← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΠΑΠΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ, Υπόθεση υπ' αρ.: 10266/2019, 14/5/2020

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΠΑΠΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ, Υπόθεση υπ' αρ.: 10266/2019, 14/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B237 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 10266/2019 Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον- XXXXX ΠΑΠΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 14/05/

  1. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Μιχαήλ-Αβραμίδου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μ. Ε. Αρμεύτης. ---------- Αίτηση Δήμευσης ημερομηνίας 24/02/2020 ---------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
  2. Aιτητής, δια της εκπροσώπου του, κατά την προηγούμενη συνεδρίαση του Δικαστηρίου, υπέβαλε αίτημα για να του επιτραπεί, σε ότι αφορά την υπό εκδίκαση Αίτηση Δήμευσης, να καταχωρήσει «συμπληρωματική έκθεση ισχυρισμών».
  3. Ο Καθ' ου η Αίτηση, δια του συνηγόρου του, ανέφερε την πρόθεση του να φέρει ένσταση στο αίτημα, προβάλλοντας προκαταρκτικά την θέση ότι, το σχετικό Άρθρο 11 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007, Νόμος 188(I)/2007 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 188(Ι)/2007»), δεν παρέχει τέτοια ευχέρεια.
  4. Η εκπρόσωπος του Κατήγορου, εν προκειμένω, υποστήριξε ότι, το Δικαστήριο, αντλεί εξουσία, βάσει του Άρθρου 72

(1)του Νόμου 188(Ι)/2007, να στηριχθεί σε διατάξεις των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών προς ρύθμιση της διαδικασίας.
  1. Η εκδίκαση του ζητήματος αυτού, με την σύμφωνο γνώμη των διαδίκων, αναβλήθηκε, για να έχω την θέση εκάστου, αφού θα είχαν την ευχέρεια μελέτης του ζητήματος, καθότι, ως ζήτημα, κρίθηκε ότι επηρεάζει, ενδεχομένως, την ακρόαση της υπό αναφορά Αίτησης Δήμευσης.
  2. Σήμερα, αγορεύοντας για το ζήτημα ενώπιον μου η εκπρόσωπος του Αιτητή, εισαγωγικά, δήλωσε απόσυρση του αιτήματος του Αιτητή για καταχώριση, ως προαναφέρθηκε, συμπληρωματικής έκθεσης ισχυρισμών. Περιόρισε την αγόρευση της, για το ζήτημα που ετέθη από το Δικαστήριο κατά την προηγούμενη δικάσιμο, σχετικά με την διαδικασία ακροάσεως της Αίτησης Δήμευσης. Ζήτημα το οποίο, παραμένει προς εξέταση, πρέπει να σημειωθεί, ανεξαρτήτως της απόσυρσης του αιτήματος του Αιτητή για καταχώριση συμπληρωματικής έκθεσης ισχυρισμών. Εν όψει της τοποθέτησης αυτής του Αιτήτη, ο συνήγορος του Καθ' ου η Αίτηση, περιόρισε την αγόρευση του στο ζήτημα που αφορά την διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί κατά την ακρόαση της Αίτησης Δήμευσης.
  3. Σύμφωνα με το προαναφερόμενο Άρθρο 72
(1)του Νόμου 188(Ι)/2007, στο οποίο παραπέμφθηκα κατά την προηγούμενη δικάσιμο από την εκπρόσωπο του Αιτητή, και από τον συνήγορο του Καθ' ου η Αίτηση σήμερα: «72.
(1)Κατά την έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, δυνάμει του παρόντος Νόμου, στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει ρητή πρόνοια στον παρόντα Νόμο, εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, εξαιρουμένων των διατάξεων του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, που αφορά την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση: Νοείται ότι δικαστήριο που επιλαμβάνεται αιτήσεων για την έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος, που προβλέπεται στο παρόντα Νόμο, εφαρμόζει το μέτρο απόδειξης που εφαρμόζεται σε πολιτική διαδικασία.». 7. Πρόκειται για Άρθρο, που περιλαμβάνεται στο Μέρος ΙΧ του Νόμου 188(Ι)/2007, «Γενικές Διατάξεις», που επιγράφεται «Εφαρμογή πολιτικής διαδικασίας». 8. Η διαδικασία εκδόσεως διατάγματος δήμευσης, ορίζεται από το Άρθρο 11 του Νόμου 188(Ι)/2007. Στις πρόνοιες αυτού, βάσισαν μέρος της εισηγήσεως τους, δια των εκπροσώπων τους, αμφότεροι οι διάδικοι. Σύμφωνα με αυτό: «11.
(1)Η κατηγορούσα αρχή παρουσιάζει, μαζί με την αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα για έρευνα δυνάμει του άρθρου 6 ή δυνάμει των άρθρων 35 ή 36 ή εντός της προθεσμίας την οποία καθορίζει το δικαστήριο, έκθεση ισχυρισμών στην οποία εκτίθενται γεγονότα και στοιχεία σχετικά με την έρευνα για τη διαπίστωση τυχόν εσόδων του κατηγορουμένου από παράνομες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή με τον υπολογισμό των εν λόγω εσόδων ή της περιουσίας που αποτελεί το προϊόν των παράνομων δραστηριοτήτων ή του αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και, αν ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο παρόν άρθρο, παραδεχθεί την ορθότητα του περιεχομένου της εν λόγω έκθεσης ή μέρους της, το δικαστήριο για τους σκοπούς της εν λόγω έρευνας και για σκοπούς υπολογισμού δύναται να εκλάβει την εν λόγω παραδοχή ως αναμφισβήτητη απόδειξη των γεγονότων και στοιχείων στα οποία αναφέρεται.
(2)Μετά την παρουσίαση από την κατηγορούσα αρχή της έκθεσης γεγονότων και στοιχείων, σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου
(1), το δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι αντίγραφό της επιδόθηκε στον κατηγορούμενο, τον καλεί να δηλώσει κατά πόσο παραδέχεται οποιουσδήποτε από τους ισχυρισμούς της έκθεσης και να υποβάλει έκθεση σχετικά με όσους δεν παραδέχεται (η οποία θα καλείται "έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών") στην οποία να υποδεικνύει τα στοιχεία και τους λόγους επί των οποίων προτίθεται να στηρίξει την υπόθεσή του τόσο για αντίκρουση των ισχυρισμών της κατηγορούσας αρχής όσο και σχετικά με το ποσό το οποίο διαπιστώθηκε ότι δύναται να ληφθεί από τη ρευστοποιήσιμη περιουσία του. Η έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών υποβάλλεται μέσα στη χρονική περίοδο την οποία καθορίζει το δικαστήριο ή μέσα σε τρεις ημέρες από την επίδοση στον κατηγορούμενο της έκθεσης γεγονότων και στοιχείων της κατηγορούσας αρχής.
(3)Η παράλειψη του κατηγορουμένου να συμμορφωθεί προς οποιαδήποτε από τις οδηγίες του δικαστηρίου λογίζεται για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ως παραδοχή όλων των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στην έκθεση.
(4)Σε περίπτωση κατά την οποία στην έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών περιλαμβάνονται ισχυρισμοί σχετικά με το ποσό το οποίο διαπιστώθηκε ότι δύναται να ληφθεί κατά την έκδοση του διατάγματος δήμευσης και η κατηγορούσα αρχή αποδέχεται όλους τους ισχυρισμούς ή μερικούς από αυτούς ή μέρος τους, το δικαστήριο δύναται για τους σκοπούς της πιο πάνω διαπίστωσης να θεωρήσει την εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής αποδοχή αναμφισβήτητη απόδειξη των ισχυρισμών στους οποίους αναφέρεται.
(5)Η αποδοχή ισχυρισμών είτε αυτή αφορά τον κατηγορούμενο είτε την κατηγορούσα αρχή γίνεται προφορικά ενώπιον του δικαστηρίου, εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.
(6)Η παραδοχή στην οποία προβαίνει ο κατηγορούμενος για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου δε δύναται να γίνει δεκτή ως μαρτυρία σε οποιαδήποτε άλλη ποινική διαδικασία.
(7)Το δικαστήριο δύναται να ορίσει ημερομηνία για τη διεξαγωγή της έρευνας και να την αναβάλει οποτεδήποτε το κρίνει αναγκαίο.
(8)Το δικαστήριο εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση για όλα τα θέματα της έρευνας.».
  1. Όπως ορθά τοποθετήθηκε, προκαταρκτικά, ο συνήγορος του Καθ' ου η Αίτηση προς το Δικαστήριο, κατά την προηγούμενη δικάσιμο, στο προαναφερόμενο Άρθρο 11 του Νόμου 188(Ι)/2007, δεν γίνεται πρόνοια για την καταχώριση συμπληρωματικής έκθεσης ισχυρισμών. Με την απόσυρση του Αιτήματος του Αιτητή από την εκπρόσωπο του, σήμερα, δεν τίθεται πλέον το ζήτημα αυτό προς εξέταση. Ως ζήτημα όμως, που αφορά γενικότερα την ακολουθητέα διαδικασία, θα αναφερθώ σε αυτό στην συνέχεια σε συντομία.
  2. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, με την νομοθεσία του οποίου για τα της διαδικασίας δήμευσης, ο Νόμος 188(Ι)/2007 παρουσιάζει αρκετά κοινά, γίνεται σχετική πρόνοια. Συγκεκριμένα, το Section 16
(6)της Proceeds of Crime Act 2002, προνοεί ότι: «
(6)If the prosecutor gives the court a statement of information— (
  1. a)he may at any time give the court a further statement of information; (
  2. b)he must give the court a further statement of information if it orders him to do so, and he must give it within the period the court orders.». 11. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Millington and Sutherland Williams on The Proceeds of Crime, 3η έκδοση, στην παράγραφο 8.156, πρόκειται για κανόνα πρακτικής, βάσει της Drug Trafficking Act 1994 και της Criminal Justice Act 1988, κατά τον οποίο, ο κατήγορος, υπέβαλλε περαιτέρω έκθεση ισχυρισμών, στις περιπτώσεις όπου στην έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών του κατηγορουμένου, υπήρχαν δηλώσεις με τις οποίες διαφωνούσε ή οι οποίες έπρεπε να σχολιαστούν περαιτέρω. Κανόνας πρακτικής, που επικυρώθηκε από το προαναφερόμενο Section 16
(6)της Proceeds of Crime Act
  1. Αποτελεί, πρέπει να αναφερθεί, όπως και η έκθεσης ισχυρισμών και η έκθεσης αντίκρουσης ισχυρισμών, ένα από τα προπαρασκευαστικά στάδια για την διαδικασία ακρόασης της αίτησης δήμευσης. Θα αναφερθώ, ως εκ τούτου για τον ρόλο έκαστου, για να γίνει αντιληπτό το σκεπτικό μου για την κατάληξη μου που ακολουθεί.
  2. Στο προαναφερόμενο σύγγραμμα Millington and Sutherland Williams on The Proceeds of Crime, 3η έκδοση, σε ότι αφορά τον σκοπό που εξυπηρετεί η έκθεση ισχυρισμών του αιτητή / κατήγορου, στην παράγραφο 8.112, αναφέρεται: «The prosecution statement serves a number of purposes. Firstly it enables the defence and the court to be put on notice of the Crown's case and prevent the defence from being taken by surprise. Secondly, it identifies the real issues in terms of the Crown's case, thereby saving court time in relation to matters that are not really disputed. . The Court of Appeal considered the purpose of the prosecutor's statement in R v Benjafield
(2001)1 Cr App R(S) 221 at para 107 .: "A statement serves the useful purpose of forewarning the defendant of the case of the prosecution which he will have to meet as to his assets. It should assist the defendant by making clear the matters with which he has to be prepared to deal. It is right that, as the rules require, the prosecution should identify any information which would assist the defendant."».
  1. Ενώ, σε ότι αφορά τον σκοπό που εξυπηρετεί η έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών που υποβάλλεται από τον καθ' ου η αίτηση / κατηγορούμενο, στο ίδιο σύγγραμμα, στην παράγραφο 8.126, αναφέρεται: «The purpose . is to identify areas of dispute for the confiscation hearing, so that evidence may be adduced only in relation to the disputed points, thus narrowing the issues and saving court time. . One of the other purposes . is to avoid the defendant ambushing the Crown by not disclosing in advance what his case is. In addition . [it] anticipates giving the prosecution the opportunity of making inquiries into the correctness of the defendant's assertions. . . the defence should consider the prosecutor's statement paragraph by paragraph and state whether each allegation is admitted or denied. (This is analogous to a defence in civil proceedings and a similar approach should be adopted when drafting the defendant's statement). Where an allegation is denied, any facts relied upon to support the denial should be fully set out, with exhibits/evidence if necessary. .».
  2. Συνεπώς, σκοπός των προαναφερόμενων: έκθεσης ισχυρισμών, έκθεσης αντίκρουσης ισχυρισμών και συμπληρωματικής έκθεσης ισχυρισμών, είναι το ξεκαθάρισμα των επίδικων ζητημάτων για την ακρόαση της Αίτησης Δήμευσης, κατά την οποία, αμφότερα τα μέρη, έχουν δικαίωμα, στην βάση της θέσης που εξέθεσαν σε αυτές, να παρουσιάσουν, αν το επιθυμούν, μαρτυρία.
  3. Αυτό με φέρνει στο τελικό ζητούμενο: Ποια η διαδικασία εκδίκασης της Αίτησης Δήμευσης. Η εκπρόσωπος του Αιτητή, για το ζήτημα αυτό, δεν πρόβαλε κάποια συγκεκριμένη θέση. Γίνεται αντιληπτό, ότι, βασίζεται στις διατάξεις της Δ.48 κ. 4
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών που μνημονεύεται στην νομική βάση της Αίτησης Δήμευσης. Αντιλαμβάνομαι ότι, ο Αιτητής, υποστηρίζει ότι, η εκδίκασης της Αίτησης Δήμευσης, γίνεται στην βάση της έκθεσης ισχυρισμών και έκθεσης αντικριστής ισχυρισμών. Η δυνατότητα αυτή, φαίνεται να υποστηρίζεται, παρέχεται δεδομένων των προνοιών του Άρθρου 72
(1)του Νόμου 188(Ι)/2007, που παραπέμπει στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, σε περίπτωση ύπαρξης «κενού» στον Νόμο. Ο συνήγορος του Αιτητή, επικαλούμενος επίσης την Δ.48 κ. 4
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, υποστήριξε και αυτός ότι η εκδίκασης της Αίτησης Δήμευσης γίνεται στην βάση της έκθεσης ισχυρισμών και έκθεσης αντικριστής ισχυρισμών, εντούτοις, θέσης του είναι ότι, αυτές θα έπρεπε να ήταν ένορκες. [Εν προκειμένω, παρατηρώ, ότι, η έκθεσης αντίκρουσης ισχυρισμών του Καθ' ου η Αίτηση, επίσης δεν είναι ένορκη, παρά το γεγονός, ότι, παράρτημα σε αυτή, είναι ένορκη δήλωση του πατέρα του.]. 17. Τα Άρθρα 6
(2)και 11 του Νόμου 188(Ι)/2007, αναφέρονται σε «αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα για έρευνα» (η υπογράμμιση είναι δική μου). 18. Το δε Άρθρο 72
(1)του Νόμου 188(Ι)/2007, παραπέμπει ως προαναφέρθηκε, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, σε περίπτωση ύπαρξης «κενού» στον Νόμο. 19. Σύμφωνα με την νομολογία, όπου σε νομοθέτημα γίνεται πρόνοια για υποβολή «Αίτησης» για διάβημα ενώπιον Δικαστηρίου, η μοναδική κλήση που δύναται να χρησιμοποιηθεί με βάση τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, είναι η πρωτογενής κλήση («originating summons») (βλ. The Annual Practice 1998, στις σελίδες 4 και 5 και στο σύγγραμμα Odgers On Civil Court Actions, 24η έκδοση, στις σελίδες από 411 έως 419, καθώς επίσης και τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Hjichambis v A-G of the Republic
(1986)1 C.L.R. 386, Ανδρέας Νεοκλέους & Σια ν Cyllenius Holding Ltd κ. α., ECLI:CY:AD:2016:A500, Πολιτική Έφεση Αρ. 142/2011, 26/10/2016 και Ζωγράφος κ. α. ν Drosoneri Farm Ltd, ECLI:CY:AD:2020:A40, Πολιτική Έφεση Αρ. 379/2012, 03/02/2020). Στην εν λόγω Ανδρέας Νεοκλέους & Σια ν Cyllenius Holding Ltd κ. α., ECLI:CY:AD:2016:A500, Πολιτική Έφεση Αρ. 142/2011, 26/10/2016, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι, ο τύπος, δεν μπορεί να τίθεται ως ζήτημα απόρριψης αιτήματος το οποίο μπορεί να ακουστεί από το Δικαστήριο στην ουσία του, νοουμένου ότι, το Δικαστήριο, διασφαλίσει τα δικαιώματα των διαδίκων της εκατέρωθεν ακρόασης και της ισότητας των όπλων. 20. Στην προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο, που παρά το αντιπαραθετικό χαρακτήρα της διαδικασίας, έχει ρόλο «εξεταστικό» [εξ ου και το βάρος απόδειξης, νομικό και αποδεικτικό, που έκαστος διάδικος, αναλόγως ζητήματος, φέρει στην διαδικασία - βλ. κατ' αναλογίαν, Γιαννάκης Βασιλειάδης ν Χαράλαμπος Τσουρή
(2007)1Α Α.Α.Δ 43], έχει την διακριτική ευχέρεια, να ρυθμίσει την διαδικασία, κατά τρόπο που οι θέσεις των μερών να ακουστούν και να αποφασιστεί το ζητούμενο στην ουσία του. 21. Έχοντας συνεπώς υπόψη τα προαναφερόμενα, για τα οποία, σχετικά με τον χαρακτήρα της έκθεσης ισχυρισμών και έκθεσης αντίκρουσης ισχυρισμών, καθοδήγηση άντλησα και από τα κρατούντα στο Ηνωμένο Βασίλειο [έχοντας βεβαίως υπόψη τις διαφορές που προκύπτουν ένεκα των προνοιών του Άρθρου 72
(1)του Νόμου 188(Ι)/2007], ότι πλέον οι θέσεις των μερών έχουν αποκρυσταλλωθεί σχετικά με το τι είναι επίδικο, για την ακρόαση της Αίτησης Δήμευσης, θα διατάξω, για όποιον διάδικο το επιθυμεί, την παρουσίαση μαρτυρίας, δια ένορκης ή ένορκων δηλώσεων [με ότι αυτό συνεπάγεται, δικονομικά και διαδικαστικά], και προχωρώ στο να δώσω σχετικές οδηγίες και να προγραμματίσω την Αίτηση Δήμευσης για ακρόαση / οικονομική εξέταση. Εν προκειμένω, αντλώ καθοδήγηση από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Wortham κ. α. v Τσιμόν κ. α., Πολιτική Έφεση Αρ. 10171, 26/09/2001, στην οποία ελέχθη: «Η ουσιαστική φύση των θεραπειών του άρθρου 53 [αντικείμενο εξέτασης σε εκείνη την διαδικασία] καθορίζεται από αυτό και η παραπομπή στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς αποβλέπει στην κάλυψη του θέματος από την καθαρά δικονομική σκοπιά. Θα αυτοαναιρείτο το άρθρο αν είχε την έννοια που του αποδίδουν οι εφεσίβλητοι. Εκείνο που σαφώς προκύπτει είναι πως οι θεραπείες που αναφέρει μπορούν να δοθούν στο πλαίσιο εναρκτήριας κλήσης, για την οποία θα ισχύουν οι ιδιαίτερες δικονομικές διατάξεις. Και σημειώνουμε πως η Δ.55 θ. 2 και 3 περιλαμβάνει πρόνοιες αναφορικά με την επίδοση της εναρκτήριας κλήσης και τη στήριξή της με μαρτυρία, όπως θα ζητούσε το Δικαστήριο.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 22. Σχετικές, εν προκειμένω, είναι και οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 195, Σάββα ν Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης
(2002)1 Α.Α.Δ. 1228, Ζωγράφος κ. α. ν Drosoneri Farm Ltd, ECLI:CY:AD:2020:A40, Πολιτική Έφεση Αρ. 379/2012, 03/02/2020, Udruzena Beogradska Banka v Westacre Investment, Inc.
(1999)1 Α.Α.Δ.
  1. Πολύ ουσιαστική για την λήψη της απόφασης μου, πρέπει να σημειωθεί, είναι και η απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Regina v Dickens [1990] 2 Q.B. 102, η οποία πραγματεύεται ακριβώς το ζήτημα της υπόστασης της έκθεσης ισχυρισμών που υποβάλλει ο κατήγορος / αιτητής στα πλαίσια αίτησης δήμευσης, όταν οι ισχυρισμοί σε αυτήν ή μέρος αυτών, έχουν τεθεί υπό αμφισβήτηση από πλευράς κατηγορουμένου / καθ' ου η αίτηση. Παραθέτω, σχετική περικοπή: «A discussion then took place as to whether the prosecution were obliged to call evidence to support the statement which they had filed. The judge indicated that on a provisional view he was prepared to act on the prosecution's section 3 statements without the necessity of the prosecution adducing any evidence in support, despite the fact that the defendant contested those statements, subject however to any evidence which the defendant might choose to tender. The matter finally came before the court on 14 November
  2. The prosecution did in fact call evidence in support of their statements and evidence was also called to support the defendant's case. After two days' hearing the judge gave his ruling on 16 November. . Thus the judge has to make a preliminary assessment as to whether it is, or is likely to be, a "benefit" case or not. No doubt the evidence from the trial, if there has been one, or from a recital of the facts if there has been a plea, will be enough for him to form such a preliminary assessment. If he decides that it is such a case, then comes the task of deciding the three questions which have just been set out. The investigation is not confined to proceeds accruing from the particular offences on which he stands convicted, again an unusual feature of the Act. . The prosecution have the task of proving both the fact that the defendant has benefited from drug trafficking and the amount of such benefit. In our judgment the context of the Act and the nature of the penalties which are likely to be imposed, make it clear that the standard of proof required is the criminal standard, namely proof so that the judge feels sure or proof beyond reasonable doubt. The evidence upon which that judgment is based will come in part from the trial, if there has been one, in part from the statements tendered by the parties to the court under section 3 of the Act (with which we shall deal later in this judgment) and in part from evidence adduced before the court. What may thus seem at first sight to be a heavy burden on the prosecution is considerably lightened by the provisions of section 2
(2). That section reads: "
(2)The court may, for the purpose of determining whether the defendant has benefited from drug trafficking and, if he has, of assessing the value of his proceeds of drug trafficking, make the following assumptions, except to the extent that any of the assumptions are shown to be incorrect in the defendant's case.
(3)Those assumptions are - (
  1. a)that any property appearing to the court - (
  2. i)to have been held by him at any time since his conviction, or (
  3. ii)to have been transferred to him at any time since the beginning of the period of six years ending when the proceedings were instituted against him, was received by him, at the earliest time which he appears to the court to have held it, as a payment or reward in connection with drug trafficking carried on by him, (
  4. b)that any expenditure of his since the beginning of that period was met out of payments received by him in connection with drug trafficking carried on by him, and (
  5. c)that, for the purpose of valuing any property received or assumed to have been received by him at any time as such a reward, he received the property free of any other interests in it." The words "appearing to the court" in our judgment mean that if there is prima facie evidence that any property has been held by the defendant since his conviction or was transferred to him since the beginning of the relevant period, the judge may make the assumption that it was a payment or reward in connection with his drug trafficking. Likewise with expenditure, once there is prima facie evidence of expenditure by the defendant since the beginning of the relevant period, the judge can assume that it was met out of payments received by him from drug trafficking. Those assumptions can be displaced if they are "shown to be incorrect in the defendant's case." In other words, if after the matter has been fully heard the defendant shows on the balance of probabilities that in respect of each item of property and expenditure the assumptions are in his case incorrect, they can no longer be relied upon as evidence that that item of property or expenditure was part of the defendant's proceeds of drug trafficking. In so far as any of them survive they will, together with any evidence which the judge may accept, assist the judge to decide whether he is satisfied so as to feel sure that the prosecution have made out their case. Thus the initial heavy burden on the prosecution is greatly lightened by the potential assumptions. We turn now to the hearing. This in a complicated case is likely to be protracted and difficult. However, section 3 of the Act goes a little way towards simplifying proceedings and crystallising the issues. It provides that the prosecution may tender a statement dealing with any matter relevant to either of the first two issues, and also provides, no doubt by way of clarification, that if the defendant accepts any of those facts, that acceptance may be treated as conclusive. By section 3
(4)a similar provision is made with regard to any statement tendered by the defendant relating to the amount which might be realised at the time the confiscation order is made. Section 3
(2)imposes restrictions on the defendant when he has been served with a copy of the prosecution's section 3
(1)notice, because the court may then require him to indicate to what extent he accepts the prosecution allegation and if he does not, to indicate any matter he proposes to rely on. That will have the effect, one hopes, of containing the ambit of the inquiry. Section 3
(3)imposes sanctions upon him if he fails to comply with a requirement under section 3
(2). It is clear from these provisions that where the prosecution statement is not accepted by the defendant, the prosecution, if they wish to rely on any of its contents, must adduce evidence to establish them. The judge then hears the evidence on either side and reaches his conclusion
(1)as to whether the defendant has successfully rebutted any provisional assumptions under section 2;
(2)as to the existence of any benefit from drug trafficking; and
(3)as to the value of such benefit. . We agree for the reasons set out earlier in this judgment that the prosecution were not entitled to rely upon their section 3 statements in so far as those statements were challenged by the defence. In the upshot evidence was in fact called at the hearing on 14 and 15 November and consequently this mistake had no effect in practice.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 24. Προχωρώ με την έκδοση των οδηγιών μου. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.