← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΛΟΥΚΑ, Υπόθεση υπ' αρ.: 15248/2016, 6/5/2020

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΛΟΥΚΑ, Υπόθεση υπ' αρ.: 15248/2016, 6/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B235 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 15248/2016 Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον- XXXXX ΛΟΥΚΑ Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 06/05/

  1. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Χαραλάμπους. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Θ. Γιούπας. Κατηγορούμενος, Παρών. ---------- ΠΟΙΝΗ
  2. Στην υπόθεση αυτή, ο Κατηγορούμενος, κατόπιν δικής του παραδοχής, κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε, στις κατηγορίες με αρ. 3, 6, 9 και 10 στο κατηγορητήριο, που του προσάχθηκαν από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας (στο εξής καλούμενος «ο Κατήγορος»), που αφορούν: · Οι κατηγορίες με αρ. 3 και 6, το αδίκημα της πλαστογραφίας επιταγής, κατά παράβαση των Άρθρων 331, 333(δ)(i), 336, 20 και 29 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154»); Και, · Οι κατηγορίες με αρ. 9 και 10, το αδίκημα της εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των Άρθρων 297, 298

(1)και 29 του Κεφ.
  1. Η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία καταδικάστηκε ο Κατηγορούμενος, διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Σημείο αναφοράς αποτελεί πάντοτε η προβλεπόμενη από τον νόμο μέγιστη ποινή (βλ. Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Αυτή αποτελεί την βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, για όλα τα αδικήματα στα οποία ο Κατηγορούμενος έχει καταδικαστεί, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρεται στην συνέχεια, προβλέπεται ποινή φυλάκισης. Ποινή [η ποινή φυλάκισης], που, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιβολής ποινής, ως η σοβαρότερη / αυστηρότερη ποινή, πρέπει να επιβάλλεται, μόνον όταν η φύση του αδικήματος και οι συνθήκες και ένταση στην διάπραξή του, σε συνάρτηση με τα ελαφρυντικά του αδικοπραγούντος, την καθιστούν ως την καταλληλότερη ποινή. Τέτοια ποινή, επισημαίνεται, επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις, που, οποιαδήποτε άλλη, κρίνεται ακατάλληλη (βλ. Θεοχάρους ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Yeats v Constantin
(2000)2 Α.Α.Δ. 320, Κοσασβίλη ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 606). Δηλαδή, μόνο στις περιπτώσεις όπου κρίνεται απολύτως απαραίτητο και για περίοδο όχι περισσότερη από ότι υπό τις περιστάσεις είναι αναγκαίο. Όπως έχει αναφερθεί από τον Αρχιδικαστή Lane στην απόφαση του στην υπόθεση Bibi [1980] 1 WLR 1193: «. τα Δικαστήρια πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεχτικά να εξετάζουν την κάθε περίπτωση προς τον σκοπό διασφάλισης, στην περίπτωση που άμεση ποινή φυλάκισης είναι απαραίτητη, ότι η ποινή είναι όσο το δυνατόν μικρότερη και σύμφωνη μόνο με το καθήκον του Δικαστηρίου για προάσπιση των συμφερόντων της κοινωνίας και της αποτροπής του εγκληματία.» (βλ. επίσης στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1824, στην παράγραφο Ε.1.11). Η ανώτατη ποινή, επισημαίνεται, που μπορεί, σύμφωνα με τον νόμο, να επιβληθεί από το Δικαστήριο, για συγκεκριμένο αδίκημα, επιβάλλεται, μόνον στις περιπτώσεις όπου: (α) η φύση του αδικήματος είναι τέτοια, ώστε, να επιβάλλει εξαιρετικά μέτρα αποτροπής χάριν της προστασίας της κοινωνίας, (β) όταν από το σύνολο των περιστάσεων, ο καταδικασθείς, φαίνεται, κατά λογική πρόβλεψη, ότι θα συνιστά σοβαρό κίνδυνο για το κοινό, για ακαθόριστο χρόνο, και (γ) ότι, κάθε ελπίδα αναμόρφωσης του, ακριβώς προς προστασία της κοινωνίας από αυτόν και επανένταξης του σε αυτήν ως νομοταγές μέλος, έχει εκλείψει, από την άποψη ότι, το μητρώο του, τον αποκαλύπτει ως αδιόρθωτο, κατ' εξακολούθηση εγκληματία (βλ. Pernell v Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Προκύπτει συνεπώς από την νομολογία, ότι, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, πρέπει να επιφυλάσσεται για τα σοβαρότερα παραδείγματα του συγκεκριμένου αδικήματος. Σύμφωνα με τον Δικαστή Lawton (βλ. Ambler
(1975)CSP A1-4C01), κατά την εξέταση του κατά πόσο ένα αδίκημα είναι από τα χειρότερα παραδείγματα του είδους του, το Δικαστήριο, πρέπει να λαμβάνει υπόψη του, το φάσμα των περιπτώσεων που πράγματι αντιμετωπίζονται στην πράξη και να αναρωτιέται, εάν η συγκεκριμένη περίπτωση που αντιμετωπίζει, εμπίπτει εντός του ευρύτερου πεδίου του φάσματος αυτού. Το Δικαστήριο, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να χρησιμοποιεί την φαντασία του προς τον σκοπό δημιουργίας, «απίθανων, χειρότερων πιθανών περιπτώσεων», για να καταλήξει διαφορετικά (βλ. επίσης, Bright [2008] 2 Cr App R (S) 578). Εντούτοις, ακόμη και στις πιο σοβαρές των περιπτώσεων, το πρόσωπο του παραβάτη και πάλι δεν παραβλέπεται. Ο αδικοπραγήσας, όταν υπάρχουν στοιχεία μετριαστικά που το δικαιολογούν, δικαιούται έκπτωση της ποινής του, ανάλογη πάντοτε της σοβαρότητας του αδικήματος. Όπως υποστηρίζεται από τους συγγραφείς του Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1833, στην παράγραφο Ε.1.17, με παραπομπή στις αποφάσεις του Αγγλικού Εφετείου στις υποθέσεις Carroll
(1995)16 Cr App R (S) 488, Greene
(1993)14 Cr App R (S) 682 και Barnes
(1983)5 Cr App R (S) 368, γενικά, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, δεν πρέπει να επιβάλλεται, στις περιπτώσεις όπου η καταδίκη ήταν το αποτέλεσμα παραδοχής του κατηγορουμένου ότι διέπραξε το αδίκημα (βλ. επίσης, Pinto [2006] 2 Cr App R (S) 579). Σε κάθε περίπτωση, η ποινή, εξατομικεύεται από το Δικαστήριο, για να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. 3. Είναι συνεπώς, ένεκα των προαναφερόμενων αρχών, αναγκαίο να αναφερθεί, ποια είναι η προνοούμενη από τον Νόμο, μέγιστη ποινή, για έκαστο των προαναφερόμενων αδικημάτων. Σημειώνοντας ασφαλώς εδώ, λόγω της σημασίας που αυτό έχει, στα της ποινής, και το γεγονός της παραπομπής της υπόθεσης αυτής, για συνοπτική εκδίκαση, ήτοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και όχι ενώπιον Κακουργιοδικείου, μετά από συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Ο οποίος, [Γενικός Εισαγγελέας], προφανώς και θεωρεί, ένεκα της προαναφερόμενης συγκατάθεσης του, ότι, η ποινή που μπορεί να επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο, ήτοι, φυλάκιση μέχρι πέντε ετών (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Cham κ. α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 129), αποτελεί επαρκή τιμωρία για την συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442). Εντούτοις, όπως έχει πρόσφατα επαναβεβαιωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, μέσα από την απόφαση του στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Μυλωνας, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, 14/12/2018, ένα τέτοιο γεγονός, δεν καθιστά τα αδικήματα λιγότερο σοβαρά: «Το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και όχι την ανώτατη ποινή που το ίδιο έχει δικαιοδοσία να επιβάλει (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Η ανώτατη ποινή που προβλέπει ο Νόμος συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης με στόχο τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής που θα επιβληθεί (Δημοκρατία ν. Κυριάκου & άλλου
(1990)2 ΑΑΔ 264, Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9.) Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή.». Μάλιστα, όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Π. Καλλή, στην υπόθεση Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442, «κατά την επιμέτρηση της ποινής σε υποθέσεις Κακουργιοδικείου, οι οποίες παραπέμπονται για συνοπτική εκδίκαση, το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και να επιβάλει αν τα γεγονότα και περιστάσεις της υποθέσεως το απαιτούν ακόμη και το ανώτατο όριο της ποινής που μπορεί να επιβληθεί σε συνοπτική διαδικασία - φυλάκιση 5 ετών». (η υπογράμμιση και η έμφασης είναι δική μου): · Σύμφωνα με το Άρθρο 336 του Κεφ. 154, το αδίκημα της πλαστογραφίας επιταγής, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης δεκατεσσάρων χρόνων. [Βεβαίως, σύμφωνα με το Άρθρο 29 του Κεφ. 154, εναλλακτικά, το Δικαστήριο, δύναται να επιβάλει ποινή φυλάκισης λιγότερου χρόνου, ή, αντί αυτού του είδους την ποινή, χρηματική ποινή, για ποσό που δεν υπερβαίνει το ποσό για το οποίο, βάσει του Άρθρου 24
