← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΠΑΝΤΕΛΙΔΗ κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 19536/2019, 8/4/2020

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΠΑΝΤΕΛΙΔΗ κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 19536/2019, 8/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B240 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 19536/2019 Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον-

  1. XXXXX ΠΑΝΤΕΛΙΔΗ
  2. XXXXX ΠΑΝΤΕΛΙΔΗ
  3. XXXXX ΠΑΝΤΕΛΙΔΗ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 08/04/
  4. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Χαραλάμπους. Για τους Κατηγορούμενους 1 και 3: κ. Σ. Αργυρού για την Σωτήρης Αργυρού Δ. Ε. Π. Ε. Κατηγορούμενοι 1 και 3, Παρόντες. ___________________________________________________________________________ ΠΟΙΝΗ [Σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο 1] ___________________________________________________________________________
  5. Στην υπόθεση αυτή, ο Κατηγορούμενος 1, κατόπιν δικής του παραδοχής, κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε, στις κατηγορίες με αρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 10 στο κατηγορητήριο, που του προσάχθηκαν από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας (στο εξής καλούμενος «ο Κατήγορος»), που αφορούν: · Η κατηγορία με αρ. 1, το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος (ήτοι, των αδικημάτων της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, και της παράνομης κατοχής του με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο), κατά παράβαση των Άρθρων 29 και 371 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154; · Οι κατηγορίες με αρ. 2, 3, 4, και 6, το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β', κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3 (Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ), 6(Ι)

(2), 30(Ι)
(2)
(3), 31, 31Α και το Άρθρο 6
(2)Β του Πρώτου Παραρτήματος-Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (Κ. Δ. Π. 139/79) όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 20(Ι)/92 και 91/03 και του Διατάγματος Κ. Δ. Π. 246/11; · Η κατηγορία με αρ. 7, το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β', με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3 (Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ), 6(Ι)
(3), 30(Ι)
(2)
(3), 30Α, 31, 31Α και το Άρθρο 6
(3)Β του Πρώτου Παραρτήματος-Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (Κ. Δ. Π. 139/79) όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 20(Ι)/92 και 91/03 και του Διατάγματος Κ. Δ. Π. 246/11; · Οι κατηγορίες με αρ. 5 και 8, το αδίκημα της παράνομης κατοχής εκρηκτικών υλών, κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 4[
(1),(ε),
(4)(δ) και
(5)] του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54; Και, · Η κατηγορία με αρ. 10, το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3, 4[
(1),(α),(iii) και
(2)], 5, 7 και 8 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007, Νόμος 188(I)/
  1. Έχω εξετάσει όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από πλευράς του Κατηγορουμένου 1 προς μετριασμό της ποινής του, και όλα όσα ο συνήγορος υπεράσπισης του Κατηγορουμένου 1 υπέβαλε ως θέσεις του εντολέα του κατά την διαδικασία που προηγήθηκε της ανακοίνωσης σήμερα της ποινής του Κατηγορουμένου 1, ακόμη και αν έχω επιλέξει να μην αναφερθώ ειδικά σε κάποιες από τις θέσεις και εισηγήσεις του, καθότι το έκρινα αχρείαστο. Έχω όμως αξιολογήσει το κάθε τι.
  2. Η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία καταδικάστηκε ο Κατηγορούμενος 1, διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Σημείο αναφοράς αποτελεί πάντοτε, η προβλεπόμενη από τον νόμο μέγιστη ποινή (βλ. Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Αυτή αποτελεί την βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, για τα αδικήματα στα οποία ο Κατηγορούμενος 1 έχει καταδικαστεί, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρεται στην συνέχεια, προβλέπεται ποινή φυλάκισης [ή και ποινή φυλάκισης]. Ποινή [η ποινή φυλάκισης], που, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιβολής ποινής, ως η σοβαρότερη / αυστηρότερη ποινή, πρέπει να επιβάλλεται, μόνον όταν η φύση του αδικήματος και οι συνθήκες και ένταση στην διάπραξή του, σε συνάρτηση με τα ελαφρυντικά του αδικοπραγούντος, την καθιστούν ως την καταλληλότερη ποινή. Τέτοια ποινή, επισημαίνεται, επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις, που, οποιαδήποτε άλλη, κρίνεται ακατάλληλη (βλ. Θεοχάρους ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Yeats v Constantin
(2000)2 Α.Α.Δ. 320, Κοσασβίλη ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 606). Δηλαδή, μόνο στις περιπτώσεις όπου κρίνεται απολύτως απαραίτητο και για περίοδο όχι περισσότερη από ότι υπό τις περιστάσεις είναι αναγκαίο. Όπως έχει αναφερθεί από τον Αρχιδικαστή Lane στην απόφαση του στην υπόθεση Bibi [1980] 1 WLR 1193: «. τα Δικαστήρια πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεχτικά να εξετάζουν την κάθε περίπτωση προς τον σκοπό διασφάλισης, στην περίπτωση που άμεση ποινή φυλάκισης είναι απαραίτητη, ότι η ποινή είναι όσο το δυνατόν μικρότερη και σύμφωνη μόνο με το καθήκον του Δικαστηρίου για προάσπιση των συμφερόντων της κοινωνίας και της αποτροπής του εγκληματία.» (βλ. επίσης στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1824, στην παράγραφο Ε.1.11). Η ανώτατη ποινή, επισημαίνεται, που μπορεί, σύμφωνα με τον νόμο, να επιβληθεί από το Δικαστήριο, για συγκεκριμένο αδίκημα, επιβάλλεται, μόνον στις περιπτώσεις όπου: (α) η φύση του αδικήματος είναι τέτοια, ώστε, να επιβάλλει εξαιρετικά μέτρα αποτροπής χάριν της προστασίας της κοινωνίας, (β) όταν από το σύνολο των περιστάσεων, ο καταδικασθείς, φαίνεται, κατά λογική πρόβλεψη, ότι θα συνιστά σοβαρό κίνδυνο για το κοινό, για ακαθόριστο χρόνο, και (γ) ότι, κάθε ελπίδα αναμόρφωσης του, ακριβώς προς προστασία της κοινωνίας από αυτόν και επανένταξης του σε αυτήν ως νομοταγές μέλος, έχει εκλείψει, από την άποψη ότι, το μητρώο του, τον αποκαλύπτει ως αδιόρθωτο, κατ' εξακολούθηση εγκληματία (βλ. Pernell v Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Προκύπτει συνεπώς από την νομολογία, ότι, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, πρέπει να επιφυλάσσεται για τα σοβαρότερα παραδείγματα του συγκεκριμένου αδικήματος. Σύμφωνα με τον Δικαστή Lawton (βλ. Ambler
(1975)CSP A1-4C01), κατά την εξέταση του κατά πόσο ένα αδίκημα είναι από τα χειρότερα παραδείγματα του είδους του, το Δικαστήριο, πρέπει να λαμβάνει υπόψη του, το φάσμα των περιπτώσεων που πράγματι αντιμετωπίζονται στην πράξη και να αναρωτιέται, εάν η συγκεκριμένη περίπτωση που αντιμετωπίζει, εμπίπτει εντός του ευρύτερου πεδίου του φάσματος αυτού. Το Δικαστήριο, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να χρησιμοποιεί την φαντασία του προς τον σκοπό δημιουργίας, «απίθανων, χειρότερων πιθανών περιπτώσεων», για να καταλήξει διαφορετικά (βλ. επίσης, Bright [2008] 2 Cr App R (S) 578). Εντούτοις, ακόμη και στις πιο σοβαρές των περιπτώσεων, το πρόσωπο του παραβάτη και πάλι δεν παραβλέπεται. Ο αδικοπραγήσας, όταν υπάρχουν στοιχεία μετριαστικά που το δικαιολογούν, δικαιούται έκπτωση της ποινής του, ανάλογη πάντοτε της σοβαρότητας του αδικήματος. Όπως υποστηρίζεται από τους συγγραφείς του Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1833, στην παράγραφο Ε.1.17, με παραπομπή στις αποφάσεις του Αγγλικού Εφετείου στις υποθέσεις Carroll
