ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΠΙΚΗΣ κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 10598/2019, 2/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B244 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 10598/2019 Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον-
- XXXXX ΠΙΚΗΣ
- XXXXX ΧΡΙΣΤΟΥ
- XXXXX ΠΙΚΗΣ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 02/07/
- Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Μιχαήλ-Αβραμίδου. Για τον Κατηγορούμενο 1: κα Ε. Γεωργίου. Για τον Κατηγορούμενο 2: καμία εμφάνιση. Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Τζ. Μπετίτο. Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, Παρόντες. ___________________________________________________________________________ ΠΟΙΝΗ ___________________________________________________________________________
- Στην υπόθεση αυτή, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, κατόπιν δικής τους παραδοχής, κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν στις ακόλουθες κατηγορίες στο κατηγορητήριο, που τους προσάχθηκαν από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας (στο εξής καλούμενος «ο Κατήγορος»): · Ο Κατηγορούμενος 1, στις κατηγορίες με αρ. 2 και 3; Και, · Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, στις κατηγορίες με αρ. 1, 2, 3, 4, 5 και 6; που αφορούν: · Οι κατηγορίες με αρ. 1 και 4, το αδίκημα της συνομωσίας για διάπραξη κακουργήματος [ήτοι, της διάρρηξης κτηρίου]; · Οι κατηγορίες με αρ. 2 και 5, το αδίκημα της διάρρηξης κτηρίου και κλοπής; Και, · Οι κατηγορίες με αρ. 3 και 6, το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς.
- Η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία καταδικάστηκαν οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Σημείο αναφοράς αποτελεί πάντοτε, η προβλεπόμενη από τον νόμο μέγιστη ποινή (βλ. Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Αυτή αποτελεί την βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, για τα αδικήματα στα οποία οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 έχουν καταδικαστεί, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρεται στην συνέχεια, προβλέπεται ποινή φυλάκισης [ή και ποινή φυλάκισης]. Ποινή [η ποινή φυλάκισης], που, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιβολής ποινής, ως η σοβαρότερη / αυστηρότερη ποινή, πρέπει να επιβάλλεται, μόνον όταν η φύση του αδικήματος και οι συνθήκες και ένταση στην διάπραξή του, σε συνάρτηση με τα ελαφρυντικά του αδικοπραγούντος, την καθιστούν ως την καταλληλότερη ποινή. Τέτοια ποινή, επισημαίνεται, επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις, που, οποιαδήποτε άλλη, κρίνεται ακατάλληλη (βλ. Θεοχάρους ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Yeats v Constantin
(2000)2 Α.Α.Δ. 320, Κοσασβίλη ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 606). Δηλαδή, μόνο στις περιπτώσεις όπου κρίνεται απολύτως απαραίτητο και για περίοδο όχι περισσότερη από ότι υπό τις περιστάσεις είναι αναγκαίο. Όπως έχει αναφερθεί από τον Αρχιδικαστή Lane στην απόφαση του στην υπόθεση Bibi [1980] 1 WLR 1193: «. τα Δικαστήρια πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεχτικά να εξετάζουν την κάθε περίπτωση προς τον σκοπό διασφάλισης, στην περίπτωση που άμεση ποινή φυλάκισης είναι απαραίτητη, ότι η ποινή είναι όσο το δυνατόν μικρότερη και σύμφωνη μόνο με το καθήκον του Δικαστηρίου για προάσπιση των συμφερόντων της κοινωνίας και της αποτροπής του εγκληματία.» (βλ. επίσης στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1824, στην παράγραφο Ε.1.11). Η ανώτατη ποινή, επισημαίνεται, που μπορεί, σύμφωνα με τον νόμο, να επιβληθεί από το Δικαστήριο, για συγκεκριμένο αδίκημα, επιβάλλεται, μόνον στις περιπτώσεις όπου: (α) η φύση του αδικήματος είναι τέτοια, ώστε, να επιβάλλει εξαιρετικά μέτρα αποτροπής χάριν της προστασίας της κοινωνίας, (β) όταν από το σύνολο των περιστάσεων, ο καταδικασθείς, φαίνεται, κατά λογική πρόβλεψη, ότι θα συνιστά σοβαρό κίνδυνο για το κοινό, για ακαθόριστο χρόνο, και (γ) ότι, κάθε ελπίδα αναμόρφωσης του, ακριβώς προς προστασία της κοινωνίας από αυτόν και επανένταξης του σε αυτήν ως νομοταγές μέλος, έχει εκλείψει, από την άποψη ότι, το μητρώο του, τον αποκαλύπτει ως αδιόρθωτο, κατ' εξακολούθηση εγκληματία (βλ. Pernell v Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Προκύπτει συνεπώς από την νομολογία, ότι, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, πρέπει να επιφυλάσσεται για τα σοβαρότερα παραδείγματα του συγκεκριμένου αδικήματος. Σύμφωνα με τον Δικαστή Lawton (βλ. Ambler
(1975)CSP A1-4C01), κατά την εξέταση του κατά πόσο ένα αδίκημα είναι από τα χειρότερα παραδείγματα του είδους του, το Δικαστήριο, πρέπει να λαμβάνει υπόψη του, το φάσμα των περιπτώσεων που πράγματι αντιμετωπίζονται στην πράξη και να αναρωτιέται, εάν η συγκεκριμένη περίπτωση που αντιμετωπίζει, εμπίπτει εντός του ευρύτερου πεδίου του φάσματος αυτού. Το Δικαστήριο, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να χρησιμοποιεί την φαντασία του προς τον σκοπό δημιουργίας, «απίθανων, χειρότερων πιθανών περιπτώσεων», για να καταλήξει διαφορετικά (βλ. επίσης, Bright [2008] 2 Cr App R (S) 578). Εντούτοις, ακόμη και στις πιο σοβαρές των περιπτώσεων, το πρόσωπο του παραβάτη και πάλι δεν παραβλέπεται. Ο αδικοπραγήσας, όταν υπάρχουν στοιχεία μετριαστικά που το δικαιολογούν, δικαιούται έκπτωση της ποινής του, ανάλογη πάντοτε της σοβαρότητας του αδικήματος. Όπως υποστηρίζεται από τους συγγραφείς του Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1833, στην παράγραφο Ε.1.17, με παραπομπή στις αποφάσεις του Αγγλικού Εφετείου στις υποθέσεις Carroll
(1995)16 Cr App R (S) 488, Greene
(1993)14 Cr App R (S) 682 και Barnes
(1983)5 Cr App R (S) 368, γενικά, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, δεν πρέπει να επιβάλλεται, στις περιπτώσεις όπου η καταδίκη ήταν το αποτέλεσμα παραδοχής του κατηγορουμένου ότι διέπραξε το αδίκημα (βλ. επίσης, Pinto [2006] 2 Cr App R (S) 579). Σε κάθε περίπτωση, η ποινή, εξατομικεύεται από το Δικαστήριο, για να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. 3. Είναι συνεπώς, ένεκα των προαναφερόμενων αρχών, αναγκαίο να αναφερθεί, ποια είναι η προνοούμενη από τον Νόμο, μέγιστη ποινή, για τα προαναφερόμενα αδικήματα. Σημειώνοντας ασφαλώς εδώ, λόγω της σημασίας που αυτό έχει, στα της ποινής, και το γεγονός της παραπομπής της υπόθεσης αυτής, για συνοπτική εκδίκαση, ήτοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και όχι ενώπιον Κακουργιοδικείου, μετά από απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Ο οποίος, [Γενικός Εισαγγελέας], προφανώς και θεωρεί, ένεκα της προαναφερόμενης συγκατάθεσης του, ότι, η ποινή που μπορεί να επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο, ήτοι, φυλάκιση μέχρι πέντε ετών (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Cham κ. α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 129), αποτελεί επαρκή τιμωρία για την συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442). Εντούτοις, όπως έχει πρόσφατα επαναβεβαιωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, μέσα από την απόφαση του στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Μυλωνάς, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, 14/12/2018, ένα τέτοιο γεγονός, δεν καθιστά τα αδικήματα λιγότερο σοβαρά: «Το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και όχι την ανώτατη ποινή που το ίδιο έχει δικαιοδοσία να επιβάλει (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Η ανώτατη ποινή που προβλέπει ο Νόμος συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης με στόχο τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής που θα επιβληθεί (Δημοκρατία ν. Κυριάκου & άλλου
(1990)2 ΑΑΔ 264, Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9.) Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή.». Μάλιστα, όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Π. Καλλή, στην υπόθεση Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442, «κατά την επιμέτρηση της ποινής σε υποθέσεις Κακουργιοδικείου, οι οποίες παραπέμπονται για συνοπτική εκδίκαση, το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και να επιβάλει αν τα γεγονότα και περιστάσεις της υποθέσεως το απαιτούν ακόμη και το ανώτατο όριο της ποινής που μπορεί να επιβληθεί σε συνοπτική διαδικασία - φυλάκιση 5 ετών». (η υπογράμμιση και η έμφασης είναι δική μου): · Σύμφωνα με το Άρθρο 371 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154»), το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, στην προκείμενη περίπτωση, του κακουργήματος της διάρρηξης κτηρίου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης επτά χρόνων. [Σημειώνονται σε κάθε περίπτωση, οι πρόνοιες του Άρθρου 29 του Κεφ. 154]; · Σύμφωνα με το Άρθρο 294(α) του Κεφ. 154, το αδίκημα της διάρρηξης κτηρίου και κλοπής, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης επτά χρόνων. [Σημειώνονται σε κάθε περίπτωση και πάλι, οι πρόνοιες του Άρθρου 29 του Κεφ. 154]; Και, · Σύμφωνα με το Άρθρο 324
(1)του Κεφ. 154, το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης δύο χρόνων ή σε πρόστιμο μέχρι και €2.562 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. 4. Έχοντας υπόψη τις ποινές που προβλέπει ο Νόμος και αφορούν τα αδικήματα της υπόθεσης αυτής, τις αρχές και την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορούν τα της ποινής, και ειδικότερα, την ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, αλλά και το καθήκον του Δικαστηρίου πρόσδοσης αποτελεσματικότητας στον Νόμο και στον χαρακτήρα της ποινής προς προστασία των νομοταγών πολιτών και του κοινωνικού συνόλου (βλ. Ιωάννου ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171), όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 (βλ. και την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που υπάρχει διαθέσιμη για κάθε ένα από αυτούς) και το κάθε τι ελέχθη από πλευράς τους προς μετριασμό της ποινής τους, και ιδιαίτερα: · Τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από τις προνοούμενες από τον Νόμο ποινές, με σημείο αναφοράς, ως προαναφέρθηκε, το μέγιστο της προβλεπόμενης στον Νόμο ποινής. Και περαιτέρω, την έξαρση που παρατηρείται, στην διάπραξη των αδικημάτων αυτών -με αυξανόμενη ένταση θα μπορούσε να λεχθεί, για κάποια χρόνια τώρα-, γεγονός, που, σε συνδυασμό με την σοβαρότητα τους, ως προελέχθη, επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής στους Κατηγορουμένους 1, 2 και 3. Η σοβαρότητα των αδικημάτων των κατηγοριών με αρ. 2 και 5 του κατηγορητηρίου των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 (αντίστοιχα, αναλόγως κατηγορίας), έχει υπομνησθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Bezanidis v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 785. Διά του έντιμου, Π. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ (ως Δ.Α.Δ. τότε), αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επιφέρει ρήξη στον κοινωνικό ιστό και στην ευόδωση της επίτευξης του στόχου εδραίωσης μιας φιλήσυχης και ειρηνικής κοινωνίας στην οποία δικαιούται να προσβλέπει ο κάθε πολίτης ώστε να νοιώθει ασφάλεια. Στις πρόσφατες αποφάσεις Mixaylov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 175, αναφέρθηκαν τα εξής: "Στις πλέον πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με υποθέσεις διάρρηξης και κλοπής, επανατονίσθηκε, η χωρίς σημεία κάμψης συνεχόμενη αυξητική τάση των διαρρήξεων και κλοπών, γεγονός που κλονίζει την ασφάλεια που πρέπει να αισθάνεται κάθε πολίτης ενός εύνομου κράτους, (Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 146). Παρόμοια επισήμανση ως προς το γεγονός ότι αδικήματα της φύσεως αυτής απασχολούν σχεδόν καθημερινά τα Δικαστήρια, με αποτέλεσμα οι ποινές που επιβάλλονται να πρέπει να είναι αποτρεπτικές, έγινε και στις υποθέσεις Bukowski και άλλος v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 92."». Όπως άλλωστε έχει πολύ πιο πρόσφατα αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Balampanidis v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 210/2018, 10/05/2019: «. κατά πάγια νομολογία σε αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές λόγω του ότι οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή εγκληματικότητας και όπου εντοπίζεται η ανάγκη επιβολής ποινής με αποτρεπτικό χαρακτήρα, ναι μεν λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής. (Βλ. ενδεικτικά Lucian Gheorghe v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 824, Andrei Alin Bandits v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B696, Ποιν. Εφ. 94/2015 ημερ. 21.10.2015, Ahmed Saadi v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2016:B300, Ποιν. Εφ. 308/2014 ημερ. 24.6.2016 και xxx Yenier v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B153, Ποιν. Εφ. 256/2017 ημερ. 22.4.2019).». (η υπογράμμιση είναι δική μου) Σε αυτά, για σκοπούς της απόφασης μου αυτής, δεν χρειάζεται να προστεθεί οτιδήποτε, εφόσον, αντικατοπτρίζουν, δυστυχώς, και την σημερινή κατάσταση πραγμάτων. [Έχουν δε πρόσφατα υιοθετηθεί, και, ο δικαστικός λόγος του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Bezanidis v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 785 ανωτέρω, επισημανθεί, από το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Barek v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2018, 20/01/2020]. Πρόκειται, σημειώνεται, για αδικήματα, η διάπραξης των οποίων είναι διαδεδομένη (βλ. Attorney-General v Ttofi
(1962)C.L.R. 225), γνώσης του Δικαστηρίου λόγω της καθημερινής λειτουργίας του («virtute officii», βλ. Attorney-General v Mavrokefalos
(1966)2 Α.Α.Δ. 93) και διαχείρισης υποθέσεων κατηγορούμενων, το κατηγορητήριο των οποίων περιλαμβάνει τα υπό αναφορά αδικήματα, στα οποία τελικώς καταδικάζονται. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Παγιαβλάς ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240: «Η ανάγκη για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου δικαιολογείται, όλως ιδιαίτερα, όπου συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που οριοθετεί και το πλαίσιο αντιμετώπισής τους.». Η έξαρσης αυτή των αδικημάτων, επιβάλλει την ανάγκη, η ποινή που επιβάλλεται για αυτά από το Δικαστήριο, να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Λόγος για τον οποίο, ως πολύ συχνά αναφέρεται, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, αν και λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς εξατομίκευσης της ποινής του, λαμβάνονται υπόψη, στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής (βλ. Balampanidis v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 210/2018, 10/05/2019) (βλ. επίσης, στο σύγγραμμα του D. A. Thomas, Principles of Sentencing, 1η έκδοση, στις σελίδες 71, 162 - 167). Σε ότι αφορά τον παράγοντα της αποτροπής, ως προαναφέρθηκε, στην υπόθεση Πισκόπου ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342, το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του έντιμου, Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, ως ήταν τότε, ανέφερε τα εξής: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μια έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος . και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας των εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.». · Ότι, σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα αδικήματα, από τα γεγονότα, προκύπτουν τα ακόλουθα στοιχεία, που καθορίζουν το περιθώριο επιείκειας που το Δικαστήριο δύναται να εφαρμόσει στην περίπτωση των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3. Και αυτό, επειδή, όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, δεν εξαρτάται, αποκλειστικά, από το ανώτατο όριο ποινής, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε και τις συνέπειες του (βλ. Μιχαηλίδης v Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, Θεοφάνους ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 298/2018, 27/06/2019). Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, σε δύο περιπτώσεις, ήτοι στις 02/01/2019 και 08/01/2019, συμφώνησαν να διαρρήξουν συγκεκριμένη οικία, με σκοπό να κλέψουν από αυτήν. Στόχευαν, ως γίνεται αντιληπτό από τα γεγονότα που μου έχουν παρουσιαστεί, στην κλοπή από αυτήν, αλουμινίου και άλλων μετάλλων, τα οποία στην συνέχεια εμπορεύτηκαν για μετρητά, σε συγκεκριμένη επιχείρηση ανακύκλωσης μετάλλων. Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, υλοποίησαν τον σχεδιασμό τους, δρώντας από κοινού ως ομάδα. Κατά το περιστατικό της διάρρηξης και κλοπής της 02/01/2019, μαζί με τους Κατηγορούμενους 2 και 3, συνενώθηκε και ο μικρότερος σε ηλικία αδελφός του Κατηγορουμένου 3, Κατηγορούμενος 1, ηλικίας τότε 23 ετών. Είναι γεγονός, εξ ου και οι σχετικές κατηγορίες που οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, αναλόγως περίπτωσης, αντιμετωπίζουν, ότι, για να κλέψουν από την προαναφερόμενη οικία, ένα θερμοσίφωνα και δύο ηλιακά πλαίσια, αριθμό αλουμινένιων πορτών και παραθύρων και αριθμό σωμάτων θέρμανσης, προκάλεσαν σε αυτήν, κακόβουλα, ζημιές. Η αξία των ζημιών, εκτιμήθηκε στα €
- Η οικία αυτή, μου αναφέρθηκε, ήταν ακατοίκητη, όχι όμως εγκαταλελειμμένη. Υπήρχαν πόρτες και παράθυρα, κλειστά και κατά την αντίληψη του ιδιοκτήτη της, κλειδωμένα. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, δεν προκύπτει από τα γεγονότα, ότι γνώριζαν για το γεγονός ότι η εν λόγω κατοικία ήταν ακατοίκητη. Εντούτοις, αποτελεί γεγονός, ότι, κατά την διάρκεια, τόσο της πρώτης, όσο και της δεύτερης διάρρηξης, δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόσωπο εντός της οικίας. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, όμως, που έδρασαν κατά την διάρκεια της ημέρας, έγιναν αντιληπτοί από περιοίκους, που κατήγγειλαν και τα περιστατικά. Η αγωνία και ανησυχία, συνεπώς, που πρέπει να προκλήθηκε σε αυτά τα πρόσωπα, είναι επίσης σχετικά, και προσμετρούν επιβαρυντικά για τους Κατηγορούμενους 1, 2 και
- Σημειώνεται, όμως, το γεγονός ότι, κατά τα περιστατικά, δεν ασκήθηκε βία από τους Κατηγορουμένους 1, 2 και 3, ούτε και υπήρξε, από μέρους τους απειλή άσκησης βίας εναντίον οποιουδήποτε προσώπου. Η διείσδυση των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 στην οικία, ήταν ουσιαστική, εφόσον, σε ότι αφορά το πρώτο περιστατικό της 02/02/2019, κατέληξαν στην ταράτσα της οικίας από την οποία απέσπασαν και κατέβασαν, τα προαναφερόμενα, θερμοσίφωνα και ηλιακά πλαίσια. Πέτυχαν είσοδο στην οικία, αναφέρθηκε, από ανασφάλιστο παράθυρο της οικίας στο ισόγειο. Ουσιαστική ήταν και η επέμβαση των Κατηγορουμένων 2 και 3 στην οικία, και κατά το δεύτερο περιστατικό της 08/01/2019, εφόσον, όπως προκύπτει, κινήθηκαν σε ολόκληρη την οικία, και πρέπει, για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, για να αποσπάσουν τα προαναφερόμενα, αλουμινένιες πόρτες και παράθυρα και σώματα θέρμανσης, που, ως προσαρτήματα στην οικία, πρέπει να αφαιρέθηκαν με την χρήση εργαλείων. Συνεπώς, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, είχαν προετοιμαστεί και εξοπλιστεί για την διάρρηξη και κλοπή. Τα αντικείμενα που κλάπηκαν από την κατοικία αυτή, ήταν αξίας πέραν των €5.711,51 και η αφαίρεσης τους, λόγω της φύσης τους, δεν μπορεί παρά να επηρέασε, τόσο την λειτουργικότητα, όσο και το αμέσως κατοικήσιμο της, και να πρόσθεσε, από αυτή την άποψη, στην αναστάτωση και ταλαιπωρία του ιδιοκτήτη της που βρέθηκε αντιμέτωπος με το αποτέλεσμα των ενεργειών τους. Δεν παραγνωρίζω όμως, ότι, η συγκεκριμένη οικία, πριν την διάπραξη των αδικημάτων, ήταν ακατοίκητη για δέκα περίπου έτη. Η απώλεια, συνεπώς, του θύματος των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, από την σε βάρος του αδικοπραγία τους, εκτιμάται ως αρκετά σημαντική. Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, φαίνεται ότι ενήργησαν με προμελέτη και σχεδιασμό, -φτωχό μεν σχεδιασμό, εφόσον έγιναν αντιληπτοί και άφησαν αρκετά στοιχεία μαρτυρίας εναντίον τους, αλλά, υπαρκτό-, για την υλοποίηση του οποίου, [και στις δύο περιπτώσεις] χρησιμοποίησαν μεταφορικό μέσο με φορτωτική ικανότητα, ώστε να μετέφεραν τα κλοπιμαία στα οποία στόχευαν και γνώριζαν ότι θα είχαν όγκο και βάρος και τα οποία δεν θα μπορούσαν να μεταφερθούν διαφορετικά. Ο Κατηγορούμενος 1, ως ο μικρός σε ηλικία αδελφός του Κατηγορουμένου 3, εξωθήθηκε φαίνεται στην παρανομία, επηρεαζόμενος, λόγω της σχέσεως τους, από τους μεγαλύτερους σε ηλικία Κατηγορουμένους 2 και