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960, Νόμος 14/1960, έχει εξουσία να επιβάλει.]; Και, · Σύμφωνα με το Άρθρο 298
(1)του Κεφ. 154, το αδίκημα της εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων. [Σημειώνονται σε κάθε περίπτωση, οι πρόνοιες του προαναφερόμενου Άρθρου 29 του Κεφ. 154]. 4. Έχοντας υπόψη τις ποινές που προβλέπει ο Νόμος και αφορούν τα αδικήματα της υπόθεσης αυτής, την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορά τα της ποινής, και ειδικότερα, την ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής του Κατηγορουμένου από το Δικαστήριο, αλλά και το καθήκον ταυτόχρονα του Δικαστηρίου, πρόσδοσης αποτελεσματικότητας στο Νόμο και στο χαρακτήρα της ποινής προς προστασία των νομοταγών πολιτών και του κοινωνικού συνόλου (βλ. Ιωάννου ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171), όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και του Κατηγορουμένου (βλ. και την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας) και το κάθε τι ελέχθη από πλευράς του προς μετριασμό της ποινής του, και ιδιαίτερα: · Τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από τις προνοούμενες από τον Νόμο ποινές, με σημείο αναφοράς, ως προαναφέρθηκε, το μέγιστο της προβλεπόμενης στον Νόμο ποινής. Τα σοβαρότερα, από αυτή την άποψη, αδικήματα, στο κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου, αφορούν το αδίκημα της πλαστογραφίας επιταγής. Πρόκειται για αδίκημα, που, ως έχει τονιστεί σε πάρα πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χαρακτηρίζεται από τα στοιχεία της απάτης και της υπονόμευσης των συναλλαγών και των δοσοληψιών μεταξύ των πολιτών. Η χρησιμοποίηση επιταγών, που, ως μέσο συναλλαγής, αποτελεί ζήτημα μεγάλης σημασίας για το δημόσιο, υπονομεύεται και πλήττεται από την πλαστογραφία τους. Το γεγονός ότι, για το αδίκημα της πλαστογραφίας επιταγής, έγινε πρόβλεψη από τον νομοθέτη, ως προαναφέρθηκε, επιβολής σε καταδικασθέν για αυτό πρόσωπο, ποινής φυλάκισης δεκατεσσάρων χρόνων, παρέχει το στίγμα της σοβαρότητας του ως αδικήματος. Όπως επεξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Στυλιανού
(2001)2 Α.Α.Δ. 55: «Η χρήση της επιταγής στις συναλλαγές μεταξύ των πολιτών είναι σήμερα ευρεία. Η διάπραξη του αδικήματος της πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστών επιταγών υπονομεύει τις συναλλαγές και τις οικονομικές πράξεις και γενικά την οικονομία καθώς και την εμπιστοσύνη των πολιτών. Το αδίκημα διαπράττεται εύκολα για προσπορισμό παράνομου οικονομικού κέρδους από το δράστη. Οι παραπονούμενοι υφίστανται τις συνέπειες με την απώλεια, τις περισσότερες φορές, της περιουσίας τους.». Η αυστηρή αντιμετώπιση του αδικήματος της πλαστογραφίας επιταγής λόγω, ακριβώς, της σοβαρότητας του αυτής, επισημάνθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Ματθαίου
(2003)2 ΑΑΔ 50: «Η έκδοση και κυκλοφορία επιταγών αποτελεί το θεμέλιο της εμπορικής και της γενικότερης οικονομικής ζωής. Η ασφάλεια που πρέπει να νιώθει ο συναλλασσόμενος για τη γνησιότητα του εγγράφου αυτού είναι τόσης μεγάλης σπουδαιότητας που ο ποινικός νομοθέτης προβλέπει σαν μέγιστη ποινή, την ισόβια φυλάκιση [ως προβλεπόταν τότε]. Η διαχρονική πολιτική του δικαίου, όπως την εκφράζει η πλούσια νομολογία επί του θέματος, είναι η τιμωρία του δράστη με ουσιαστική και άμεση φυλάκιση.». (η υπογράμμιση είναι δική μου) Εν προκειμένω, βλ. επίσης, Ιωάννου κ. α. ν Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 200, Δημητρίου ν Δημοκρατίας 1999) 2 Α.Α.Δ. 141 και Χαραλάμπους ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 1. Σοβαρά βεβαίως, -αν και, σύμφωνα με την προαναφερόμενη αρχή του δικαίου της επιβολής ποινής, λιγότερο σοβαρά-, είναι και τα υπόλοιπά αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Η εγγενής σοβαρότητα των αδικημάτων του κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου που αφορούν το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, έχει και πάλι υπομνησθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Πρόκειται, παρατηρείται, για αδίκημα του ίδιου χαρακτήρα, με αυτό της πλαστογραφίας επιταγής. Στην υπόθεση Δρουσιώτης ν Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 505, διά του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Α. Πασχαλίδη, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι δεδομένη, . αυτή κατοπτρίζεται από το ύψος της ποινής που ο νομοθέτης έχει προνοήσει. Ιδιαίτερα, για το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, ., ο νομοθέτης προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε ετών. Έχει κατ' επανάληψη τονιστεί, η σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων, καθότι αυτά ενέχουν, σε έντονο βαθμό, το στοιχείο της απάτης, διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές μεταξύ πολιτών, στοιχείο που επιβάλλει την επιβολή ποινών αποτρεπτικού χαρακτήρα. .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) · Πρόκειται, σημειώνεται, για αδικήματα, η διάπραξης των οποίων είναι διαδεδομένη (βλ. Attorney-General v Ttofi
(1962)C.L.R. 225). Γνώσης του Δικαστηρίου λόγω της καθημερινής λειτουργίας του («virtute officii», βλ. Attorney-General v Mavrokefalos
(1966)2 Α.Α.Δ. 93) και διαχείρισης πάρα πολλών υποθέσεων κατηγορούμενων, σχεδόν καθημερινά, το κατηγορητήριο των οποίων περιλαμβάνει τα υπό αναφορά αδικήματα, στα οποία τελικώς καταδικάζονται. Η [σταθερή] συχνότητα και η έξαρσης που παρατηρείται στην διάπραξη των αδικημάτων αυτών, σε συνδυασμό με την σοβαρότητα τους, ως προελέχθη, επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής στον Κατηγορούμενο. Χαρακτηριστικό της προσέγγισης αυτής, είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Χατζημιτσή
(2005)2 Α.Α.Δ. 101: «Αδικήματα αυτής της φύσης, και επαναλαμβάνουμε κατά συρροή σε μικρό μάλιστα χρονικό διάστημα, δεν μπορεί παρά να αντιμετωπίζονται με τον ανάλογο κολασμό. Άλλως πως το αίσθημα ευνομίας και ευταξίας στον κοινό πολίτη θα πλήττεται, με ολέθρια αποτελέσματα για την κοινωνική συνοχή του τόπου μας.». Βλ. επίσης, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Δημητρίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 46, στην οποία αναφέρθηκε: «Ορθά επισημαίνει το δικαστήριο ότι η διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων προσλαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις και ως εκ τούτου παρουσιάζεται επιτακτική η ανάγκη της αναχαίτισης και αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων χάριν της προστασίας των συναλλαγών που διεξάγονται με τη χρήση και κυκλοφορία των επιταγών.». Σχετικές, σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, είναι και οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Παναγιώτου ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540 και Δημητρίου ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 141. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Παγιαβλάς ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240: «Η ανάγκη για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου δικαιολογείται, όλως ιδιαίτερα, όπου συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που οριοθετεί και το πλαίσιο αντιμετώπισής τους.». Η ανάγκη αυτή, υπάρχει και στην προκείμενη περίπτωση. Τα αδικήματα του κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου αυτής της υπόθεσης, είναι δεδομένο, έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, δεδομένο που καθιστά την ανάγκη αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου επιτακτική. Η έξαρσης αυτή στην διάπραξη τους, καθιστά βεβαίως το στοιχείο της αποτροπής, που στην προκείμενη περίπτωση έχει να διαδραματίσει τον δικό του ρόλο, εντονότερο στον καθορισμό της ποινής (βλ. Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 83, Ιωάννου ν Δημοκρατίας, κ. α.