(1995)16 Cr App R (S) 488, Greene
(1993)14 Cr App R (S) 682 και Barnes
(1983)5 Cr App R (S) 368, γενικά, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, δεν πρέπει να επιβάλλεται, στις περιπτώσεις όπου η καταδίκη ήταν το αποτέλεσμα παραδοχής του κατηγορουμένου ότι διέπραξε το αδίκημα (βλ. επίσης, Pinto [2006] 2 Cr App R (S) 579). 4. Είναι συνεπώς, ένεκα των προαναφερόμενων αρχών, αναγκαίο να αναφερθεί, ποια είναι η προνοούμενη από τον Νόμο, μέγιστη ποινή, για τα προαναφερόμενα αδικήματα. Σημειώνοντας ασφαλώς εδώ, λόγω της σημασίας που αυτό έχει, στα της ποινής, και το γεγονός της παραπομπής της υπόθεσης αυτής, για συνοπτική εκδίκαση, ήτοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και όχι ενώπιον Κακουργιοδικείου, μετά από συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Ο οποίος, [Γενικός Εισαγγελέας], προφανώς και θεωρεί, ένεκα της προαναφερόμενης συγκατάθεσης του, ότι, η ποινή που μπορεί να επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο, ήτοι, φυλάκιση μέχρι πέντε ετών (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Cham κ. α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 129), αποτελεί επαρκή τιμωρία για την συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442). Εντούτοις, όπως έχει πρόσφατα επαναβεβαιωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, μέσα από την απόφαση του στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Μυλωνας, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, 14/12/2018, ένα τέτοιο γεγονός, δεν καθιστά τα αδικήματα λιγότερο σοβαρά: «Το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και όχι την ανώτατη ποινή που το ίδιο έχει δικαιοδοσία να επιβάλει (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Η ανώτατη ποινή που προβλέπει ο Νόμος συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης με στόχο τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής που θα επιβληθεί (Δημοκρατία ν. Κυριάκου & άλλου
(1990)2 ΑΑΔ 264, Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9.) Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή.». Μάλιστα, όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Π. Καλλή, στην υπόθεση Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442, «κατά την επιμέτρηση της ποινής σε υποθέσεις Κακουργιοδικείου, οι οποίες παραπέμπονται για συνοπτική εκδίκαση, το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και να επιβάλει αν τα γεγονότα και περιστάσεις της υποθέσεως το απαιτούν ακόμη και το ανώτατο όριο της ποινής που μπορεί να επιβληθεί σε συνοπτική διαδικασία - φυλάκιση 5 ετών» (η υπογράμμιση και η έμφασης είναι δική μου).: · Σύμφωνα με το Άρθρο 371 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης επτά χρόνων. Το Δικαστήριο όμως περιορίζεται, ως προαναφέρθηκε, βάσει του Άρθρου 24
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960, στην επιβολή ποινής φυλάκισης μέχρι και πέντε χρόνων. Βεβαίως, σύμφωνα με το Άρθρο 29 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, εναλλακτικά, το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ποινή φυλάκισης λιγότερου χρόνου, ή, αντί αυτού του είδους την ποινή, χρηματική ποινή, για ποσό που δεν υπερβαίνει το ποσό για το οποίο, βάσει του Άρθρου 24
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960, Νόμος 14/1960, έχει εξουσία να επιβάλει. · Σύμφωνα με τα Άρθρα 6[
(1)και
(2)], 30[
(1)και
(3)(α)] του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος του 1977, Νόμος 29/1977, το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β', τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και οχτώ χρόνων [ή με πρόστιμο ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί]. Εντούτοις, όπως προνοείται από την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)του Άρθρου 30 του Νόμου 29/1977: «Νοείται ότι σε κατηγορούμενο που κρίθηκε ένοχος για αδίκημα που αφορά χρήση, κατοχή ή μεταφορά ελεγχόμενου φαρμάκου για προσωπική χρήση επιβάλλεται ποινή φυλάκισης που δε θα υπερβαίνει τα δύο έτη, αν:- (
  1. i)δεν είχε συμπληρώσει, κατά το χρόνο της διάπραξης του αδικήματος, το εικοστοπέμπτο (25ο) έτος της ηλικίας του, και (
  2. ii)δεν έχει οποιαδήποτε προηγούμενη καταδίκη για αδίκημα κατά παράβαση του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) · Σύμφωνα με τα Άρθρα 6[
(1)και
(3)], 30[
(1)και
(3)(α)] του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος του 1977, Νόμος 29/1977, το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου [ή με πρόστιμο ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί]. · Σύμφωνα με το Άρθρο 4
(4)(δ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54, το αδίκημα της παράνομης κατοχής εκρηκτικών υλών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και δέκα χρόνων ή με πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις €2.562 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί; · Σύμφωνα με το Άρθρο 4[
(1),(α),(iii)] του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007, Νόμος 188(I)/2007, το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και δεκατεσσάρων χρόνων ή με χρηματική ποινή μέχρι και €500.000 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. 5. Έχοντας υπόψη τις ποινές που προβλέπει ο Νόμος και αφορούν τα αδικήματα της υπόθεσης αυτής, την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορά τα της ποινής, και ειδικότερα, την ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής του Κατηγορουμένου 1 από το Δικαστήριο, αλλά και το καθήκον του Δικαστηρίου πρόσδοσης αποτελεσματικότητας στον Νόμο και στον χαρακτήρα της ποινής προς προστασία των νομοταγών πολιτών και του κοινωνικού συνόλου (βλ. Ιωάννου ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171), όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και του Κατηγορουμένου 1 (βλ. και την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας) και το κάθε τι ελέχθη από πλευράς του προς μετριασμό της ποινής του, και ιδιαίτερα: · Τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από τις προνοούμενες από τον Νόμο ποινές, με σημείο αναφοράς, ως προαναφέρθηκε, το μέγιστο της προβλεπόμενης στον Νόμο ποινής. Και περαιτέρω, την έξαρση που παρατηρείται, στην διάπραξη των αδικημάτων αυτών, γεγονός, που, σε συνδυασμό με την σοβαρότητα τους, ως προελέχθη, επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής στον Κατηγορούμενο 1. Ο Κατηγορούμενος 1, έχει παραδεχθεί την διάπραξη πολύ σοβαρών αδικημάτων. Το αδίκημα της κατηγορίας με αρ. 7 στο κατηγορητήριο, της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο, είναι το σοβαρότερο αδίκημα που ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει. Πολύ σοβαρά, βεβαίως, είναι και τα αδικήματα των κατηγοριών με αρ. 2, 3, 4, και 6 στο κατηγορητήριο του, της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β'. Η σοβαρότητα των αδικημάτων του προαναφερόμενου Νόμου 29/1977 γενικά, και η ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης τους, μέσω της ποινής, από τα Δικαστήρια, έχει επισημανθεί από το Ανώτατο σε πάρα πολλές αποφάσεις του. Στην υπόθεση Λαζάρου ν Αστυνομίας, κ. α.
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Α. Πασχαλίδη, ανέφερε τα εξής -η έμφασης φυσικά, ήταν στο αδίκημα της εμπορίας ναρκωτικών-: «. τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, πληγές οι οποίες δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε από τη συχνότητα των υποθέσεων που έρχονται ενώπιον των δικαστηρίων, όχι μόνο δεν φαίνεται να υποχωρούν, αλλά επιδεινώνονται ραγδαία. Και στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας. Είναι πραγματικό λυπηρό, οδυνηρό και τραγικό να διαπιστώνουμε πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά τη αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική. Όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί οι έμποροι των ναρκωτικών θα πρέπει να κατανοήσουν ότι δεν μπορούν να αποφύγουν τις συνέπειες των απεχθών πράξεων τους. Θα πρέπει να υπολογίζουν τις επιπτώσεις της σύλληψης και καταδίκης τους.». Πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Ναζιπ ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2014, 21/11/2014, το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκε γενικότητα στην σοβαρότητα των αδικημάτων του προαναφερόμενου Νόμου 29/1977, και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, σημειώνοντας τα εξής: «. πρέπει να υπομνησθεί η νομολογία που υπαγορεύει την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε υποθέσεις ναρκωτικών ουσιών. Η ενασχόληση με ναρκωτικά είτε για ιδία χρήση, είτε κατά μείζονα λόγο, για εμπορία με την εισαγωγή και διάθεση ή προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα αποτελεί μέγιστο κίνδυνο στην κοινωνική συνοχή ενόψει των τεραστίων προβλημάτων που επιφέρει η εξάρτηση από τις ουσίες αυτές. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που τα Δικαστήρια συνδράμουν έστω κατασταλτικά, στον πόλεμο εναντίον των ναρκωτικών με την επιβολή αυστηρών και συνάμα αποτρεπτικών ποινών. .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Τελευταία, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Στυλιανού ν Δημοκρατίας, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 268/2015, 13/12/2018, δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Λ. Παραπαρίνου, στον ίδιο τόνο, σημείωσε τα εξής: «Η σοβαρότητα των αδικημάτων της καλλιέργειας, κατοχής και εμπορίας ναρκωτικών ουσιών δεν μπορεί να υποβαθμιστεί ή να αμφισβητηθεί. Οι προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές και η νομολογία μας δεν επιτρέπουν κάτι τέτοιο. Ούτε και η εξατομίκευση της ποινής θα πρέπει να υποβαθμίζει την σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν από τον Εφεσείοντα αλλ' ούτε και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων της φύσης υπό εξέταση. Οι ανησυχητικές διαστάσεις που έχουν προσλάβει τα συγκεκριμένα αδικήματα, τα οποία προκαλούν την καταστροφή στους συνανθρώπους για εύκολο κέρδος, χρήζουν και την ανάλογη αντιμετώπιση για την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου πάντοτε στο ορθό πλαίσιο και συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Η αποτροπή είναι το κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό και την έκταση της ποινής. .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [Βλ. επίσης, Κλεομένης ν Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 350, Τσιάκκα ν Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 282, Σιμκάση ν Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 22]. Σε αυτά, για σκοπούς της απόφασης μου αυτής, δεν χρειάζεται να προστεθεί οτιδήποτε. Όπως προαναφέρθηκε, τα αδικήματα που σχετίζονται με τις ναρκωτικές ουσίες, είναι σε έξαρση, έχουν πάρει ανησυχητικές διαστάσεις και για αυτό τον λόγο, η εφαρμογή από το Δικαστήριο του Νόμου, κατασταλτικά, [δηλαδή, κατά τρόπο που να αποτρέπεται η διάπραξης τους], πρέπει, ως στοιχείο, να κυριαρχεί στον καθορισμό και την έκταση της ποινής. Το αδίκημα της κατηγορίας με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, της συνομωσίας για την διάπραξη των προαναφερόμενων αδικημάτων της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β και της παράνομης κατοχής του με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο, έχει την ίδια σοβαρότητα. Όπως αναφέρθηκε από το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Ardalan [1972] 1 W.L.R. 463: «. for those who indulge in these drug conspiracies where there are large profits at stake, exemplary deterrent sentences are necessary. Amongst those at whom it is essential for the courts to strike in some effort to stop this trade are those who are at the centre of the conspiracies and above all those who arrange the illegal importation into this country of drugs of this kind in defiance of the prohibition on their importation. It is the man at the centre whom the court should be especially concerned to aim punishment both to punish him and to warn others that those who indulge in similar conspiracies are likely to receive similar or perhaps even longer sentences.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Πολύ σοβαρό αδίκημα, το οποίο επίσης βρίσκεται σε έξαρση και πρέπει, ως εκ τούτου, να αντιμετωπίζεται, ως προαναφέρθηκε, με σοβαρότητα, είναι και το αδίκημα των κατηγοριών με αρ. 5 και 8 στο κατηγορητήριο, της παράνομης κατοχής εκρηκτικών υλών. Όπως έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Καραπατέα ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 208/2013, 25/09/2014, ναι μεν οι εκρηκτικές ύλες του τύπου ως είναι και αυτές του κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου 1, ήτοι, πυροτεχνήματα και κροτίδες, αν συγκριθούν με αυτές που χρησιμοποιούνται για την καταστροφή περιουσίας, είναι της κατηγορίας των ολιγότερων επικίνδυνων εκρηκτικών υλών, εντούτοις, εξακολουθούν και αυτές να είναι επικίνδυνες, εφόσον, πάντοτε μπορούν να αποτελέσουν κίνδυνο σε περίπτωση «έκρηξης» τους, τόσο προς πρόσωπα όσο και σε περιουσία, ιδιαιτέρως όταν αυτές κατέχονται σε ποσότητα, χωρίς οποιοδήποτε έλεγχο ή εποπτεία [και δη από νεαρά πρόσωπα που πολύ συχνά ενεργούν με αφέλεια και απερισκεψία], εντός κατοικημένης περιοχής. Πολύ πιο σοβαρό, βεβαίως, είναι το αδίκημα της κατηγορίας με αρ. 10 στο κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου 1, της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Όπως επεξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Θεοφάνους ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 298/2018, 27/06/2019, δια του έντιμου, Π. Α. Δ., Μ. Νικολάτου: «Το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όπως το ίδιο αυτοπροσδιορίζεται, συνίσταται στη χρήση/απόλαυση από τον αδικοπραγήσαντα των καρπών της παρανομίας του. Ό,τι έχει σημασία, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, είναι το είδος και το ύψος των καρπών της παρανομίας που απόλαυσε ο αδικοπραγήσας ως αποτέλεσμα της παράνομης δραστηριότητάς του. Είναι αυτή την απόλαυση που έχει στο επίκεντρό του το υπό αναφορά αυτοτελές αδίκημα (Δέστε: Μαληκκίδης (ανωτέρω), Βασιλείου κ.α. ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:B241, Ποιν. Εφ. 12/2015 ημερ. 4.7.2017 και Λεμονάρη ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B150, Ποιν. Εφ. 212/2017 ημερ. 17.4.2019), και αυτό για πρόληψη ή πάταξη της παρανομίας με την πρόβλεψη αυστηρών ποινών αναφορικά με την απόλαυση των καρπών της.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Πρόκειται, σημειώνεται, για αδικήματα, η διάπραξης των οποίων είναι διαδεδομένη (βλ. Attorney-General v Ttofi
(1962)C.L.R. 225), γνώσης του Δικαστηρίου λόγω της καθημερινής λειτουργίας του («virtute officii», βλ. Attorney-General v Mavrokefalos
(1966)2 Α.Α.Δ. 93) και διαχείρισης υποθέσεων κατηγορούμενων, το κατηγορητήριο των οποίων περιλαμβάνει τα υπό αναφορά αδικήματα, στα οποία τελικώς καταδικάζονται. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Παγιαβλάς ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240: «Η ανάγκη για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου δικαιολογείται, όλως ιδιαίτερα, όπου συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που οριοθετεί και το πλαίσιο αντιμετώπισής τους.». Περαιτέρω, σύμφωνα με την νομολογία, όπου υπάρχει ανάγκη η ποινή να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, αν και λαμβάνονται υπόψη, λαμβάνονται υπόψη στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής (βλ. Balampanidis v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 210/2018, 10/05/2019) (βλ. επίσης, στο σύγγραμμα του D. A. Thomas, Principles of Sentencing, 1η έκδοση, στις σελίδες 71, 162 - 167). Σε ότι αφορά τον παράγοντα της αποτροπής, ως προαναφέρθηκε, στην υπόθεση Πισκόπου ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342, το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του έντιμου, Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, ως ήταν τότε, ανέφερε τα εξής: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μια έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος . και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας των εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.». · Ότι, σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα αδικήματα, από τα γεγονότα, προκύπτουν τα ακόλουθα στοιχεία, που καθορίζουν το περιθώριο επιείκειας που το Δικαστήριο δύναται να εφαρμόσει στην περίπτωση του Κατηγορουμένου 1. Και αυτό, επειδή, όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, δεν εξαρτάται, αποκλειστικά, από το ανώτατο όριο ποινής, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε και τις συνέπειες του (βλ. Μιχαηλίδης v Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, Θεοφάνους ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 298/2018, 27/06/2019).. Σχετικές, εν προκειμένω, είναι και οι διατάξεις του εδαφίου
(4)του Άρθρου 30 του Νόμου 29/1977, σύμφωνα με το οποίο: «
(4)Χωρίς επηρεασμό οποιωνδήποτε άλλων σχετικών διατάξεων και επιπρόσθετα απ' αυτές, το δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής μεταξύ άλλων λαμβάνει υπόψη του τα ακόλουθα περιστατικά: (α) Ως καθιστώντα το αδίκημα ιδιαίτερα σοβαρό- (
  1. i)Την ανάμειξη στη διάπραξη του αδικήματος οργανωμένης ομάδας εγκληματιών στην οποία ο κατηγορούμενος ανήκει˙ (
  2. ii)την ανάμειξη του κατηγορουμένου σε διεθνείς οργανωμένες εγκληματικές δραστηριότητες˙ (iii) την ανάμειξη του κατηγορουμένου σε άλλες παράνομες δραστηριότητες οι οποίες διευκολύνονται με τη διάπραξη του αδικήματος˙ (
  3. iv)τη χρήση βίας, πυροβόλων όπλων ή επιθετικών όπλων ή αντικειμένων κατά τη διάπραξη του αδικήματος˙ (
  4. v)το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατέχει δημόσιο αξίωμα ή θέση και το αδίκημα το οποίο διαπράχθηκε σχετίζεται με το εν λόγω αξίωμα ή θέση˙ (
  5. vi)τη θυματοποίηση ή εκμετάλλευση ανηλίκων ή διανοητικώς ή λόγω ψυχικής νόσου πασχόντων˙ (vii) το γεγονός ότι το αδίκημα διαπράχθηκε στις φυλακές ή σε κρατητήριο της Αστυνομίας ή στέγη ή ίδρυμα υπό τον έλεγχο, επίβλεψη ή φροντίδα του Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ή πλησίον τέτοιων στεγών ή ιδρυμάτων ή σε άλλους χώρους όπου συχνάζουν μαθητές ή φοιτητές για εκπαιδευτικές, αθλητικές, κοινωνικές ή άλλες δραστηριότητες. (β) Ως καθιστώντα το αδίκημα λιγότερο σοβαρό- (
  6. i)Η ηλικία του κατηγορουμένου˙ (
  7. ii)το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα παρασυρόμενος από πρόσωπα δυνάμενα να ασκήσουν επιρροή σ' αυτόν˙ (iii) ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη σε εμπορία ή διακίνηση ναρκωτικών και ότι το παράπτωμα του σχετίζεται αποκλειστικά με χρήση ναρκωτικών˙ (
  8. iv)το βαθμό της εξάρτησης του κατηγορουμένου από ναρκωτικά˙ (
  9. v)την αποδεδειγμένη μεταμέλεια του κατηγορουμένου η οποία μεταξύ άλλων μαρτυρείται από τη συνεργασία του με τις αρχές για τη δίωξη των προμηθευτών και την προθυμία του να υποβληθεί σε θεραπεία για απεξάρτηση˙ (
  10. vi)το είδος και την ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που βρέθηκαν στην κατοχή του˙ (vii) το γεγονός ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε από τα περιστατικά που αναφέρονται στο (α)(i)-(
  11. vi)πιο πάνω.». Από τα γεγονότα, προκύπτει ότι, ο Κατηγορούμενος 1, που σήμερα είναι ηλικίας 27 ετών, διέπραξε τα αδικήματα του κατηγορητηρίου του στις 21/09/2019. Όταν, δηλαδή, ήταν ηλικίας 26 ½ ετών. Μετά από πληροφορία που ελήφθη στην Υ. Κ. Α. Ν., ότι ο Κατηγορούμενος 1, στις οικίες που διέμενε με άλλα πρόσωπα στον Δήμο Στροβόλου, αλλά και στα οχήματα που χρησιμοποιούσε για τις διακινήσεις του, απέκρυπτε ελεγχόμενα φάρμακα, τα οποία, μαζί με άλλα πρόσωπα, προμήθευε σε νεαρά πρόσωπα, ετέθη, από Αστυφύλακες της Υ. Κ. Α. Ν., υπό παρακολούθηση. Ως αποτέλεσμα, στις 21/09/2019, περί τις 20:55 μ. μ., το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος 1, ανακόπηκε για έλεγχο από Αστυφύλακες της Υ. Κ. Α. Ν., λόγω της ύποπτης κινήσεως του στον Συνοικισμό Στροβόλου ΙΙΙ, σε σκοτεινό μέρος παρά την υπόγεια, από τον αυτοκινητόδρομο, διάβαση. Μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε από τους Αστυφύλακες της Υ. Κ. Α. Ν. στον Κατηγορούμενο 1 και στο αυτοκίνητο του, μετά από συγκατάθεση του Κατηγορουμένου 1, στην κατοχή του Κατηγορούμενου 1, σε τσαντάκι μέσης το οποίο είχε εφαρμοσμένο στο σώμα του, ανευρέθηκε, κάνναβης 6,88 γραμμαρίων και ένα χειροποίητο τσιγάρο που περιείχε κάνναβη 0,15 γραμμαρίων, τα οποία, ο Κατηγορούμενος 1, μετά από επίστηση της προσοχής του στο Νόμο, απάντησε ότι ήταν δικά του. Τότε, ο Κατηγορούμενος 1, συλλήφθηκε από τους Αστυφύλακες της Υ. Κ. Α. Ν., για τα αυτόφωρα αδικήματα που διέπραξε και σε επίστηση που του έγινε σχετικά με αυτά, δεν απάντησε οτιδήποτε. Στην συνέχεια, σε περαιτέρω έρευνα που έγινε στο προαναφερόμενο τσαντάκι μέσης του Κατηγορουμένου 1, μεταξύ άλλων, ανευρέθηκε και το ποσό των €235 σε μετρητά, σχετικά με το οποίο, κατόπιν επίστησης που του έγινε στον Νόμο, ο Κατηγορούμενος 1, ανέφερε ότι ήταν δικό του. Στο αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου 1, οι Αστυφύλακες της Υ. Κ. Α. Ν., το οποίο επίσης ερεύνησαν, δεν εντόπισαν οτιδήποτε επιλήψιμο. Περί της 22:10 μ. μ. της ίδιας ημέρας, ακολούθησε έρευνα από μέλη της Υ. Κ. Α. Ν., στην οικία του Κατηγορουμένου 1 στην Οδό XXXXX στον Στρόβολο, στην παρουσία του Κατηγορουμένου 1. Εκεί, σε υπνοδωμάτιο της οικίας, Αστυφύλακες της Υ. Κ. Α. Ν., εντόπισαν 200 πυροτεχνήματα, σε δύο συσκευασίες των εκατό, για τα οποία, ο Κατηγορούμενος 1, κατόπιν επίστησης της προσοχής του στον Νόμο, ανέφερε ότι του ανήκαν και σκόπευε να τα χρησιμοποιήσει στα γενέθλια του. Περαιτέρω, σε καλάθους απορριμμάτων της τουαλέτας και της κουζίνας της εν λόγω οικίας, σε χαρτομάντηλα, αλλά και σε αριθμό νάιλον σακουλιών, εντοπίστηκε από Αστυφύλακες της Υ. Κ. Α. Ν., κάνναβης, η οποία, υποδείχθηκε στον Κατηγορούμενο 1, και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο, αυτός απάντησε, για την μεν πρώτη ποσότητα που ανευρέθηκε στον κάλαθο απορριμμάτων της τουαλέτας, ότι ήταν δική του και συλλήφθηκε για το σχετικό αυτόφωρο αδίκημα που διέπραξε, για την δε δεύτερη ποσότητα που ανευρέθηκε στον κάλαθο της κουζίνας, ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε. Τελικά, διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για κάνναβη 6,07 γραμμαρίων. Η έρευνα της Υ. Κ. Α. Ν., συνεχίστηκε στο υπόγειο της εν λόγω οικείας, που ήταν διαμορφωμένο ως διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου, όπου διέμενε ο Κατηγορούμενος 1. Εκεί, περί τις 23:00 μ. μ. της ίδιας ημέρας, Αστυφύλακες της Υ. Κ. Α. Ν., μεταξύ άλλων, εντόπισαν το ποσό των €2.520 σε μετρητά, το οποίο κατασχέθηκε ως τεκμήριο. Σχετικά με αυτό, ο Κατηγορούμενος 1, ανέφερε ότι ήταν το προϊόν πώλησης αυτοκινήτου του. Οι εξετάσεις της Αστυνομίας, στην παρουσία του Κατηγορουμένου 1, συνεχίστηκαν σε οικία που βρίσκεται στην Οδό XXXXX στον Στρόβολο. Εκεί, σε υπνοδωμάτιο, εντός ερμαριού, περί τις 23:20 μ. μ., εντοπίστηκαν από Αστυφύλακες της Υ. Κ. Α. Ν., δύο τσάντες ώμου, οι οποίες περιείχαν, έκαστη, κάνναβη που ήταν συσκευασμένη, αντιστοίχως, σε διαφανή νάιλον πλαστική μεμβράνη και κλειστή αεροστεγώς νάιλον συσκευασία, συνολικού βάρους 1 κιλού και 126,3 γραμμαρίων. Υποδείχθηκαν τα ανευρεθέντα, στον Κατηγορούμενο 1 από τους Αστυφύλακες της Υ. Κ. Α. Ν. και μετά από επίστηση της προσοχής του στον Νόμο, αυτός απάντησε ότι του ανήκαν. Σε κάλαθο απορριμμάτων του εν λόγω υπνοδωματίου, ανευρέθηκε από Αστυφύλακες της Υ. Κ. Α. Ν., κουβάρι από διαφανή νάιλον πλαστική μεμβράνη, όμοια με αυτή που ήταν συσκευασμένη η μία ποσότητα της κάνναβης που είχε ανευρεθεί, το οποίο παραλήφθηκε ως τεκμήριο. Η έρευνα της Αστυνομίας, επεκτάθηκε και σε υποστατικό που βρισκόταν στην αυλή της εν λόγω οικίας, που χρησιμοποιείτο ως αποθήκη, όπου και, Αστυφύλακες της Υ. Κ. Α. Ν., μεταξύ άλλων, εντόπισαν 340 κροτίδες, οι οποίες, ο Κατηγορούμενος 1, κατόπιν επίστησης της προσοχής του στον Νόμο, παραδέχθηκε ότι του ανήκαν. Ο Κατηγορούμενος 1, σε ανακριτική κατάθεση που του ελήφθη από την Αστυνομία στις 22/09/2019, παραδέχθηκε την διάπραξη των αδικημάτων του κατηγορητηρίου του αυτής της υπόθεσης. Ο Κατηγορούμενος 1, υποστήριξε, -και δεν αμφισβητήθηκε από τον Κατήγορο-, ότι, την προαναφερόμενη μεγάλη ποσότητα κάνναβης που βρέθηκε στην κατοχή του, -του 1 κιλού και 126,3 γραμμαρίων- την παρέλαβε από το πρόσωπο που τον προμήθευε με κάνναβη για προσωπική του χρήση, -τον οποίο θεωρούσε φίλο του και εμπιστευόταν-, για να την φυλάξει για πολύ λίγο χρονικό διάστημα -μίας ημέρας- και να του την επιστρέψει -όταν θα του το ζητούσε-, εις αντάλλαγμα 7 γραμμαρίων κάνναβης που χρειαζόταν, λόγω της συστηματικής χρήσης της που τον επιβάρυνε πάρα πολύ οικονομικά. Όπως εν προκειμένω υποστηρίχθηκε, ο Κατηγορούμενος 1, μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του, λόγω της αποτυχίας του να εξεύρει εργασία σχετική του τομέα της εκπαίδευσης του, απογοητεύθηκε τόσο πολύ, που, από περιστασιακός χρήστης κάνναβης, έγινε, ως προαναφέρθηκε συστηματικός χρήστης της, με αποτέλεσμα να χρειάζεται €100 κάθε 3 με 4 ημέρες για να εξασφαλίσει την δόση του. Αυτό το δεδομένο, ανέφερε ο συνήγορος υπεράσπισης του Κατηγορουμένου 1, οδήγησε τον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος έδρασε σαφώς από αφέλεια, μη συνειδητοποιώντας την σοβαρότητα αυτή των πράξεων του, να ενεργήσει ως ο «αποθηκάριος» του εν λόγω προσώπου. Ο Κατηγορούμενος 1, υποστηρίχθηκε, δεν θα είχε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος, και δεν ήταν αυτός ο οποίος θα διακινούσε για σκοπούς εμπορίας της την κάνναβη στους «καταναλωτές». Ο ρόλος του Κατηγορουμένου 1, κατά την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης του, ήταν πολύ περιορισμένος, και η κατοχή του της εν λόγω ποσότητας με σκοπό την προμήθεια της, και δη η παραδοχή του στο σχετικό αδίκημα, έγκειται ακριβώς στον σκοπό του να την επιστρέψει στον «ιδιοκτήτη» της. Αγορεύοντας ενώπιον μου, ο συνήγορος υπεράσπισης του Κατηγορουμένου 1, μεταξύ άλλων, ξεφεύγοντας από τα όσα αναφέρονται στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης που ετοίμασε για σκοπούς της διαδικασίας προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου 1 -εκεί, οι αναφορές, αφορούν συστηματική χρήση και όχι εξάρτηση-, αναφέρθηκε στην εξάρτηση του Κατηγορουμένου 1 από την χρήση της κάνναβης, ως την βάση για την απαρχή της παράνομης δράσης του. Η θέσης αυτή, ξενίζει. Ιδιαιτέρως αν ληφθεί υπόψη, ότι, δεν φαίνεται να εκφράζει τον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος στην Λειτουργό Κοινωνικών Υπηρεσιών του Τμήματος Φυλακών, ανέφερε ακριβώς το αντίθετο. Γεγονός που περιλήφθηκε στην Έκθεση της εν λόγω λειτουργού, το περιεχόμενο της οποίας, ο Κατηγορούμενος 1, έχει αποδεχθεί και υιοθετήσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, υπάρχει η άποψης ότι, οι ιδιότητες της κάνναβης, αν και μπορούν να προκαλέσουν σωματική εξάρτηση, δεν δημιουργούν ψυχολογική εξάρτηση, τέτοια που δύναται να καταβάλει την σκέψη, αντίληψη και πράξεις ενός ανθρώπου. Ενδιαφέρουσα, εν προκειμένω, είναι η άποψης των συγγραφέων του συγγράμματος Bucknell & Ghodse on Misuse of Drugs, 3η έκδοση, στην παράγραφο 3-050: «It is not clear whether physical dependence on cannabis occurs or not. It does not seem to occur in the United Kingdom, but as few people smoke it heavily, this is perhaps not surprising. In those countries where it is more readily available and heavy daily use is common, an inability to stop taking it, the hallmark of dependence, does occur, and regular administration of THC under laboratory conditions is followed by some discomfort on drug withdrawal. On the other hand, there is no evidence in terms of craving or drug-seeking behaviour that psychological dependence occurs and only weak evidence from animal studies that cannabis has primary reinforcing properties.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου) Παρά ταύτα, ο παράγοντας αυτός, της εξάρτησης του Κατηγορουμένου 1 από την κάνναβη, ως γίνεται αντιληπτό, αναφέρθηκε στο Δικαστήριο από τον συνήγορο υπεράσπισης του Κατηγορουμένου 1, ως μετριαστικός της υπαιτιότητας του εντολέα του. Έχω την αντίθετη άποψη. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Bucknell & Ghodse on Misuse of Drugs, 3η έκδοση, στην παράγραφο 19-041: «It is not a matter of mitigation that persons are forced to commit crimes of dishonesty in order to raise funds to feed their addiction to drugs. The Court of Appeal in R v Hamley and Marshall, July 31, 1987, C.A. (unreported) said: "Any person who voluntarily becomes addicted to drugs and commits crimes to raise the necessary finance to feed the addiction, cannot rely on the fact of the addiction as mitigating the offence he commits. Indeed it would not be unreasonable to suggest that in some cases it would be a matter of aggravation rather than mitigation that anybody should commit crimes on that basis.". Similar sentiments were expressed by the Court of Appeal in R v Gould
(1983)5 Cr.App.R.(S) 72 and R v Pewter, November 10, 1968, C.A. (unreported), a case concerning armed robbery. In the latter case it was put forward in mitigation that at the time when the appellant threatened a police officer he was in extreme need of a dose of heroin substitute and that his mental equilibrium was affected by withdrawal symptoms, Watkins L.J. said: "We wish to make it absolute clear as to the last admission that persons who become addicted to drugs such as heroin and whilst under the influence of that drug, or because deprivation of the drug is being suffered, commit very serious crime, or indeed any crime, cannot use that fact as an excuse for the crime nor can it avail that person as a factor in reduction of a sentence. The public is not to be put at risk, nor are the police, by drug-hungry criminals.".». Σχετικά με την θέση του Κατηγορουμένου 1, ότι ο ρόλος του «αποθηκάριου» που επιτέλεσε, σε ότι αφορά την προαναφερόμενη μεγάλη ποσότητα κάνναβης, δικαιολογεί μετριασμό της ποινής του, αρκεί να αναφερθεί, ότι, ο ρόλος εκάστου παρανομούντα στην αλυσίδα της παράνομης διοχέτευσης ναρκωτικών στην κοινωνία, καθορίζει και την υπαιτιότητα του. Χωρίς, βεβαίως, να παραβλέπεται ότι, ακόμη και αυτός ο ρόλος, του «αποθηκάριου», στον οποίο αναφέρθηκε ο Κατηγορούμενος 1, «δίδει την δυνατότητα της άμεσης εξάπλωσης και χρήσης ναρκωτικών σε ευρύ αριθμό ατόμων με άμεσο καταστρεπτικό αντίκτυπο στον κοινωνικό ιστό». Η τελευταία αναφορά μου, είναι από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Valdez v Δημοκρατίας, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ.144/2016, 21/02/2017, στην οποία γίνεται ανάλυσης του προαναφερόμενου ζητήματος. Για κάτι περαιτέρω, παραπέμπω σε αυτήν. Ο Κατηγορούμενος 1, έστω και ως απλώς «αποθηκάριος» της κάνναβης, έχει, ως προκύπτει από την παραδοχή του στην κατηγορία με αρ. 10 στο κατηγορητήριο και το χρηματικό ποσό σε μετρητά που βρέθηκε στην κατοχή του, δράσει [και] για οικονομικό όφελος, αυτόβουλα και με πλήρη επίγνωση ότι με τις ενέργειες του, εξυπηρετούσε τον παράνομο τελικό σκοπό του «εντολέα/υποκινητή» του, που επιτελούσε ζημιά στην κοινωνία της οποίας είναι μέλος. Το κοινωνικό, μορφωτικό και οικονομικό επίπεδο του Κατηγορουμένου 1, οι περιστάσεις της οικογένειας του και η ηλικία ωριμότητας του, -στοιχεία στα οποία αναφέρομαι στην συνέχεια-, σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογούν την παράνομη δράση του. Του επέβαλλαν διαφορετικά. Εντούτοις, είναι γεγονός, ότι, ο Κατηγορούμενος 1, παρά την μεγάλη ποσότητα της κάνναβης που βρέθηκε στην κατοχή του, το ώριμο της ηλικίας του κατά τον ουσιώδη χρόνο και την μη αποκάλυψη στην Αστυνομία της ταυτότητας του ιδιοκτήτη της, διέπραξε τα αδικήματα του Νόμου 29/1977, υπό περιστάσεις, που σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου
(4)του Άρθρου 30 του Νόμου 29/1977, κατατάσσουν την υπαιτιότητα του, στη χαμηλότερη βαθμίδα της διακυμάνσεως τους, από απόψεως σοβαρότητας. · Την συνεργασία του Κατηγορουμένου 1 με την Αστυνομία και την ομολογία του στην Αστυνομία ότι διέπραξε τα αδικήματα (βλ. Geoffrey Michael John Pernell v Alan Carl Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Χαράλαμπος Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Stelios Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kyriacos Georghiou Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Χωρίς βέβαια να παραβλέπεται, ότι, η αρχική αντίδρασης του Κατηγορουμένου 1, όταν για πρώτη φορά ανακόπηκε το αυτοκίνητο του από τους Αστυφύλακες της Υ. Κ. Α. Ν. και του ανακοινώθηκε ότι θα του γινόταν έλεγχος, ήταν να παραμείνει σιωπηλός. Όπως βεβαίως έπραξε, και όταν διεξαγόταν η έρευνα της Αστυνομίας στις προαναφερόμενες οικίες. Και ότι, η συνεργασία του με την Αστυνομία, -που περιοριζόταν στο να δώσει απαντήσεις στην Αστυνομία στα ερωτήματα που του θέτονταν- κάθε φορά, ουσιαστικά, ενεργοποιείτο από το γεγονός, της ανεύρεσής των ναρκωτικών ή εκρηκτικών, εξελικτικά, στην κατοχή του. Οι έρευνες της Αστυνομίας, ήταν τουλάχιστον 1 ½ ώρας, και σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αυτής, ο Κατηγορούμενος 1 προσέφερε στην Αστυνομία οποιαδήποτε πληροφόρηση που θα βοηθούσε στον εντοπισμό των ανευρεθέντων. Περαιτέρω, ως προαναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος 1, δεν αποκάλυψε στην Αστυνομία, την ταυτότητα του προσώπου που τον προμήθευσε με την κάνναβη. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Παύλου ν Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 44/2016, 04/04/2019: «Στην παρούσα περίπτωση, το γεγονός ότι είχε συλληφθεί επ΄ αυτοφώρω, περιορίζει τη σημασία της παραδοχής (βλ. Κατσαπάου ν. Δημοκρατίας, πιο πάνω) και, επίσης, δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι, μετά την ανακοπή του οχήματός του, ο εφεσείων εξήλθε από αυτό και τράπηκε σε φυγή. Επίσης, η συνεργασία του εφεσείοντα με την Αστυνομία περιορίστηκε στην παραδοχή των κατηγοριών και δεν έδωσε πληροφορίες για το κύκλωμα διακίνησης ναρκωτικών.». · Το γεγονός, ότι, η καταδίκη του Κατηγορουμένου 1, ήταν το αποτέλεσμα της δικής του παραδοχής -η οποία δηλώθηκε από τον Κατηγορούμενο 1, όταν για πρώτη φορά κλήθηκε από το Δικαστήριο να απαντήσει στο κατηγορητήριο του-. Καθώς επίσης και το γεγονός, ότι, ο Κατηγορούμενος 1, παραδεχόμενος τα αδικήματα που διέπραξε, στο Δικαστήριο, αναγνώρισε ότι έπραξε λανθασμένα, δήλωσε μετανιωμένος και απολογήθηκε για την διάπραξη τους (βλ. Λένος Γεωργίου Μυλωνά ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 384, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Σιδέρης Ισιδώρου ν G. M. Christofi Enterprises Ltd κ. α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60). Και λαμβάνοντας υπόψη, το σύνολο των περιστάσεων που αφορούν αυτή την υπόθεση, και πως αυτές μπορούν να συσχετιστούν με την απάντηση του Κατηγορουμένου 1 στο κατηγορητήριο του (βλ. Michal Bukowski v Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 92, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Chucri Saliba v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 388), δεδομένης της μαρτυρίας εναντίον του (είδους και έκτασης), σε ότι αφορά τον βαθμό του μετριασμού που δικαιούται λόγω της παραδοχής του. Δεν θεωρώ ότι ο Κατήγορος θα είχε δύσκολο έργο στην απόδειξη της υπόθεσης του εναντίον του Κατηγορουμένου 1, εφόσον, ο Κατηγορούμενος 1, εκτός του ότι ομολόγησε την διάπραξη των αδικημάτων του κατηγορητηρίου στου στην Αστυνομία, συλλήφθηκε να τα διαπράττει, ουσιαστικά, επ' αυτοφώρω. · Ότι, ο Κατηγορούμενος 1, είναι λευκού ποινικού μητρώου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Λεωνίδα Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Nicholas Stratos a. a. v Police V17 C.L.R. 73, Γεώργιος Χατζηνικολάου ν Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63). Ως αναφέρω στην συνέχεια, ο Κατηγορούμενος 1, πριν από την διάπραξη των αδικημάτων του κατηγορητηρίου του αυτής της υπόθεσης, διήγε ένα έντιμο βίο, ήταν φιλήσυχος, εργατικός, μελετηρός και αθλητής. Γενικά, είχε το προφίλ ενός προσώπου καλού χαρακτήρα. Τίποτε δεν προμήνυε τα γεγονότα της δράσης του αυτής της υπόθεσης. Χαρακτήρα τον οποίο επιδεικνύει και τώρα, μου αναφέρθηκε, στις Κεντρικές Φυλακές. · Τις προσωπικές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου 1, ως αυτές αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και μου παρουσιάστηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης του, προς εξατομίκευση της ποινής του, στο βαθμό, που, σύμφωνα με την νομολογία, μπορούν να επηρεάσουν μετριαστικά την ποινή, έχοντας ως δεδομένα, ως προελέχθη, την σοβαρότητα των αδικημάτων, την έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη τους και την αναγκαιότητα πάταξης τους (βλ. Tibor Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Και δη το γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος 1, είναι σήμερα ηλικίας 27 ετών, ανύπαντρος και άτεκνος, παιδί διαλυμένης τετραμελούς οικογένειας, καλού κοινωνικού-μορφωτικού και οικονομικού επιπέδου, που κατοικεί στην οικία της μητέρας του στον Στρόβολο, με την οποία συγκατοικεί. Η μητέρα του Κατηγορουμένου 1, που είναι σήμερα 51 ετών, είναι πτυχιούχος Η/Υ με μεταπτυχιακές σπουδές στον Στρατηγικό Σχεδιασμό και για πολλά χρόνια τώρα εργάζεται σε τράπεζα. Είναι καρκινοπαθείς, και έχει υποβληθεί σε θεραπεία, αλλά και εγχειρήσεις τα έτη 2007 και 2014, λόγω καρκίνου στο μαστό και καρκίνων γυναικολογικών. Ο πατέρας του Κατηγορουμένου 1, που είναι σήμερα 56 ετών, διαμένει σε οικία στον Στρόβολο με τον παππού του Κατηγορουμένου 1 και εργάζεται ως πωλητής σε εταιρεία μεταφορών. Είναι πτυχιούχος μηχανικής αεροσκαφών και για πολλά χρόνια εργαζόταν ως υπεύθυνος πωλήσεων σε μεγάλη επιχείρηση πώλησης αυτοκινήτων, θέση την οποία απώλεσε, μαζί και τις πολύ καλές μισθολογικές απολαβές του, περί το έτος 2015, λόγω της κρίσης στην οικονομία, που κατά την περίοδο εκείνη, επηρέασε το παγκόσμιο. Οι γονείς του Κατηγορουμένου 1, πήραν διαζύγιο πριν από πολλά χρόνια, -περί το έτος 2007, όταν ο Κατηγορούμενος 1 ήταν ηλικίας 13 ετών-, εντούτοις, ως ο Κατηγορούμενος 1 δήλωσε στην Λειτουργό Κοινωνικών Υπηρεσιών του Τμήματος Φυλακών, η διάλυση της οικογένειας ήταν ομαλή, χωρίς εντάσεις, ώστε, οι σχέσεις των γονέων του παρέμειναν καλές, και ο ίδιος, παρά την στεναχώρια του για το γεγονός του χωρισμού τους, να αναφέρει ότι είχε πολύ καλά παιδικά χρόνια. Ο Κατηγορούμενος 1, έχει έναν μικρότερο σε ηλικία αδελφό, 23 ετών, σπουδαστή στον χειρισμό αεροπλάνων σε πανεπιστήμιο στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο ίδιος, είναι απόφοιτος πανεπιστημίου, πτυχιούχος με βαθμό άριστα στον Κλάδο της Διοίκησης Επιχειρήσεων, και κάτοχος διπλωμάτων στο τομέα της Ασφάλειας Καζίνο, τον οποίο σκόπευε να ακολουθήσει σε πανεπιστημιακό επίπεδο. Για τις σπουδές, τόσο του Κατηγορουμένου 1, όσο και του αδελφού του, υπάρχει δάνειο που λήφθηκε από τράπεζα, περί τις €50.000, το βάρος της υποχρέωσης εξόφλησης του οποίου έχει επωμιστεί, μετά και την απώλεια της καλύτερης μισθολογικά εργασίας του πατέρα του, η μητέρα του Κατηγορουμένου 1. Μετά την δευτεροβάθμια εκπαίδευση του, ο Κατηγορούμενος 1, εργάστηκε ως υπάλληλος σε επιχείρηση τηλεπικοινωνιών ως λειτουργός εξυπηρέτησης πελατών, απασχόληση που διατήρησε και κατά την διάρκεια της φοίτησης του στο πανεπιστήμιο. Στην συνέχεια, και μετά την ολοκλήρωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης του, ο Κατηγορούμενος 1, εργοδοτήθηκε σε επιχείρηση ως κηπουρός, απασχόληση την οποία στην συνέχεια συνέχισε ως αυτοεργοδοτούμενος. Στόχος του, εντούτοις, ήταν η εξασφάλισης εργασίας σε καζίνο, εξ ου και η εγγραφή του σε κολλέγιο σε σχετικό κλάδο, για την περαιτέρω εκπαίδευση του στον τομέα αυτό. · Τις επιπτώσεις που η καταδίκη αυτή του Κατηγορουμένου 1, αντικειμενικά θα έχει, λόγω του ποινικού μητρώου που, ως ορίζει ο Νόμος, αποκτά, στην σταδιοδρομία και καριέρα που ο Κατηγορούμενος 1 επεδίωκε με την εκπαίδευση του στον τομέα της Διοίκησης Επιχειρήσεων. προχωρώ στο να επιβάλω στον Κατηγορούμενο 1 ποινή. 6. Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, εφαρμόζοντας την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής (βλ. Κωνσταντίνου ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, Χριστοφόρου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443, Δημητρίου (Μιχαήλ) ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 21), στον Κατηγορούμενο 1, επιβάλλω τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η Κατηγορία: καμία ποινή, επειδή επιβάλλεται ποινή στην 7η κατηγορία (βλ. Κουλουντή ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 154/2015, 02/12/2015). Στην 2η Κατηγορία: 4 μήνες φυλάκιση. Στην 3η Κατηγορία: 1 μήνα φυλάκιση. Στην 4η Κατηγορία: 4 μήνες φυλάκιση. Στην 5η Κατηγορία: 3 μήνες φυλάκιση. Στην 6η Κατηγορία: καμία ποινή, επειδή τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στην 7η κατηγορία. Στην 7η Κατηγορία: 36 μήνες φυλάκιση. Στην 8η Κατηγορία: 5 μήνες φυλάκιση. Στην 10η Κατηγορία: 12 μήνες φυλάκιση. Όλες οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Η ποινή φυλάκισης του Κατηγορουμένου 1, θα αρχίσει να εκτίεται από σήμερα που του έχει ανακοινωθεί, και κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 117
(2)του Κεφ.155, θα έχει την μείωση που προνοεί το Άρθρο 117
(1)του Κεφ. 155, δεδομένου ότι, αυτός, τέλεσε υπό κράτηση σε ότι αφορά αυτή την υπόθεση, για περίοδο από 30/09/2019 μέχρι και σήμερα. Αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που αγγίζουν το ζήτημα της ποινής κατηγορουμένου για τα αδικήματα του κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου 1 αυτής της υπόθεσης, είναι μόνον ενδεικτικές της ποινικής μεταχείρισης που ένας κατηγορούμενος μπορεί να τύχει από το Δικαστήριο, καθότι, «ουδέποτε υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων.». Αυτό, αναφέρθηκε από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, ο οποίος έδωσε την ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ναζίπ ν Αστυνομίας
(2014)2Β Α.Α.Δ 808. Όπως επεσήμανε ο έντιμος, Δ. Α. Δ. εν προκειμένω, «εκείνο στο οποίο βοηθά η προηγούμενη νομολογία, είναι στο πλαίσιο ανάδειξης εκείνου του μέτρου που ακολουθείται σε διάφορες υποθέσεις, ώστε να εξετάζεται σφαιρικά και η ποινή που θα επιβληθεί στη συγκεκριμένη υπόθεση που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου.». Τέτοιες, σε ότι αφορά την υπόθεση αυτή, είναι οι ακόλουθες αποφάσεις: Πόλεος ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 141/2016, 02/06/2017 (και οι εκεί αναφερόμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου σχετικά με την ποινή), Σάμπη ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100, Χαρίτου ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 225, Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 (και οι εκεί αναφερόμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου σχετικά με την ποινή), Ahmed v Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 27/2011, 27/11/2012, Soleimani v Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 476, Κατσαπάου ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
  1. Επισημαίνοντας εδώ και το εξής, που αφορά την ανάγκη, η ποινή που θα επιβαλλόταν στον Κατηγορούμενο 1, να είναι ανάλογη της συνολικής εγκληματικής συμπεριφοράς του. Όπως δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Gheorghe v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 824 «Η αναλογικότητα στην ποινή συναρτάται όχι μόνο σε σχέση με άλλες παρόμοιες υποθέσεις, αλλά και με τη σοβαρότητα των επί μέρους κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο δράστης. Όπως υπέδειξε το Κακουργιοδικείο στο σκεπτικό του, η δράση των τριών εφεσειόντων, περιλαμβανομένου και του εφεσείοντος στην Ποινική Έφεση αρ. 20/2013, ήταν εκτεταμένη τόσο σε χρονική διάρκεια, όσο και στο ύψος των κλαπέντων αντικειμένων από τα οποία ελάχιστο μέρος μόνο έχει ανευρεθεί. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να απομονωθεί η κατηγορία υπ' αρ. 185 που αντιμετώπισε ο εφεσείων στην Ποινική Έφεση αρ. 20/2013, αλλά πρέπει να ενταχθεί και αυτή στο σύνολο των κατηγοριών, της όλης εγκληματικής συμπεριφοράς και των τριών εφεσειόντων και τις συνέπειες που επέφερε η όλη εγκληματική δράση.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Βλ. επίσης, Hussein v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 252/2018, 31/05/
  1. Στην περίπτωσή του Κατηγορουμένου 1, δεν συντρέχουν, κρίνω, παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να ληφθούν υπόψη, ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Απόφαση στην οποία καταλήγω, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων τέλεσης των αδικημάτων και τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου 1, οι οποίες, θεωρώ, ότι δεν είναι ικανές να δικαιολογήσουν μία τέτοια απόφαση, επειδή, τέτοια απόφασης, δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως, ιδιαιτέρως αφής στιγμής βρίσκονται σε έξαρση και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σε ότι αφορά τις συνέπειες από την διάπραξη τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017, L.C.A. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 17/03/2015, Συμιλλίδης ν Νικολάου
(2013)2 Α.Α.Δ. 444, Κυπριανού ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 28/2014, 24/02/2014, Ιωσήφ ν Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Ποινική Έφεση Αρ. 148/2014 (Σχ. με 149/2014), 25/07/2014, Αριστοδήμου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 121/17, 21/09/2017, ΣΠΕ Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ ν Δράκου, Πoινική Έφεση αρ.129/2015, 15/11/2017, Χαλκιά ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 240/2016, 17/03/2017). 9. Το Ανώτατο Δικαστήριο, έχει σε πάρα πολλές αποφάσεις του, τονίσει ότι, δεν ενδείκνυται η αναστολή της ποινής φυλάκισης, όταν το αδίκημα ή τα αδικήματα που αφορά ή αφορούν την υπόθεση, βρίσκεται ή βρίσκονται σε έξαρση και η τιμωρία ενός συγκεκριμένου παραβάτη, είναι επιπρόσθετα το μέσο, να αποτραπούν άλλοι πιθανοί παραβάτες από την διάπραξη του/τους, διότι, η προστασία του δημοσίου συμφέροντος είναι υπεράνω των οποιονδήποτε προσωπικών περιστάσεων του (βλ. Σ. Π. Ε. Λακατάμιας-Δευτερας Λτδ. ν Δράκου, Πoινική Έφεση Αρ.129/2015, 15/11/2017). Η προκείμενη, είναι μια τέτοια περίπτωση. Οι παράγοντες που προαναφέρθηκαν κατά την επιλογή του είδους της ποινής του Κατηγορουμένου 1 και την επιμέτρηση της, επανεξεταζόμενοι για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που του έχει μόλις επιβληθεί, ήτοι, μέσα από το σύνολο των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης και τις προσωπικές του περιστάσεις, δικαιολογούν, κατά την κρίση μου, την προαναφερόμενη απόφαση μου. Η ποινή φυλάκισης που ο Κατηγορούμενος 1 συνολικά θα εκτίσει, θεωρώ ότι αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε και εξυπηρετεί ταυτοχρόνως και τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Αυτό δεν θα εξυπηρετείτο, αν αυτή η ποινή του Κατηγορουμένου 1, αναστελλόταν. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.