- Δεν γνώριζε για τον σχεδιασμό τους, και κλήθηκε να συνενωθεί μαζί τους για να τους βοηθήσει. Εκεί αντιλήφθηκε ότι οι ενέργειες τους αποτελούσαν διάρρηξη, λόγω του τρόπου διείσδυσης τους στην οικία, και ήταν προφανές και το γνώριζε ότι θα έκλεπταν από την οικία. Δεν εγκατέλειψε όμως την σκηνή και πορεύτηκε μαζί με τους Κατηγορουμένους 2 και 3 μέχρι τέλους. Δηλαδή, μέχρι και την πώληση της κλαπείσας περιουσίας στην συγκεκριμένη επιχείρηση ανακύκλωσης μετάλλων και είσπραξης του χρηματικού ανταλλάγματος, από το οποίο έλαβε μερίδιο. Ήταν ο Κατηγορούμενος 1 που μετέφερε την κλαπείσα περιουσία στην συγκεκριμένη επιχείρηση ανακύκλωσης μετάλλων για να πωληθεί, αφού πρώτα είχε, μαζί με τους Κατηγορουμένους 2 και 3, προβεί σε διάλυση και τεμαχισμό της σε κάποιο χωράφι. Ο ρόλος του, αν και ουσιαστικός, κρίνω δεν ήταν ηγετικός και ότι, ως νεαρός ενήλικος, φαίνεται να ενήργησε με απερισκεψία και αφέλεια, λόγω και της σχέσεως του με τους Κατηγορουμένους 2 και
- Οι οποίοι, Κατηγορούμενοι 2 και 3, επανέλαβαν την παράνομη δράση τους, ως προαναφέρθηκε, κάποιες ημέρες μετά, έχοντας τον ίδιο στόχο. Την κλοπή αλουμινίου και άλλων μετάλλων, -αυτή την φορά η κλοπή ήταν μεγαλύτερη, τόσο σε αριθμό αντικειμένων, όσο και σε αξία, και θα μπορούσε να λεχθεί και εκτεταμένη, εφόσον, όπως μου αναφέρθηκε, από το σπίτι αφαιρέθηκαν τα πλείστα από τα αλουμινένια πορτο-παράθυρα και σώματα θέρμανσης-, τα οποία μετέφεραν στην συγκεκριμένη επιχείρηση ανακύκλωσης μετάλλων και πώλησαν σε αντάλλαγμα χρήματα. Όπως ο Κατηγορούμενος 2, μου ανέφερε, τον ηγετικό ρόλο στην σύλληψη της ιδέας, αλλά και τον σχεδιασμό της εγκληματικής τους δράσης, είχε αυτός. Υποδεέστερος, φαίνεται, ήταν ο ρόλος, του Κατηγορούμενου
- Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, ισχυρίστηκαν, ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ως εξαρτημένοι χρήστες ναρκωτικών ουσιών, βρίσκονταν υπό την επήρεια τους. Πρόβαλαν την θέση αυτή, ως γίνεται αντιληπτό, προς μετριασμό της ποινής τους. Διαφωνώ με την θέση αυτή. Κατά την κρίση μου, το γεγονός ότι ο δράστης ενός αδικήματος, ήταν, κατά την διάρκεια της διάπραξης του, εθελούσια υπό την επήρεια ουσιών (ναρκωτικών, αλκοόλ ή άλλη ουσία), ειδικότερα όταν πρόκειται για παράνομη ουσία, αυτό επαυξάνει την σοβαρότητα του αδικήματος, νοουμένου ότι, η κατάστασης του αυτή, συνέβαλε στο αδίκημα. Και φυσικά, δεν αποτελεί μετριαστικό παράγοντα, το γεγονός, ότι, ελατήριο του δράστη, ήταν η εξασφάλιση χρημάτων προς ικανοποίηση του εθισμού του, όταν αυτή είναι η περίπτωση. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Bucknell & Ghodse on Misuse of Drugs, 3η έκδοση, στην παράγραφο 19-041: «It is not a matter of mitigation that persons are forced to commit crimes of dishonesty in order to raise funds to feed their addiction to drugs. The Court of Appeal in R v Hamley and Marshall, July 31, 1987, C.A. (unreported) said: "Any person who voluntarily becomes addicted to drugs and commits crimes to raise the necessary finance to feed the addiction, cannot rely on the fact of the addiction as mitigating the offence he commits. Indeed it would not be unreasonable to suggest that in some cases it would be a matter of aggravation rather than mitigation that anybody should commit crimes on that basis.". Similar sentiments were expressed by the Court of Appeal in R v Gould
(1983)5 Cr.App.R.(S) 72 and R v Pewter, November 10, 1968, C.A. (unreported), a case concerning armed robbery. In the latter case it was put forward in mitigation that at the time when the appellant threatened a police officer he was in extreme need of a dose of heroin substitute and that his mental equilibrium was affected by withdrawal symptoms, Watkins L.J. said: "We wish to make it absolute clear as to the last admission that persons who become addicted to drugs such as heroin and whilst under the influence of that drug, or because deprivation of the drug is being suffered, commit very serious crime, or indeed any crime, cannot use that fact as an excuse for the crime nor can it avail that person as a factor in reduction of a sentence. The public is not to be put at risk, nor are the police, by drug-hungry criminals.".». [Βλ. επίσης, Piliev v Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 587]. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου ο δράστης είναι εξαρτημένος χρήστης ουσιών, και σε τέτοια κατάσταση, που το εθελούσιο της κατανάλωσης ουσιών είναι αμφιλεγόμενο, ο βαθμός που ο αυτός αναζήτησε βοήθεια ή θεραπεία, όπως επίσης και η όποια βοήθεια του προσφέρθηκε ή του ήταν διαθέσιμη για την αντιμετώπιση του εθισμού του, εξετάζονται από το Δικαστήριο για να διαπιστωθεί ο βαθμός της υπαιτιότητας του. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου, πριν από την διάπραξη, από τους Κατηγορουμένους 1, 2 και 3, των αδικημάτων υπό συζήτηση, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, -και ειδικότερα οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 που έχουν βεβαρημένο ποινικό μητρώο, απόρροια όπως μου αναφέρθηκε από πλευράς τους, της εξάρτησης τους από τις ναρκωτικές ουσίες-, δεν φαίνεται να κατέβαλαν ουσιαστικές προσπάθειες για να απεξαρτηθούν. · Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, φαίνεται ότι ήταν συνεργάσιμοι με την Αστυνομία κατά την διερεύνηση των προαναφερόμενων περιστατικών. Εξαίρεση, φυσικά, αποτελεί, η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου 1, κατά την έναρξη της διερεύνησης της υπόθεσης, για την οποία, ως μου έχει αναφερθεί, έχει ήδη τιμωρηθεί, εφόσον από αυτήν πρόκυψαν ποινικά αδικήματα, η οποία όμως δεν αντανακλά στην αντιμετώπιση που είχε της διαδικασίας στην συνέχεια. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, ομολόγησαν την διάπραξη των αδικημάτων, θεληματικά και χωρίς καθυστέρηση αφόρου βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις υπόνοιες της Αστυνομίας ως ύποπτοι τότε για την διάπραξη τους. Ο Κατηγορούμενος 1, σημειώνεται, ήταν το πρόσωπο που πρόσφερες γεγονότα τα οποία οδήγησαν και στους Κατηγορουμένους 2 και 3, ασχέτως της σχέσεως τους. Η στάση αυτή των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, δικαιολογεί μετριασμό της ποινής τους (βλ. Geoffrey Michael John Pernell v Alan Carl Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Χαράλαμπος Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Stelios Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kyriacos Georghiou Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42, Παύλου ν Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 44/2016, 04/04/2019). · Το γεγονός, ότι, η καταδίκη των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, ήταν το αποτέλεσμα της δικής τους παραδοχής -οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, είναι άξιο να σημειωθεί, δήλωσαν την παραδοχή τους, αμέσως, όταν για πρώτη φορά κλήθηκαν από το Δικαστήριο να απαντήσουν στο κατηγορητήριο τους-. Καθώς επίσης και το γεγονός, ότι, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, παραδεχόμενοι τα αδικήματα που διέπραξαν, στο Δικαστήριο, αναγνώρισαν την σοβαρότητα τους και δήλωσαν για αυτά μετανιωμένοι (βλ. Λένος Γεωργίου Μυλωνά ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 384, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Σιδέρης Ισιδώρου ν G. M. Christofi Enterprises Ltd κ. α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60). Και λαμβάνοντας υπόψη, το σύνολο των περιστάσεων που αφορούν αυτή την υπόθεση, και πως αυτές μπορούν να συσχετιστούν με την απάντηση των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 στο κατηγορητήριο τους (βλ. Michal Bukowski v Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 92, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Chucri Saliba v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 388), δεδομένης της μαρτυρίας εναντίον τους (είδους και έκτασης), σε ότι αφορά τον βαθμό του μετριασμού που δικαιούνται λόγω της παραδοχής τους. Δεν θεωρώ ότι ο Κατήγορος, θα είχε δύσκολο έργο στην απόδειξη της υπόθεσης του εναντίον των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, εφόσον, εκτός του ότι προέβησαν σε κατάθεση προς την Αστυνομία ομολογίας των εγκλημάτων τους, ο Κατήγορος, είχε στην διάθεση του και άμεση μαρτυρία, δια της οποίας οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, αφενός, τίθεντο από γείτονες της οικίας στην σκηνή όπου ελάμβανε χώρα η κλοπή και αφετέρου, αναγνωρίζονταν, από αντιπρόσωπο της επιχείρησης ανακύκλωσης μετάλλων, ως τα πρόσωπα που του πώλησαν την κλαπείσα περιουσία. · Ότι ο Κατηγορούμενος 1, είναι λευκού ποινικού μητρώου. Και ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, δεν είναι λευκού ποινικού μητρώου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Λεωνίδα Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Nicholas Stratos a. a. v Police V17 C.L.R. 73, Γεώργιος Χατζηνικολάου ν Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63). Ο Κατηγορούμενος 2, βαρύνεται με τέσσερεις προηγούμενες καταδίκες: - Ο Κατηγορούμενος 2, βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη, που επιτεύχθηκε εναντίον του από τον Κατήγορο, στα πλαίσια της Υπόθεσης με αρ. 13553/2014 του Ε. Δ. Λευκωσίας, ημερομηνίας 11/12/2014, για αδικήματα που διέπραξε στις 12/10/2011, ήτοι, της διάρρηξης κατοικίας (δύο ξεχωριστές κατηγορίες), της κλοπής από κατοικία (δύο ξεχωριστές κατηγορίες), για τα οποία του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των πέντε χρόνων. Λήφθηκαν υπόψιν από το Δικαστήριο, σε εκείνη την διαδικασία, και άλλες τέσσερεις υποθέσεις, ήτοι οι Υποθέσεις με αρ. 13083/2014, 57/2014, 24469/2014 και 13516/2014 του Ε. Δ. Λευκωσίας, που αφορούσαν αδικήματα συνομωσίας για διάπραξη κακουργήματος (τρείς ξεχωριστές κατηγορίες), κλοπής (τέσσερεις ξεχωριστές κατηγορίες), επίθεσης εναντίον αστυνομικού κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του και ανησυχίας. - Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος 2, βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη, που επιτεύχθηκε εναντίον του από τον Κατήγορο, στα πλαίσια της Υπόθεσης με αρ. 7149/2013 του Ε. Δ. Λευκωσίας, ημερομηνίας 09/04/2015, για αδικήματα που διέπραξε στις 02/06/2012, ήτοι, της συνομωσίας για διάπραξη κακουργήματος, της διάρρηξης κατοικίας (τρεις ξεχωριστές κατηγορίες), της κακόβουλης ζημιάς και της κλοπής από κατοικία, για τα οποία του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των τριών χρόνων. - Επίσης, ο Κατηγορούμενος 2, βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη, που επιτεύχθηκε εναντίον του από τον Κατήγορο, στα πλαίσια της Υπόθεσης με αρ. 16431/2016 του Ε. Δ. Λευκωσίας, ημερομηνίας 11/07/2017, για αδικήματα που διέπραξε στις 28/07/2014, ήτοι, της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α', της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β', της παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α' και της παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β', για τα οποία του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των έξι μηνών. - Επιπρόσθετα, ο Κατηγορούμενος 2, βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη, που επιτεύχθηκε εναντίον του από τον Κατήγορο, στα πλαίσια της Υπόθεσης με αρ. 724/2019 του Ε. Δ. Λευκωσίας, ημερομηνίας 24/07/2019, για αδικήματα που διέπραξε την 01/02/2019, ήτοι, της συνομωσίας για διάπραξη κακουργήματος, της κλοπής από κατοικία και της κακόβουλης ζημιάς, για τα οποία του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των δυόμιση χρόνων. Λήφθηκαν υπόψιν από το Δικαστήριο, σε εκείνη την διαδικασία, και άλλες δύο υποθέσεις για τις οποίες δεν είχε ακόμη καταχωρηθεί δίωξης του στο Δικαστήριο, ήτοι οι Υποθέσεις με αρ. Μ98/18 Αστυνομικού Σταθμού Ομορφίτας και Σ57/19 της Υ.Κ.Α.Ν Λευκωσίας. Όπως μου αναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος 2, αποφυλακίστηκε, με χάρη που του δόθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας [υπό όρους], νωρίτερα, σε σχέση με τις επιβληθείσες σε αυτόν από το Δικαστήριο ποινές στις Υποθέσεις 13553/2014, 7149/2013 και 16431/2016 του Ε. Δ. Λευκωσίας, κατά 341 ημέρες. Αποφυλακίστηκε, αλλά διέπραξε, κατά παράβαση των όρων που του ετέθησαν από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για την αποφυλάκιση του, τα αδικήματα της Υπόθεσης με αρ. 724/2019 του Ε. Δ. Λευκωσίας. Οπότε, με την επιβολή σε αυτόν, της προαναφερόμενης ποινής φυλάκισης, στα πλαίσια της Υπόθεσης με αρ. 724/2019 του Ε. Δ. Λευκωσίας, αυτόματα, ενεργοποιήθηκε και η εναπομείνασα ποινή φυλάκισης των 341 ημερών, από την ποινή που του επιβλήθηκε στις Υποθέσεις 13553/2014, 7149/2013 και 16431/2016 του Ε. Δ. Λευκωσίας, ως ανωτέρω, που έχει προηγουμένως ανασταλεί με Προεδρική χάρη, η οποία και έχει προστεθεί, ώστε να εκτιθεί διαδοχικά με τις ποινές φυλάκισης που του επιβλήθηκαν από το Δικαστήριο στα πλαίσια της Υπόθεσης με αρ. 724/2019 του Ε. Δ. Λευκωσίας. Όπως ο Κατηγορούμενος 2, ισχυρίστηκε, και δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Κατήγορου, κατά την διαδικασία που του επιβλήθηκε ποινή στα πλαίσια της Υπόθεσης με αρ. 724/2019 του Ε. Δ. Λευκωσίας, δεν ετέθη υπόψη του Δικαστηρίου, ότι, η προαναφερόμενη ανασταλείσα ποινή φυλάκισης των 341 ημερών, σε περίπτωση που του επιβαλλόταν ποινή φυλάκισης, θα ενεργοποιείτο αυτόματα. Περαιτέρω, είχε ζητήσει από τον Κατήγορο, όπως, κατά την διαδικασία της Υπόθεσης με αρ. 724/2019 του Ε. Δ. Λευκωσίας, λαμβάνονταν υπόψιν για σκοπούς επιβολής ποινής, όλες οι υποθέσεις που αντιμετώπιζε σχετικά με την διάπραξη ποινικών αδικημάτων, καταχωρηθείσες στο Δικαστήριο ποινικές διώξεις και μη. Εντούτοις, και παρά το γεγονός ότι η υπόθεση αυτή αφορά αδικήματα της ίδιας χρονικής περιόδου με αυτά της Υπόθεσης με αρ. 724/2019 του Ε. Δ. Λευκωσίας στα πλαίσια της οποίας, ως προαναφέρθηκε, του επιβλήθηκε ποινή, δεν ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της Υπόθεσης με αρ. 724/2019 του Ε. Δ. Λευκωσίας για να συνυπολογιστεί και να εκτιμηθεί συνολικά η ποινή του. Ο Κατηγορούμενος 3, βαρύνεται με τρεις προηγούμενες καταδίκες: - Ο Κατηγορούμενος 3, βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη, που επιτεύχθηκε εναντίον του από τον Κατήγορο, στα πλαίσια της Υπόθεσης με αρ. 13553/2014 του Ε. Δ. Λευκωσίας, ημερομηνίας 11/12/2014, για αδικήματα που διέπραξε στις 12/10/2011, ήτοι, της διάρρηξης κατοικίας, της κλοπής από κατοικία (δύο ξεχωριστές κατηγορίες), για τα οποία του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των τρεισήμισι χρόνων. Λήφθηκαν υπόψιν από το Δικαστήριο, σε εκείνη την διαδικασία, και άλλες τρείς υποθέσεις, ήτοι οι Υποθέσεις με αρ. 13516/2014, 27411/2014 του Ε. Δ. Λευκωσίας και η μη καταχωρηθείσα στο Δικαστήριο Υπόθεση του Αστυνομικού Σταθμού Πύλης Πάφου, που αφορούσαν αδικήματα συνομωσίας για διάπραξη κακουργήματος, κλοπής, παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου και παράνομης κατοχής πυροβόλου όπλου. - Επιπρόσθετα, ο Κατηγορούμενος 3, βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη, που επιτεύχθηκε εναντίον του από τον Κατήγορο, στα πλαίσια της Υπόθεσης με αρ. 17409/2015 του Ε. Δ. Λευκωσίας, ημερομηνίας 04/07/2016, για το αδίκημα της διάρρηξης κτηρίου, για το οποίο του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι μηνών. - Επιπρόσθετα, ο Κατηγορούμενος 3, βαρύνεται ακόμη με μία καταδίκη -που αναφέρθηκε από τον ίδιο, η οποία όμως δεν λογίζεται ως προηγούμενη και αναφέρεται μόνο για σκοπούς που αφορούν την εκτίμηση από το Δικαστήριο της συνολικότητας της ποινής του, που επιτεύχθηκε εναντίον του από τον Κατήγορο, στα πλαίσια της Υπόθεσης με αρ. 24480/2019 του Ε. Δ. Λευκωσίας, ημερομηνίας 04/05/2020, για αδικήματα που διέπραξε στις 02/12/2019, ήτοι, της διάρρηξης χώρου λατρείας και κακόβουλης ζημιάς, για τα οποία του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των δώδεκα μηνών. Όπως μου αναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος 3, αποφυλακίστηκε, με χάρη που του δόθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας [υπό όρους], νωρίτερα, σε σχέση με τις επιβληθείσες σε αυτόν από το Δικαστήριο ποινές στην Υπόθεση 13553/2014 του Ε. Δ. Λευκωσίας, κατά 125 ημέρες. Αποφυλακίστηκε, αλλά διέπραξε, κατά παράβαση των όρων που του ετέθησαν από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για την αποφυλάκιση του, τα αδικήματα της Υπόθεσης με αρ. 24480/2019 του Ε. Δ. Λευκωσίας. Οπότε, με την επιβολή σε αυτόν, της προαναφερόμενης ποινής φυλάκισης, στα πλαίσια της Υπόθεσης με αρ. 24480/2019 του Ε. Δ. Λευκωσίας, αυτόματα, ενεργοποιήθηκε και η εναπομείνασα ποινή φυλάκισης των 125 ημερών, από την ποινή που του επιβλήθηκε στην Υπόθεση 13553/2014 του Ε. Δ. Λευκωσίας, ως ανωτέρω, που έχει προηγουμένως ανασταλεί με Προεδρική χάρη, η οποία και έχει προστεθεί, ώστε να εκτιθεί διαδοχικά με τις ποινές φυλάκισης που του επιβλήθηκαν από το Δικαστήριο στα πλαίσια της Υπόθεσης με αρ. 724/2019 του Ε. Δ. Λευκωσίας. Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, συνεπώς, δεν πρέπει να προσδοκούν στην επιείκεια του Δικαστηρίου, την οποία, σαφώς, υπό τις περιστάσεις, δεν θα έχουν. Κανένα μάθημα δεν άντλησαν οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 από τις προηγούμενες καταδίκες τους, ούτε φαίνεται να τους απασχόλησαν οι ζημιογόνες επιδράσεις των πράξεών τους στους συνανθρώπους τους. Εξ ου και η επανάληψης τους (βλ. Vedat v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 787, Haggag v Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 52, Ηρακλέους ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 534). Η ευκαιρία που τους δόθηκε, από την χάρη στην ποινή τους από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, δεν έτυχε εκμετάλλευσης από τους Κατηγορούμενους 2 και 3, οι οποίοι, αν και δηλώνουν εξαρτημένοι χρήστες ναρκωτικών ουσιών, καμία σημαντική ή ουσιαστική προσπάθεια δεν φαίνεται να κατέβαλαν για να απεξαρτηθούν από τις ναρκωτικές ουσίες, οι οποίες, όπως υποστηρίζουν, είναι και η αιτία για την εγκληματική τους συμπεριφορά. · Τις προσωπικές και οικονομικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, ως αυτές αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που είναι διαθέσιμη για κάθε ένα από αυτούς και μου παρουσιάστηκαν από πλευράς τους προς εξατομίκευση της ποινής τους, στο βαθμό, που, σύμφωνα με την νομολογία, μπορούν να επηρεάσουν μετριαστικά την ποινή, έχοντας ως δεδομένα, ως προελέχθη, την σοβαρότητα των αδικημάτων, την έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη τους και την αναγκαιότητα πάταξης τους (βλ. Tibor Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328, Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 231, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Ειδικότερα, λαμβάνω υπόψη μου, ότι, πρόκειται για πρόσωπα με ιστορικό εξάρτησης από ναρκωτικές ουσίες, από νεαρή ηλικία. Ο Κατηγορούμενος 1, λόγω της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, εμφάνισε παρανοϊκή ψύχωση και μάλιστα, μετά την περίοδο που διέπραξε τα αδικήματα του κατηγορητηρίου του αυτής της υπόθεσης, νοσηλεύτηκε, ως εκ τούτου, για περίοδο δύο μηνών, στο Ψυχιατρείο Αθαλάσσας. Είναι το μικρότερο σε ηλικία παιδί της πενταμελούς οικογένειας του, όπως προαναφέρθηκε, ηλικίας 23 ετών και ορφανός από πατέρα από εφηβικής ηλικίας. Διαμένει με την μητέρα του, από την οποία για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, μέχρι και πρόσφατα που απέκτησε σταθερή εργασία ως ιδιωτικός υπάλληλος, εξαρτιόταν και οικονομικά. Μαζί τους, διαμένει και η επτάχρονη ανιψιά του, κόρη του αδελφού του, Κατηγορούμενου 3 (ηλικίας 35 ετών), της οποίας την μέριμνα και φροντίδα έχει αναλάβει η μητέρα του, λόγω του ότι, ο Κατηγορούμενος 3, λόγω της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και εξάρτησης του από αυτές από νεαρή ηλικία, της εγκληματικής συμπεριφοράς του και των σχετικών καταδικών του σε ποινές φυλάκισης από το Δικαστήριο, διέλυσε την σχέση του με την μητέρα του παιδιού, η οποία εγκατέλειψε, τόσο αυτόν, όσο και το παιδί τους, και επέστρεψε στην χώρα καταγωγής της. Ο Κατηγορούμενος 2, ηλικίας 34 ετών, είναι παιδί πολυμελούς οικογένειας (ένα παιδί της οικογένειας του, είναι άτομο με ειδικές ανάγκες), επίσης εξαρτημένος χρήστης ναρκωτικών ουσιών από νεαρή ηλικία, ο οποίος, λόγω της εξάρτησης του αυτής και της εγκληματικής συμπεριφοράς του, έχει έρθει σε ρήξη με τους γονείς του με τους οποίους διέμενε και για κάποιο διάστημα υπήρξε και άστεγος. προχωρώ στο να επιβάλω στους Κατηγορούμενους 1, 2 και 3 ποινή. 5. Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, εφαρμόζοντας τις αρχές της κοινής προσέγγισης των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217) και συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής (βλ. Κωνσταντίνου ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, Χριστοφόρου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443, Δημητρίου (Μιχαήλ) ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 21), στους Κατηγορουμένους 1, 2 και 3, επιβάλλω τις ακόλουθες ποινές: Στον Κατηγορούμενο 1: Στην 2η Κατηγορία: 9 μήνες φυλάκιση. Στην 3η Κατηγορία: 3 μήνες φυλάκιση. Όλες οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Η ποινή φυλάκισης του Κατηγορουμένου 1, θα αρχίσει να εκτίεται από σήμερα που του έχει ανακοινωθεί. Στον Κατηγορούμενο 2: Στην 1η Κατηγορία: καμία ποινή, επειδή επιβάλλεται ποινή στην 2η κατηγορία (βλ. Κουλουντή ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 154/2015, 02/12/2015). Στην 2η Κατηγορία: 32 μήνες φυλάκιση. Στην 3η Κατηγορία: 12 μήνες φυλάκιση. Στην 4η Κατηγορία: καμία ποινή, επειδή επιβάλλεται ποινή στην 5η κατηγορία (βλ. Κουλουντή ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 154/2015, 02/12/2015). Στην 5η Κατηγορία: 36 μήνες φυλάκιση. Στην 6η Κατηγορία: 12 μήνες φυλάκιση. Όλες οι προαναφερόμενες ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Η ποινή φυλάκισης του Κατηγορουμένου 2, θα αρχίσει να εκτίεται από σήμερα που του έχει ανακοινωθεί, και κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 117
(2)του Κεφ.155, θα έχει την μείωση που προνοεί το Άρθρο 117
(1)του Κεφ. 155, δεδομένου ότι, αυτός, τέλεσε υπό κράτηση σε ότι αφορά αυτή την υπόθεση, για περίοδο από 20/01/2020 μέχρι και σήμερα. Περαιτέρω, οι προαναφερόμενες ποινές φυλάκισης που έχει διαταχθεί να συντρέχουν μεταξύ τους, θα είναι συντρέχουσες της όποιας άλλης ποινής φυλάκισης ο Κατηγορούμενος 2 είναι ήδη υποκείμενος. Στον Κατηγορούμενο 3: Στην 1η Κατηγορία: καμία ποινή, επειδή επιβάλλεται ποινή στην 2η κατηγορία (βλ. Κουλουντή ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 154/2015, 02/12/2015). Στην 2η Κατηγορία: 24 μήνες φυλάκιση. Στην 3η Κατηγορία: 8 μήνες φυλάκιση. Στην 4η Κατηγορία: καμία ποινή, επειδή επιβάλλεται ποινή στην 5η κατηγορία (βλ. Κουλουντή ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 154/2015, 02/12/2015). Στην 5η Κατηγορία: 28 μήνες φυλάκιση. Στην 6η Κατηγορία: 8 μήνες φυλάκιση. Όλες οι προαναφερόμενες ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Η ποινή φυλάκισης του Κατηγορουμένου 3, θα αρχίσει να εκτίεται από σήμερα που του έχει ανακοινωθεί, και κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 117
(2)του Κεφ.155, θα έχει την μείωση που προνοεί το Άρθρο 117
(1)του Κεφ. 155, δεδομένου ότι, αυτός, τέλεσε υπό κράτηση σε ότι αφορά αυτή την υπόθεση, για περίοδο από 20/01/2020 μέχρι και σήμερα. Περαιτέρω, οι προαναφερόμενες ποινές φυλάκισης που έχει διαταχθεί να συντρέχουν μεταξύ τους, θα είναι συντρέχουσες της όποιας άλλης ποινής φυλάκισης ο Κατηγορούμενος 3 είναι ήδη υποκείμενος. Αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που αγγίζουν το ζήτημα της ποινής κατηγορουμένου για τα αδικήματα του κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου 1 αυτής της υπόθεσης, είναι μόνον ενδεικτικές της ποινικής μεταχείρισης που ένας κατηγορούμενος μπορεί να τύχει από το Δικαστήριο, καθότι, «ουδέποτε υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων.». Αυτό, αναφέρθηκε από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, ο οποίος έδωσε την ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ναζίπ ν Αστυνομίας
(2014)2Β Α.Α.Δ 808. Όπως επεσήμανε ο έντιμος, Δ. Α. Δ. εν προκειμένω, «εκείνο στο οποίο βοηθά η προηγούμενη νομολογία, είναι στο πλαίσιο ανάδειξης εκείνου του μέτρου που ακολουθείται σε διάφορες υποθέσεις, ώστε να εξετάζεται σφαιρικά και η ποινή που θα επιβληθεί στη συγκεκριμένη υπόθεση που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου.». Τέτοιες, σε ότι αφορά την υπόθεση αυτή, είναι οι ακόλουθες αποφάσεις: Hussein v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 252/2018, 31/05/2019, Τσιλικιδης ν Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 272, Τζιαμα ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 17/2017, 18/12/2017, Θεοδώρου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 163/2016, 01/11/2017, Αρέστη ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 195/2016, 06/03/2017, Παλλης ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 109/2016, 20/09/2016, Τράντα ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 8/2016, 14/11/2016, Tsonkov ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 9/2015, 08/04/2015, Nabokov ν Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381, Γενικός Εισαγγελέας ν Cham κ. α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 129, Βέλιου ν Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 76, Ilie κ. α ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 280, Mixaylov v Αστυνομίας, κ. α.,
(2012)2 Α.Α.Δ. 175, Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583, Gkevontian v Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 342, Xiaojin v Αστυνομίας, κ. α.,
(2006)2 Α.Α.Δ. 104, Piliev v Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587, Barek v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2018, 20/01/2020, Dirazo v Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Piliev v Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587, Θεοδώρου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 163/2016, Τσιλικίδης ν Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 272, Hussein v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 252/2018, 31/05/2019, Yenier v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 356/2017, 22/04/2019, Petrica v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 278, Gheorghe v Δημοκρατίας, κ. α.,
(2013)2 Α.Α.Δ. 824, Παναγίδη ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104, Ιωσηφίδης ν Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 313, Ευγενίου ν Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 499, Κώστα ν Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 122 και Azzeh v Republic
(1989)2 A.A.Δ.