(2003)2 Α.Α.Δ 171). Σε ότι αφορά τον παράγοντα της αποτροπής, ως προαναφέρθηκε, στην υπόθεση Πισκόπου ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342, το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του έντιμου Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, ως ήταν τότε, ανέφερε τα εξής: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μια έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος . και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας των εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.». · Ότι, σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα αδικήματα, από τα γεγονότα, προκύπτουν τα ακόλουθα στοιχεία, που καθορίζουν το περιθώριο επιείκειας που το Δικαστήριο δύναται να εφαρμόσει στην περίπτωση του Κατηγορουμένου. Και αυτό, επειδή, όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, δεν εξαρτάται, αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε και τις συνέπειες του (βλ. Μιχαηλίδης v Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, Θεοφάνους ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 298/2018, 27/06/2019).: Η παράνομη δράση του Κατηγορουμένου -όταν αυτός, πρέπει να σημειωθεί, ήταν σε ώριμη ηλικία, μεταξύ 43 και 45 ετών-, που ενεργούσε πάντοτε ελεύθερα και αυτόβουλα, δεν εκδηλώθηκε κατά την διάρκεια ενός μεμονωμένου περιστατικού, και σε καμία περίπτωση παρορμητικά. Ήταν εκτεταμένη, είχε χρονική διάρκεια και ήταν, ως προκύπτει, σε ότι αφορούσε το κάθε περιστατικό ξεχωριστά, προσχεδιασμένη -και μάλιστα, σε σημαντικό βαθμό-, καθώς επίσης, μεθοδική, επίμονη, θεατρική και σίγουρα, ευφάνταστη. Ο Κατηγορούμενος, ενεργώντας μαζί με άλλο πρόσωπο, κάποια XXXXX Χριστοδούλου, διέπραξε τα αδικήματα των κατηγοριών με αρ. 3 και 6, της πλαστογραφίας επιταγής, περί τον μήνα Μάιο του έτους
  1. Οι δύο επιταγές, αντικείμενο των προαναφερόμενων κατηγοριών με αρ. 3 και 6, της τότε ΝΕΑ ΣΠΕ Γερίου, μαζί με άλλες, είχαν, σε προγενέστερο στάδιο, κλαπεί κενές από τον XXXXX Παπαγεωργίου. Ο Κατηγορούμενος, με συνεργό την προαναφερόμενη XXXXX Χριστοδούλου, συμπλήρωσε -αφού αυτές περιήλθαν στην κατοχή του- τις εν λόγω επιταγές, στο πεδίο της εντολής πληρωμής -προς την πληρώτρια τράπεζα-, για συγκεκριμένο σε κάθε περίπτωση ποσό -€1.600 και €800 αντίστοιχα- και ημερομηνία πληρωμής, ώστε δικαιούχος τους να παρουσιάζεται η συνεργός του, και προς «έκδοση» τους, πλαστογράφησε την υπογραφή του XXXXX Παπαγεωργίου. Ακολούθως, μαζί με την προαναφερόμενη XXXXX Χριστοδούλου, -η οποία με τον τρόπο δράση τους, εκτίθετο περισσότερο στους κινδύνους της παρανομίας τους, εφόσον χρησιμοποιείτο το όνομα της επί των επιταγών- με σκοπό την καταδολίευση τρίτων ανυποψίαστων της παρανομίας τους προσώπων, -ήτοι, των XXXXX Πατή, XXXXX Πατή και XXXXX Τζιάναρο [που ενεργούσε για συγκεκριμένο νομικό πρόσωπο]-, ενήργησαν, «διαπραγματευόμενοι» αυτές, προς προεξόφληση [και αποπληρωμή μέρους χρέους της XXXXX Χριστοδούλου] και εξαργύρωση τους, αναλόγως περίπτωσης, σε μετρητά. Με τον τρόπο αυτό, ο Κατηγορούμενος, μαζί και η προαναφερόμενη XXXXX Χριστοδούλου, που, ως προαναφέρθηκε, παρουσιαζόταν ως η δικαιούχος τους, απέκτησαν οικονομικό όφελος €2.
  2. Τα θύματα όμως της παρανομίας τους, που, αναλόγως περίπτωσης, αποδέχθηκαν εξόφληση του χρέους της XXXXX Χριστοδούλου, ή κατέστησαν «κομιστές» των επιταγών, ζημίωσαν, εφόσον ο εν λόγω XXXXX Παπαγεωργίου, λόγω της κλοπής των επιταγών, είχε δώσει εντολή προς την προαναφερόμενη πληρώτρια τράπεζα, να μην τις πληρώσει. Ζήτημα βεβαίως αναμενόμενο προς τον Κατηγορούμενο και την συνεργό του, εξ ου και η προσπάθεια και εν τέλει η επίτευξη προεξόφλησης και εξαργύρωσης των εν λόγω επιταγών σε μετρητά και όχι η παρουσίασης τους στην πληρώτρια τράπεζα για να τις πληρωθούν. Ο σχεδιασμός και η μεθοδικότητα των πράξεων του Κατηγορουμένου και της συνεργού του, από αυτό το στοιχείο ακριβώς προκύπτει. Ενέργειες βεβαίως, που καταδεικνύουν και την αδιαφορία του Κατηγορουμένου και της συνεργού του για τις συνέπειες των πράξεων τους και προς τον ίδιο τον XXXXX Παπαγεωργίου, ο οποίος, στην κανονική πορεία των πραγμάτων, ως ο φερόμενος εκδότης των επιταγών, δεν μπορεί παρά να βρέθηκε εκτεθειμένος σε νομικές απαιτήσεις και διαδικασίες και να υποβλήθηκε σίγουρα σε ταλαιπωρία. Η παράνομη δράση του Κατηγορουμένου, συνεχίστηκε. Περί τον μήνα Οκτώβριο ή/και Νοέμβριο του έτους 2012, -2½ περίπου χρόνια μετά την διάπραξη των προαναφερόμενων αδικημάτων των κατηγοριών με αρ. 3 και 6, της πλαστογραφίας επιταγής-ο Κατηγορούμενος, ενεργώντας μόνος του αυτή την φορά, διέπραξε τα αδικήματα των κατηγοριών με αρ. 9 και 10, της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Θύμα της παρανομίας του Κατηγορουμένου αυτή την φορά, ο XXXXX Βαλιαντή, από τον οποίο ο Κατηγορούμενος, δια ψευδών παραστάσεων, απέσπασε το συνολικό ποσό των €9.
  3. Ο εν λόγω XXXXX Βαλιαντή, διαφήμιζε την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας των παιδιών του, των οποίων ενεργούσε ως αντιπρόσωπος. Ο Κατηγορούμενος επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς, παρασταίνοντας του ψευδώς ότι ενεργούσε ως αντιπρόσωπος κάποιων Ρώσων που ενδιαφέρονταν για την αγορά της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας. Δύο ημέρες μετά, σε συνάντηση που είχαν διευθετήσει, αφού συζήτησαν την τιμή πώλησης των ακινήτων, ο Κατηγορούμενος, ζήτησε από τον εν λόγω XXXXX Βαλιαντή και εξασφάλισε, τους τίτλους ιδιοκτησίας τους και €4.200 για να προβεί σε μετάφραση τους στη ρωσική γλώσσα, αλλά και για να εξασφαλιστεί εκτίμηση της αξίας των ακινήτων από πραγματογνώμονα. Το εν λόγω ποσό, ο Κατηγορούμενος το έλαβε από τον XXXXX Βαλιαντή, δύο ημέρες μετά, όταν συναντήθηκαν εκ νέου στον τόπο της προς πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας. Ο XXXXX Βαλιαντή, εξέδωσε επιταγή στο όνομα του Κατηγορουμένου, την ο οποία ο Κατηγορούμενος παρουσίασε στην πληρώτρια τράπεζα και εξαργύρωσε την ίδια ημέρα. Για την παραλαβή της, ο Κατηγορούμενος υπέγραψε στον XXXXX Βαλιαντή σχετική δήλωση. Την αμέσως επόμενη ημέρα, ο Κατηγορούμενος, επικοινώνησε ξανά με τον XXXXX Βαλιαντή, αυτή την φορά παρασταίνοντας του ψευδώς ότι το κόστος μεταφράσεως των τίτλων ιδιοκτησίας των ακινήτων και εκτίμησης της αξίας των κτημάτων από πραγματογνώμονα είχε αυξηθεί, και του ζήτησε επιπλέον €2.
  4. Την ίδια ημέρα, ο XXXXX Βαλιαντή, συνάντησε τον Κατηγορούμενο και του εξέδωσε επιταγή για το εν λόγω ποσό. Ο Κατηγορούμενος όμως, επέμενε να του καταβάλει το χρηματικό αυτό ποσό σε μετρητά, οπότε και ο XXXXX Βαλιαντή, συνοδεία του Κατηγορουμένου, επισκέφτηκε τράπεζα από όπου τελικά εξασφάλισε τα μετρητά και τα κατέβαλε στον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος, δεν έμεινε ως εκεί. Ήταν πραγματικά ασταμάτητος. Ένα περίπου μήνα μετά, επικοινώνησε και πάλι με τον XXXXX Βαλιαντή και του ζήτησε άλλες €3.000, αυτή την φορά παρασταίνοντας του ψευδώς ότι, τα χρήματα αυτά, του ήταν αναγκαία για να ανοιχτεί τραπεζικός λογαριασμός στο όνομα του, για σκοπούς εμβάσματος του ποσού των €100.000 που είχε συμφωνηθεί ως προκαταβολή για την αγορά των ακινήτων. Ο XXXXX Βαλιαντή, ενεργώντας και πάλι επί των παραστάσεων του Κατηγορουμένου, κατέβαλε στον Κατηγορούμενο, σε μετρητά, το εν λόγω ποσό. Ο Κατηγορούμενος, παραλαμβάνοντας το εν λόγω ποσό από τον Κατηγορούμενο, του υπέγραψε και πάλι σχετική δήλωση. Φυσικά, τίποτα από τα όσα ο Κατηγορούμενος είχε παρασιτήσει στον XXXXX Βαλιαντή, ως προαναφέρθηκε, δεν πραγματοποιήθηκε, εφόσον, εξ αρχής, πρόθεσης και σκοπός του Κατηγορούμενου, ήταν η καταδολίευσης του. Και βεβαίως, κανένα ποσό δεν επιστράφηκε από τον Κατηγορούμενο στον XXXXX Βαλιαντή μέχρι και σήμερα. Συνεπώς, ο βαθμός της ενοχής του Κατηγορουμένου, κρίνεται υψηλός, ενώ, η ζημιά που προξένησε, αρκετά μεγάλη. · Ότι, ο Κατηγορούμενος, δεν ήταν καθόλου συνεργάσιμος με την Αστυνομία. Δεν ομολόγησε, ανακρινόμενος για τα προαναφερόμενα περιστατικά, την διάπραξη των αδικημάτων, προβάλλοντας ανυπόστατους ισχυρισμούς για να παραπλανήσει, και μάλιστα, όπως παρατηρείται, παρά το γεγονός της διερεύνησης από την Αστυνομία της υπόθεσης που αφορά τις κατηγορίες με αρ. 3 και 6 στο κατηγορητήριο, της πλαστογραφίας επιταγής, ο Κατηγορούμενος προχώρησε, δύο περίπου χρόνια μετά, στην διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών με αρ. 9 και 10 στο κατηγορητήριο, της εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, χωρίς αλλαγή στάσης στην παρανομία (βλ. Geoffrey Michael John Pernell v Alan Carl Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Χαράλαμπος Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Stelios Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kyriacos Georghiou Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). · Το γεγονός, ότι, η καταδίκη του Κατηγορουμένου, ήταν το αποτέλεσμα της δικής του παραδοχής. Χωρίς, εντούτοις να παραβλέπεται, ότι, αυτή, ήρθε καθυστερημένα και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Ειδικότερα, αν αναλογιστεί κανείς, ότι, το κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου αυτής της Υπόθεσης, καταχωρήθηκε στις 17/08/2016 και η παραδοχή του στο κατηγορητήριο του, καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 15/01/2020. [Όπως δεν παραβλέπεται και το γεγονός, ότι, ο Κατήγορος, κατά την ημερομηνία που ο Κατηγορούμενος δήλωσε ως προαναφέρθηκε την παραδοχή του στις κατηγορίες με αρ. 3, 6, 9 και 10, διέκοψε τις υπόλοιπες κατηγορίες εναντίον του, από τις οποίες ο Κατηγορούμενος, ως εκ τούτου, απαλλάχτηκε. Αυτό φυσικά, πρέπει να σημειωθεί, δεν δικαιολογεί την εξ αρχής άρνηση του των κατηγοριών στις οποίες τελικά καταδικάστηκε μετά από δική του παραδοχή]. Εκ του αποτελέσματος, φυσικά, το γεγονός της παραδοχής του, εξοικονομεί πολύτιμο δικαστικό χρόνο και δημόσιο χρήμα, σχετιζόμενο με την ακρόαση αυτής της Υπόθεσης, δικαιολογεί μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου. Βλ. Λένος Γεωργίου Μυλωνά ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 384, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Σιδέρης Ισιδώρου ν G. M. Christofi Enterprises Ltd κ. α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60. Σε κάθε περίπτωση, λαμβάνω υπόψη μου, το σύνολο των περιστάσεων που αφορούν αυτή την Υπόθεση, για κάθε ένα από τα προαναφερόμενα περιστατικά, και πως αυτές μπορούν να συσχετιστούν με την απάντηση του Κατηγορουμένου στο κατηγορητήριο τους (βλ. Michal Bukowski v Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 92, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Chucri Saliba v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 388), δεδομένης της μαρτυρίας εναντίον του (είδους και έκτασης), σε ότι αφορά τον βαθμό του μετριασμού που δικαιούνται λόγω της παραδοχής της. Ο βαθμός δυσκολίας απόδειξης της υπόθεσης του Κατήγορου εναντίον του, στην βάση των στοιχείων που μου παρουσιάστηκαν, ήταν, κατά την κρίση μου, χαμηλός. · Ο Κατηγορούμενος, είναι λευκού ποινικού μητρώου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Λεωνίδα Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Nicholas Stratos a. a. v Police V17 C.L.R. 73, Γεώργιος Χατζηνικολάου ν Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63). Ο κατηγορούμενος, βαρύνεται με μία καταδίκη, στην Υπόθεση με αρ. 12043/2016 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 08/08/2016, η οποία, αφορούσε τρείς κατηγορίες για το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης / χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, -ομοειδή, δηλαδή, με αυτά της υπό κρίση Υπόθεσης- αδικήματα που διαπράχθηκαν περί το έτος 2013. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των δύο χρόνων (ήτοι, 1ος χρόνου, 2 χρόνων και 18 μηνών). Εντούτοις, για σκοπούς επιβολής ποινής, λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, μόνον καταδίκες ενός κατηγορουμένου, για αδικήματα που διαπράχθηκαν πριν από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος που αφορά η υπόθεση σε σχέση με την οποία το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, οι οποίες [καταδίκες], απαραιτήτως, λαμβάνουν χώρα («ολοκληρώνονται») πριν από την καταδίκη στην υπόθεση που το Δικαστήριο εξετάζει το ζήτημα της ποινής (βλ. Ιωάννου ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Τσιάκκα ν Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 282 και το σύγγραμμα του Τ. O' Maley, Sentencing, Law and Practise, στην σελίδα 189, στην παράγραφο 6-119). Στην προκείμενη περίπτωση, τα αδικήματα του κατηγορητηρίου αυτής της Υπόθεσης, διαπράχθηκαν τα έτη 2010 και 2012, και με δεδομένο ότι τα αδικήματα που αφορούν την καταδίκη του Κατηγορούμενου στην Υπόθεση με αρ. 12043/2016 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ως προαναφέρθηκε, διαπράχθηκαν περί το έτος 2013, ο Κατηγορούμενος, δεν μπορεί, για σκοπούς της ποινικής μεταχείρισης του από το Δικαστήριο σε ότι αφορά αυτή την Υπόθεση, να κριθεί με δεδομένο ότι δεν είναι λευκού ποινικού μητρώου. · Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου, σχετικά με το ζήτημα αυτό, ανέφερε ότι, ο Κατηγορούμενος, θα μπορούσε, το κατηγορητήριο του αυτής της υπόθεσης, να το είχε παραδεχθεί όταν καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην Υπόθεση με αρ. 12043/2016 ανωτέρω στις 08/08/2016, οπότε θα εκτιμάτο συνολικά η εγκληματική συμπεριφορά του από τότε και μέχρι σήμερα θα είχε εκτίσει την ποινή του. Ο προηγούμενος δικηγόρος του, ανέφερε, δεν άφηνε τον Κατηγορούμενο να το πράξει, παρά την επιθυμία του. Αυτή είναι μία τοποθέτησης, η οποία, ευσεβάστως, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Κατ' αρχήν, θα πρέπει να αναφερθεί, ότι, αν ο Κατηγορούμενος διαφωνούσε με τον τότε δικηγόρο του, για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, θα μπορούσε να τον παύσει. Δυσκολεύομαι να αποδεχθώ, ότι, ένας δικηγόρος ανέλαβε το βάρος μιας τέτοιας απόφασης με δοσμένη την αντίθετη θέση του πελάτη του. Η ουσία όμως, δεν είναι εκεί. Ο Κατηγορούμενος, πρέπει να σημειωθεί, ότι, έχει παραδεχθεί το κατηγορητήριο του αυτής της Υπόθεσης, μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στις 19/11/2019 και ότι, εκπροσωπείται από τον συνήγορο υπεράσπισης του σήμερα, τουλάχιστον από 21/02/2017. Συνεπώς, αν ο προαναφερόμενος ισχυρισμός του ήταν πραγματικότητα, τότε, η δήλωσης της παραδοχής του, τουλάχιστον στο κατηγορητήριο του αυτής της Υπόθεσης στο οποίο τελικά έχει καταδικαστεί, θα δηλωνόταν στο Δικαστήριο αμέσως, για να υπάρξει η σημερινή κατάληξης και να αναπτυχθεί η θέση του αυτή προς μετριασμό του. Εκ των πραγμάτων, τα δεδομένα έχουν διαμορφωθεί από τις αποφάσεις του Κατηγορουμένου και για το λανθασμένο αυτό, για τον οποιονδήποτε λόγο, ο Κατηγορούμενος, δεν μπορεί να τύχει επιείκειας. Παρόμοια θέση, με την προαναφερόμενη του Κατηγορουμένου, έχει πραγματευτεί πρόσφατα το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κατσιάρη ν Αστυνομία, Ποινική Έφεση Αρ. 163/2019, 20/12/2019, όπου δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Τ. Θ. Οικονόμου, αναφέρθηκαν τα εξής: «Από πλευράς εφεσείουσας υπεδείχθη ότι τα αδικήματα των υποθέσεων ήταν παρόμοια. Περιπλέον, τονίστηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της ότι κατά τον χρόνο επιβολής της πρώτης ποινής η εφεσείουσα δεν είχε ακόμα παραδεχθεί τη δεύτερη υπόθεση και άρα δεν ήταν δυνατό να ζητήσει όπως ληφθεί υπόψιν στην επιμέτρηση της πρώτης ποινής. Εισηγήθηκε ότι είναι αμφίβολο το κατά πόσον το δικαστήριο θα επέβαλλε μεγαλύτερη ποινή στα πλαίσια της 16410/14 εάν είχε ενώπιον του και την υπό κρίση υπόθεση. Έχει όντως αναγνωριστεί από τη νομολογία πως το γεγονός ότι μεταγενέστερη υπόθεση δεν λήφθηκε υπόψιν σε προηγούμενη ποινή, ενώ θα μπορούσε, είναι δυνατόν να αποτελέσει λόγο για μείωση της ποινής που επιβλήθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση. Από την άλλη όμως, δεν μπορεί να είναι βέβαιο σε τέτοια περίπτωση ποια θα ήταν η ποινή που θα επιβαλλόταν στην προηγούμενη υπόθεση εάν είχε ζητηθεί να ληφθεί υπόψιν η μεταγενέστερη υπόθεση (Βέλιου ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 76). Εν προκειμένω, η εφεσείουσα είχε απόλυτο δικαίωμα να μην παραδεχθεί ή να αλλάξει απάντηση κατά την κρίση της. Για τους σκοπούς όμως του παρόντος προβληματισμού δεν μπορεί παρά να σημειωθεί ότι επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της όταν εξ αντικειμένου δεν μπορούσε πλέον η δεύτερη υπόθεση να ληφθεί υπόψιν στην πρώτη. Βρίσκουν συνεπώς εφαρμογή τα όσα λέχθηκαν στην Θεοδούλου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2016:D279, ECLI:CY:AD:2016:D279, Ποιν. Έφ. Αρ. 288/15, ημερ. 14.6.2016: "Εν προκειμένω, απλώς ο κατηγορούμενος επέλεξε να παραδεχθεί την δεύτερη κατηγορία σε χρόνο τέτοιο που δεν μπορούσε πλέον η παρούσα υπόθεση να ληφθεί υπόψη στην άλλη. Τούτο έχει τη σημασία ότι ο εφεσείων δεν αξιοποίησε την πραγματική δυνατότητα που υπήρχε να ληφθεί υπόψη η παρούσα, αφήνοντας, κατ΄επιλογή του όπως προκύπτει, τα πράγματα να κριθούν εκ των υστέρων με βάση τον υποθετικό συλλογισμό για το πώς θα ενεργούσε το Κακουργιοδικείο στην περίπτωση που θα του εζητείτο να λάβει υπόψη και την παρούσα υπόθεση." Διαφορετική, απόλυτη προσέγγιση θα είχε τον κίνδυνο να επιλέγεται ο χρόνος παραδοχής, ιδιαίτερα με αλλαγή απάντησης, με σκοπό την εξασφάλιση ευκαιρίας για επιεικέστερη μεταχείριση. Συνεπώς, υπό τις περιστάσεις, η εφεσείουσα δεν μπορεί να αποζητά, άνευ ετέρου, επιεικέστερη μεταχείριση λόγω της δυνατότητας να είχε ληφθεί υπόψιν η δεύτερη (αλλά και οι άλλες υποθέσεις) εάν η ίδια, με έγκαιρη αλλαγή απάντησης, καθιστούσε εφικτό κάτι τέτοιο.». (η υπογράμμιση είναι δική μου) · Τις προσωπικές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου, προς εξατομίκευση της ποινής του, στο βαθμό, που, σύμφωνα με την νομολογία, μπορούν να επηρεάσουν μετριαστικά την ποινή, έχοντας ως δεδομένα, ως προελέχθη, την σοβαρότητα των αδικημάτων, την έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη τους και την αναγκαιότητα πάταξης τους (βλ. Χαραλάμπους ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 1, Tibor Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328, Παναγιώτου ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Όπως, εν προκειμένω ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Περικλέους ν Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 397: «Σοβαρά υπήρξαν τα εγκλήματα που διέπραξε ο εφεσείων και αυστηρή έπρεπε να ήταν η τιμωρία του. Το ότι η ποινή δεν ήταν αυστηρότερη από την επιβληθείσα οφείλεται στις ιδιάζουσες προσωπικές του συνθήκες. Δεν υποτιμάται η φόρτιση που δημιουργεί η ανάγκη. Πρέπει, όμως, να ελέγχεται από το καθήκον υπακοής στο νόμο, που αποτελεί και τον παρονομαστή της λειτουργίας του ανθρώπου στον κοινωνικό χώρο. Γι' αυτό, η εξατομίκευση της ποινής, ώστε να αντανακλά και τις συνθήκες του παραβάτη, δεν αμβλύνει, στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων, το στοιχείο της αποτροπής, που, κατά κανόνα, υπεισέρχεται στον καθορισμό της - (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). ...». (η υπογράμμιση είναι δική μου) Ο Κατηγορούμενος, είναι σήμερα ηλικίας 52 ετών. Συζευγμένος από το έτος 2016 και πατέρας, ως προαναφέρθηκε, ενός ανήλικου παιδιού, 3 ½ χρόνων. Αυτός είναι ο δεύτερος γάμος του Κατηγορουμένου, ο οποίος, με την πρώην σύζυγο του, με την οποία έλυσαν τον γάμο τους περί το έτος 2011, έχει αποκτήσει ακόμη δύο, ενήλικα πλέον παιδιά, ηλικίας 24 και 34 χρόνων. Εξαρτώμενο του όμως είναι, μόνο το ανήλικο του παιδί. Ο Κατηγορούμενος, από τον Δεκέμβριο του έτους 2017 που αποφυλακίστηκε από τις Κεντρικές Φυλακές, στις οποίες εξέτισε ποινή φυλάκισης μετά από απόφαση Δικαστηρίου, δεν εργάζεται και είναι λήπτης της βοήθειας του κράτους του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. Η σύζυγος του, που έχει καταγωγή από την Μολδαβία, λόγω έλλειψης της απαιτούμενης γνώσεως της ελληνικής και αγγλικής γλώσσας, για μεγάλο χρονικό διάστημα, δυσκολεύτηκε να εξεύρει εργασία. Είναι όμως πλέον βοηθός μάγειρας σε εστιατόριο, με μηνιαίο μισθό €
  1. Ο Κατηγορούμενος, διαμένει με την οικογένεια του σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στην Έγκωμη και το νοικοκυριό τους αντιμετωπίζει δυσκολίες, κυρίως οικονομικές. Αναφέρθηκαν χρέη από δανεισμό του Κατηγορουμένου που ξεπερνούν τις €100.000, στα οποία δεν μπορεί να ανταπεξέλθει και δυσκολία ακόμη και στην αντιμετώπιση των καθημερινών εξόδων. · Ο Κατηγορούμενος, υποστήριξε ότι αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα υγείας. Ο συνήγορος υπεράσπισης του, χαρακτήρισε αυτά τα προβλήματα «σοβαρά». Εντούτοις, τίποτα το συγκεκριμένο δεν αναφέρθηκε. Προς τεκμηρίωση της θέσης του εντολέα του, παρουσίασε την δέσμη εγγράφων, Τεκμήριο
  2. Από αυτά, με όλο τον σεβασμό προς την εισήγηση, δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Το μόνο που διαπιστώνεται, είναι ότι, ο Κατηγορούμενος, περί το 2011, αντιμετώπισε «αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο» και ότι, περί το έτος 2019, αφαίρεσε, μη καρκινικά ογκίδια που αναπτύσσονται στο δέρμα («θηλώματα»). Ενδεχομένως, βάσει των ίδιων εγγράφων, να αντιμετωπίζει και δισκοπάθεια. Τίποτα άλλο δεν προκύπτει από τα στοιχεία που μου παρουσιάστηκαν, που να χαρακτηρίζει την κατάσταση της υγείας του Κατηγορουμένου σοβαρή. Τα προβλήματα υγείας και τα σχετικά με αυτά ιατρικά θέματα που ένας κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, αποτελούν μετριαστικό παράγοντα στην ποινή που θα του επιβληθεί. Μπορούν, δηλαδή, να επηρεάσουν το μέγεθος, ή ακόμη και το είδος της ποινής (Βλ. Aoun v Republic
(1987)2 Α.Α.Δ. 208). Βεβαίως, όταν πρόκειται για πρόσωπο που κατ' εξακολούθηση εγκληματεί, η σημασία τους ατονεί (βλ. Ανδρέου ν Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166). Ο βαθμός της επίπτωσης τους στην ποινή, εξαρτάται, αφενός, από την σοβαρότητα του αδικήματος και τις περιστάσεις διάπραξης του (ήτοι, υπαιτιότητας και βλάβης) και αφετέρου, σε περίπτωση επιλογής από το Δικαστήριο για τον κατηγορούμενο της ποινής φυλάκισης, από την δυσμένεια των επιπτώσεων του εγκλεισμού του κατηγορούμενου στην φυλακή, στην κατάσταση της υγείας του (βλ. El-Beyrouty a. o. v Δημοκρατία
(1991)2 Α.Α.Δ. 543). Η κατάστασης, δηλαδή, της υγείας του κατηγορουμένου, πρέπει να συνδέεται με το ίδιο το γεγονός της φυλάκισής του, και τις επιπτώσεις της (βλ. El Kara v Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 239, Γεωργίου ν Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 162). Είναι αρχή στο δίκαιο της επιβολής ποινής, ότι, η ποινή εξατομικεύεται για να αρμόζει στην περίπτωση του συγκεκριμένου παραβάτη / κατηγορουμένου. Εξ ου και ο μετριασμός της ποινής κατηγορουμένου, όταν αυτός αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, ως προαναφέρθηκε. Η εξατομίκευση όμως της ποινής, όπως έχει επίσης νομολογηθεί, δεν μπορεί να οδηγεί σε εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του νόμου και του χαρακτήρα της ποινής (βλ. Antoniades v Police (
(1986)2 C.L.R. 21, Κάττου κ. α. ν Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 498, El-Beyrouty a. o. v Δημοκρατία
(1991)2 Α.Α.Δ. 543 Attorney General's Reference (No 77 of 2006) R v W [2006] EWCA Crim 2384). Εντούτοις, ακόμη και σε τέτοιες περιπτώσεις, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, ιδιαίτερα όσες αναφέρονται στην κατάσταση της υγείας του, οι οποίες είναι τέτοιες που μπορούν να χαρακτηριστούν ως εξαιρετικές, μπορεί να δικαιολογήσουν, και τούτο κατ' εξαίρεση, επιεική μεταχείριση του κατηγορουμένου, για λόγους καθαρά ανθρωπιστικούς (βλ. Zewar v Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 384, Μιχαήλ ν Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 487). Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Khalife v Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 315: «Αν, λόγω κάποιας σωματικής ανικανότητας ή ασθένειας, η φυλάκιση θα προκαλέσει σε ένα αδικοπραγούντα ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού, αυτό επενεργεί σαν ελαφρυντικός παράγοντας (Βλ. R. v. Leatherbarrow [1992] 13 Cr. App. R. (S) 632, R. v. Bernard [1997] 1 Cr. App. R. (S) 135 και R. v. Green [1992] 13 Cr. App. R. (S) 613).»]. Και τούτο, με δεδομένες πάντοτε τις πρόνοιες του Νόμου, σύμφωνα με τις οποίες, τα προβλήματα υγείας και τα σχετικά με αυτά ιατρικά θέματα που ένας κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, στον οποίον, κατά τα άλλα, έχει αποφασιστεί από το Δικαστήριο η επιβολή ποινής φυλάκισης, είναι στην αρμοδιότητα της Αρχής των Φυλακών και άλλων οργάνων της Πολιτείας, για διαχείριση και αντιμετώπιση (ήτοι, παροχής της αναγκαίας ιατρικής παρακολούθησής και περίθαλψης) (βλ. Κουφού ν Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 95, Celik v Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 391, El Kara v Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 239). Πρέπει να τίθεται ζήτημα ότι, η θεραπεία που ο κατηγορούμενος λαμβάνει, υπολείπεται, κατά κάποιο τρόπο, εκείνης την οποία ενδεχομένως θα κατάφερνε να εξασφαλίσει, αν ήταν ελεύθερος, ώστε να τίθεται ουσιαστικά ζήτημα σημαντικής έκπτωσης της ποινής του (βλ. El Kara v Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 239). Η πραγματικότητα τους, φυσικά, [των προβλημάτων υγείας ή/και των σχετιζόμενων με αυτά ιατρικών θεμάτων] πρέπει σε κάθε περίπτωση να αποδεικνύεται, να τεκμηριώνεται και να επεξηγείται στο Δικαστήριο από πλευράς κατηγορουμένου, με την απαιτούμενη, για σκοπούς πρόσδοσης ευχέρειας αξιολόγησης τους από το Δικαστήριο, λεπτομέρεια. Λεπτομερείς ιατρικές εκθέσεις, σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι απαραίτητες. Η γενικότητα στην τοποθέτηση, ή απλώς η άποψης του κατηγορουμένου για την κατάσταση της υγείας του και μόνον, αφαιρούν από το επιχείρημα (βλ. Διεθνές Κέντρο Υγείας Ολιστικής Ιατρικής Βιοραμα Λτδ ν Καρβελλα, Ποινική Έφεση Αρ. 288/2018, 12/03/2019, El Kara v Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 239, Chokami v Δημοκρατία
(1998)2 Α.Α.Δ. 189, Λαζάρου ν Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 129). Αυτό παρατηρείται και στην προκείμενη περίπτωση. Έλλειψη τεκμηρίωσης, ενός, σε κάθε περίπτωση, αόριστου ισχυρισμού. Από τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου, δεν βρίσκω η κατάστασης της υγείας του Κατηγορουμένου, στο βαθμό που μπορεί να διαπιστωθεί, να ενέχει τέτοιο εξαιρετικό χαρακτήρα, που να μπορεί να καθορίσει το είδος της ποινής που θα του επιβληθεί. Κάποια προβλήματα φαίνεται να υπάρχουν, του είδους όμως που πρέπει, σε περίπτωση που διαταχθεί η φυλάκισης του Κατηγορουμένου, να αντιμετωπιστούν από τους καθ' ύλην αρμόδιους, κατά τον χρόνο που θα παρουσιαστούν, αν παρουσιαστούν, μέσα από το πλαίσιο του Νόμου. Αυτή ήταν η αντιμετώπισης του ζητήματος και από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Διεθνές Κέντρο Υγείας Ολιστικής Ιατρικής Βιοραμα Λτδ ν Καρβελλα, Ποινική Έφεση Αρ. 288/2018, 12/03/2019: · Την καθυστέρηση δίωξης του Κατηγορουμένου, στην έκταση που παρατηρείται [και η οποία δεν έχει επεξηγηθεί από πλευράς Κατήγορου], αναλόγως περιστατικού και κατηγορίας, ήτοι περίπου έξι και τεσσάρων ετών αντίστοιχα [αναλόγως περίπτωσης]. Όπως επίσης και την καθυστέρηση που σε κάθε υπόθεση υπάρχει, από την διάπραξη των αδικημάτων του κατηγορητηρίου του μέχρι και σήμερα που του επιβάλλεται ποινή. Η οποία όμως καθυστέρησης, από τα όσα στοιχεία βρίσκονται ενώπιον μου, δεν φανερώνεται να έχει επηρεάσει δυσμενώς τον Κατηγορούμενο, στην προώθηση της όποιας θέσης του στην υπόθεση αυτή. Σε κάθε περίπτωση, τα πρακτικά της δίκης, φανερώνουν ότι, ο Κατηγορούμενος, δεν ήταν αμέτοχος στην προκύψασα καθυστέρηση, δηλαδή, μεταξύ της καταχώρισης της υπόθεσης αυτής και της διεκπεραίωσης της σήμερα. Πλείστες από τις αναβολές που δόθηκαν στην ακρόαση της υπόθεσης, διαπιστώνεται, οφείλονταν στον Κατηγορούμενο. Σε κάθε περίπτωση όμως, αποδέχομαι ότι, λόγω του διαρρεύσαντος χρόνου, ο Κατηγορούμενος, -εφόσον, αντικειμενικά υπάρχει καθυστέρηση στην διεκπεραίωση των υποθέσεων, καθότι, το Δικαστήριο, ανεξαρτήτως φόρτου εργασίας ή οτιδήποτε άλλου, όφειλε να εκδικάσει/διεκπεραιώσει την υπόθεση αυτή νωρίτερα ή να δράσει προς διασφάλιση της νωρίτερα διεκπεραίωσης της-, θα επηρεαστεί δυσμενώς από την επιβολή ποινής τώρα, εξαιτίας αλλαγής των συνθηκών του που συνέβησαν κατά τη διάρκεια της καθυστέρησης αυτής, που είναι τέτοιας φύσης και έκτασης, ώστε να δικαιολογείται κάποια διαφορετική προσέγγιση στο ζήτημα της ποινής του από το Δικαστήριο (βλ. Συμιλλίδης ν Νικολάου
(2013)2 Α.Α.Δ. 444, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543 και Χρυσοδόντας ν Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ.124/2016, 09/11/2016). Ιδιαιτέρως, αν ληφθεί υπόψη, ότι, μέσα σε αυτή την περίοδο, ο Κατηγορούμενος, ο οποίος έχει τελέσει δεύτερο γάμο μετά από διαζύγιο με την πρώτη σύζυγο του, έχει αποκτήσει ένα παιδί, ηλικίας σήμερα 3 ½ χρόνων. Στην υπόθεση Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 243, το Ανώτατο Δικαστήριο, σχετικά με το ζήτημα αυτό, ανέφερε τα εξής: «Είμαστε της άποψης ότι παρόλο που το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά ανάφερε ότι το θέμα αναστολής της ποινής είναι στη διακριτική του ευχέρεια και ότι πρόσωπα που δεν είναι λευκού ποινικού μητρώου στερούνται της δυνατότητας "για καλύτερη απαίτηση για αναστολή της ποινής", εντούτοις αν γνώριζε τα πραγματικά γεγονότα δυνατό να ανέστελλε την ποινή, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή ποινής και τούτο λόγω λάθους της εφεσίβλητης που αρχικά καταχώρησε άλλη υπόθεση χωρίς την απαιτούμενη συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα. Σημειώνουμε επίσης ότι στο μεταξύ οι προσωπικές συνθήκες του εφεσείοντος άλλαξαν ουσιωδώς υπέρ του. Μεσολάβησε η απεξάρτηση του από τα ναρκωτικά, η γέννηση τέταρτου παιδιού του πέραν των 3 ανήλικων παιδιών που είχε από προηγούμενο γάμο, και ήταν κοινώς αποδεκτό ότι προσέφερε βοήθεια στην αστυνομία για εξιχνίαση άλλων αδικημάτων που σχετίζονται με ναρκωτικά. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, αναφέρθηκε ότι η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή ποινής και ιδιαίτερα εκεί που στο μεταξύ υπήρχε μεταβολή στις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου, αποτελεί τέτοιο ουσιαστικό μετριαστικό παράγοντα που όχι μόνο μειώνει το την ποινή αλλά μπορεί να μετατρέψει και το είδος της. Πιο συγκεκριμένα αν κάτω από άλλες συνθήκες η ποινή φυλάκισης θα ήταν κατάλληλη, ενόψει του μεγάλου χρονικού διαστήματος αυτή μπορεί να μην ενδείκνυται πλέον. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά. (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617, 625-626.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ. α. (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 243 ανωτέρω, έγινε επισκόπηση της νομολογίας και των αρχών που διέπουν το ζήτημα: «Θεώρηση των εκκαλούμενων ποινών υπό το πρίσμα της σοβαρότητας και της φύσης των αδικημάτων δεν έχει παρά να οδηγήσει στο εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα ότι δεν αντιστοιχούν προς τη σοβαρότητά τους. Ωστόσο οι ποινές πρέπει να εξεταστούν υπό το φως της εισήγησης του κ. Χειμώνα ότι λόγω της πιο πάνω καθυστέρησης έχουν σημειωθεί μεταβολές στις οικογενειακές περιστάσεις των εφεσιβλήτων οι οποίες υπαγορεύουν την μη αύξηση της ποινής. Κατά το 1998 - έτος διάπραξης των αδικημάτων - οι εφεσίβλητοι είχαν μόνο 2 ανήλικα παιδιά ενώ σήμερα έχουν 4. Ποιες λοιπόν οι επιπτώσεις της καθυστέρησης στον καθορισμό της ποινής; Αρχίζουμε με την ανεξήγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της υπόθεσης. Αποτελεί πάγια πλέον θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώριση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Farfaros v. Republic
(1963)2 C.L.R. 36, Machi Ltd v. Social Insurance Officer
(1968)2 C.L.R. 305, Terlas v. Police
(1970)2 C.L.R. 30, Temenos v. Republic
(1984)2 C.L.R. 425, 429-30, Ioannou v. Police
(1985)2 C.L.R. 14, 31, Katsounis v. Police
(1988)2 C.L.R. 180). Στη M & M Loizou Ltd κ.α. ν. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 Α.Α.Δ. 717 (απόφαση Πική, Π.) υποδείχθηκε πως η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται σε φως η αξιόποινη πράξη του αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και αυτή τούτη τη δίκαιη δίκη. Στην παρούσα υπόθεση οι εκκαλούμενες ποινές έχουν επιβληθεί 40 μήνες μετά τη διάπραξη των αδικημάτων. Αυτός ο παράγων είναι μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Μάλιστα έχει νομολογηθεί ότι εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, 10, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, 361, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267, 271, Γενικός Εισαγγελάς κ.ά. ν. Πότση κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272). Στη Γεωργίου (πιο πάνω) το Εφετείο είχε να αποφασίσει κατά πόσο η περίπτωση ήταν κατάλληλη για μετατροπή της ποινής προστίμου σε ποινή φυλάκισης, που το πρωτόδικο δικαστήριο, λανθασμένα δεν επέβαλε στον εφεσίβλητο. Έκρινε ότι υπεισέρχεται προς εξέταση ο παράγων του χρόνου των 3 ½ ετών που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Με αναφορά στα νομολογηθέντα στις υποθέσεις Τέλλα και Αβρααμίδη (πιο πάνω) το Εφετείο - με απόφαση που δόθηκε από τον Κραμβή, Δ. - θεώρησε ότι "ο χρόνος που πέρασε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα σε συνάρτηση προς το μεταγενέστερο γεγονός του γάμου του εφεσίβλητου το οποίο, ως τυχαία απόρροια του διαρρεύσαντος χρόνου, συνεπάγεται μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του εφεσίβλητου, αποτελεί παράγοντα ο οποίος καθιστά ανεπιθύμητη την επιβολή ποινής φυλάκισης στον εφεσίβλητο σ' αυτό το στάδιο". Υπό τις περιστάσεις έκρινε πως δεν υπάρχει ο,τιδήποτε το απολύτως αναγκαίο που να καθιστά απαραίτητη την επέμβαση του Εφετείου για μετατροπή των ποινών που το πρωτόδικο δικαστήριο επέβαλε στον εφεσίβλητο. Στην παρούσα υπόθεση για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ευθύνονται οι ίδιοι οι εφεσίβλητοι και σε τέτοια περίπτωση οι τελευταίοι δεν μπορούν να την επικαλούνται ως ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Κουλλαπής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 273). Πρέπει στο σημείο αυτό να υποδείξουμε ότι η διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος αναφορικά με το χρόνο εκδίκασης των υποθέσεων αποτελεί πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου (Μιχάλης Μαγκάκης
(1990)1 Α.Α.Δ. 1068). Στην παρούσα υπόθεση το πρωτόδικο δικαστήριο έπρεπε να είχε λάβει πρόσφορα και δραστικά μέτρα για την απρόσκοπτη εκδίκαση της υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο όπως επιτάσσουν οι πρόνοιες του Συντάγματος. Παρά τη θέση της νομολογίας ως προς τις επιπτώσεις της καθυστέρησης όταν για αυτήν ευθύνεται ο κατηγορούμενος και τη θέση της ως προς την ευθύνη του δικαστηρίου για τη διεξαγωγή της μέσα σε εύλογο χρόνο παραμένει το γεγονός της επιβολής ποινής μετά την παρέλευση 40 μηνών από τη διάπραξη των αδικημάτων. Στην Αρέστη (πιο πάνω) ο Πικής, Π. υπέδειξε ότι: "Η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει της απόσταση που δημιουργείται, ως προς το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του." Το θέμα της καθυστέρησης εξετάζεται για να κριθεί αν η δίκη ήταν δίκαιη, όπως ορίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Ωστόσο ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Στην παρούσα υπόθεση η μεταβολή των συνθηκών των εφεσιβλήτων ήταν ιδιάζουσα. Έχουν στο μεταξύ αποκτήσει άλλα δύο παιδιά. Κρίνουμε, επομένως, πως ορθά λήφθηκε υπόψη η καθυστέρηση στο σύνολό της ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής και το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν λειτούργησε κάτω από εσφαλμένη καθοδήγηση στον καθορισμό της ποινής. Η επιείκεια η οποία έχει επιδειχθεί λόγω των προσωπικών περιστάσεων των εφεσιβλήτων δεν καθιστά την εκκαλούμενη ποινή καταφανώς ανεπαρκή έτσι ώστε να δικαιολογείται η επέμβασή μας για αύξησή της.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) · Το γεγονός ότι, στην προσοχή του Δικαστηρίου, ετέθη η διάθεση και πρόθεση του Κατηγορουμένου, αποζημίωσης των Παραπονουμένων, θυμάτων της εγκληματικής δράσης του, των προαναφερόμενων περιστατικών (βλ. Savva v Director of Social Insurance Services
(1980)2 Α.Α.Δ. 126, Θεοχάρους & Υιός Λτδ κ. α. ν Ορφανίδη κ. α. Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014 και 115/2014, 25/02/2016, Μελάς ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412, Pernell v Alan Carl Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Ο Κατηγορούμενος, δήλωσε έτοιμος να καταθέσει αμέσως στο Δικαστήριο το ποσό των €2.400 για να δείξει έμπρακτα την πρόθεση του αυτή. Η διάθεσης αυτή και τοποθέτησης του Κατηγορουμένου, αν και λόγω της καθυστέρησης στην εκδήλωση της δεν είναι βαρυσήμαντη, σε κάποιο βαθμό δικαιολογεί να ιδωθεί ο Κατηγορούμενος από το Δικαστήριο με περισσότερη επιείκεια. Εν προκειμένω, δεν διαφεύγει της προσοχής μου, ότι, η μη εκδήλωσης πρόθεσης ή διάθεσης από πλευράς του Κατηγορουμένου, αποζημίωσης των Παραπονουμένων, νωρίτερα, ενδεχομένως να σχετίζεται με την 18μηνη, μέχρι και τον Δεκέμβριο του έτους 2017, κράτηση του στις Κεντρικές Φυλακές, και τις κακές οικονομικές του περιστάσεις έκτοτε. Σε κάθε περίπτωση, το τι πρέπει να σημειωθεί για το ζήτημα αυτό, -όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Ματθαίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 50-, είναι το εξής: «Η αποζημίωση του θύματος συνηγορεί υπέρ ηπιότερης τιμωρίας. Δεν αποκτά όμως κυριαρχική σημασία στην επιβολή ποινής, ιδιαίτερα όταν πρόκειται περί σοβαρών αδικημάτων.» (βλ. επίσης, Δημητρίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 46). · Ότι, σε περίπτωση επιβολής προς τον Κατηγορούμενο ποινής φυλάκισης στην υπόθεση αυτή, αυτομάτως, θα ενεργοποιηθεί και η εναπομείνασα ποινή φυλάκισης 31 ημερών, από ποινή φυλάκισης που του έχει επιβληθεί και έχει προηγουμένως ανασταλεί με προεδρική χάρη, η οποία και θα προστεθεί ώστε να εκτιθεί διαδοχικά με τις ποινές φυλάκισης που ενδεχομένως να του επιβληθούν σε αυτή την υπόθεση. προχωρώ στο να επιβάλω στον Κατηγορούμενο ποινή. 5. Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, εφαρμόζοντας την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής (δεδομένης και της εναπομείνασας ποινής φυλάκισης 31 ημερών, από ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο και έχει προηγουμένως ανασταλεί με προεδρική χάρη ως προαναφέρθηκε), στον Κατηγορούμενο, επιβάλλω τις ακόλουθες ποινές: Στην 3η Κατηγορία: 15 μήνες φυλάκιση Στην 6η Κατηγορία: 15 μήνες φυλάκιση Στην 9η Κατηγορία: 7 μήνες φυλάκιση Στην 10η Κατηγορία: 7 μήνες φυλάκιση Όλες οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν (βλ. Αχιλλέως ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 331, Β.Ε.Κ. ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 228, Χατζιηκκος ν Αστυνομία, Ποινική Έφεση Αρ. 352/2018, 19/07/2019, Κατσιάρη ν Αστυνομία, Ποινική Έφεση Αρ. 163/2019, 20/12/2019). Αντιμετωπίζω το ζήτημα, βάσει της αρχής της συνολικότητας της ποινής, ανεξαρτήτως του ότι, τα αδικήματα των κατηγοριών με αρ. 3 και 6, σε σχέση με τα αδικήματα των κατηγοριών με αρ. 9 και 10, παρά το γεγονός ότι είναι όμοια, δεν σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μιας ενιαίας ενέργειας ή συμπεριφοράς και ως εκ τούτου, οι έκτισης των ποινών, τουλάχιστον μεταξύ αυτών των ομάδων κατηγοριών, θα μπορούσε να διαταχθεί να εκτιθούν διαδοχικά. Κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 117 του Κεφ.155, η ποινή φυλάκισης που επιβάλλω στον Κατηγορούμενο, θα αρχίσει να εκτίεται από σήμερα που του έχει ανακοινωθεί. Αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που αγγίζουν το ζήτημα της ποινής κατηγορουμένου για ομοειδή αδικήματα με αυτά του κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου αυτής της υπόθεσης, είναι μόνον ενδεικτικές της ποινικής μεταχείρισης που ένας κατηγορούμενος μπορεί να τύχει από το Δικαστήριο, καθότι, «ουδέποτε υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων.». Αυτό, αναφέρθηκε από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, ο οποίος έδωσε την ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ναζίπ ν Αστυνομίας
(2014)2Β Α.Α.Δ 808. Όπως επεσήμανε ο έντιμος, Δ. Α. Δ. εν προκειμένω, «εκείνο στο οποίο βοηθά η προηγούμενη νομολογία, είναι στο πλαίσιο ανάδειξης εκείνου του μέτρου που ακολουθείται σε διάφορες υποθέσεις, ώστε να εξετάζεται σφαιρικά και η ποινή που θα επιβληθεί στη συγκεκριμένη υπόθεση που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου.». Τέτοιες, σε ότι αφορά την υπόθεση αυτή σχετικά με το αδίκημα της πλαστογραφίας επιταγής, είναι οι ακόλουθες αποφάσεις: Γενικός Εισαγγελέας ν Στυλιανού
(2001)2 Α.Α.Δ. 55, Γενικός Εισαγγελέας ν Ματθαίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 50, Δημητρίου ν Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 46, Δημητρίου ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 141, Παναγιώτου ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540, Γενικός Εισαγγελέας ν Χατζημιτσή
(2005)2 Α.Α.Δ. 101, Χαραλάμπους ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 1, Περικλέους ν Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 397, Iosif v Republic
(1979)2 C.L.R. 221, Mashvili v Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 482, Ανδρέου ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 593, Χριστοδούλου ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 86, Παναγιώτου ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 452, Γεωργίου ν Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 525, Τσιακούρης ν Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 439, Χατζηδημητρίου ν Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104, Χαραλάμπους ν Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1, Ιωάννου κ. α. ν Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 200, Γενικός Εισαγγελέας ν Στυλιανού
(2001)2 Α.Α.Δ. 55. Και σε ότι αφορά το αδίκημα της εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, σχετικές είναι οι ακόλουθες αποφάσεις: Κατσιάρη ν Αστυνομία, Ποινική Έφεση Αρ. 163/2019, 20/12/2019, Θεοφάνους ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 298/2018, 27/06/2019, Δρουσιώτης ν Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 505, Καρανίκκη ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 118, Ζένιου κ. α. ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 65, Schadow v Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 168, Nehme v Police
(1987)2 Α.Α.Δ. 242, Zacharia v Police
(1986)2 A.A.Δ. 225, Christodoulou v Police
(1985)2 Α.Α.Δ. 93, Angelodemou v Police
(1982)2 A.A.Δ. 42, Kefalos v Police
(1978)2 C.L.R. 25, Christou v Police
(1968)2 A.A.Δ. 96, Fida v Police
(1967)2 A.A.Δ. 242, Michaelides v Republic
(1965)2 A.A.Δ.
  1. Σε ότι αφορά την προαναφερόμενη νομολογία και την αξιολόγηση της, σημειώνεται η τροποποίηση των σχετικών Άρθρων του Νόμου που επέφερε διαφοροποίηση των ποινών, στις 30/04/2004 και 24/02/2006 αντίστοιχα. Βλ. του Νόμους 124(Ι)/2004 και 18(Ι)/
  2. Ενόψει των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης και του Κατηγορουμένου, αποφασίζω, χωρίς, τονίζω, να υποβιβάζω τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκε ένοχος, η οποία είναι δεδομένη, όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της αναστολής έκτισης της ποινής. Ως εκ τούτου, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης ως προαναφέρθηκε, αναστέλλεται με βάση το σχετικό νόμο (βλ. περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Νόμος 95/72, Άρθρο 3) για περίοδο τριών χρόνων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ.373, Χρίστου ν Αδάμου,
(2012)2 Α.Α.Δ. 772, Νικολάου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 195/2014, 20/03/2015, Σαμπουκασίδης ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 37/2015, 08/04/2015, Γεωργίου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 27/2016, 19/07/2016 και Γενικός Εισαγγελέας ν Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161). Στην προκείμενη περίπτωση, τα αδικήματα που διαπράχθηκαν από τον Κατηγορούμενο, είναι πολύ σοβαρά και λόγω της έξαρσης που παρατηρείται στην διάπραξη τους, αυτά πρέπει να τιμωρούνται με αυστηρότητα. Η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης, είναι, θα μπορούσε να λεχθεί, το σημείο από το οποίο ξεκινάει η σκέψης του Δικαστηρίου. Εντούτοις, ο Κατηγορούμενος, έχει διαπράξει τα εν λόγω αδικήματα πριν από δέκα και οχτώ χρόνια αντίστοιχα, η υπόθεσης αυτή ήρθε στο Δικαστήριο από πλευράς Κατήγορου, με αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τεσσάρων και έξι ετών, αναλόγως περιστατικού, αντιστοίχως και ο Κατηγορούμενος, που στο μεσοδιάστημα έχει εκτίσει ποινή φυλάκισης δεκαοχτώ μηνών για ομοειδή αδικήματα, έχει νυμφευτεί και έχει αποκτήσει ένα παιδί ηλικίας σήμερα 3 ½ ετών, που εξαρτάται από αυτόν. Από την αποφυλάκιση του τον Δεκέμβριο του έτους 2017, ο Κατηγορούμενος δεν φαίνεται να διέπραξε οποιοδήποτε αδίκημα, έχει φαίνεται μετανιώσει για την παράνομη δράση του και έχει αλλάξει στάση ζωής. Σκοπός του, είναι η αποζημίωσης των θυμάτων της παράνομης δράσης του και ως εκ τούτου, θα εκδώσω εναντίον του, διαταγή αποζημίωσης τους, στο βαθμό που το Άρθρο 24
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960, το επιτρέπει.
  1. Δικαστήριο προς Κατηγορούμενο:
  2. Θα εξηγήσω τι σημαίνει αυτό. Σημαίνει ότι, η ποινή φυλάκισης, είναι ποινή φυλάκισης, αλλά δεν ενεργοποιείται αμέσως, διότι κρίνω ότι θα πρέπει να σας δοθεί άλλη μια ευκαιρία, με την προϋπόθεση ότι δεν διαπράξετε άλλο αδίκημα. Αυτό σημαίνει ότι, εάν μέσα στα επόμενα τρία χρόνια δεν διαπράξετε οποιοδήποτε άλλο αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση, δεν θα κληθείτε να υπηρετήσετε την ποινή φυλάκισης. Αν όμως διαπράξετε οποιοδήποτε άλλο τέτοιο αδίκημα, θα μπορεί το Δικαστήριο να σας επιβάλει ποινή για το αδίκημα εκείνο, αλλά και να διατάξει να υπηρετήσετε το υπόλοιπο της ποινής φυλάκισης που σας έχει επιβληθεί και η οποία σήμερα ανεστάλη. Επομένως πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στην επιείκεια που ο Νόμος και το Δικαστήριο που εφαρμόζει αυτόν σας έχει επιδείξει σε σχέση με τη μελλοντική σας συμπεριφορά.
  3. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα βάσει του Άρθρου 24
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960, αποζημίωσης (βλ. Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Πορα, Ποινική Έφεση Αρ. 323/18, 12/11/2019): (α) για το ποσό των €6.000, εναντίον του Κατηγορουμένου και υπέρ των XXXXX Πατή, XXXXX Τζιάναρου και XXXXX Βαλιαντή (το οποίο θα τους επιμεριστεί αναλογικά), με το οποίο ο Κατηγορούμενος πρέπει να συμμορφωθεί εντός δύο μηνών από σήμερα. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.