← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. SINGH, Υπόθεση υπ' αρ.: 9086/2020, 5/5/2020

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. SINGH, Υπόθεση υπ' αρ.: 9086/2020, 5/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B234 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 9086/2020 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατήγορος -εναντίον- XXXXX SINGH Κατηγορουμένου ---------- Απευθείας Παραπομπή Κατηγορουμένου Σε Δίκη Από το Κακουργιοδικείο Που Συνεδριάζει Στην Λευκωσία - Άρθρο 92 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 / Το Ζήτημα της Απόλυσης ή Κράτησης του Κατηγορουμένου - Άρθρα 48, 92 και 157

(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 ---------- Ημερομηνία: 05/05/
  1. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Χαραλάμπους. Για τον Κατηγορούμενο: καμία εμφάνιση. Κατηγορούμενος, Παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Νομική πτυχή
  2. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την κράτηση κατηγορούμενου μέχρι την ημερομηνία της δίκης του, πηγάζει από τα Άρθρα 48, 92 και 157
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 [[i]] [[ii]]. [Στην προκείμενη περίπτωση, εφαρμογής τυγχάνει το Άρθρο 92 του Κεφ. 155]. Αυτή, ασκείται δικαστικά, βάσει αρχών που έχουν καθιερωθεί νομολογιακά. Αφετηρία, αποτελεί η αρχή [[iii]], ότι, κάθε πρόσωπο το οποίο κατηγορείται για την διάπραξη ποινικού αδικήματος, δικαιούται να απολυθεί υπό όρους εγγύησης, εκτός εάν συντρέχουν ουσιαστικοί λόγοι περί του αντιθέτου [[iv]]. Σκοπός της κράτησης, είναι βεβαίως, η εξασφάλιση της παρουσίας του κατηγορουμένου στην δίκη του και όχι η τιμωρία του. Συνεπώς, το ζήτημα των όρων εγγύησης, εξετάζεται, εφόσον αποφασιστεί ότι ο κατηγορούμενος θα αφεθεί ελεύθερος μέχρι την ημέρα της δίκης του [[v]]. Οι παράγοντες για την κρίση του Δικαστηρίου
  1. Τρία είναι τα βασικά στοιχεία που, αντικειμενικά, λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερος μέχρι το πέρας της δίκης του, ή, αν, εκκρεμούσης αυτής, θα τεθεί υπό κράτηση [[vi]]: i. Ο κίνδυνος μη προσέλευσής του στη δίκη [[vii]]. ii. Η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων [[viii]] και, iii. Η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων [[ix]].
  2. Σύμφωνα με την νομολογία, οι προαναφερόμενοι παράγοντες δεν είναι σωρευτικοί, αλλά ανεξάρτητοι ο ένας από τον άλλο. Ένας ή περισσότεροι από αυτούς, μπορεί να αποτελέσουν τον αποφασιστικό παράγοντα κατά την εξέταση του ζητήματος [[x]].
  3. Συνεκτιμούμενοι αυτοί, πάντοτε, όταν το ζήτημα της κράτησης τίθεται επί της πιθανότητας μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στην δίκη του, με τους όποιους άλλους παράγοντες (τους «υποκειμενικούς»), πιθανόν, σε κάποια περίπτωση κατηγορουμένου, να υπάρχουν, που είναι σχετικοί με το πρόσωπο του, και οι οποίοι, ενδεχομένως, να εξαλείφουν τον κίνδυνο φυγοδικίας του [[xi]], ή που είναι σχετικοί με τις περιβάλλουσες περιστάσεις της υπόθεσης, που, σε κάθε περίπτωση, μπορεί να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου [[xii]], όπως, για παράδειγμα, είναι το ζήτημα του χρόνου της κράτησης [[xiii]]. Το Αίτημα του Κατήγορου και η τοποθέτηση του Κατηγορουμένου
  4. Ο Κατήγορος, έχει βασίσει το αίτημα του, όπως ο Κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση μέχρι και την ημέρα της δίκης του, και στους τρείς προαναφερόμενους παράγοντες που, ως έχει προαναφερθεί, δικαιολογούν ένα τέτοιο αίτημα.
  5. Ο Κατηγορούμενος, μέσα από την τοποθέτηση του, έγινε αντιληπτό, ότι έφερε ένσταση στο αίτημα του Κατήγορου. Τα όσα ανέφερε, ήταν καθαρά ισχυρισμοί του για τα γεγονότα από τα οποία, κατά την θέση του, προκύπτει η αθωότητα του. Η πιθανότητα μη προσέλευσης κατά τη δίκη
  6. Η πιθανότητα και ο κίνδυνος μη προσέλευσης κατά την δίκη, συναρτάται προς τη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την ποινή που δυνατό να επιβληθεί (βλ. Χαραλάμπους ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 138/2015, 10/07/2015). (i) Η σοβαρότητα του αδικήματος
  7. Στην προκείμενη περίπτωση, τα αδικήματα είναι ιδιαιτέρως σοβαρά, ώστε σε περίπτωση καταδίκης, θα επιφέρουν, αναπόφευκτα (και ανάλογα βέβαια με τις ιδιαίτερες συνθήκες του Κατηγορουμένου), πολυετείς ποινές φυλάκισης.
  8. Η σοβαρότητα των αδικημάτων, διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Σημείο αναφοράς, αποτελεί πάντοτε, η προβλεπόμενη από τον νόμο μέγιστη ποινή (βλ. Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Αυτή, αποτελεί την βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή κατηγορουμένου, σε περίπτωση καταδίκης του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). 10. Για τους σκοπούς εξέτασης ζητήματος κράτησης κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του, έχει νομολογηθεί, ότι, όσο πιο σοβαρή είναι μία κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του κατηγορουμένου να αποφύγει τη δίκη του (βλ. Σπανού ν Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 281, Τσαπατσάρης ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 600). 11. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος, κατηγορείται ότι διέπραξε τα ακόλουθα αδικήματα: Κατηγορία με αρ. από 1 μέχρι 46: Βιασμό. Σύμφωνα με τα Άρθρο 145 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154), το αδίκημα του βιασμού, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης δια βίου. Κατηγορία με αρ. 47: Απαγωγή. Σύμφωνα με το Άρθρο 148 του Κεφ. 154, το αδίκημα της απαγωγής, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης επτά χρόνων. Κατηγορία με αρ. 48: Παρακράτησης προσωπικών εγγράφων. Σύμφωνα με το Άρθρο 16(γ) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμος του 2014, Νόμος 60(Ι)/2014, το αδίκημα της παρακράτησης προσωπικών εγγράφων, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και πέντε χρόνων ή με πρόστιμο μέχρι και €17.000 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. Κατηγορία με αρ. 49: Επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη. Σύμφωνα με το Άρθρο 3
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμος του 2000, Νόμος 119
(1)/2000, το αδίκημα της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και πέντε χρόνων ή με πρόστιμο μέχρι και €5.125 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. Κατηγορία με αρ. 50: Παρενόχλησης θύματος. Σύμφωνα με το Άρθρο 32 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμος του 2000, Νόμος 119
(1)/2000, το αδίκημα της παρενόχλησης θύματος βίας, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και τριών χρόνων ή με πρόστιμο μέχρι και €2.562 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. Κατηγορία με αρ. 51: Άσκησης Ψυχολογικής Βίας. Σύμφωνα με το Άρθρο 3
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμος του 2000, Νόμος 119
(1)/2000, το αδίκημα της άσκησης ψυχολογικής βίας, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και πέντε χρόνων ή με πρόστιμο μέχρι και €5.125 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. Κατηγορία με αρ. 52: Πράξης που ενδέχεται να επηρεάσει αστυνομική έρευνα με σκοπό την έναρξη δικαστικής διαδικασίας. Σύμφωνα με το Άρθρο 122(β) του Κεφ. 154, το αδίκημα της απαγωγής, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τριών χρόνων.
  1. Συνεπώς, η σοβαρότητα των αδικημάτων, αναντίλεκτα, είναι δεδομένη. Ιδιαιτέρως αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος, ως προαναφέρθηκε, αντιμετωπίζει 46 διαφορετικές κατηγορίες για το αδίκημα του βιασμού, που επιφέρει, σε περίπτωση καταδίκης, την εσχάτη των ποινών.
  2. Εντούτοις, όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα του αδικήματος από μόνη της, δεν αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα για την κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του (βλ. Δημητρίου ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 130). (ii) Η πιθανότητα καταδίκης και η αναμενόμενη ποινή 14. Δεδομένης της σοβαρότητας των προαναφερόμενων αδικημάτων, στρέφομαι στο κριτήριο της πιθανότητας καταδίκης του Κατηγορουμένου σε αυτά. Στο στάδιο αυτό, σημειώνεται, το Δικαστήριο περιορίζεται αυστηρά στην εξέταση της δύναμης του αποδεικτικού υλικού που τίθεται ενώπιον του, με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσον πιθανολογείται καταδίκη (βλ. Καλλή ν Δημοκρατίας Ποινική Εφεση Αρ. 114/2015, 19/06/2015), χωρίς να προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας ή και έλεγχο της αξιοπιστίας της, ζήτημα που κρίνεται σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. Κουννάς κ. α. ν Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 423 και Ευριπίδου κ. α. ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337). Όπως έχει λεχθεί στην Κωνσταντινίδης v Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109, και υιοθετήθηκε στις Μαλά v Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 135 και Σπανού ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 10/2013, 22/01/2013, αυτό, συνιστά μια απόλυτη θεμιτή διαδικασία, δεν έχει σχέση με την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και δεν την επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο. Το μαρτυρικό υλικό, για σκοπούς της διαδικασίας, εκτιμάται στην όψη του και μόνο, χωρίς συμπεράσματα και οριστικές απαντήσεις σε ερωτήματα (βλ. Χαραλάμπους ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 138/2015, 10/07/2015). Αρχή της νομολογίας μας, που, ως έχει λεχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Chrishantha ν Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 93, είναι σε απόλυτη αρμονία με αυτές του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. 15. Υπό τύπο επισήμανσης του έργου του Δικαστηρίου στα πλαίσια εξέτασης του αιτήματος κράτησης του κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Νικήτα ν Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 54, όπου δια της έντιμης, Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε), Ε. Παπαδοπούλου, αναφέρθηκε: «Με δεδομένο ότι οι εφεσείοντες είναι αθώοι και, συνακόλουθα, θα έπρεπε να αφεθούν ελεύθεροι με εγγύηση, εξετάστηκε κατά πόσο υπήρχε ο κίνδυνος αυτοί να μην εμφανιστούν κατά τη δίκη τους. Η πιθανολόγηση της καταδίκης τους συναρτήθηκε με το ενώπιον του Κακουργιοδικείου μαρτυρικό υλικό, το οποίο, στο στάδιο αυτό, εκτιμάται στην όψη του και μόνο, χωρίς τελικές διαπιστώσεις. Υπάρχει μαρτυρία - και σ' αυτήν αναφέρθηκε το Κακουργιοδικείο - η οποία συνδέει τους εφεσείοντες με τα αδικήματα. Ποια η βαρύτητα αυτής της μαρτυρίας και μέχρι πού μπορεί να οδηγήσει δεν είναι του παρόντος. Ούτε η απουσία των εκθέσεων των εμπειρογνωμόνων και άλλων εγγράφων, για τα οποία γίνεται αναφορά σε καταθέσεις, επηρεάζει, στο στάδιο αυτό, για τους λόγους που έχουμε προαναφέρει. Το ενώπιον του Κακουργιοδικείου υλικό ικανοποιούσε το ενδεχόμενο της καταδίκης των εφεσειόντων και αυτό ήταν αρκετό. Περί πιθανολόγησης και μόνο ο λόγος - (βλ. Ευριπίδου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 και Κουννάς κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 423).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Ως εκ τούτου, προχωρώ στην καταγραφή της προσαχθείσας μαρτυρίας, προς τον σκοπό διαπίστωσης εάν αυτή αρκεί για να πιθανολογήσει καταδίκη, ως επίσης και το είδος και ύψος της ποινής σε μία τέτοια περίπτωση.
  2. Από το μαρτυρικό υλικό, εξάγονται οι ακόλουθοι ισχυρισμοί για τα γεγονότα: i. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Παραπονούμενης, XXXXX Kaur Bhamdal (στο εξής καλούμενη «η Παραπονούμενη»), από τις 20/04/2020, με τον Κατηγορούμενο, -παρά το γεγονός ότι αμφότεροι ήταν νυμφευμένοι με άλλα πρόσωπα που κατοικούν στην πατρίδα τους-, συζούσαν ως ανδρόγυνο (βλ. την μετάφραση της κατάθεσης της Παραπονούμενης ημερομηνίας 26/04/2020, Κυανούν 13, στην 3η σελίδα προς το τέλος). Αμφότεροι, εξέφρασαν αισθήματα αγάπης προς τον άλλο και η σχέση τους, σεξουαλικά, είχε ολοκληρωθεί. Είχαν την πρώτη τους σεξουαλική επαφή, πριν ακόμη συγκατοικήσουν. Οι επαφές της Παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο αυτού του είδους, που συνεχίστηκαν, ήταν θεληματικές (βλ. την μετάφραση της κατάθεσης της Παραπονούμενης ημερομηνίας 26/04/2020, Κυανούν 13, στην 2η σελίδα στην 17η γραμμή). ii. Τα γεγονότα που συνιστούν την καταγγελία της Παραπονούμενης εναντίον του Κατηγορουμένου, ξεκινούν όταν με τον Κατηγορούμενο μετακόμισαν μαζί σε σπίτι στην Ποταμιά, ως προαναφέρθηκε, για συγκατοίκηση, στις 20/04/
  3. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Παραπονούμενης, την ημέρα εκείνη, οικειοθελώς, είχε σεξουαλική επαφή με τον Κατηγορούμενο, τέσσερεις φορές. Εντούτοις, οι άλλες πέντε φορές που ήρθαν με τον Κατηγορούμενο σε συνουσία το βράδυ της ημέρας εκείνης, ήταν χωρίς την συναίνεση της. Αυτό, υποστηρίζει, συνεχίστηκε μέχρι και τις 26/04/
  4. Δηλαδή, ο Κατηγορούμενος, ήρθε σε συνουσία μαζί της, χωρίς την συναίνεση της, σε κάθε μία από τις προαναφερόμενες ημέρες, 6 με 7 φορές. Σε κάποιες από αυτές τις περιπτώσεις, η συνουσία τους δεν ήταν φυσιολογική (βλ. την μετάφραση της κατάθεσης της Παραπονούμενης ημερομηνίας 26/04/2020, Κυανούν 13, στην 4η σελίδα). iii. Αποτελεί επίσης ισχυρισμό της Κατηγορουμένης, ότι, τον Κατηγορούμενο, τον φοβόταν πάρα πολύ. Εκτός την συνουσίας στη οποία ερχόταν μαζί της, χωρίς την συναίνεση της, ο Κατηγορούμενος, υπήρξαν και περιπτώσεις που της επιτίθετο και ήταν και κατά τον τρόπο αυτό βίαιος μαζί της. Αναφέρονται από την Κατηγορούμενη, βίαιη αρπαγή της από τον Κατηγορούμενο από το σβέρκο, τα μαλλιά και άλλα μέρη του σώματος της, κλωτσιές του Κατηγορουμένου στα μπράτσα της και δαγκωματιές από τον Κατηγορούμενο στον ωμό της. Μώλωπας στον ώμο της Παραπονούμενης, ισχυρίστηκε ότι προέρχεται από δάγκωμα από τον Κατηγορούμενο. Ήθελε να φύγει από κοντά του, όμως, όποτε ο Κατηγορούμενος έφευγε από το σπίτι, κλείδωνε την πόρτα του σπιτιού, εξωτερικά, αφήνοντας αυτήν στο εσωτερικό του. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος, της είχε πάρει το δελτίο ταυτότητας και την άδεια οδήγησης της, και δεν της τα επέστρεφε. Μάλιστα, στις 25 και 26/04/2020, ο Κατηγορούμενος, την απείλησε ότι, αν δεν ερχόταν σε συνουσία μαζί του, θα εντόπιζε τις δύο της αδελφές που βρίσκονται επίσης στην Κύπρο και θα τις βίαζε. Καθώς επίσης και ότι θα σκότωνε ολόκληρη την οικογένεια και συγγενείς της στην Ινδία. iv. Τελικά, η Παραπονούμενη, κατάφερε να ειδοποιήσει την αδελφή της για να καλέσει την Αστυνομία, στις 26/04/2020, όταν ο Κατηγορούμενος, βγαίνοντας για κάποια στιγμή έξω από το σπίτι, δεν πήρε μαζί του το κινητό του τηλέφωνο, το οποίο, η Παραπονούμενη, χρησιμοποίησε για να καλέσει σε βοήθεια. Η Κατηγορούμενη, τελικά, εντοπίστηκε από την Αστυνομία στο συγκεκριμένο σπίτι. Όταν ερωτήθηκε από τον Αστυφύλακα που μετέβη επί τόπου, αν βρισκόταν εκεί με την θέληση της, η Παραπονούμενη απάντησε αρνητικά (βλ. κατάθεση του Αστ. XXXXX, Κυανούν 24). Η ίδια, ως αναφέρει, κατά την διάρκεια της διαμονής της στο εν λόγω σπίτι με τον Κατηγορούμενο, δεν είχε δικό της κινητό τηλέφωνο για να το έπραττε. Βλ. την μετάφραση της κατάθεσης της Παραπονούμενης ημερομηνίας 02/05/2020, Κυανούν 35). v. Η μαρτυρία της Παραπονούμενης, υποστηρίζεται και από τους ακόλουθους ισχυρισμούς για τα γεγονότα, από τους εξής μάρτυρες κατηγορίας για τον Κατήγορο. vi. Η αδελφή της Κατηγορουμένης, ισχυρίζεται ότι, κατά την περίοδο μεταξύ της 20/04/2020 και 26/04/2020, είχε επικοινωνία με την αδελφή της διαδικτυακά με βιντεοκλήσεις, όταν παρόν ήταν πάντοτε ο Κατηγορούμενος, από τις οποίες αντιλήφθηκε ότι κάτι κακό συνέβαινε στην αδελφή της. Οι φόβοι της εντάθηκαν, όταν, στις 26/04/2020 σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί με την αδελφή της, η Παραπονούμενη ακουγόταν αναστατωμένη και σε κατάσταση σοκ. Τότε, ειδοποίησε την Αστυνομία, καταγγέλλοντας την ανησυχία της. Όταν η Αστυνομία εντόπισε την Παραπονούμενη και την μετέφερε στο Αστυνομικό σταθμό όπου και συναντήθηκαν, η Παραπονούμενη της ανέφερε ότι κακώς κατάγγειλε τον Κατηγορούμενο στην Αστυνομία, επειδή είναι επικίνδυνος και φοβόταν ότι θα της έκανε κακό. Αρχικά, η Παραπονούμενη, δεν της αποκάλυψε τι ακριβώς της συνέβη. Στην συνέχεια όμως, αφού την πίεσε προς τούτο, της αποκάλυψε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν βίαιος έναντι της και ότι ήρθε σε συνουσία μαζί της πολλές φορές χωρίς την συναίνεση της. Περαιτέρω, η Παραπονούμενη της ανέφερε, ότι, ο Κατηγορούμενος, την απείλησε ότι θα σκότωνε, τόσο αυτές, όσο και την οικογένεια τους στην Ινδία, αν αποκάλυπτε οτιδήποτε συνέβη μεταξύ τους σε οποιονδήποτε (βλ. την κατάθεση της R. Kaur ημερομηνίας 30/04/2020, Κυανούν 23). vii. Ο ιδιοκτήτης της οικίας στην Ποταμιά, που διαμένει σε γειτονική κατοικία, αναφέρει ότι, σχεδόν καθημερνά άκουγε φωνές της Παραπονουμένης και κλάματα, και ότι, κατά την αντίληψη του, αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος την χτυπούσε. Αναφέρεται και αυτός, όπως και η Παραπονούμενη, σε ένα περιστατικό που είδε, κατά το οποίο, η Παραπονούμενη, όντας αναμαλλιασμένη και κλαίγοντας, προσπάθησε να βγει από το σπίτι, χωρίς όμως να το καταφέρει, επειδή ο Κατηγορούμενος, αρπάζοντας και τραβώντας την από τα μαλλιά, την οδήγησε και πάλι μέσα στο σπίτι (βλ την κατάθεση του Σ. Σ. Στυλιανού, Κυανούν 26). viii. Σημειώνεται, ότι, ο Κατηγορούμενος, ανακρινόμενος, σχετικά με καταγγελθέν εναντίον του από την Παραπονούμενη περιστατικό προφορικά από τον Ανωτ. Υπαστυνόμο, Π. Καλογήρου, μετά από επίστηση της προσοχής του στον Νόμο, στην παρουσία και του Α/Αστ. XXXXX, ομολόγησε τον βιασμό της Παραπονούμενης, ρώτησε πόσο καιρό θα πρέπει να περάσει στην φυλακή για αυτό που έκανε και δήλωσε ότι επιθυμία του είναι η επιστροφή στην χώρα του (βλ. την κατάθεση του Υπαστυνόμου, Π. Καλογήρου ημερομηνίας 04/05/2020, Κυανούν 40 και την κατάθεση του Α/Αστ. XXXXX ημερομηνίας 7, Κυανούν 7).
  5. Έχοντας υπόψη την προαναφερόμενη μαρτυρία, βρίσκω ότι υπάρχει πιθανότητα καταδίκης του Κατηγορουμένου στα αδικήματα που του καταλογίζονται.
  6. Μέσα από τις αποφάσεις των Δικαστηρίων και δη του Ανωτάτου Δικαστηρίου, φαίνεται ότι, οι ποινές που τα Δικαστήρια επιβάλλουν για τα προαναφερόμενα αδικήματα, και ειδικά σε ότι αφορά το αδίκημα του βιασμού, είναι [και πρέπει να είναι] αυστηρές. Έτσι, ενδεικτικά, αναφορά γίνεται στην υπόθεση Ομήρου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 91/2017, 02/05/2018, όπου, η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, από το Κακουργιοδικείο, για το προαναφερόμενο αδίκημα του βιασμού (μία κατηγορία για βιασμό), μετά από ακροαματική διαδικασία, των 6 1/2 ετών φυλάκιση, δεν κρίθηκε έκδηλα υπερβολική. Όπως επίσης και στην υπόθεση Αντωνίου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 80/17, 17/09/2019, όπου, η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο από το Κακουργιοδικείο, για το προαναφερόμενο αδίκημα του βιασμού, (μία κατηγορία για βιασμό) μετά από ακροαματική διαδικασία, των 6 ετών φυλάκιση, δεν κρίθηκε έκδηλα υπερβολική. Στην προκείμενη περίπτωση, στον Κατηγορούμενο, που, όπως προαναφέρθηκε, καταλογίζονται 46 κατηγορίες για την διάπραξη του αδικήματος του βιασμού, η ποινή, σε περίπτωση καταδίκης του, ενδεχομένως να είναι αυστηρότερη.
  7. Η εξαιρετική σοβαρότητα μίας υπόθεσης, -που, όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα σημεία της υπάρχουσας μαρτυρίας, εξαιρετικά σοβαρή είναι και η παρούσα υπόθεση-, ως έχει αποφασιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Καλλή ν Δημοκρατίας, Ποινική Εφεση Αρ. 114/2015, 19/06/2015, καθιστά, χωρίς άλλο, υπαρκτό το ενδεχόμενο απόπειρας διαφυγής του κατηγορουμένου προς αποφυγή των συνεπειών που μπορεί να αντιμετωπίσει. Ήτοι, επιβολή, άμεσης ποινής φυλάκισης, μεγάλης διάρκειας. Αυτή είναι η κατάληξης μου και σε αυτή την υπόθεση σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο, δεδομένης της διαπίστωσης μου ότι υπάρχει μαρτυρία που στην όψη της πιθανολογεί καταδίκη του στα αδικήματα που του καταλογίζονται.
  8. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Καλλή ν Δημοκρατίας, Ποινική Εφεση Αρ. 114/2015, 19/06/2015 ανωτέρω: «η εξαιρετική σοβαρότητα της υπόθεσης καθιστά υπαρκτό το ενδεχόμενο απόπειρας διαφυγής του εφεσείοντα προς αποφυγή των συνεπειών που μπορεί να αντιμετωπίσει.». Οι υποκειμενικοί παράγοντες
  9. Έχοντας εξετάσει και καταλήξει, ότι, στην προκείμενη περίπτωση, πληρείται, ο προαναφερόμενος, αναγνωρισμένος από τη νομολογία, αντικειμενικός παράγοντας για κράτηση του Κατηγορουμένου, προχωρώ στην εξέταση των προσωπικών του περιστάσεων και κατά πόσο αυτοί εξαλείφουν τον κίνδυνο φυγοδικίας του, ώστε να καταλήξω τελικώς κατά πόσο θα ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια προς ικανοποίηση ή όχι του αιτήματος του Κατήγορου για την κράτηση του [[xiv]]. Ως έχει νομολογηθεί, την πρωταρχική ευθύνη για την ορθή παρουσίαση των προσωπικών δεδομένων υπόδικου (με επαρκή τεκμηρίωση), τη φέρει ο ίδιος [[xv]].
  10. Οι προσωπικοί δεσμοί ενός κατηγορουμένου με την Κύπρο, είναι ένας τέτοιος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση αιτήματος για την κράτηση υποδίκου [[xvi]]. Εντούτοις, σύμφωνα με την νομολογία, οι δεσμοί αυτοί, από μόνοι τους, δεν επενεργούν ως ασπίδα ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία εμπλέκεται [[xvii]]. Εν προκειμένω, αξίζει να σημειωθεί, ότι, στην υπόθεση Νικολάου ν Αστυνομίας
(2008)2 A.A.Δ. 790, το Ανώτατο Δικαστήριο, αποφάσισε, ότι, εν όψει της σοβαρότητας των κατηγοριών και της πιθανότητας μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στη δίκη, η ύπαρξη των παιδιών (δύο ανήλικων) και η ευθύνη των υπερήλικων (τυφλών) γονιών του εκεί κατηγορουμένου, δεν ήταν δεδομένα αρκετά για να κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ της απόλυσής του. Μάλιστα τα στοιχεία αυτά κρίθηκαν ότι δεν είναι αρκούντως ιδιάζοντα, αλλά εγγενή και πιθανά για κάθε Κύπριο που αντιμετωπίζει ποινική δίωξη. Στην δε [μεταγενέστερη] υπόθεση Νίκος Νικολάου ν Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 170, αποφασίστηκε, ότι, σε ότι αφορά το ζήτημα κατά πόσο αποκλείεται ο κατηγορούμενος να φυγοδικήσει λόγω των οικογενειακών του υποχρεώσεων, το επιχείρημα δεν είναι πειστικό, ιδιαίτερα αν κάποιος σκεφτεί ότι σε περίπτωση καταδίκης του, αυτός, πιθανόν (ένεκα της σοβαρότητας των αδικημάτων που αντιμετωπίζει και της ενδεχόμενης ποινής) να παραμείνει μακριά από αυτές του τις υποχρεώσεις για μεγάλο, ίσως, χρονικό διάστημα. Η προσέγγισης αυτή, υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο και στην υπόθεση Νικήτα ν Δημοκρατία, κ. α.,
(2011)2 Α. Α. Δ. 54, κατά την οποία κρίθηκε ότι, η κράτησης του εκεί κατηγορουμένου, που, τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του, ήταν δημόσιοι υπάλληλοι, με δύο παιδία, χωρίς περιουσία στο εξωτερικό ή άλλη σχέση με αυτό, ήταν δικαιολογημένη. Αναφορά, έγινε από το Ανώτατο Δικαστήριο και στην Νικολάου ν Αστυνομίας
(2008)2 A.A.Δ. 790 ανωτέρω.
  1. Στην προκείμενη περίπτωση, πρέπει να σημειωθεί, ότι, σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο, δεν έχω ενώπιον μου, ένεκα και της τοποθέτησης του στο αίτημα του Κατήγορου, οτιδήποτε συγκεκριμένο σχετικά με τις περιστάσεις του. Από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου και την τοποθέτηση της εκπροσώπου για τον Κατήγορο, προκύπτει ότι, ο Κατηγορούμενος είναι Ινδός, που, παρά το γεγονός ότι διέμενε στην Δημοκρατία για αρκετό καιρό τώρα για σκοπούς εργασίας, στην Κύπρο, πλέον, δεν έχει εργασία, ούτε και σταθερή διεύθυνση διαμονής (εφόσον, μετά την αποφυλάκιση του από τις Κεντρικές Φυλακές στις 30/03/2020, φιλοξενούταν σε φίλους του, μέχρι που ενοικίασε μαζί με την Παραπονούμενη την οικία στην Ποταμιά για να διαμείνουν μαζί, όπου και διέμενε για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα) και βεβαίως, κανένα άλλο σταθερό δεσμό με την Δημοκρατία.
  2. Έχω εξετάσει τα δεδομένα του Κατηγορουμένου, ως προκύπτουν από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου, και η κατάληξης μου είναι ότι, οι προσωπικές του περιστάσεις, δεν δικαιολογούν την απόλυση του με όρους εγγύησης, καθότι αυτές, δεδομένης, πάντοτε, της σοβαρότητας των αδικημάτων που αντιμετωπίζει, της υπάρχουσας ως προς αυτά εναντίον του μαρτυρίας και της ενδεχόμενης ποινής, δεν εξαλείφουν την πιθανότητα φυγοδικίας του. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Καλλή ν Δημοκρατίας, Ποινική Εφεση Αρ. 114/2015, 19/06/2015 ανωτέρω: «. η εξαιρετική σοβαρότητα της υπόθεσης καθιστά υπαρκτό το ενδεχόμενο απόπειρας διαφυγής του εφεσείοντα προς αποφυγή των συνεπειών που μπορεί να αντιμετωπίσει.». Άλλωστε, ο Κατηγορούμενος, έχει ήδη εκφράσει την θέση του, τόσο στην Αστυνομία, όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι, επιθυμία του, είναι να αφεθεί ελεύθερος για να φύγει για την χώρα του. Σχετική είναι η ένορκη κατάθεση του Αστ. XXXXX ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία δεν αμφισβητήθηκε από τον Κατηγορούμενο. Η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων
  3. Σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο, επιπρόσθετα, υποστηρίχθηκε από τον Κατήγορο δια της εκπροσώπου του ότι, σε περίπτωση που αυτός αφεθεί ελεύθερος μέχρι την δίκη του, υπάρχει πιθανότητα να διαπράξει και άλλα αδικήματα. Η θέσης αυτή, βασίστηκε στο γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος, βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη, ημερομηνίας 12/12/2019, επιτευχθείσα στα πλαίσια της Υπόθεσης με αρ. 24055/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η οποία αφορούσε το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Στον Κατηγορούμενο, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 μηνών. Αφέθηκε όμως ελεύθερος με Προεδρική χάρη, στις 30/03/
  4. Με δεδομένο ότι, ο Κατηγορούμενος, 20 περίπου ημέρες μετά την αποφυλάκιση του, υπάρχει ισχυρισμός ότι διέπραξε τα προαναφερόμενα αδικήματα στο κατηγορητήριο του, τα οποία επίσης χαρακτηρίζονται από βία, το αίτημα του Κατήγορου για την κράτηση του και επί αυτής της βάσης, κρίνεται επίσης δικαιολογημένο.
  5. Όπως υποδεικνύεται στη νομολογία, η ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλων αδικημάτων στον ενδιάμεσο χρόνο μέχρι τη δίκη από ένα κατηγορούμενο, μπορεί να στοιχειοθετηθεί, είτε από στοιχεία που αφορούν σε προηγούμενη καταδίκη ή προηγούμενες καταδίκες, είτε ακόμα και από το γεγονός ότι εναντίον του κατηγορουμένου εκκρεμούν προς εκδίκαση ή προς καταχώρηση, άλλες υποθέσεις σε σχέση με διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Κυριάκου κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 373, Σιακαλλής ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130, Σπανού ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 10/2013, 22/01/2013 και Χαραλάμπους ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 138/2015, 10/07/2015). Το γεγονός της εκκρεμότητας άλλων υποθέσεων σε σχέση με διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων μπορεί, υπό τις κατάλληλες περιστάσεις, να θεωρηθεί ότι αναδεικνύει μια συμπεριφορά και τάση του κατηγορουμένου, η οποία κλίνει προς την πιθανότητα διάπραξης νέων αδικημάτων αν αυτός αφεθεί ελεύθερος (βλ. Αριστοδήμου ν Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 567). Η πλήρης απόδειξη πιθανότητας διάπραξης άλλων αδικημάτων δεν είναι δυνατή, ούτε και θεωρητικά. Το Δικαστήριο μπορεί, τηρώντας πάντοτε ορισμένους κανόνες, να καταλήξει σε συμπεράσματα ως προς την πιθανότητα διάπραξης αδικημάτων, αλλά σίγουρα δεν μπορεί να αναμένεται ότι κάτι τέτοιο μπορεί να αποδειχθεί με την αυστηρή έννοια του όρου. Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά στο μέλλον, βασιζόμενη, μεταξύ άλλων, στο ιστορικό του εφεσείοντα ή σε άλλες περιστάσεις (βλ. Σιακαλλής ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130, Νικολάου ν Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 17/2013, 04/03/2013 και Χαραλάμπους ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 138/2015, 10/07/2015). Η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων
  1. Η Κατήγορος, έχει βασίσει το αίτημα της για την κράτηση του Κατηγορουμένου και επί της πιθανότητας, αν αφεθεί ελεύθερος, να επηρεάσει μαρτυρία.
  2. Η νομολογία μας είναι σαφής αναφορικά με το ζήτημα της πιθανότητας επηρεασμού μαρτύρων. Αυτό που εξετάζει το Δικαστήριο είναι το κατά πόσον οι φόβοι της Αστυνομίας για επηρεασμό μαρτύρων είναι εύλογα δικαιολογημένοι, με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα. Ο δικαιολογημένος φόβος ότι ο κατηγορούμενος θα επέμβει με την πορεία της δικαιοσύνης είναι επιτρεπτός λόγος για την κράτηση του. Γενική δήλωση ότι ο κατηγορούμενος θα επέμβει στην πορεία της δικαιοσύνης δεν είναι αρκετή. Θα πρέπει προς τούτο να δοθεί μαρτυρία που υποστηρίζει τη δήλωση (βλ. Κωνσταντινίδης ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109, Σιημητράς ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 397, Χατζηδημητρίου ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 245, Χριστούδια ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 689, Φανιέρος ν Αστυνομία
(2011)2 Α.Α.Δ. 472) και Ανδρέας Χαραλάμπους ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 1. Από τη στιγμή που διαπιστώνεται η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων δεν παρέχεται πεδίο εξέτασης της εξασφάλισης της παρουσίας του κατηγορούμενου με εγγύηση (βλ. Κωνσταντινίδης ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109). 30. Στην υπόθεση Χριστούδια ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 689 τονίστηκε, ότι, και σύμφωνα με τη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α., εκείνο που εξετάζεται είναι η ύπαρξη ευλόγως δικαιολογημένου φόβου επηρεασμού μαρτύρων. Στην υπόθεση εκείνη η μαρτυρία που υπήρχε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου ήταν ότι ο κύριος μάρτυρας κατηγορίας είχε απειληθεί από ανώνυμο πρόσωπο. Το περιεχόμενο της απειλής είχε τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου με κατάθεση του ίδιου του απειληθέντος μάρτυρα. Το Εφετείο έκρινε ότι η μαρτυρία καθιστούσε τους φόβους των διωκτικών αρχών εύλογα δικαιολογημένους. 31. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 η μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου συνίστατο σε επιστολή δύο μαρτύρων κατηγορίας με την οποία αυτοί δήλωναν ουσιαστικά την πρόθεση τους να αναιρέσουν προηγούμενη κατάθεση τους με την οποία ενέπλεκαν τον κατηγορούμενο. Η μαρτυρία θεωρήθηκε επαρκής για να διαταχθεί η κράτηση του κατηγορουμένου. 32. Στην υπόθεση Μακαρίτης ν Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 90 τέθηκε και πάλι ζήτημα πιθανότητας επηρεασμού μάρτυρος και τονίστηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει την υποχρέωση να αποδείξει ότι θα υπάρξει επηρεασμός μαρτύρων κατηγορίας, αν ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος. Το δικαστήριο θα διατάξει την κράτηση ενός κατηγορουμένου αν ικανοποιηθεί ότι υπάρχουν ουσιαστικοί λόγοι που μπορούν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι υπάρχει κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Στην υπόθεση εκείνη υπήρχε μαρτυρία ότι ήδη είχε εκδηλωθεί προσπάθεια από τη σύζυγο του κατηγορούμενου να επηρεάσει τη βασική μάρτυρα κατηγορίας. Η μαρτυρία κρίθηκε αρκετή για να διαταχθεί η κράτηση του κατηγορουμένου. Η μάρτυρας στην υπόθεση εκείνη είχε δώσει, η ίδια, κατάθεση ότι έγινε προσπάθεια επηρεασμού της από τη σύζυγο του κατηγορουμένου. 33. Στην υπόθεση Φανιέρος ν Αστυνομία
(2011)2 Α.Α.Δ. 472 επαναλήφθηκε ότι ο κύνδινος επηρεασμού μαρτύρων δεν είναι απαραίτητο να προέρχεται από τον ίδιο τον κατηγορούμενο αλλά και από συγγενικά ή και δικά του πρόσωπα. Τηλεφωνήματα σε μάρτυρα να μην αναγνωρίσει τον ύποπτο. Δεύτερη κατάθεση μάρτυρα αποενοχοποιητική για τον κατηγορούμενο. Διαβίβαση τηλεφωνικής επικοινωνίας σε μάρτυρα ότι θα εδολοφονείτο. Όλα τα εν λόγω στοιχεία καταγράφηκαν στο ημερολόγιο ενέργειας της αστυνομίας και μπορούσαν να ληφθούν υπόψη εφόσον δεν είχε αμφισβητηθεί η ορθότητα τους προς αποδείξη του κίνδυνου επηρεασμού μαρτύρων. 34. Στην υπόθεση Ανδρέας Χαραλάμπους ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 1 εκρίθη από το Εφετείο, ότι, οι διαδοχικές αναιρέσεις καταθέσεων μαρτύρων δικαιολογούσαν τον φόβο της αστυνομίας ότι δυνατό να υπήρξε επηρεασμός μαρτύρων, χωρίς να ετίθετο ζήτημα απόδειξης από πλευράς αστυνομίας που να οδηγούσε σε θετικό συμπέρασμα περί του λόγου αλλαγής των καταθέσεων. Συνεπώς, κρίθηκε ότι η μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων ότι ο λόγος της αλλαγής στην κατάθεση τους δεν είχε καμία σχέση με τον κατηγορούμενο, δεν ήταν αποφασιστικής σημασίας. Το κριτήριο ήταν κατά πόσο εύλογα μπορούσε να υποτεθεί επηρεασμός τους.
  1. Σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, ετέθη ενώπιον μου η κατάθεση της αδελφής της Παραπονούμενης, η οποία αναφέρει ότι δέχθηκε τρία τηλεφωνήματα από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος επικοινωνούσε μαζί της με σκοπό να της ζητήσει η Παραπονούμενη να αποσύρει την καταγγελία της εναντίον του. Ένα από αυτά τα τηλεφωνήματα, το δέχθηκε κατά την διάρκεια που κατέθετε τους ισχυρισμούς της στην Αστυνομία, στην παρουσία δύο Αστυνομικών και της διερμηνέως που εξυπηρετούσε την διαδικασία (βλ. την κατάθεση της R. Kaur ημερομηνίας 30/04/2020, Κυανούν 23). Ο Κατηγορούμενος, ανακρινόμενος σχετικά, δεν το αρνήθηκε (βλ. την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου ημερομηνίας 02/05/2020, Κυανούν 29). Με αυτά ως δεδομένα, το Αίτημα του Κατήγορου για κράτηση του Κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του, είναι και επί αυτής της βάσης δικαιολογημένο. Ο χρόνος κράτησης
  2. Ο χρόνος κράτησης, δεν είναι από μόνος του αποφασιστικός παράγων, αλλά συνυπολογίζεται μαζί με όλα τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης [[xviii]]. Η νομολογία, δίνει προεξάρχοντα ρόλο στην καθυστέρηση που σημειώνεται μέχρι τη δίκη ενός ατόμου και όσον επιμηκύνεται ο χρόνος, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να επενεργήσει το κριτήριο αυτό υπέρ του κατηγορουμένου ώστε να αφεθεί ελεύθερος [[xix]]. Η διάρκεια της κράτησης, σε κάθε περίπτωση, κρίνεται κατά απομόνωση [[xx]]. Αποτιμάται (σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση, που το ζήτημα της κράτησης εξετάζεται κατόπιν παραπομπής κατηγορουμένου σε απευθείας δίκη από το Κακουργιοδικείο), μόνο ο χρόνος που θα διαρρεύσει μεταξύ της κράτησης και της πρώτης εμφάνισης στο Κακουργιοδικείο και όχι η πιθανότητα περαιτέρω κράτησης, διότι, σε κάθε στάδιο, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να θέτει θέμα ελευθερίας του και είναι ζήτημα που το Δικαστήριο, εν προκειμένω το Κακουργιοδικείο, θα πρέπει να εξετάζει και αποφασίζει ανάλογα, σύμφωνα με τις καθιερωμένες νομολογημένες αρχές [[xxi]].
  3. Κατά τη νομολογία, χρόνος τριών και τεσσάρων μηνών κράτησης μέχρι την έναρξη της δίκης, δεν θεωρείται ανεπίτρεπτα μεγάλος ώστε να διαταχθεί η απελευθέρωση κατηγορουμένου που κατά τα άλλα το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι θα πρέπει να τελεί υπό κράτηση [[xxii]]. Έχει δε λεχθεί ότι χρόνος ακόμη και έξι, οκτώ ή δέκα μηνών, δεν είναι, από μόνος του, μεγάλος [[xxiii]], για να θεωρηθεί ως παράγων, που, κατ' απομόνωση προς τα υπόλοιπα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο, να μπορεί να οδηγήσει σε διάταγμα, άλλο από κράτηση [[xxiv]].
  4. Συνεπώς, η υπό κρίση υπόθεση, που έχει οριστεί για την παρουσίαση του Κατηγορουμένου, ενώπιον του Κακουργιοδικείου, στις 18/06/2020, δηλαδή, σε χρόνο 1 ½ περίπου μηνός, δεν παρουσιάζει τέτοια καθυστέρηση που δικαιολογεί την απόλυση του. Κατάληξης
  5. Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί, η απόφαση του Δικαστηρίου, είναι, ο Κατηγορούμενος, να παραμείνει υπό κράτηση, μέχρι και την προσαγωγή του ενώπιον του Κακουργιοδικείου για την δίκη του, στην ημερομηνία και ώρα που έχει, ήδη, ανακοινωθεί. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Το Άρθρο 48 του Κεφ. 155 προνοεί τα εξής: «Κάθε Δικαστήριο δύναται, αν θεωρεί αυτό σκόπιμο να αναβάλει οποιαδήποτε υπόθεση που είναι ενώπιον του και βάσει της αναβολής αυτής δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου 157, είτε να απολύσει τον κατηγορούμενο υπό τέτοιους όρους τους οποίους θεωρεί εύλογους είτε να προφυλακίσει αυτόν.». Το Άρθρο 157 του Κεφ. 155 προνοεί τα εξής: «
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου αυτού, Δικαστήριο που ασκεί ποινική δικαιοδοσία δύναται, αν θεωρεί ότι είναι σωστό, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να απολύσει με εγγύηση οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο κατηγορήθηκε ή καταδικάστηκε για ποινικό αδίκημα, με την εκτέλεση από το πρόσωπο αυτό γραμματίου απόλυσης με εγγύηση όπως προβλέπεται στο Νόμο αυτό.
(2)Σε καμιά περίπτωση δεν απολύεται με εγγύηση πρόσωπο στο οποίο επιβλήθηκε η θανατική ποινή και κανένα πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα που τιμωρείται με τη θανατική ποινή δεν απολύεται με εγγύηση, εκτός κατόπι διατάγματος Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου.». Το Άρθρο 92 του Κεφ. 155 προνοεί τα εξής: «Όταν προσάπτεται κατηγορία εναντίον οποιουδήποτε προσώπου για ποινικό αδίκημα που δεν δικάζεται συνοπτικά ή για το οποίο ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας είναι της γνώμης ότι δεν είναι κατάλληλο για να δικαστεί συνοπτικά, ο Δικαστής παραπέμπει απευθείας το πρόσωπο αυτό σε δίκη από το Κακουργιοδικείο που συνεδριάζει στην επαρχία όπου καταχωρήθηκε το κατηγορητήριο και είτε απολύει αυτόν με εγγύηση ή υπό τέτοιους όρους τους οποίους θεωρεί εύλογους είτε τον φυλακίζει για ασφαλή κράτηση.». [ii] Βλ. Dogan v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 311/2015 κ. α., 01/12/2015 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία. [iii] Η οποία υποδεικνύεται από το τεκμήριο της αθωότητας και το Άρθρο 11 του Συντάγματος. Βλ. Αντωνίου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 319/2015, 21/12/2015. [iv] Βλ. Πολυδώρου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 114/16, 07/07/2016. [v] Βλ. Μωυσίδης ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 138. [vi] Βλ. Κωνσταντινίδης ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109. [vii] Βλ. R v Solomonides 14 C.L.R. 127, Καραγιώργης κ. α. ν Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 92, Μιχαηλίδης ν Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, Χ"Δημητρίου ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45, Κazanjian v Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 326, Νικολάου ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790. [viii] Βλ. Σπανού ν Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 281, Τσιάκκας κ. α. ν Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 164, Κωνσταντινίδης ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109, Σιακαλλή ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130. [ix] Βλ. Σιημητράς κ. α. ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 397 και Κωνσταντινίδης ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109. [x] Βλ. Βασιλείου ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7, Κωνσταντινίδης v Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109, Σκούρος v Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 140, Νικολάου ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 840 και Σπανού ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 10/2013, 22/01/2013. [xi] Βλ. Νικολάου ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790, Μαρίνου ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 350, Σπανού ν Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 281, Δημητρίου ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 130, Dogan v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 311/2015 κ. α., 01/12/2015. [xii] Βλ. Χ"Δημητρίου ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45, Γενικός Εισαγγελέας ν Κυριάκου κ. α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 373. [xiii] Βλ. Κρασοπούλης ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 450, Χ"Δημητρίου ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45, Γενικός Εισαγγελέας ν Μανουσαρίδη κ. α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 639, Γενικός Εισαγγελέας ν Κυριάκου κ. α.
(2001)2 Α.Α.Δ.
  1. [xiv] Βλ. Πολυδώρου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 114/16, 07/07/
  2. [xv] Βλ. Νικολάου ν Αστυνομίας
(2008)2 A.A.Δ. 790. [xvi] Βλ. Σιβιτανίδης ν Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 22 και Νικολάου ν Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ.
  1. [xvii] Βλ. Χαραλάμπους ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 138/2015, 10/07/2015 και Πολυδώρου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 114/16, 07/07/
  2. [xviii] Βλ. Καλλή ν Δημοκρατίας, Ποινική Εφεση Αρ. 114/2015, 19/06/
  3. [xix] Βλ. Σπανού ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 10/2013, 22/01/2013 και Χαραλάμπους ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 138/2015, 10/07/
  4. [xx] Βλ. Χαραλάμπους ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 138/2015, 10/07/
  5. [xxi] Βλ. Χαραλάμπους ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 138/2015, 10/07/
  6. [xxii] Βλ. Σιακαλλή ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130, Γενικός Εισαγγελέας ν Μανουσαρίδη κ. α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 639, Salib v Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 49 και Αλαμάνγκος ν Αστυνομίας, Ποινική Εφεση Αρ. 132/2015, 01/07/2015. [xxiii] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Μανουσαρίδη κ. α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 639, Salib v Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 49, Houssein v Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 34, Σωτηρίου ν Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 442, Κρασοπούλης ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 450, Καλλή ν Δημοκρατίας, Ποινική Εφεση Αρ. 114/2015, 19/06/2015 και Tasev ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 72/16, 26/05/2016. [xxiv] Βλ. Μωυσίδης ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 138. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.