- Επισημαίνοντας εδώ και το εξής, που αφορά την ανάγκη, η ποινή που θα επιβαλλόταν στον Κατηγορούμενο, να είναι ανάλογη της συνολικής εγκληματικής συμπεριφοράς του. Όπως δια του έντιμου, Π. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Gheorghe v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 824 «Η αναλογικότητα στην ποινή συναρτάται όχι μόνο σε σχέση με άλλες παρόμοιες υποθέσεις, αλλά και με τη σοβαρότητα των επί μέρους κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο δράστης. Όπως υπέδειξε το Κακουργιοδικείο στο σκεπτικό του, η δράση των τριών εφεσειόντων, περιλαμβανομένου και του εφεσείοντος στην Ποινική Έφεση αρ. 20/2013, ήταν εκτεταμένη τόσο σε χρονική διάρκεια, όσο και στο ύψος των κλαπέντων αντικειμένων από τα οποία ελάχιστο μέρος μόνο έχει ανευρεθεί. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να απομονωθεί η κατηγορία υπ' αρ. 185 που αντιμετώπισε ο εφεσείων στην Ποινική Έφεση αρ. 20/2013, αλλά πρέπει να ενταχθεί και αυτή στο σύνολο των κατηγοριών, της όλης εγκληματικής συμπεριφοράς και των τριών εφεσειόντων και τις συνέπειες που επέφερε η όλη εγκληματική δράση.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Βλ. επίσης, Hussein v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 252/2018, 31/05/
- Στην περίπτωσή των Κατηγορουμένων 2 και 3, δεν συντρέχουν, κρίνω, παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να ληφθούν υπόψη, ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που τους έχει επιβληθεί [σε ότι αφορά τις κατηγορίες για τις οποίες η επιβληθείσα ποινή, ως ανωτέρω, παρέχει την ευχέρεια στο Δικαστήριο εξέτασης ενός τέτοιου ζητήματος]. Απόφαση στην οποία καταλήγω, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων τέλεσης των αδικημάτων και τις προσωπικές συνθήκες των Κατηγορουμένων 2 και 3 [και ιδιαιτέρως τις προηγούμενες καταδίκες των Κατηγορουμένων 2 και 3, για ομοειδή αδικήματα], οι οποίες, θεωρώ, ότι δεν είναι ικανές να δικαιολογήσουν μία τέτοια απόφαση, επειδή, τέτοια απόφασης, δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν, δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως, ιδιαιτέρως αφής στιγμής βρίσκονται σε έξαρση και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σε ότι αφορά τις συνέπειες από την διάπραξη τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017, L.C.A. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 17/03/2015, Συμιλλίδης ν Νικολάου
(2013)2 Α.Α.Δ. 444, Κυπριανού ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 28/2014, 24/02/2014, Ιωσήφ ν Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Ποινική Έφεση Αρ. 148/2014 (Σχ. με 149/2014), 25/07/2014, Αριστοδήμου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 121/17, 21/09/2017, ΣΠΕ Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ ν Δράκου, Πoινική Έφεση αρ.129/2015, 15/11/2017, Χαλκιά ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 240/2016, 17/03/2017).
- Αντίθετη είναι κατάληξης μου σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο
- Ενόψει των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης και τις προσωπικές του Κατηγορουμένου 1 [ιδιαιτέρως, του νεαρού της ηλικίας του, ότι στα αδικήματα παρασύρθηκε από τους μεγαλύτερους σε ηλικία Κατηγορουμένους 2 και 3, ένας εκ των οποίων είναι ο αδελφός του, και την ευχάριστη αλλαγή στην ζωή του, η οποία επιτεύχθηκε με την απεξάρτηση του από τις ναρκωτικές ουσίες], αποφασίζω, χωρίς, τονίζω, να υποβιβάζω τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκε ένοχος, η οποία είναι δεδομένη, όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της αναστολής έκτισης της ποινής. Ως εκ τούτου, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης στον Κατηγορούμενο 1, ως προαναφέρθηκε, αναστέλλεται με βάση το σχετικό νόμο (βλ. περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Νόμος 95/72, Άρθρο 3) για περίοδο τριών χρόνων.
- Στην προκείμενη περίπτωση, τα αδικήματα που διαπράχθηκαν, είναι [από την φύση τους] πολύ σοβαρά και λόγω της έξαρσης που παρατηρείται στην διάπραξη τους -μάλιστα, και από νεαρούς εφήβους-, αυτά πρέπει να τιμωρούνται με αυστηρότητα. Εντούτοις, ο Κατηγορούμενος 1, έχει από νεαρή ηλικία βιώσει δύσκολα, αντιμετώπισε την εξάρτηση των ναρκωτικών ουσιών, και βρίσκεται, ηλικιακά, σε ένα κρίσιμο στάδιο της ζωής του, όπου, ο δρόμος που θα επιλέξει να ακολουθήσει, θα καθορίσει το μέλλον του. Για αυτό τον λόγο, αποφασίζω να του δώσω μία δεύτερη ευκαιρία, να ζήσει, με δυσκολίες ίσως, όμως ελεύθερος, με την ελπίδα για μία πολύ καλύτερη ζωή. Στο χέρι του είναι, με προσπάθεια και εργασία, και πάντοτε μέσα από το πλαίσιο του Νόμου, να το επιτύχει. Το γεγονός της παραδοχής του στο Δικαστήριο των αδικημάτων που διέπραξε, το νεαρό της ηλικίας του, ότι στα αδικήματα παρασύρθηκε από τους μεγαλύτερους σε ηλικία Κατηγορουμένους 2 και 3, ένας εκ των οποίων είναι ο αδελφός του, η προηγηθείσα συνεργασία του με την Αστυνομία, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η αποκάλυψη της δράσης και των Κατηγορουμένων 2 και 3, η απολογία του, η μετάνοια του και η έμπρακτη μεταμέλεια του που επιδεικνύεται από την ευχάριστη αλλαγή στην ζωή του, η οποία επιτεύχθηκε με την απεξάρτηση του από τις ναρκωτικές ουσίες, αλλά και από το γεγονός ότι προσφέρθηκε να αποζημιώσει το θύμα της εγκληματικής του δράσης, αλλά και ο πρότερος βίος του που δεν καταδεικνύει ροπή του προς το έγκλημα, δικαιολογούν πιστεύω την απόφαση που λαμβάνω. Έχοντας, βεβαίως, ως δεδομένες και κατά νουν, τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων και τις επιπτώσεις τους. Βλ. Αργυρίδης κ. α. ν Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449, Γεωργίου κ. α. ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 27/2016, 19/07/2016, Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583, Καουσλίεβ ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 237/2018, 11/12/
- Παράγοντες βεβαίως, που δεν υφίστανται στην περίπτωση των Κατηγορουμένων 2 και 3, των οποίων το μητρώο δείχνει ότι διαπράττουν αδικήματα κατ' εξακολούθηση, χωρίς ουσιαστική προσπάθεια διόρθωσης. Η ευκαιρία της αλλαγής τους δόθηκε, και δεν την αξιοποίησαν.
- Δικαστήριο προς Κατηγορούμενο 1: Θα σας εξηγήσω τι σημαίνει αυτό. Σημαίνει ότι, η ποινή φυλάκισης, είναι ποινή φυλάκισης, αλλά δεν ενεργοποιείται αμέσως, διότι κρίνω ότι θα πρέπει να σας δοθεί άλλη μια ευκαιρία, με την προϋπόθεση ότι δεν θα διαπράξετε άλλο αδίκημα. Αυτό σημαίνει ότι, εάν μέσα στα επόμενα τρία χρόνια δεν διαπράξετε οποιοδήποτε άλλο αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση, δεν θα κληθείτε να υπηρετήσετε την ποινή φυλάκισης. Αν όμως διαπράξετε οποιοδήποτε άλλο τέτοιο αδίκημα, θα μπορεί το Δικαστήριο να σας επιβάλει ποινή για το αδίκημα εκείνο αλλά και να διατάξει να υπηρετήσετε, [ακόμη] και το υπόλοιπο της ποινής φυλάκισης που σας έχει επιβληθεί και η οποία σήμερα ανεστάλη. Επομένως πρέπει να δώσετε ιδιαίτερη σημασία στην επιείκεια που σας έχω επιδείξει, εφαρμόζοντας τον Νόμο, για την ποινική μεταχείριση σας, σε σχέση με τη μελλοντική σας συμπεριφορά. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο