ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. SINGH, Υπόθεση υπ' αρ.: 24639/2019, 6/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B230 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 24639/2019 Κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορο - εναντίον - XXXXX SINGH MANJINDER SINGH Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 06/03/
- Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο : κα Μ. Μιχαήλ-Αβραμίδου. Για τον Κατηγορούμενο: κα Ε. Κυπριανού. Κατηγορούμενος, Παρών. ___________________________________________________________________________ ΠΟΙΝΗ
- Στην υπόθεση αυτή, ο Κατηγορούμενος, κατόπιν δικής του παραδοχής, κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε, στις κατηγορίες με αρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10 και 11 στο κατηγορητήριο, που του προσάχθηκαν από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας (στο εξής καλούμενος «ο Κατήγορος»), που αφορούν: · [Όλες] Το αδίκημα της κλοπής από υπάλληλο, κατά παράβαση των Άρθρων 4, 255 και 268 του του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154»).
- Η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία καταδικάστηκε ο Κατηγορούμενος, διαφαίνεται μέσα από την/τις προβλεπόμενη/ες στο νόμο ποινές. Σημείο αναφοράς αποτελεί πάντοτε, η προβλεπόμενη από τον νόμο μέγιστη ποινή (βλ. Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Αυτή, αποτελεί την βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, για τα αδικήματα στα οποία ο Κατηγορούμενος έχει καταδικαστεί, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρεται στην συνέχεια, προβλέπεται ποινή φυλάκισης [ή και ποινή φυλάκισης]. Ποινή [η ποινή φυλάκισης], που, ως η σοβαρότερη / αυστηρότερη ποινή, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιβολής ποινής, πρέπει να επιβάλλεται, μόνον όταν η φύση του αδικήματος και οι συνθήκες και ένταση στην διάπραξή του, σε συνάρτηση με τα ελαφρυντικά του αδικοπραγούντος, την καθιστούν ως την καταλληλότερη ποινή. Τέτοια ποινή, επισημαίνεται, επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις, που, οποιαδήποτε άλλη, κρίνεται ακατάλληλη (βλ. Θεοχάρους ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Yeats κ. α. v Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 320, Κοσασβίλη ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 606). Δηλαδή, μόνο στις περιπτώσεις όπου κρίνεται απολύτως απαραίτητο και για περίοδο όχι περισσότερη από ότι υπό τις περιστάσεις είναι αναγκαίο. Όπως έχει αναφερθεί από τον Αρχιδικαστή Lane στην απόφαση του στην υπόθεση Bibi [1980] 1 WLR 1193: «. τα Δικαστήρια πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεχτικά να εξετάζουν την κάθε περίπτωση προς τον σκοπό διασφάλισης, στην περίπτωση που άμεση ποινή φυλάκισης είναι απαραίτητη, ότι η ποινή είναι όσο το δυνατόν μικρότερη και σύμφωνη μόνο με το καθήκον του Δικαστηρίου για προάσπιση των συμφερόντων της κοινωνίας και της αποτροπής του εγκληματία.» (βλ. επίσης στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1824, στην παράγραφο Ε.1.11). Η ανώτατη ποινή, επισημαίνεται, που μπορεί, σύμφωνα με τον νόμο, να επιβληθεί από το Δικαστήριο, για συγκεκριμένο αδίκημα, επιβάλλεται, μόνον στις περιπτώσεις όπου: (α) η φύση του αδικήματος είναι τέτοια, ώστε, να επιβάλλει εξαιρετικά μέτρα αποτροπής χάριν της προστασίας της κοινωνίας, (β) όταν από το σύνολο των περιστάσεων, ο καταδικασθείς, φαίνεται, κατά λογική πρόβλεψη, ότι θα συνιστά σοβαρό κίνδυνο για το κοινό, για ακαθόριστο χρόνο, και (γ) ότι, κάθε ελπίδα αναμόρφωσης του, ακριβώς προς προστασία της κοινωνίας από αυτόν και επανένταξης του σε αυτήν ως νομοταγές μέλος, έχει εκλείψει, από την άποψη ότι, το μητρώο του, τον αποκαλύπτει ως αδιόρθωτο, κατ' εξακολούθηση εγκληματία (βλ. Pernell v Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kakouris v Police
(1972)2 C.L.R. 42). Προκύπτει συνεπώς από την νομολογία, ότι, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, πρέπει να επιφυλάσσεται για τα σοβαρότερα παραδείγματα του συγκεκριμένου αδικήματος. Σύμφωνα με τον Δικαστή Lawton (βλ. Ambler
(1975)CSP A1-4C01), κατά την εξέταση του κατά πόσο ένα αδίκημα είναι από τα χειρότερα παραδείγματα του είδους του, το Δικαστήριο, πρέπει να λαμβάνει υπόψη του, το φάσμα των περιπτώσεων που πράγματι αντιμετωπίζονται στην πράξη και να αναρωτιέται, εάν η συγκεκριμένη περίπτωση που αντιμετωπίζει, εμπίπτει εντός του ευρύτερου πεδίου του φάσματος αυτού. Το Δικαστήριο, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να χρησιμοποιεί την φαντασία του προς τον σκοπό δημιουργίας, «απίθανων, χειρότερων πιθανών περιπτώσεων», για να καταλήξει διαφορετικά (βλ. επίσης, Bright [2008] 2 Cr App R (S) 578). Εντούτοις, ακόμη και στις πιο σοβαρές των περιπτώσεων, το πρόσωπο του παραβάτη και πάλι δεν παραβλέπεται. Ο αδικοπραγήσας, όταν υπάρχουν στοιχεία μετριαστικά που το δικαιολογούν, δικαιούται έκπτωση της ποινής του, ανάλογη πάντοτε της σοβαρότητας του αδικήματος. Όπως υποστηρίζεται από τους συγγραφείς του Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1833, στην παράγραφο Ε.1.17, με παραπομπή στις αποφάσεις του Αγγλικού Εφετείου στις υποθέσεις Carroll
(1995)16 Cr App R (S) 488, Greene
(1993)14 Cr App R (S) 682 και Barnes
(1983)5 Cr App R (S) 368, γενικά, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, δεν πρέπει να επιβάλλεται, στις περιπτώσεις όπου η καταδίκη ήταν το αποτέλεσμα παραδοχής του κατηγορουμένου ότι διέπραξε το αδίκημα (βλ. επίσης, Pinto [2006] 2 Cr App R (S) 579). 3. Είναι συνεπώς, ένεκα των προαναφερόμενων αρχών, αναγκαίο να αναφερθεί, ποια είναι η προνοούμενη από τον Νόμο, μέγιστη ποινή, για το προαναφερόμενο αδίκημα. Σημειώνοντας ασφαλώς εδώ, λόγω της σημασίας που αυτό έχει, στα της ποινής, και το γεγονός της παραπομπής της Υπόθεσης αυτής, για συνοπτική εκδίκαση, ήτοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και όχι ενώπιον Κακουργιοδικείου, μετά από συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Ο οποίος, [Γενικός Εισαγγελέας], προφανώς και θεωρεί, ένεκα της προαναφερόμενης συγκατάθεσης του, ότι, η ποινή που μπορεί να επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο, ήτοι, φυλάκιση μέχρι πέντε ετών (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Cham κ. α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 129), αποτελεί επαρκή τιμωρία για την συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442). Εντούτοις, όπως έχει πρόσφατα επαναβεβαιωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, μέσα από την απόφαση του στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Μυλωνάς, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, 14/12/2018, ένα τέτοιο γεγονός, δεν καθιστά τα αδικήματα λιγότερο σοβαρά: «Το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και όχι την ανώτατη ποινή που το ίδιο έχει δικαιοδοσία να επιβάλει (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Η ανώτατη ποινή που προβλέπει ο Νόμος συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης με στόχο τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής που θα επιβληθεί (Δημοκρατία ν. Κυριάκου & άλλου
(1990)2 ΑΑΔ 264, Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9.) Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή.». Μάλιστα, όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Π. Καλλή, στην προαναφερόμενη υπόθεση Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442, «κατά την επιμέτρηση της ποινής σε υποθέσεις Κακουργιοδικείου, οι οποίες παραπέμπονται για συνοπτική εκδίκαση, το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και να επιβάλει αν τα γεγονότα και περιστάσεις της υποθέσεως το απαιτούν ακόμη και το ανώτατο όριο της ποινής που μπορεί να επιβληθεί σε συνοπτική διαδικασία - φυλάκιση 5 ετών» (η υπογράμμιση και η έμφασης είναι δική μου): · Σύμφωνα με το Άρθρο 268 του Κεφ. 154, το αδίκημα της κλοπής από υπάλληλο, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και δεκατεσσάρων χρόνων. [Σημειώνεται, ότι, με τον περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικό) Νόμο του 2012, Νόμο 84(Ι)/2012, από 29/06/2012, το αδίκημα της κλοπής από υπάλληλο, τιμωρείται, ως προαναφέρθηκε, με ποινή φυλάκισης μέχρι και δεκατεσσάρων χρόνων, που είναι αυξημένη, σε σχέση με την ποινή φυλάκισης μέχρι και δέκα χρόνων, που ίσχυε προηγουμένως]. 4. Έχοντας υπόψη τις ποινές που προβλέπει ο Νόμος και αφορούν το αδίκημα της υπόθεσης αυτής, την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορά τα της ποινής, την ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής του Κατηγορουμένου από το Δικαστήριο, αλλά και το καθήκον του Δικαστηρίου, πρόσδοσης αποτελεσματικότητας στον Νόμο και στον χαρακτήρα της της ποινής, προς προστασία των νομοταγών πολιτών και του κοινωνικού συνόλου (βλ. Ιωάννου ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171), όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και του Κατηγορουμένου και το κάθε τι ελέχθη από πλευράς του προς μετριασμό της ποινής του, και ιδιαίτερα: · Τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από τις προνοούμενες από τον Νόμο ποινές, με σημείο αναφοράς, ως προαναφέρθηκε, το μέγιστο της προβλεπόμενης στον Νόμο ποινής. Όπως, το Ανώτατο Δικαστήριο, από το έτος 2005, επεσήμανε, -δεδομένο που, δεκαπέντε περίπου χρόνια μετά, εξακολουθεί να υπάρχει· μάλιστα, ως κοινωνικό φαινόμενο, θα μπορούσε να λεχθεί, παρατηρείται με αυξανόμενη ένταση-, στην υπόθεση Sydenham v Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 210, «το οικονομικό έγκλημα [όπως είναι και η κλοπή από υπάλληλο], βρίσκεται τον τελευταίο καιρό σε έξαρση και δραττόμαστε της ευκαιρίας να δηλώσουμε την αποφασιστικότητα των δικαστηρίων να συμβάλουν με αυστηρές ποινές στην πάταξη του». Αποτελεί πλέον, ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Akter v Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 86, αρχή της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι, η ποινική μεταχείριση, καταδικασθέντων κατηγορουμένων, για το αδίκημα της κλοπής από υπάλληλο, πρέπει να χαρακτηρίζεται από αυστηρότητα, καθότι, αυτό, «πλήττει τη βάση επί της οποίας οι άνθρωποι στηρίζουν τις σχέσεις τους ως εργοδότες και εργοδοτούμενοι.». Πρόκειται για αδίκημα που χαρακτηρίζεται από ανεντιμότητα και το οποίο υπονομεύει την αναγκαία σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου επί της οποίας στηρίζεται ένα ευρύ φάσμα οικονομικής δραστηριότητας, την οποία το Δικαστήριο καλείται να προασπιστεί (βλ. Πέτρου ν Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 219, Στυλιανού ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 225/2017, 20/03/2018). Η φιλοσοφία της προαναφερόμενης αρχής, επεξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο -με αναφορά στο αδίκημα της κλοπής από αντιπρόσωπο, που εγγενώς, είναι το ίδιο σοβαρό- στην υπόθεση Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 602: «Στο αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου ενυπάρχει το στοιχείο της εκμετάλλευσης της εμπιστοσύνης που συμφυώς υπάρχει στη σχέση αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου όπως κατ' αναλογία συμβαίνει στη σχέση μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου. Ο εφεσείων με τις πράξεις του, παραβίασε τη σχέση εμπιστοσύνης και αυτή ακριβώς η παραβίαση, αναδεικνύεται ως το κυρίαρχο στοιχείο της υπόθεσης. Βλ. The Attorney-General of the Republic v. Mavrokefalos
(1966)2 C.L.R. 93. Η πιο κάτω περικοπή είναι από την Attorney-General v. Vasiliotis
(1967)2 C.L.R. 20 και τη μεταφέρουμε από την εκκαλούμενη απόφαση: "Stealing by servant tends to undermine the basis, upon which hundreds of people carry on their business as employers, or earn their living as employees. The relationship of trust and confidence which must always exist between them, is of great importance: and is entitled to adequate protection from the Law."». Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Παγιαβλάς ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240: «Η ανάγκη για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου δικαιολογείται, όλως ιδιαίτερα, όπου συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που οριοθετεί και το πλαίσιο αντιμετώπισής τους.». Τα αδικήματα του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης, ως προελέχθη, [στα οποία αναμεμιγμένοι, σε πολλές περιπτώσεις, είναι αλλοδαποί, βλ. Dirazo v Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Γενικός Εισαγγελέας ν Cham κ. α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 129], έχουν πλέον πάρει διαστάσεις που ανησυχούν ιδιαιτέρως, δεδομένο που καθιστά την ανάγκη αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου επιτακτική. Η έξαρσης αυτή στην διάπραξη τους, καθιστά βεβαίως το στοιχείο της αποτροπής, που στην προκείμενη περίπτωση έχει να διαδραματίσει τον δικό του ρόλο, εντονότερο στον καθορισμό της ποινής (βλ. Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 83, Ιωάννου ν Δημοκρατίας, κ. α.
(2003)2 Α.Α.Δ 171). Σε ότι αφορά τον παράγοντα της αποτροπής, ως προαναφέρθηκε, στην υπόθεση Πισκόπου ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342, το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του έντιμου Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, ως ήταν τότε, ανέφερε τα εξής: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μια έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος . και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας των εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.». · Ότι, σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα αδικήματα της Υπόθεσης αυτής, από τα γεγονότα, προκύπτουν τα ακόλουθα στοιχεία, που καθορίζουν το περιθώριο επιείκειας που το Δικαστήριο δύναται να εφαρμόσει στην περίπτωση του Κατηγορουμένου. Και αυτό, επειδή, όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, δεν εξαρτάται, αποκλειστικά, από το ανώτατο όριο ποινής, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε και τις συνέπειες του (βλ. Μιχαηλίδης v Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, Θεοφάνους ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 298/2018, 27/06/2019). Ο Κατηγορούμενος, κατέφθασε στην Κύπρο, στις 02/05/2019, για να εργαστεί ως οικιακός βοηθός στην οικία του Παραπονούμενου και της συζύγου του, με τους οποίους συγκατοικούσε. Τόσο ο Παραπονούμενος, όσο και η σύζυγος του, είναι πρόσωπα ηλικιωμένα, με αρκετά προβλήματα υγείας. Ο Κατηγορούμενος, -για πρώτη φορά, πολύ σύντομα μετά την άφιξη του στην Δημοκρατία στις 02/05/2019 και την συγκατοίκηση του με τους εργοδότες του, ήτοι στις 18/05/2019-, κάνοντας χρήση της πιστωτικής κάρτας του Παραπονούμενου, που ήταν συνδεδεμένη με συγκεκριμένο τραπεζικό του λογαριασμό, κρυφά και εν αγνοία του Παραπονουμένου, από αυτόματες ταμιακές μηχανές τραπεζικών υποκαταστημάτων, έκανε, σε 11 διαφορετικές περιπτώσεις, μέσα σε περίοδο επτά μηνών (ήτοι, μεταξύ των ημερομηνιών 18/05/2019 - 28/11/2019), 40 αναλήψεις μετρητών, συνολικού ποσού €8.160, τα οποία σπατάλησε για την αγορά ενδυμάτων και για εξόδους με φίλους του σε εστιατόρια και άλλα συναψή, σε διάφορες πόλεις της Κύπρου. Εξ αρχής πρόθεση και σκοπός του, ήταν η κλοπή των χρημάτων αυτών. Κανένα ποσό δεν έχει επιστραφεί στον Παραπονούμενο. Στις 03/12/2019, ο Κατηγορούμενος εγκατέλειψε την οικία του εργοδότη του, τερματίζοντας κατά τον τρόπο αυτό και την εργοδότηση του, έχοντας στις 28/11/2019, κλέψει από τον Παραπονούμενο, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, περίπου €1.000. Οι περιστάσεις διαπράξης των αδικημάτων, ως προαναφέρθηκαν, είναι σαφώς επιβαρυντικές, όσον αφορά την ποινή που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος, πολύ σύντομα μετά την άφιξη του στην Δημοκρατία, παραβιάζοντας την εμπιστοσύνη που του επιδείχθηκε από τον ηλικιωμένο και με προβλήματα υγείας και ευάλωτο από αυτή την άποψη εργοδότη του, του οποίου την φροντίδα ανέλαβε, ενεργώντας με πρόθεση, τακτικά και έχοντας σε κάποιο βαθμό σχεδιάσει την δράση του, έκλεψε από αυτόν, ένα αρκετά σημαντικό χρηματικό ποσό, το οποίο ξόδεψε για ευτελής σκοπούς. Ποσό το οποίο, σήμερα, δεν είναι σε θέση να επιστρέψει, ή να αποζημιώσει με αυτό τον Παραπονούμενο. · Την έξαρση, ως προαναφέρθηκε, που παρατηρείται στην διάπραξη του προαναφερόμενου αδικήματος, γεγονός, που, σε συνδυασμό με την σοβαρότητα του, ως προαναφέρθηκε, επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής στον Κατηγορούμενο. Όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χαραλάμπους ν Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 222: «Πέρα από αυτή τη διαπίστωση εκείνο που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι η βαρύτητα της πράξης. Κλοπές αυτής της μορφής αυξήθηκαν τελευταία σε βαθμό που προκαλούν ανησυχία και ανασφάλεια στο κοινό. Γιαυτό επιβάλλεται η άμεση φυλάκιση ώστε να αποτελεί ισχυρό αντικίνητρο στη τέλεση του αδικήματος.». Όπως άλλωστε έχει πολύ πιο πρόσφατα αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Balampanidis v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 210/2018, 10/05/2019: «. κατά πάγια νομολογία σε αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές λόγω του ότι οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή εγκληματικότητας και όπου εντοπίζεται η ανάγκη επιβολής ποινής με αποτρεπτικό χαρακτήρα, ναι μεν λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής. (Βλ. ενδεικτικά Lucian Gheorghe v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 824, Andrei Alin Bandits v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B696, Ποιν. Εφ. 94/2015 ημερ. 21.10.2015, Ahmed Saadi v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2016:B300, Ποιν. Εφ. 308/2014 ημερ. 24.6.2016 και xxx Yenier v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B153, Ποιν. Εφ. 256/2017 ημερ. 22.4.2019).». Συνεπώς, η ανάγκη για αποτροπή, μειώνει ανάλογα τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να εξατομικεύσει την ποινή ενός Κατηγορουμένου, χωρίς βεβαίως να την καταργεί. Εν προκειμένω, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χαραλάμπους ν Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, ανέφερε: «. η ανάγκη για αποτροπή όσο και αν μειώνει ανάλογα τη δυνατότητα εξατομίκευσης της ποινής δεν την καταργεί ως υπαρκτή επιδίωξη στο πλαίσιο του συνόλου των στοιχείων ούτε εξουδετερώνει τους ιδιαίτερους παράγοντες που, κατά περίπτωση, δικαιολογούν μείωση της ποινής.». Βλ. επίσης, Στυλιανού ν Δημοκρατίας, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 268/2015, 13/12/2018 ανωτέρω. · Ότι ο Κατηγορούμενος, είναι λευκού ποινικού μητρώου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Λεωνίδα Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Nicholas Stratos a. a. v Police V17 C.L.R. 73, Γεώργιος Χατζηνικολάου ν Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63). Χωρίς, σε σχέση με τον παράγοντα αυτό, να παραβλέπεται το γεγονός, ότι, ο Κατηγορούμενος, είναι αλλοδαπός και ότι, στην Δημοκρατία, βρίσκεται για πολύ λίγο καιρό, ήτοι από 02/05/2019 και ότι, το πρώτο από τα αδικήματα αυτής της Υπόθεσης, διαπράχθηκε στις 18/05/2019. · Την συνεργασία του Κατηγορουμένου με την Αστυνομία, πλήρως, κατά την διερεύνηση της Υπόθεσης και δη, την θεληματική ομολογία του ότι διέπραξε τα αδικήματα (βλ. Geoffrey Michael John Pernell v Alan Carl Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Χαράλαμπος Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Stelios Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kyriacos Georghiou Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). · Το γεγονός, ότι, η καταδίκη του Κατηγορουμένου, ήταν το αποτέλεσμα της δικής του παραδοχής. Χωρίς βεβαίως να παραβλέπεται, ότι, ο Κατηγορούμενος, δεν παραδέχθηκε το κατηγορητήριο του, αμέσως όταν παρουσιάστηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου, και ότι, τούτη καταχωρήθηκε μετά από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Εντούτοις, λαμβάνω επίσης υπόψη, κατ' αντιστάθμιση, ότι, αμέσως μετά που ο Κατηγορούμενος έλαβε νομική συμβουλή, ζήτησε αμέσως άδεια του Δικαστηρίου για να αλλάξει την απάντηση του. Γεγονός, είναι επίσης, και το λαμβάνω υπόψη μου, ότι, ο Κατηγορούμενος, παραδεχόμενος τα αδικήματα που διέπραξε, στο Δικαστήριο, φάνηκε να αναγνωρίζει ότι έπραξε λανθασμένα, και μέσω της συνηγόρου υπεράσπισης του, δήλωσε μετανιωμένος για την διάπραξη τους (βλ. Λένος Γεωργίου Μυλωνά ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 384, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Σιδέρης Ισιδώρου ν G. M. Christofi Enterprises Ltd κ. α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60). Σημειώνω, ότι, ο Κατηγορούμενος, παρά την αδυναμία του, οικονομικά, να ανταποκριθεί και να συμμορφωθεί σε ένα διάταγμα αποζημίωσης του Παραπονουμένου, δήλωσε διατεθειμένος και σύμφωνος, -μάλιστα ήταν αυτός που το εισηγήθηκε-, να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα εναντίον του από το Δικαστήριο, μέχρι και του ποσού των €6.000 που το Δικαστήριο αυτό έχει δικαιοδοσία σύμφωνα με τον Νόμο να διατάξει. Λαμβάνω δε υπόψη, το σύνολο των περιστάσεων που αφορούν αυτή την υπόθεση, και πως αυτές μπορούν να συσχετιστούν με την απάντηση του Κατηγορουμένου στο κατηγορητήριο του (βλ. Michal Bukowski v Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 92, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Chucri Saliba v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 388), δεδομένης της μαρτυρίας εναντίον του (είδους και έκτασης), σε ότι αφορά τον βαθμό του μετριασμού που δικαιούται λόγω της παραδοχής του. Από τα στοιχεία που μου έχουν παρουσιαστεί, κρίνω ότι, ο βαθμός δυσκολίας για τον Κατήγορο, να αποδείξει την υπόθεση του, θα ήταν χαμηλός. · Τις προσωπικές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου, προς εξατομίκευση της ποινής του, στο βαθμό, που, σύμφωνα με την νομολογία, μπορούν να επηρεάσουν μετριαστικά την ποινή, έχοντας ως δεδομένα, ως προελέχθη, την σοβαρότητα των αδικημάτων, την έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και την αναγκαιότητα πάταξης του (βλ. Tibor Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Και δη το γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος, που είναι Ινδός υπήκοος και παιδί συγκροτημένης τετραμελούς οικογένειας, μεσαίας οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης, είναι σήμερα ηλικίας 26 ετών, άγαμος, άνεργος, απόφοιτος φαρμακευτικής σχολής στην χώρα του, καθώς επίσης και τεχνίτης υδραυλικός, με οικονομικές, όπως φαίνεται, δυσκολίες και ψυχικά ασθενής. προχωρώ στο να επιβάλω στον Κατηγορούμενο ποινή. 5. Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, εφαρμόζοντας την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής (βλ. Κωνσταντίνου ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, Χριστοφόρου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443, Δημητρίου (Μιχαήλ) ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 21), στον Κατηγορούμενο, επιβάλλω τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η Κατηγορία: 13 μήνες φυλάκιση Στην 2η Κατηγορία: 13 μήνες φυλάκιση Στην 3η Κατηγορία: 13 μήνες φυλάκιση Στην 4η Κατηγορία: 13 μήνες φυλάκιση Στην 5η Κατηγορία: 13 μήνες φυλάκιση Στην 6η Κατηγορία: 13 μήνες φυλάκιση Στην 7η Κατηγορία: 13 μήνες φυλάκιση Στην 8η Κατηγορία: 13 μήνες φυλάκιση Στην 9η Κατηγορία: 13 μήνες φυλάκιση Στην 10η Κατηγορία: 13 μήνες φυλάκιση Στην 11η Κατηγορία: 13 μήνες φυλάκιση Όλες οι ποινές φυλάκισης, θα είναι συντρέχουσες (βλ. Σάββας Χρίστος Αχιλλέως ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 331, Β.Ε.Κ. ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 228). Κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 117
(2)του Κεφ.155, η ποινή φυλάκισης που επιβάλλω στον Κατηγορούμενο, θα έχει την μείωση που προνοεί το Άρθρο 117
(1)του Κεφ. 155, δεδομένου ότι ο Κατηγορούμενος τέλεσε υπό αστυνομική κράτηση σε ότι αφορά αυτή την υπόθεση, για περίοδο από 27/12/2019 μέχρι και σήμερα. Αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που αγγίζουν το ζήτημα της ποινής κατηγορουμένου για το αδίκημα του κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου αυτής της υπόθεσης / υποθέσεων, είναι μόνον ενδεικτικές της ποινικής μεταχείρισης που ένας κατηγορούμενος μπορεί να τύχει από το Δικαστήριο, καθότι, «ουδέποτε υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων.». Αυτό, αναφέρθηκε από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, ο οποίος έδωσε την ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ναζίπ ν Αστυνομίας
(2014)2Β Α.Α.Δ
- Όπως επεσήμανε ο έντιμος, Δ. Α. Δ. εν προκειμένω, «εκείνο στο οποίο βοηθά η προηγούμενη νομολογία, είναι στο πλαίσιο ανάδειξης εκείνου του μέτρου που ακολουθείται σε διάφορες υποθέσεις, ώστε να εξετάζεται σφαιρικά και η ποινή που θα επιβληθεί στη συγκεκριμένη υπόθεση που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου.». Τέτοιες, σε ότι αφορά την υπόθεση αυτή, είναι οι ακόλουθες αποφάσεις: Kiriukkuvalage v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 20/2017, 29/05/2017, Akter ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 1/2005, 24/02/2005, Αργυρού ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 5706, 17/12/1993, Καλλή ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 238/2013, 10/09/2014, Πέτρου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 7196, 17/05/2002, Στυλιανού ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 225/2017, 20/03/
- [Σημείωση: κάποιες από αυτές, είχαν ως δεδομένη ως ανώτατη προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή, την ποινή φυλάκισης των δέκα ετών.].
- Επισημαίνοντας εδώ και το εξής, που αφορά την ανάγκη, η ποινή που θα επιβαλλόταν στον Κατηγορούμενο, να είναι ανάλογη της εγκληματικής συμπεριφοράς του. Όπως δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Gheorghe v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 824 «Η αναλογικότητα στην ποινή συναρτάται όχι μόνο σε σχέση με άλλες παρόμοιες υποθέσεις, αλλά και με τη σοβαρότητα των επί μέρους κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο δράστης. Όπως υπέδειξε το Κακουργιοδικείο στο σκεπτικό του, η δράση των τριών εφεσειόντων, περιλαμβανομένου και του εφεσείοντος στην Ποινική Έφεση αρ. 20/2013, ήταν εκτεταμένη τόσο σε χρονική διάρκεια, όσο και στο ύψος των κλαπέντων αντικειμένων από τα οποία ελάχιστο μέρος μόνο έχει ανευρεθεί. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να απομονωθεί η κατηγορία υπ' αρ. 185 που αντιμετώπισε ο εφεσείων στην Ποινική Έφεση αρ. 20/2013, αλλά πρέπει να ενταχθεί και αυτή στο σύνολο των κατηγοριών, της όλης εγκληματικής συμπεριφοράς και των τριών εφεσειόντων και τις συνέπειες που επέφερε η όλη εγκληματική δράση.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Βλ. επίσης, Hussein v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 252/2018, 31/05/
- Στην περίπτωσή του Κατηγορουμένου δεν συντρέχουν, κρίνω, παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να ληφθούν υπόψη, ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Απόφαση στην οποία καταλήγω, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων τέλεσης των αδικημάτων και τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, οι οποίες, θεωρώ, δεν είναι ικανές να δικαιολογήσουν μία τέτοια απόφαση, επειδή τέτοια απόφασης δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως, ιδιαιτέρως αφής στιγμής βρίσκονται σε έξαρση και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σε ότι αφορά τις συνέπειες από την διάπραξη τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017, L.C.A. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 17/03/2015, Συμιλλίδης ν Νικολάου
(2013)2 Α.Α.Δ. 444, Κυπριανού ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 28/2014, 24/02/2014, Ιωσήφ ν Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ποινική Έφεση Αρ. 148/2014 (Σχ. με 149/2014), 25/07/2014, Αριστοδήμου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 121/17, 21/09/2017, ΣΠΕ Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ ν Δράκου, Πoινική Έφεση αρ.129/2015, 15/11/2017, Χαλκιά ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 240/2016, 17/03/2017).
- Το Ανώτατο Δικαστήριο, έχει σε πάρα πολλές αποφάσεις του, τονίσει ότι, δεν ενδείκνυται η αναστολή της ποινής φυλάκισης, όταν το αδίκημα ή τα αδικήματα που αφορά/ουν την υπόθεση, βρίσκονται σε έξαρση και η τιμωρία ενός συγκεκριμένου παραβάτη, είναι επιπρόσθετα το μέσο, να αποτραπούν άλλοι πιθανοί παραβάτες από την διάπραξη του/τους, διότι, η προστασία του δημοσίου συμφέροντος είναι υπεράνω των οποιονδήποτε προσωπικών περιστάσεων του (βλ. Σ. Π. Ε. Λακατάμιας-Δευτερας Λτδ. ν Δράκου, Πoινική Έφεση Αρ.129/2015, 15/11/2017). Η προκείμενη, είναι μια τέτοια περίπτωση. Βλ. ειδικά, σχετικά με το αδίκημα της κλοπής από υπάλληλο, αλλά και το αδίκημα της κλοπής από αντιπρόσωπο -που έχει τον ίδιο χαρακτήρα-, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Στυλιανού ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 225/2017, 20/03/2018 και Χρυσοδόντας ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 124/2016, 09/11/
- (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο