επιπτώσεις, αλλά και την υπαιτιότητα (mens rea) του αυτουργού. Απόδειξη εθελοτυφλίας («wilful blindness»), σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα, έχει νομολογηθεί, επαρκεί. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Carter v Richardson [1976] Crim LR 190, η προαναφερόμενη φράση «γνώσης ουσιωδών ζητημάτων» («know the essential matters»), περιλαμβάνει απερισκεψία σε ότι αφορά τις περιστάσεις και εθελοτυφλία ως προς τον κίνδυνο ότι τα γεγονότα που συνθέτουν το βασικό αδίκημα πιθανόν να προκύψουν. Εντούτοις, η περίπτωση συνέργειας λόγω προαγωγής («procuring») του αυτουργού να διαπράξει το αδίκημα, που δεν είναι η προκείμενη περίπτωση, εξ ορισμού, απαιτεί πρόθεση του κατηγορουμένου να επιφέρει την διάπραξη του κύριου αδικήματος (βλ. Blakely v DPP [1991] Crim LR 763). 65. Οι αρχές που αφορούν την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συνέργιας για διάπραξη αδικήματος, συνοψίστηκαν από το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Bryce [2004] 2 Cr App R 35: «To be guilty of aiding, abetting, counselling or procuring the accused must be proved to have done: (
- a)an act . . . which in fact assisted the later commission of the offence; (
- b). . . [the accused] did the act deliberately realising that it was capable of assisting the offence; (
- c). . . [the accused] at the time of doing the act contemplated the commission of the offence by . . . [the principal] i.e. he foresaw it as a 'real or substantial risk' or 'real possibility'; and (
- d). . . [the accused] when doing the act intended to assist the [principal] in what he was doing.». Κατάληξης 66. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερόμενων, βρίσκω ότι, ο Κατήγορος έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεση του εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου, τους καταδικάζω στις κατηγορίες με αρ. 1 και 2 στο κατηγορητήριο. Ο Κατηγορούμενος 3, λόγω αποτυχίας του Κατήγορου να αποδείξει την υπόθεση του εναντίον του, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες με αρ. 1 και 2 στο κατηγορητήριο του, που του προσάχθηκαν. 67. Προχωρώ με την διαδικασία επιβολής ποινής στους Κατηγορουμένους 1 και 2. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Στην υπόθεση Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, λέχθηκε: «Σχετικά με τη σημασία και τον τρόπο προσέγγισης της περιστατικής μαρτυρίας σε μια ποινική υπόθεση, το Δικαστήριο τούτο είχε την ευκαιρία να δώσει τις νομικές αρχές που καλύπτουν το θέμα σε ένα σημαντικό αριθμό αποφάσεων και θα θέλαμε να αναφέρουμε μεταξύ άλλων τις πιο κάτω R. ν. Mentesh, 14 C.L.R. 232, Khadar and Another v. The Republic
(1978)2 C.L.R. 132, Vrakas and Another v. The Republic
(1973)2 C.L.R. 139, στη σελ. 169, Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, στις σελ. 144-145, Fournides v. The Republic
(1986)2 C.L.R. 73, στη σελ. 96. Η βασική αρχή είναι ότι, σε ποινικές υποθέσεις στις οποίες η υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου στηρίζεται καθ' ολοκληρία ή ουσιαστικά πάνω σε περιστατική μαρτυρία, μετά που τα γεγονότα που κατατέθησαν ενόρκως αποδειχθούν, το Δικαστήριο πρέπει σαν θέμα νόμου να αποφασίσει όχι μόνο κατά πόσο τα γεγονότα αυτά συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορουμένου, αλλά επίσης ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα από εκείνο ότι ο κατηγορούμενος διάπραξε το αδίκημα. Οι δε διαζευκτικές πιθανότητες πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται εύλογα από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, άλλωσπως τα Δικαστήρια θα καλούνται να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες, ως προς συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό ενώπιόν τους και αυτό δεν είναι το έργο του Δικαστηρίου. Περιττό να τονιστεί ότι η μαρτυρία ασφαλώς πρέπει να εκτιμηθεί στο σύνολό της και όχι τεμαχισμένη, παρόλο που ο βαθμός ασφάλειας του συνόλου έχει οπωσδήποτε σχέση και με την εκτίμηση του κάθε συγκεκριμένου στοιχείου μέσα στο σύνολο αυτό. Όπως επίσης ότι είναι το καθήκον της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και εάν κατά την ολοκλήρωση της δίκης, εξετάζοντας την ολότητα της υπόθεσης υπάρχει λογική αμφιβολία, τότε η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση και ο κατηγορούμενος επομένως δικαιούται να αθωωθεί.». [ii] Στην υπόθεση Παφίτης κ. α. ν Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, αναφέρθηκε: «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνον δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας. (Βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο