← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. IULIAN COTORCEANU κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 19548/2019, 1/6/2020

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. IULIAN COTORCEANU κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 19548/2019, 1/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:B243 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 19548/2019 Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον-

  1. XXXXX IULIAN COTORCEANU
  2. XXXXX ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
  3. XXXXX ΜΠΕΙΤΗΣ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 01/06/
  4. [Σημείωση: Το κείμενο της απόφασης, διορθώθηκε από το Δικαστήριο, στις 05/06/2020]. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Χαραλάμπους. Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Ρ. Μίσιης. Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Α. Ε. Ανδρέου. Για τον Κατηγορούμενο 3: καμία εμφάνιση. Κατηγορούμενοι 1 και 2, Παρόντες. ---------- ΠΟΙΝΗ
  5. Στην υπόθεση αυτή, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, κατόπιν δικής τους παραδοχής, κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν, στις κατηγορίες με αρ. 1, 2 και 3 στο κατηγορητήριο, που τους προσάχθηκαν από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας (στο εξής καλούμενος «ο Κατήγορος»), που αφορούν: · Η κατηγορία με αρ. 1, το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος (ήτοι, του αδικήματος αντικείμενο της κατηγορίας με αρ. 2); · Η κατηγορία με αρ. 2, το αδίκημα της ληστείας; Και · Η κατηγορία με αρ. 3, το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς.
  6. Εν προκειμένω, σημειώνεται ότι, μετά από αίτημα του Κατηγορουμένου 2 και αφής στιγμής ο Κατήγορος δια της εκπροσώπου του συναίνεσε σε αυτό (βλ. Ευστάθιος Ανδρέα Παναγή ν Της Δημοκρατίας

(1993)2 Α.Α.Δ. 47), κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 155»), άσκησα την διακριτική ευχέρεια που αυτό μου παρέχει, ώστε, κατά τη λήψη της απόφασης μου για την επιβολή ποινής στον Κατηγορούμενο 2 στην υπόθεση αυτή, έλαβα υπόψη μου τα αδικήματα [και τα γεγονότα που τα αφορούν] των ακόλουθων εναντίον του Ποινικών Υποθέσεων: - Υπόθεση με αρ. 24608/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας; Και - Υπόθεση με αρ. 24609/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας· τα οποία, ο Κατηγορούμενος 2, επίσης παραδέχεται ότι διέπραξε και έχει ως εκ τούτου καταδικαστεί για αυτά, και τα οποία αφορούν: Υπόθεση με αρ. 24608/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας · Η κατηγορία με αρ. 2, το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α'; Και · Η κατηγορία με αρ. 3, το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α', με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο; Υπόθεση με αρ. 24608/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας · Η κατηγορία με αρ. 1, το αδίκημα του τραυματισμού; · Οι κατηγορίες με αρ. 2 και 4, το αδίκημα της μεταφοράς μαχαιριού εκτός οικίας ή της αυλής της; · Οι κατηγορίες με αρ. 3 και 5, το αδίκημα της επίθεσης; Και · Η κατηγορία με αρ. 6, το αδίκημα της απειλής. 3. Σύμφωνα με την νομολογία, «όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα, μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιων του μόνο τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο.» (βλ. Ιωάννου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 598 και στο σύγγραμμα του έντιμου, πρώην Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, στις σελίδες 231 και 232). 4. Η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία καταδικάστηκαν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Σημείο αναφοράς αποτελεί πάντοτε η προβλεπόμενη από τον νόμο μέγιστη ποινή (βλ. Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Αυτή αποτελεί την βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, για όλα τα αδικήματα στα οποία οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 έχουν καταδικαστεί, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρεται στην συνέχεια, προβλέπεται ποινή φυλάκισης. Ποινή [η ποινή φυλάκισης], που, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιβολής ποινής, ως η σοβαρότερη / αυστηρότερη ποινή, πρέπει να επιβάλλεται, μόνον όταν η φύση του αδικήματος και οι συνθήκες και ένταση στην διάπραξή του, σε συνάρτηση με τα ελαφρυντικά του αδικοπραγούντος, την καθιστούν ως την καταλληλότερη ποινή. Τέτοια ποινή, επισημαίνεται, επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις, που, οποιαδήποτε άλλη, κρίνεται ακατάλληλη (βλ. Θεοχάρους ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Yeats v Constantin
(2000)2 Α.Α.Δ. 320, Κοσασβίλη ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 606). Δηλαδή, μόνο στις περιπτώσεις όπου κρίνεται απολύτως απαραίτητο και για περίοδο όχι περισσότερη από ότι υπό τις περιστάσεις είναι αναγκαίο. Όπως έχει αναφερθεί από τον Αρχιδικαστή Lane στην απόφαση του στην υπόθεση Bibi [1980] 1 WLR 1193: «. τα Δικαστήρια πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεχτικά να εξετάζουν την κάθε περίπτωση προς τον σκοπό διασφάλισης, στην περίπτωση που άμεση ποινή φυλάκισης είναι απαραίτητη, ότι η ποινή είναι όσο το δυνατόν μικρότερη και σύμφωνη μόνο με το καθήκον του Δικαστηρίου για προάσπιση των συμφερόντων της κοινωνίας και της αποτροπής του εγκληματία.» (βλ. επίσης στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1824, στην παράγραφο Ε.1.11). Η ανώτατη ποινή, επισημαίνεται, που μπορεί, σύμφωνα με τον νόμο, να επιβληθεί από το Δικαστήριο, για συγκεκριμένο αδίκημα, επιβάλλεται, μόνον στις περιπτώσεις όπου: (α) η φύση του αδικήματος είναι τέτοια, ώστε, να επιβάλλει εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας της κοινωνίας, (β) όταν από το σύνολο των περιστάσεων, ο καταδικασθείς, φαίνεται, κατά λογική πρόβλεψη, ότι θα συνιστά σοβαρό κίνδυνο για το κοινό, για ακαθόριστο χρόνο, και (γ) ότι, κάθε ελπίδα αναμόρφωσης του, ακριβώς προς προστασία της κοινωνίας από αυτόν και επανένταξης του σε αυτήν ως νομοταγές μέλος, έχει εκλείψει, από την άποψη ότι, το μητρώο του, τον αποκαλύπτει ως αδιόρθωτο, κατ' εξακολούθηση εγκληματία (βλ. Pernell v Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Προκύπτει συνεπώς από την νομολογία, ότι, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, πρέπει να επιφυλάσσεται για τα σοβαρότερα παραδείγματα του συγκεκριμένου αδικήματος. Σύμφωνα με τον Δικαστή Lawton (βλ. Ambler
(1975)CSP A1-4C01), κατά την εξέταση του κατά πόσο ένα αδίκημα είναι από τα χειρότερα παραδείγματα του είδους του, το Δικαστήριο, πρέπει να λαμβάνει υπόψη του, το φάσμα των περιπτώσεων που πράγματι αντιμετωπίζονται στην πράξη και να αναρωτιέται, εάν η συγκεκριμένη περίπτωση που αντιμετωπίζει, εμπίπτει εντός του ευρύτερου πεδίου του φάσματος αυτού. Το Δικαστήριο, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να χρησιμοποιεί την φαντασία του προς τον σκοπό δημιουργίας, «απίθανων, χειρότερων πιθανών περιπτώσεων», για να καταλήξει διαφορετικά (βλ. επίσης, Bright [2008] 2 Cr App R (S) 578). Εντούτοις, ακόμη και στις πιο σοβαρές των περιπτώσεων, το πρόσωπο του παραβάτη και πάλι δεν παραβλέπεται. Ο αδικοπραγήσας, όταν υπάρχουν στοιχεία μετριαστικά που το δικαιολογούν, δικαιούται έκπτωση της ποινής του, ανάλογη πάντοτε της σοβαρότητας του αδικήματος. Όπως υποστηρίζεται από τους συγγραφείς του Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1833, στην παράγραφο Ε.1.17, με παραπομπή στις αποφάσεις του Αγγλικού Εφετείου στις υποθέσεις Carroll
(1995)16 Cr App R (S) 488, Greene
(1993)14 Cr App R (S) 682 και Barnes
(1983)5 Cr App R (S) 368, γενικά, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, δεν πρέπει να επιβάλλεται, στις περιπτώσεις όπου η καταδίκη ήταν το αποτέλεσμα παραδοχής του κατηγορουμένου ότι διέπραξε το αδίκημα (βλ. επίσης, Pinto [2006] 2 Cr App R (S) 579). Σε κάθε περίπτωση, η ποινή, εξατομικεύεται από το Δικαστήριο, για να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. 5. Είναι συνεπώς, ένεκα των προαναφερόμενων αρχών, αναγκαίο να αναφερθεί, ποια είναι η προνοούμενη από τον Νόμο, μέγιστη ποινή, για έκαστο των προαναφερόμενων αδικημάτων. Σημειώνοντας ασφαλώς εδώ, λόγω της σημασίας που αυτό έχει, στα της ποινής, και το γεγονός της παραπομπής της υπόθεσης αυτής, για συνοπτική εκδίκαση, ήτοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και όχι ενώπιον Κακουργιοδικείου, μετά από συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Ο οποίος, [Γενικός Εισαγγελέας], προφανώς και θεωρεί, ένεκα της προαναφερόμενης συγκατάθεσης του, ότι, η ποινή που μπορεί να επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο, ήτοι, φυλάκιση μέχρι πέντε ετών (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Cham κ. α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 129), αποτελεί επαρκή τιμωρία για την συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442). Εντούτοις, όπως έχει πρόσφατα επαναβεβαιωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, μέσα από την απόφαση του στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Μυλωνας, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, 14/12/2018, ένα τέτοιο γεγονός, δεν καθιστά τα αδικήματα λιγότερο σοβαρά: «Το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και όχι την ανώτατη ποινή που το ίδιο έχει δικαιοδοσία να επιβάλει (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Η ανώτατη ποινή που προβλέπει ο Νόμος συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης με στόχο τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής που θα επιβληθεί (Δημοκρατία ν. Κυριάκου & άλλου
(1990)2 ΑΑΔ 264, Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9.) Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή.». Μάλιστα, όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Π. Καλλή, στην υπόθεση Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442, «κατά την επιμέτρηση της ποινής σε υποθέσεις Κακουργιοδικείου, οι οποίες παραπέμπονται για συνοπτική εκδίκαση, το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη την ποινή που προβλέπεται από το Νόμο και να επιβάλει αν τα γεγονότα και περιστάσεις της υποθέσεως το απαιτούν ακόμη και το ανώτατο όριο της ποινής που μπορεί να επιβληθεί σε συνοπτική διαδικασία - φυλάκιση 5 ετών». (η υπογράμμιση και η έμφασης είναι δική μου): · Σύμφωνα με το Άρθρο 371 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154»), το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης επτά χρόνων. [Βεβαίως, σύμφωνα με το Άρθρο 29 του Κεφ. 154, εναλλακτικά, το Δικαστήριο, δύναται να επιβάλει ποινή φυλάκισης λιγότερου χρόνου, ή, αντί αυτού του είδους την ποινή, χρηματική ποινή, για ποσό που δεν υπερβαίνει το ποσό για το οποίο, βάσει του Άρθρου 24
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960, Νόμος 14/1960, έχει εξουσία να επιβάλει.]; · Σύμφωνα με το Άρθρο 283 του Κεφ. 154, το αδίκημα της ληστείας, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης δεκατεσσάρων χρόνων. Αν ο υπαίτιος είναι οπλισμένος με επικίνδυνο ή επιθετικό όπλο ή όργανο ή συνοδεύεται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή αν κατά ή αμέσως πριν ή αμέσως μετά το χρόνο της ληστείας, τραυματίσει, κτυπήσει, πλήξει ή χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε άλλη μορφή σωματικής βίας εναντίον άλλου, αυτός υπόκειται στην ποινή της φυλάκισης διά βίου. [Σημειώνονται σε κάθε περίπτωση, οι πρόνοιες του προαναφερόμενου Άρθρου 29 του Κεφ. 154]; · Σύμφωνα με το Άρθρο 324
(1)του Κεφ. 154, το αδίκημα της κακόβουλης βλάβης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και δύο χρόνων ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €2.562 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. Τα αδικήματα που λαμβάνονται υπόψη σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο 2 · Σύμφωνα με τα Άρθρα 6[
(1)και
(2)], 30[
(1)και
(3)(α)] του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/1977 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 29/1977»), το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α', τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και δώδεκα χρόνων [ή με πρόστιμο ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί]. Εντούτοις, όπως προνοείται από την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)του Άρθρου 30 του Νόμου 29/1977: «Νοείται ότι σε κατηγορούμενο που κρίθηκε ένοχος για αδίκημα που αφορά χρήση, κατοχή ή μεταφορά ελεγχόμενου φαρμάκου για προσωπική χρήση επιβάλλεται ποινή φυλάκισης που δε θα υπερβαίνει τα δύο έτη, αν:- (
  1. i)δεν είχε συμπληρώσει, κατά το χρόνο της διάπραξης του αδικήματος, το εικοστοπέμπτο (25ο) έτος της ηλικίας του, και (
  2. ii)δεν έχει οποιαδήποτε προηγούμενη καταδίκη για αδίκημα κατά παράβαση του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου); · Σύμφωνα με τα Άρθρα 6[
(1)και
(3)], 30[
(1)και
(3)(α)] του Νόμου 29/1977, το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α' με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου [ή με πρόστιμο ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί]; · Σύμφωνα με το Άρθρο 371 του Κεφ. 154, το αδίκημα του τραυματισμού προσώπου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τριών χρόνων [Σημειώνονται σε κάθε περίπτωση, οι πρόνοιες του προαναφερόμενου Άρθρου 29 του Κεφ. 154]; · Σύμφωνα με το Άρθρο 82
(2)του Κεφ. 154, το αδίκημα της μαχαιροφορίας εκτός κατοικίας ή της αυλής της, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης ενός χρόνου [Σημειώνονται σε κάθε περίπτωση, οι πρόνοιες του προαναφερόμενου Άρθρου 29 του Κεφ. 154]; · Σύμφωνα με το Άρθρο 242 του Κεφ. 154, το αδίκημα της επίθεσης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ενός χρόνου ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €1.708 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί; Και · Σύμφωνα με το Άρθρο 91Α του Κεφ. 154, το αδίκημα της απειλής, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι τριών χρόνων [Σημειώνονται σε κάθε περίπτωση, οι πρόνοιες του προαναφερόμενου Άρθρου 29 του Κεφ. 154]. 6. Έχοντας υπόψη τις ποινές που προβλέπει ο Νόμος και αφορούν τα αδικήματα της υπόθεσης αυτής, τις αρχές και την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορούν τα της ποινής, και ειδικότερα, την ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής των Κατηγορουμένων 1 και 2 από το Δικαστήριο, αλλά και το καθήκον ταυτόχρονα του Δικαστηρίου, πρόσδοσης αποτελεσματικότητας στο Νόμο και στο χαρακτήρα της ποινής προς προστασία των νομοταγών πολιτών και του κοινωνικού συνόλου (βλ. Ιωάννου ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171), όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και των Κατηγορουμένων 1 και 2 και το κάθε τι ελέχθη από πλευράς τους προς μετριασμό της ποινής του, και ιδιαίτερα: · Τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από τις προνοούμενες από τον Νόμο ποινές, με σημείο αναφοράς, ως προαναφέρθηκε, το μέγιστο της προβλεπόμενης στον Νόμο ποινής. · Ότι πρόκειται για αδικήματα η διάπραξης των οποίων είναι διαδεδομένη (βλ. Attorney-General v Ttofi
(1962)C.L.R. 225). Γνώσης του Δικαστηρίου λόγω της καθημερινής λειτουργίας του («virtute officii», βλ. Attorney-General v Mavrokefalos
(1966)2 Α.Α.Δ. 93) και διαχείρισης πάρα πολλών υποθέσεων κατηγορούμενων, σχεδόν καθημερινά, το κατηγορητήριο των οποίων περιλαμβάνει τα υπό αναφορά αδικήματα, στα οποία τελικώς καταδικάζονται. Η [σταθερή] συχνότητα και η έξαρσης που παρατηρείται στην διάπραξη των αδικημάτων αυτών, σε συνδυασμό με την σοβαρότητα τους, ως προελέχθη, επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής στους Κατηγορουμένους 1 και 2. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Παγιαβλάς ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240: «Η ανάγκη για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου δικαιολογείται, όλως ιδιαίτερα, όπου συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που οριοθετεί και το πλαίσιο αντιμετώπισής τους.». Η ανάγκη αυτή, υπάρχει και στην προκείμενη περίπτωση. Τα αδικήματα του κατηγορητηρίου των Κατηγορουμένων 1 και 2 αυτής της υπόθεσης, είναι δεδομένο, έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, δεδομένο που καθιστά την ανάγκη αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου επιτακτική. Η έξαρσης αυτή στην διάπραξη τους, καθιστά βεβαίως το στοιχείο της αποτροπής, που στην προκείμενη περίπτωση έχει να διαδραματίσει τον δικό του ρόλο, εντονότερο στον καθορισμό της ποινής (βλ. Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 83, Ιωάννου ν Δημοκρατίας, κ. α.
(2003)2 Α.Α.Δ 171). Σε ότι αφορά τον παράγοντα της αποτροπής, ως προαναφέρθηκε, στην υπόθεση Πισκόπου ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342, το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του έντιμου Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, ως ήταν τότε, ανέφερε τα εξής: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μια έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος . και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας των εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.». · Ότι, σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα αδικήματα, από τα γεγονότα, προκύπτουν τα ακόλουθα στοιχεία, που καθορίζουν το περιθώριο επιείκειας που το Δικαστήριο δύναται να εφαρμόσει στην περίπτωση των Κατηγορουμένων 1 και 2. Και αυτό, επειδή, όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, δεν εξαρτάται, αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε και τις συνέπειες του (βλ. Μιχαηλίδης v Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, Θεοφάνους ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 298/2018, 27/06/2019): Αυτής της υπόθεσης, που αφορά αμφότερους τους Κατηγορουμένους 1 και 2 Το περιστατικό που αφορά το κατηγορητήριο των κατηγορουμένων, έλαβε χώρα στις 20/01/2016 στις 03:
  1. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, ενεργώντας ομαδικά [μαζί και με ένα άλλο πρόσωπο], ανέκοψαν το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Παραπονούμενος, του επιτέθηκαν, και αφού του προκάλεσαν χτυπήματα σε διάφορα μέρη του σώματος του, του έκλεψαν ένα χρυσό σταυρό με καδένα άγνωστης αξίας, το πορτοφόλι του αξίας €25 [το οποίο περιείχε €50 και σε αυτό βρισκόταν και το δελτίο ταυτότητας του], το κινητό του τηλέφωνο αξίας €200 και δύο μεγάφωνα αυτοκινήτου αξίας €
  2. Κατά την διάρκεια του περιστατικού, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 και ο συνεργός τους, φορούσαν κουκούλες [ο ένας εκ αυτών και γυαλιά ηλίου] και για την επίθεση τους εναντίον του Παραπονουμένου, χρησιμοποιήθηκε, από έναν από αυτούς, αδιευκρίνιστο ποιος, και σιδερολοστός. Περαιτέρω, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, με τον συνεργό τους, προκάλεσαν κακόβουλη ζημιά στο αυτοκίνητο του Παραπονουμένου, ήτοι, στην πόρτα του οδηγού και στον μπροστινό του προφυλακτήρα, που δεν εκτιμήθηκε και η αξία αποκατάστασης της παρέμεινε άγνωστη. Συνεπεία της επίθεσης, ο Παραπονούμενος υπέστη την σωματική βλάβη που καταγράφει το πιστοποιητικό του ιατροδικαστή που τον εξέτασε, Τεκμήριο
  3. Παραπονούμενος και Κατηγορούμενοι 1 και 2 και ο συνωμότης τους, γνωρίζονταν, και ως εκ τούτου, ο Παραπονούμενος τελικώς τους αναγνώρισε και τους κατήγγειλε στην Αστυνομία. Ανακρινόμενοι τότε οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 από την Αστυνομία, παραδέχθηκαν την συμμετοχή τους στο περιστατικό, δεν αποδέχθηκαν όμως την εκδοχή των γεγονότων που τους παρουσίασε ο Παραπονούμενος και έδωσαν για αυτό την δική τους εκδοχή. Εκ του αποτελέσματος, φυσικά, λόγω της παραδοχής τους στο κατηγορητήριο τους αυτής της υπόθεσης, η δική τους εκδοχή φαίνεται ότι δεν ήταν η πραγματική. Ο προσχεδιασμός όπως φαίνεται της ληστείας, σε δημόσιο δρόμο, μετά και από ανακοπή του οχήματος του Παραπονουμένου από τους Κατηγορουμένους 1 και 2 και του συνομώτη τους; η πρόθεση χρήσης βίας εναντίον του, που πράγματι εκδηλώθηκε με τους τραυματισμούς που αναφέρθηκαν, που καταδεικνύεται από το γεγονός ότι στο επεισόδιο είχαν μαζί τους και σιδερολοστό; το γεγονός ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 και ο συνωμότης του, έδρασαν ως ομάδα τριών ατόμων, για να κινηθούν, και μάλιστα στοχευμένα εναντίον του Κατηγορουμένου όταν αυτός ήταν μόνος, προσθέτοντας κατά αυτό τον τρόπο στον τρόμο του Παραπονούμενου, τον οποίο μάλιστα γνώριζαν, αλλά απέκρυψαν από αυτόν την ταυτότητα τους; είναι όλα στοιχεία επιβαρυντικά για τους Κατηγορουμένους 1 και
  4. Εντούτοις, το γεγονός ότι η αξία της περιουσίας που κλάπηκε από τον Παραπονούμενο δεν είναι μεγάλη; ότι η ζημιά στο αυτοκίνητο του Παραπονούμενου επίσης δεν προκύπτει να ήταν μεγάλη; και ότι οι σωματικές βλάβες που υπέστη ο Παραπονούμενος λόγω της επίθεσης που δέχθηκε από τους Κατηγορούμενους 1 και 2 και τον συνωμότη τους, αν και είναι σοβαρές, περιορίστηκαν σε αυτές που καταγράφει το Τεκμήριο 1, κατατάσσουν την αδικοπραγία των Κατηγορουμένων 1 και 2, στην κατηγορία των λιγότερο σοβαρών αδικημάτων που τα Άρθρα 282 και 324
(1)του Κεφ. 154 ποινικοποιούν. Η δικαιολογία που οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 πρόβαλαν για την παράνομη δράση τους προς μετριασμό της ποινής τους, ήτοι, ότι είχαν εύλογη υπόνοια να πιστεύουν ότι ο Παραπονούμενος είχε κλέψει το πορτοφόλι που περιείχε κάποια μετρητά του Κατηγορουμένου 2, κατά την κρίση μου, επενεργεί αντίστροφα, δηλαδή, επιβαρύνει την θέση τους. Αν μη τι άλλο, δείχνει, ότι, είχαν εξ αρχής πρόθεση να ασκήσουν την βία που τελικώς άσκησαν εναντίον του Παραπονουμένου, και όχι απλά να κλέψουν από αυτόν δια της απειλής άσκησης βίας, τα όσα του κλάπηκαν. Το περιστατικό, αν έτσι είχαν τα πράγματα, θα μπορούσαν να το είχαν καταγγείλει στην Αστυνομία, το μόνο αρμόδιο σώμα της οργανωμένης δημοκρατικής κυπριακής κοινωνίας που είχε εξουσία και μπορούσε νόμιμα να αναλάβει δράση. Υποθέσεις με αρ. 24608/2019 και 24609/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που αφορούν μόνον τον Κατηγορούμενο 2 Η παράνομη δράση του Κατηγορουμένου 2, είχε συνέχεια. Στις 05/12/2019, ο Κατηγορούμενος 2, σε δημόσιο τόπο (στην οδό Νίκης), χτύπησε με μαχαίρι (με λεπίδα μήκους 10 εκ. περίπου), που είχε στην κατοχή του και το μετέφερε εκτός της κατοικίας του και τραυμάτισε στην νεφρική χώρα (τραύμα βάθους 8 ‑ 10 εκ. και πλάτους 3 ‑ 4 εκ.) τον XXXXX Mbah Nwanjang. Κατά την διάρκεια του ίδιου περιστατικού (στο ίδιο τόπο, δηλαδή την οδό Νίκης), ο Κατηγορούμενος 2, με το ίδιο μαχαίρι, επιτέθηκε εναντίον και ενός άλλου προσώπου, του XXXXX Uzoma Ezeh, τον οποίο προσπάθησε να μαχαιρώσει, όμως αποτυγχάνοντας, λόγω αποφυγής του από τον τελευταίο. Την ίδια ημέρα, σε δημόσιο τόπο (οδό Τζων Κεννετυ), ο Κατηγορούμενος 2 επιτέθηκε εναντίον του προαναφερόμενου XXXXX Uzoma Ezeh με μαχαίρι (με λεπίδα μήκους 10 περίπου εκ.). Δηλαδή, προσπάθησε να μαχαιρώσει τον XXXXX Uzoma Ezeh, ο οποίος όμως και πάλι τον απέφυγε. Κατά την διάρκεια του ίδιου περιστατικού, ο Κατηγορούμενος 2, υποδεικνύοντας στον εν λόγω XXXXX Uzoma Ezeh το μαχαίρι που είχε στην κατοχή του, τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει, προκαλώντας σε αυτόν ανησυχία και τρόμο. Ο Κατηγορούμενος 2, είχε ήδη τραυματίσει με το εν λόγω μαχαίρι, τον φίλο του XXXXX Uzoma Ezeh, XXXXX Mbah Nwanjang, και απειλούσε τον XXXXX Uzoma Ezeh ότι θα έκανε και σε αυτόν το ίδιο. Στις 05/12/2019, ο Κατηγορούμενος 2, κατείχε παράνομα, με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα, ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α', δηλαδή 34,76 γρ. κοκαΐνη. · Ότι, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, ήταν συνεργάσιμοι με την Αστυνομία. Ανακρινόμενοι για το προαναφερόμενο περιστατικό, ομολόγησαν την διάπραξη των αδικημάτων, προβάλλοντας όμως και κάποιους ισχυρισμούς, -ως εκ του αποτελέσματος, ανυπόστατους- για να μετριάσουν την υπαιτιότητα τους (βλ. Geoffrey Michael John Pernell v Alan Carl Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Χαράλαμπος Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Stelios Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kyriacos Georghiou Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Συνεργασία όμως με την Αστυνομία, πρέπει να σημειωθεί, δεν υπήρξε, από τον Κατηγορούμενο 2, σε ότι αφορά τις υποθέσεις το κατηγορητήριο των οποίων, ως προαναφέρθηκε, λαμβάνεται υπόψιν για να του επιβληθεί ποινή σε αυτή την υπόθεση. · Το γεγονός, ότι, η καταδίκη των Κατηγορουμένων 1 και 2, ήταν το αποτέλεσμα της δικής τους παραδοχής. Το γεγονός της παραδοχής τους, εξοικονομεί πολύτιμο δικαστικό χρόνο και δημόσιο χρήμα, σχετιζόμενο με την ακρόαση αυτής της Υπόθεσης, και δικαιολογεί μετριασμό της ποινής τους. Βλ. Λένος Γεωργίου Μυλωνά ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 384, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Σιδέρης Ισιδώρου ν G. M. Christofi Enterprises Ltd κ. α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60. Σε κάθε περίπτωση, λαμβάνω υπόψη μου, το σύνολο των περιστάσεων που αφορούν αυτή την Υπόθεση, για κάθε ένα από τα προαναφερόμενα περιστατικά, και πως αυτές μπορούν να συσχετιστούν με την απάντηση των Κατηγορουμένων 1 και 2 στο κατηγορητήριο τους (βλ. Michal Bukowski v Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 92, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Chucri Saliba v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 388), δεδομένης της μαρτυρίας εναντίον τους (είδους και έκτασης), σε ότι αφορά τον βαθμό του μετριασμού που δικαιούνται λόγω της παραδοχής τους. Ο βαθμός δυσκολίας απόδειξης της υπόθεσης του Κατήγορου εναντίον τους, στην βάση των στοιχείων που μου παρουσιάστηκαν, ήταν, κατά την κρίση μου, χαμηλός, δεδομένης της άμεσης μαρτυρίας του Παραπονούμενου και της ομολογίας τους προς την Αστυνομία κατά την διερεύνηση της υπόθεσης. Το ίδιο βρίσκω και για το κατηγορητήριο των άλλων δύο υποθέσεων που λαμβάνω υπόψιν για να επιβάλω ποινή στον Κατηγορούμενο 2, δεδομένης, της άμεσης μαρτυρίας των XXXXX Uzoma Ezeh και XXXXX Mbah Nwanjang που ο Κατήγορος είχε εναντίον του, ήτοι τα θύματα της παρανομίας του, και του πλάνου από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης που τον συνέδεε με τα ναρκωτικά. · Ο Κατηγορούμενος 1, είναι λευκού ποινικού μητρώου και αυτό μετριάζει την ποινή που θα του επιβληθεί. Σε αντίθεση με τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος έχει ποινικό μητρώο και για αυτό τον λόγο δεν έχει αυτό το ελαφρυντικό (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Λεωνίδα Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Nicholas Stratos a. a. v Police V17 C.L.R. 73, Γεώργιος Χατζηνικολάου ν Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63). Ο Κατηγορούμενος 2, βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες:
(1)καταδικάστηκε στην Υπόθεση με αρ. 19937/15 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στις 18/03/2016, η οποία, αφορούσε αδικήματα που διαπράχθηκαν στις 15/03/2013, της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως A' σε άλλο πρόσωπο, κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β' με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο, προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β' σε άλλο πρόσωπο, παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β' και κάπνισμα κάνναβης. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των δύο χρόνων, η εκτέλεσης των οποίων αναστάλθηκε σύμφωνα με τον σχετικό νόμο για περίοδο τριών ετών. Είχε σημειώνεται, ληφθεί υπόψιν, για σκοπούς επιβολής ποινής στον Κατηγορούμενο 2 στην εν λόγω υπόθεση, το κατηγορητήριο και τα γεγονότα που το αφορούσαν, της Υπόθεσης με αρ. 43/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Αφορούσε τα αδικήματα κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως A' και Β', και χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β'; Και
(2)καταδικάστηκε στην Υπόθεση με αρ. 10465/19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, την 01/11/2019, η οποία, αφορούσε το αδίκημα της παράνομης κατοχής εκρηκτικών υλών, που διαπράχθηκε στις 27/05/2018, για το οποίο δεσμεύτηκε με προσωπική εγγύηση €1.000 ότι θα τηρεί τους νόμους και την τάξη για περίοδο 6 μηνών. Ο Κατηγορούμενος 2, συνεπώς, δεν πρέπει να προσδοκάει στην επιείκεια του Δικαστηρίου (βλ. Vedat v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 787). Το Δικαστήριο, για αδικήματα παρόμοιας φύσης, περί ναρκωτικών ουσιών, τον τιμώρησε με ποινή φυλάκισης, την οποία ανέστειλε για να του δοθεί η ευκαιρία της αλλαγής, ή καλύτερα, της απομάκρυνσης του από την παρανομία. Θα έλεγα, ότι, του είχε δοθεί ευκαιρία από τότε, να προσπαθήσει να απεξαρτηθεί από τα ναρκωτικά, για να μην διαπράττει αδικήματα λόγω της επίδρασης των ουσιών. Δεν την εκμεταλλεύτηκε όμως, και είναι ενώπιον του Δικαστήριο αντιμετωπίζοντας την τιμωρία για πολύ σοβαρές κατηγορίες, αυτή την φορά, για αδικήματα και βίας. · Τις προσωπικές και οικονομικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων 1 και 2, ως αυτές μου έχουν παρουσιαστεί, προς εξατομίκευση της ποινής τους, στο βαθμό, που, σύμφωνα με την νομολογία, μπορούν να επηρεάσουν μετριαστικά την ποινή, έχοντας ως δεδομένα, ως προελέχθη, την σοβαρότητα των αδικημάτων, την έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη τους και την αναγκαιότητα πάταξης τους (βλ. Χαραλάμπους ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 1, Tibor Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328, Παναγιώτου ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Όπως, εν προκειμένω ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Περικλέους ν Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 397: «Σοβαρά υπήρξαν τα εγκλήματα που διέπραξε ο εφεσείων και αυστηρή έπρεπε να ήταν η τιμωρία του. Το ότι η ποινή δεν ήταν αυστηρότερη από την επιβληθείσα οφείλεται στις ιδιάζουσες προσωπικές του συνθήκες. Δεν υποτιμάται η φόρτιση που δημιουργεί η ανάγκη. Πρέπει, όμως, να ελέγχεται από το καθήκον υπακοής στο νόμο, που αποτελεί και τον παρονομαστή της λειτουργίας του ανθρώπου στον κοινωνικό χώρο. Γι' αυτό, η εξατομίκευση της ποινής, ώστε να αντανακλά και τις συνθήκες του παραβάτη, δεν αμβλύνει, στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων, το στοιχείο της αποτροπής, που, κατά κανόνα, υπεισέρχεται στον καθορισμό της - (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). ...». (η υπογράμμιση είναι δική μου) Κατά την διάπραξη των αδικημάτων, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, ήταν ηλικίας 21 και 27 ετών, αντίστοιχα. Συνεπώς, σε αντίθεση με τον Κατηγορούμενο 2, ο Κατηγορούμενος 1, ήταν ένας νεαρός ενήλικος. Λόγω τούτου, ο συνήγορος υπεράσπισης του Κατηγορουμένου 1, ζήτησε για τον εντολέα του επιεικέστερη μεταχείριση. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 83 -που αφορούσε επίσης ένοπλη ληστεία από 16χρονο και 18χρονο καταστήματος ενοικιάσεως ποδηλάτων όπου παράλληλα διενεργείτο και αγοραπωλησία ξένου συναλλάγματος που είχε ως στόχο της την κλοπή χρημάτων-: «Δεν μας αφήνει αδιάφορους το πολύ νεαρό της ηλικίας του εφεσείοντος. Λήφθηκε όμως υπόψη αυτό το γεγονός τόσο στην επιλογή της ποινής όσο και στον καθορισμό του ύψους της. Ούτε σχετίζεται το διαπραχθέν έγκλημα με την εκδήλωση νεανικής έξαρσης ώστε να διαχωρίζει τα κίνητρα από εκείνα που κατά κανόνα επιδρούν στην διάπραξη αυτής της κατηγορίας εγκλημάτων. Το έγκλημα σχεδιάστηκε εν ψυχρώ και εκτελέστηκε με την ίδια αποφασιστικότητα. Το νεαρό της ηλικίας του παραβάτη δεν προσδίδει στη διάπραξη του εγκλήματος ιδιάζοντα χαρακτήρα.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Συνεπώς, το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορουμένου 1, όπως και η ηλικία του Κατηγορουμένου 2, λαμβάνονται υπόψιν, σε κάποιο βαθμό [διαφορετικό σίγουρα στην περίπτωση του κάθε ενός, λόγω της διαφοράς στην ηλικία τους] προς μετριασμό της ποινής τους. Εντούτοις, το στοιχείο αυτό, δεν είναι αποφασιστικό του είδους της ποινής που θα επιλεχθεί για αυτούς, ούτε επιδρά αποφασιστικά στο ύψος της. Σε ότι αφορά τις υπόλοιπες περιστάσεις των Κατηγορουμένων 1 και 2, κοινωνικές και οικονομικές, απλά να σημειωθεί, ότι, αν και δεν προβαίνω σε ειδική μνεία για την επίδραση που έχουν στην ποινή των Κατηγορουμένων 1 και 2, τις έχω λάβει υπόψη μου κατά την επιμέτρηση της ποινής τους. Ιδιαιτέρως, το ότι ο Κατηγορούμενος 1 είναι πλέον αρραβωνιασμένος και σε έξι περίπου μήνες, αναμένει την γέννηση του παιδιού του. Και σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο 2, ότι προέρχεται από οικογένεια με δυσκολίες, που έχουν προκαλέσει οικονομικά προβλήματα και ενδεχομένως, και την παραμέληση του Κατηγορουμένου 2 κατά την ενηλικίωση του. · Από την ηλικία των δεκαέξι ετών, ο Κατηγορούμενος 2 είναι χρήστης ναρκωτικών, από τα οποία είναι εξαρτημένος. Ειδικότερα, μου αναφέρθηκε, από την ηλικία των 24 ετών είναι χρήστης κοκαΐνης (κρακ). Καταβάλλει, στο παρόν στάδιο, προσπάθεια για απεξάρτηση του. Έχει ζητήσει, με την συνδρομή της διοίκησης των Κεντρικών Φυλακών, να ενταχθεί σε πρόγραμμα για να βοηθηθεί. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος 1, κινητοποιήθηκε για να ενταχθεί στο Πρόγραμμα Απεξάρτησης «Δανάη» των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας του Υπουργείου Υγείας. Περαιτέρω, υπέβαλε αίτημα για να ενταχθεί στο κλειστό θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης της Αγίας Σκέπης. Στην υπόθεση Γιαννάκη ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 177/2015, 21/04/2016, τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, η σημαντικότητα των προσπαθειών ενός κατηγορουμένου για απεξάρτηση από εξαρτησιγόνες ουσίες, ως παράγοντα μετριασμού της ποινής του. Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ: «[Οι προσπάθειες ενός κατηγορουμένου για απεξάρτηση], προσπάθειες που η νομολογία αναγνωρίζει ως σοβαρό μετριαστικό παράγοντα ή τουλάχιστον παράγοντα στον οποίο θα πρέπει να δίνεται επαρκής σημασία με την ανάλογη μείωση της ποινής κατά τρόπο που να φαίνεται ότι τα Δικαστήρια επιβραβεύουν την απεξάρτηση ως μέρος του μηχανισμού αντιμετώπισης των προβλημάτων που επέρχονται από την ενασχόληση ατόμων με εξαρτησιογόνες ουσίες, [δεν πρέπει να περιθωριοποιούνται]». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Όπως μάλιστα επισημάνθηκε από τον έντιμο Δ. Α. Δ.: «Η νομολογία, ., έχει τονίσει την καταλυτική σημασία στην επιμέτρηση της ποινής του γεγονότος ότι ένας κατηγορούμενος με δική του θέληση ακολουθεί πρόγραμμα απεξάρτησης. Η ανάγκη απόδοσης ουσιαστικής σημασίας στην ένταξη εθισμένου ατόμου σε πρόγραμμα απεξάρτησης έγκειται στο ότι φυλάκιση πέραν του αναγκαίου βαθμού δυνατόν να ανακόψει τη θετική πορεία προς την ολοκληρωτική απεξάρτηση, (Καρακάννας ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 463 και Μαυραντωνίου ν. Δημοκρατίας - πιο πάνω)». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Με δεδομένη πάντοτε, όπως αναφέρθηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην εν λόγω απόφαση του, την αρχή ότι, η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ενός κατηγορουμένου, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου τα αδικήματα που διέπραξε είναι σοβαρά και σε έξαρση και αυτό που προέχει είναι η προστασία του κοινωνικού συνόλου και όχι το πρόσωπο του, δεν ατονεί. Σημειώνοντας ότι, σε κάθε περίπτωση, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής (βλ. Ρεσλαν ν Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 127, Nabokov ν Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381). Στην προκείμενη περίπτωση, τα αδικήματα του κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου 2, αναφέρθηκε από πλευράς του, οφείλονται στον επηρεασμό της προσωπικότητας του, όταν αυτός ήταν εξαρτημένος χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Λόγω της εξάρτησης του από τα ναρκωτικά, είχε προβλήματα ψυχολογικά, εργοδότησης, οικονομικά, κοινωνικά, όπως και με την πολιτεία λόγω της εγκληματικής του δράσης. Τα συνειδητοποίησε και επιθυμεί την απεξάρτηση του, σε μια προσπάθεια να αλλάξει τρόπο ζωής. Τις προσπάθειες αυτές του Κατηγορουμένου 2, απεξάρτησης του από τις ναρκωτικές ουσίες, σε μια προσπάθεια του επανένταξης του στο κοινωνικό σύνολο, θα τις λάβω υπόψη μου προς μετριασμό της ποινής του, επειδή, όπως έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χριστοφίδης ν Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148: «η όποια προσπάθεια απεξάρτησης από εξαρτησιογόνες ουσίες [πρέπει] να αποτιμάται και να ανταμείβεται ώστε να ενθαρρύνεται ο χρήστης να τη συνεχίζει». Χωρίς βεβαίως να παραβλέπω, ότι, στον Κατηγορούμενο 2, δόθηκε από το Δικαστήριο η ευκαιρία, χρόνια προηγουμένως, όταν αναστάλθηκε ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε για αδικήματα περί ναρκωτικών ουσιών, την οποία όμως, δεν εκμεταλλεύτηκε, για την απεξάρτηση του. Παρά ταύτα, ο παράγοντας αυτός, της εξάρτησης του Κατηγορουμένου 2 από την κοκαΐνη, ως γίνεται αντιληπτό, αναφέρθηκε στο Δικαστήριο από τον συνήγορο υπεράσπισης του Κατηγορουμένου 2, και ως μετριαστικός της υπαιτιότητας του εντολέα του. Έχω την αντίθετη άποψη. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Bucknell & Ghodse on Misuse of Drugs, 3η έκδοση, στην παράγραφο 19-041: «It is not a matter of mitigation that persons are forced to commit crimes of dishonesty in order to raise funds to feed their addiction to drugs. The Court of Appeal in R v Hamley and Marshall, July 31, 1987, C.A. (unreported) said: "Any person who voluntarily becomes addicted to drugs and commits crimes to raise the necessary finance to feed the addiction, cannot rely on the fact of the addiction as mitigating the offence he commits. Indeed it would not be unreasonable to suggest that in some cases it would be a matter of aggravation rather than mitigation that anybody should commit crimes on that basis.". Similar sentiments were expressed by the Court of Appeal in R v Gould
(1983)5 Cr.App.R.(S) 72 and R v Pewter, November 10, 1968, C.A. (unreported), a case concerning armed robbery. In the latter case it was put forward in mitigation that at the time when the appellant threatened a police officer he was in extreme need of a dose of heroin substitute and that his mental equilibrium was affected by withdrawal symptoms, Watkins L.J. said: "We wish to make it absolute clear as to the last admission that persons who become addicted to drugs such as heroin and whilst under the influence of that drug, or because deprivation of the drug is being suffered, commit very serious crime, or indeed any crime, cannot use that fact as an excuse for the crime nor can it avail that person as a factor in reduction of a sentence. The public is not to be put at risk, nor are the police, by drug-hungry criminals.".». · Την καθυστέρηση δίωξης των Κατηγορουμένων 1 και 2, στην έκταση που παρατηρείται [και η οποία, αν και έχει επεξηγηθεί από πλευράς Κατήγορου, δεν είναι, κατά την κρίση μου, δικαιολογημένη σε όλη της την έκταση], ήτοι περίπου τριών ετών αντίστοιχα. Όπως επίσης και την καθυστέρηση που σε κάθε υπόθεση υπάρχει, από την διάπραξη των αδικημάτων του κατηγορητηρίου τους μέχρι και σήμερα που τους επιβάλλεται ποινή. Η οποία όμως καθυστέρησης, από τα όσα στοιχεία βρίσκονται ενώπιον μου, δεν φανερώνεται να έχει επηρεάσει δυσμενώς τους Κατηγορούμενους 1 και 2, στην προώθηση της όποιας θέσης τους στην υπόθεση αυτή. Όπως έχει προαναφερθεί, ο Κατηγορούμενος 2, παρά την παρέλευση του προαναφερόμενου χρόνου από την διάπραξη των αδικημάτων του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης, όπως δείχνει το κατηγορητήριο του των Υποθέσεων με αρ. 24608/2019 και 24609/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και τα πολύ σοβαρά αδικήματα που πρόσφατα διέπραξε, δεν έχει αλλάξει στάση ζωής. Δεν μπορεί να λεχθεί το ίδιο, σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος, λόγω του διαρρεύσαντος χρόνου, θα επηρεαστεί δυσμενώς από την επιβολή ποινής τώρα, εξαιτίας αλλαγής των συνθηκών του που συνέβησαν κατά τη διάρκεια της καθυστέρησης αυτής, που είναι τέτοιας φύσης και έκτασης, ώστε να δικαιολογείται κάποια διαφορετική προσέγγιση στο ζήτημα της ποινής του από το Δικαστήριο (βλ. Συμιλλίδης ν Νικολάου
(2013)2 Α.Α.Δ. 444, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543 και Χρυσοδόντας ν Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ.124/2016, 09/11/2016). Ιδιαιτέρως, αν ληφθεί υπόψη, ότι, μέσα σε αυτή την περίοδο, ο Κατηγορούμενος 1, έχει αποκτήσει σταθερή εργασία, έχει αρραβωνιαστεί και περιμένει το πρώτο του παιδί (η αρραβωνιαστικιά του διανύει τον τρίτο μήνα της εγκυμοσύνης της). Στην υπόθεση Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 243, το Ανώτατο Δικαστήριο, σχετικά με το ζήτημα αυτό, ανέφερε τα εξής: «Είμαστε της άποψης ότι παρόλο που το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά ανάφερε ότι το θέμα αναστολής της ποινής είναι στη διακριτική του ευχέρεια και ότι πρόσωπα που δεν είναι λευκού ποινικού μητρώου στερούνται της δυνατότητας "για καλύτερη απαίτηση για αναστολή της ποινής", εντούτοις αν γνώριζε τα πραγματικά γεγονότα δυνατό να ανέστελλε την ποινή, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή ποινής και τούτο λόγω λάθους της εφεσίβλητης που αρχικά καταχώρησε άλλη υπόθεση χωρίς την απαιτούμενη συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα. Σημειώνουμε επίσης ότι στο μεταξύ οι προσωπικές συνθήκες του εφεσείοντος άλλαξαν ουσιωδώς υπέρ του. Μεσολάβησε η απεξάρτηση του από τα ναρκωτικά, η γέννηση τέταρτου παιδιού του πέραν των 3 ανήλικων παιδιών που είχε από προηγούμενο γάμο, και ήταν κοινώς αποδεκτό ότι προσέφερε βοήθεια στην αστυνομία για εξιχνίαση άλλων αδικημάτων που σχετίζονται με ναρκωτικά. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, αναφέρθηκε ότι η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή ποινής και ιδιαίτερα εκεί που στο μεταξύ υπήρχε μεταβολή στις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου, αποτελεί τέτοιο ουσιαστικό μετριαστικό παράγοντα που όχι μόνο μειώνει το την ποινή αλλά μπορεί να μετατρέψει και το είδος της. Πιο συγκεκριμένα αν κάτω από άλλες συνθήκες η ποινή φυλάκισης θα ήταν κατάλληλη, ενόψει του μεγάλου χρονικού διαστήματος αυτή μπορεί να μην ενδείκνυται πλέον. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά. (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617, 625-626.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ. α. (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 243 ανωτέρω, έγινε επισκόπηση της νομολογίας και των αρχών που διέπουν το ζήτημα: «Θεώρηση των εκκαλούμενων ποινών υπό το πρίσμα της σοβαρότητας και της φύσης των αδικημάτων δεν έχει παρά να οδηγήσει στο εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα ότι δεν αντιστοιχούν προς τη σοβαρότητά τους. Ωστόσο οι ποινές πρέπει να εξεταστούν υπό το φως της εισήγησης του κ. Χειμώνα ότι λόγω της πιο πάνω καθυστέρησης έχουν σημειωθεί μεταβολές στις οικογενειακές περιστάσεις των εφεσιβλήτων οι οποίες υπαγορεύουν την μη αύξηση της ποινής. Κατά το 1998 - έτος διάπραξης των αδικημάτων - οι εφεσίβλητοι είχαν μόνο 2 ανήλικα παιδιά ενώ σήμερα έχουν 4. Ποιες λοιπόν οι επιπτώσεις της καθυστέρησης στον καθορισμό της ποινής; Αρχίζουμε με την ανεξήγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της υπόθεσης. Αποτελεί πάγια πλέον θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώριση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Farfaros v. Republic
(1963)2 C.L.R. 36, Machi Ltd v. Social Insurance Officer
(1968)2 C.L.R. 305, Terlas v. Police
(1970)2 C.L.R. 30, Temenos v. Republic
(1984)2 C.L.R. 425, 429-30, Ioannou v. Police
(1985)2 C.L.R. 14, 31, Katsounis v. Police
(1988)2 C.L.R. 180). Στη M & M Loizou Ltd κ.α. ν. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 Α.Α.Δ. 717 (απόφαση Πική, Π.) υποδείχθηκε πως η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται σε φως η αξιόποινη πράξη του αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και αυτή τούτη τη δίκαιη δίκη. Στην παρούσα υπόθεση οι εκκαλούμενες ποινές έχουν επιβληθεί 40 μήνες μετά τη διάπραξη των αδικημάτων. Αυτός ο παράγων είναι μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Μάλιστα έχει νομολογηθεί ότι εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, 10, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, 361, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267, 271, Γενικός Εισαγγελάς κ.ά. ν. Πότση κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272). Στη Γεωργίου (πιο πάνω) το Εφετείο είχε να αποφασίσει κατά πόσο η περίπτωση ήταν κατάλληλη για μετατροπή της ποινής προστίμου σε ποινή φυλάκισης, που το πρωτόδικο δικαστήριο, λανθασμένα δεν επέβαλε στον εφεσίβλητο. Έκρινε ότι υπεισέρχεται προς εξέταση ο παράγων του χρόνου των 3 ½ ετών που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Με αναφορά στα νομολογηθέντα στις υποθέσεις Τέλλα και Αβρααμίδη (πιο πάνω) το Εφετείο - με απόφαση που δόθηκε από τον Κραμβή, Δ. - θεώρησε ότι "ο χρόνος που πέρασε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα σε συνάρτηση προς το μεταγενέστερο γεγονός του γάμου του εφεσίβλητου το οποίο, ως τυχαία απόρροια του διαρρεύσαντος χρόνου, συνεπάγεται μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του εφεσίβλητου, αποτελεί παράγοντα ο οποίος καθιστά ανεπιθύμητη την επιβολή ποινής φυλάκισης στον εφεσίβλητο σ' αυτό το στάδιο". Υπό τις περιστάσεις έκρινε πως δεν υπάρχει ο,τιδήποτε το απολύτως αναγκαίο που να καθιστά απαραίτητη την επέμβαση του Εφετείου για μετατροπή των ποινών που το πρωτόδικο δικαστήριο επέβαλε στον εφεσίβλητο. Στην παρούσα υπόθεση για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ευθύνονται οι ίδιοι οι εφεσίβλητοι και σε τέτοια περίπτωση οι τελευταίοι δεν μπορούν να την επικαλούνται ως ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Κουλλαπής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 273). Πρέπει στο σημείο αυτό να υποδείξουμε ότι η διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος αναφορικά με το χρόνο εκδίκασης των υποθέσεων αποτελεί πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου (Μιχάλης Μαγκάκης
(1990)1 Α.Α.Δ. 1068). Στην παρούσα υπόθεση το πρωτόδικο δικαστήριο έπρεπε να είχε λάβει πρόσφορα και δραστικά μέτρα για την απρόσκοπτη εκδίκαση της υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο όπως επιτάσσουν οι πρόνοιες του Συντάγματος. Παρά τη θέση της νομολογίας ως προς τις επιπτώσεις της καθυστέρησης όταν για αυτήν ευθύνεται ο κατηγορούμενος και τη θέση της ως προς την ευθύνη του δικαστηρίου για τη διεξαγωγή της μέσα σε εύλογο χρόνο παραμένει το γεγονός της επιβολής ποινής μετά την παρέλευση 40 μηνών από τη διάπραξη των αδικημάτων. Στην Αρέστη (πιο πάνω) ο Πικής, Π. υπέδειξε ότι: "Η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει της απόσταση που δημιουργείται, ως προς το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του." Το θέμα της καθυστέρησης εξετάζεται για να κριθεί αν η δίκη ήταν δίκαιη, όπως ορίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Ωστόσο ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Στην παρούσα υπόθεση η μεταβολή των συνθηκών των εφεσιβλήτων ήταν ιδιάζουσα. Έχουν στο μεταξύ αποκτήσει άλλα δύο παιδιά. Κρίνουμε, επομένως, πως ορθά λήφθηκε υπόψη η καθυστέρηση στο σύνολό της ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής και το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν λειτούργησε κάτω από εσφαλμένη καθοδήγηση στον καθορισμό της ποινής. Η επιείκεια η οποία έχει επιδειχθεί λόγω των προσωπικών περιστάσεων των εφεσιβλήτων δεν καθιστά την εκκαλούμενη ποινή καταφανώς ανεπαρκή έτσι ώστε να δικαιολογείται η επέμβασή μας για αύξησή της.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) · Το γεγονός ότι, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 έχουν αποζημιώσει τον Παραπονούμενο, θύμα της εγκληματικής δράσης τους, μετριάζει την ποινή που θα τους επιβληθεί (βλ. Savva v Director of Social Insurance Services
(1980)2 Α.Α.Δ. 126, Θεοχάρους & Υιός Λτδ κ. α. ν Ορφανίδη κ. α. Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014 και 115/2014, 25/02/2016, Μελάς ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412, Pernell v Alan Carl Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Στο βαθμό όμως πάντοτε, που η νομολογία έχει αναγνωρίσει σχετικά με το ζήτημα αυτό. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Ματθαίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 50: «Η αποζημίωση του θύματος συνηγορεί υπέρ ηπιότερης τιμωρίας. Δεν αποκτά όμως κυριαρχική σημασία στην επιβολή ποινής, ιδιαίτερα όταν πρόκειται περί σοβαρών αδικημάτων.» (βλ. επίσης, Δημητρίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 46). · Το γεγονός, ότι, η δίωξης του συγκατηγορούμενου των Κατηγορουμένων 1 και 2, ήτοι του Κατηγορουμένου 3, διακόπηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, παρά το γεγονός ότι υπάρχει προς τούτο καλός λόγος και είναι καταγραμμένος στα πρακτικά της διαδικασίας, που αφορά στην αδυναμία εντοπισμού του Κατηγορούμενου 3 για να του επιδοθεί η κλήσης του για το κατηγορητήριο του (διακόπηκε στις 29/05/2020, μετά από αρκετές αναβολές και προσπάθειες του Κατήγορου για του εντοπισμό του), θα το λάβω υπόψη μου προς μετριασμό της ποινής των Κατηγορουμένων 1 και 2, για να αντισταθμιστεί, το όποιο αίσθημα αδικίας νοιώθουν αυτή την στιγμή που τιμωρούνται, ένεκα ανισότητας στην ποινική μεταχείριση τους ως παραβάτες από τον συγκατηγορούμενο τους που δεν παρουσιάστηκε τελικώς ενώπιον του Δικαστηρίου, στο βαθμό φυσικά που η προαναφερόμενη περίστασης το δικαιολογεί (βλ. Παπεττα ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 172/2012, 11/03/2013). προχωρώ στο να επιβάλω στους Κατηγορούμενους 1 και 2 ποινή. 7. Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, εφαρμόζοντας τις αρχές της κοινής προσέγγισης των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217) και της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής (βλ. Κωνσταντίνου ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, Χριστοφόρου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443, Δημητρίου (Μιχαήλ) ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 21), στους Κατηγορουμένους 1 και 2, επιβάλλω τις ακόλουθες ποινές: Στον Κατηγορούμενο 1: Στην 1η Κατηγορία: καμία ποινή, επειδή επιβάλλεται ποινή στην 2η (βλ. Κουλουντή ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 154/2015, 02/12/2015). Στην 2η Κατηγορία: 17 μήνες φυλάκιση. Στην 3η Κατηγορία: 6 μήνες φυλάκιση. Στον Κατηγορούμενο 2: Στην 1η Κατηγορία: καμία ποινή, επειδή επιβάλλεται ποινή στην 2η (βλ. Κουλουντή ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 154/2015, 02/12/2015). Στην 2η Κατηγορία: 4 χρόνια φυλάκιση. Στην 3η Κατηγορία: 17 μήνες φυλάκιση. Όλες οι ποινές φυλάκισης των Κατηγορουμένων 1 και 2 να συντρέχουν (βλ. Σάββας Χρίστος Αχιλλέως ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 331, Β.Ε.Κ. ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 228). Κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 117
(1)του Κεφ.155, η ποινή φυλάκισης που επιβάλλω στους Κατηγορουμένους 1 και 2, θα αρχίσει να εκτίεται από σήμερα. Περαιτέρω, κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 117
(2)του Κεφ.155, η ποινή φυλάκισης που επιβάλλω στους Κατηγορουμένους 1 και 2, θα έχει την μείωση που προνοεί το Άρθρο 117
(1)του Κεφ. 155, δεδομένου ότι:
(1)ο Κατηγορούμενος 1, τέλεσε υπό κράτηση, σε ότι αφορά αυτή την υπόθεση, για περίοδο από 07/05/2020 μέχρι και σήμερα; Και
(2)ο Κατηγορούμενος 2 τέλεσε υπό κράτηση, σε ότι αφορά την Υπόθεση με αρ. 24608/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας [που λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς αυτής της διαδικασίας], για περίοδο από 16/12/2019 μέχρι και σήμερα. 8. Στην περίπτωσή των Κατηγορουμένων 1 και 2, δεν συντρέχουν, κρίνω, παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να ληφθούν υπόψη, ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που τους έχει επιβληθεί. Απόφαση στην οποία καταλήγω, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων τέλεσης των αδικημάτων και τις προσωπικές συνθήκες έκαστου, οι οποίες, θεωρώ, ότι δεν είναι ικανές να δικαιολογήσουν μία τέτοια απόφαση, επειδή τέτοια απόφασης δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν, δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως, ιδιαιτέρως αφής στιγμής βρίσκονται σε έξαρση και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σε ότι αφορά τις συνέπειες από την διάπραξη τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017, L.C.A. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 17/03/2015, Συμιλλίδης ν Νικολάου
(2013)2 Α.Α.Δ. 444, Κυπριανού ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 28/2014, 24/02/2014, Ιωσήφ ν Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ποινική Έφεση Αρ. 148/2014 (Σχ. με 149/2014), 25/07/2014, Αριστοδήμου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 121/17, 21/09/2017, ΣΠΕ Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ ν Δράκου, Πoινική Έφεση αρ.129/2015, 15/11/2017, Χαλκιά ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 240/2016, 17/03/2017). Το Ανώτατο Δικαστήριο, έχει σε πάρα πολλές αποφάσεις του, τονίσει ότι, δεν ενδείκνυται η αναστολή της ποινής φυλάκισης, όταν το αδίκημα ή τα αδικήματα που αφορά/ουν την υπόθεση, βρίσκονται σε έξαρση και η τιμωρία ενός συγκεκριμένου παραβάτη, είναι επιπρόσθετα το μέσο, να αποτραπούν άλλοι πιθανοί παραβάτες από την διάπραξη του/τους, διότι, η προστασία του δημοσίου συμφέροντος είναι υπεράνω των οποιονδήποτε προσωπικών περιστάσεων του (βλ. Σ. Π. Ε. Λακατάμιας-Δευτερας Λτδ. ν Δράκου, Πoινική Έφεση Αρ.129/2015, 15/11/2017). Η προκείμενη, είναι μια τέτοια περίπτωση. Οι παράγοντες που προαναφέρθηκαν κατά την επιλογή του είδους της ποινής των Κατηγορουμένων 1 και 2 και την επιμέτρηση της, επανεξεταζόμενοι, για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που τους έχει μόλις επιβληθεί, δικαιολογούν, κατά την κρίση μου, την προαναφερόμενη απόφαση μου. Το σύνολο της ποινής φυλάκισης που έχω αποφασίσει ότι πρέπει να εκτίσουν [έκαστος στην περίπτωση που τον αφορά], θεωρώ ότι αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν και εξυπηρετεί ταυτοχρόνως και τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Αυτό δεν θα εξυπηρετείτο, αν αυτή η ποινή των Κατηγορουμένων 1 και 2, αναστελλόταν. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.